Έψαχνα να Σε βρω. Σε πολλούς τόπους. Σε πολλούς ανθρώπους. Σε πόνους και χαρές. Σε γκρεμούς συναρπαστικούς, μα μάταιους. Νόμιζα πως Σε είχα βρει. Δεν κρατούσε για πολύ. Πονούσα και πάλι απ΄την αρχή. Κρατιόμουν απ΄το τίποτα, με την ελπίδα να του δώσω μορφή, όνομα, όραμα, να το κάνω «κάτι». Πόσα χρόνια έζησα έτσι; Και γιατί; Γιατί δεν Σε είχα βρει πιο νωρίς; Γιατί δε Σε είχα αγαπήσει; Γιατί δεν είχα τολμήσει να σε κοιτάξω κατάματα; Γιατί επέμενα να επιλέγω το σκοτάδι; Διότι το σκοτάδι μου ήταν οικείο. Το γνώριζα. Το είχα περπατήσει και ήξερα να του αφήνομαι. Σαν το πρεζάκι που πονά για λίγη ακόμα πρέζα ξανά και ξανά και από την αρχή ξανά. Το σκοτάδι μοιάζει λιγότερο φοβιστικό από το φως, όταν φοβάσαι τί θα φανερώσει το φως. Τί θα δείξει. Ποιος θα δείξει ότι είμαι. Τις αμαρτίες μου. Πώς θα αντέξω να ζω με τις αμαρτίες μου; Πώς θα μπορέσεις –ακόμα κι Εσύ- να με αγαπήσεις με τις αμαρτίες μου; Έτσι
σκεφτόμουν επίμονα. Είχα παραδώσει την ψυχή και το σώμα μου αλλού. Και
ήμουν καλά έτσι. Έτσι: νεκρή. Έχει μία διεστραμμένη γλύκα αυτός ο
θάνατος. Νομίζεις ότι είσαι καλά όταν τον ζεις. Νομίζεις ότι έτσι είναι η
ζωή και έτσι θα είναι για πάντα και δεν μπορείς να ξεφύγεις, οπότε
γιατί να προσπαθήσεις; Μαρία Π. |
Άρθρα >