Άρθρα


Ιωσήφ ο Βρυέννιος, ο εμπνευστής και το πρότυπο των αγώνων του αγίου Μάρκου του Ευγενικού κατά της αιρέσεως του Παπισμού

αναρτήθηκε στις 18 Ιαν 2020, 8:00 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 18 Ιαν 2020, 8:01 π.μ. ]

 

Αποτέλεσμα εικόνας για μαρκοσ ευγενικοσ
Ιωσήφ ο Βρυέννιος, ο εμπνευστής και το πρότυπο των αγώνων του αγίου Μάρκου του Ευγενικού κατά της αιρέσεως του Παπισμού
Στις 19 Ιανουαρίου, η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη του οσίου Μάρκου του Ευγενικού, Μητροπολίτου Εφέσου και υπερμάχου της Ορθοδόξου πίστεως. Αυτού που στην σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας, «μονώτατος» ακύρωσε τις αποφάσεις της, μη υποκύπτοντας στα θελήματα του Πάπα. Οι ημέρες είναι πονηρές, ο Οικουμενισμός σαρώνει και οι δεξιοτέχνες  διάκονοί του, ιεράρχες και πολιτικοί, φτάνουν στην κορύφωση του έργου τους, αφού προ ολίγου ανακοίνωσαν και την έλευση του Πάπα στην Ελλάδα. Και όλα αυτά, δίχως δυστυχώς ο λαός να γνωρίζει ποιος είναι ο τελικός σκοπός τους. Γι` αυτό δημοσιεύουμε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του μακαριστού Νικολάου Βασιλειάδη: «Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ ΚΑΙ Η ΕΝΩΣΙΣ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ», για ψυχική ωφέλεια, αφύπνιση και προβληματισμό και ετοιμότητα:
     «Οι αξιώσεις και οι βλέψεις της εγωιστικής «δυτικής οφρύος» επί της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας ήταν καταφανείς από τον Δ΄ ακόμη αιώνα. Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος όρισε ως πρωτεύουσας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους την Κωνσταντινούπολη, η Δύση δεν είδε με καλό μάτι αυτόν τον χωρισμό, φοβούμενη πως θα γίνει το θρησκευτικό κέντρο του Χριστιανισμού.

     Ύστερα από έντεκα αιώνες η απειλή είχε κορυφωθεί. Οι Δυτικοί εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία του Βυζαντίου και κυρίως τον τουρκικό κίνδυνο, προσπάθησαν με κάθε τρόπο να υποτάξουν την Ορθόδοξη Ανατολή και έδιναν υποσχέσεις για υλική βοήθεια. Δεν έλεγαν βέβαια ότι θα την υποτάξουν. Πρότειναν απλώς ένωση Εκκλησιών. Το δόλωμα ήταν εξόχως ελκυστικό, διότι από τότε που έγινε το ολέθριο σχίσμα, η ένωση ήταν ο βαθύς πόθος των Χριστιανών Ανατολής και Δύσεως. Αλλά οι απόπειρες περί ενώσεως είχαν αποβεί «μάταιες, διότι οι μεν δυτικοί ένωση εννοούσαν την υποταγή της Εκκλησίας μας στην Εκκλησία της Ρώμης, οι δε δικοί μας δεν πείθονταν να υποκύψουν σ` αυτήν την κυριαρχία, καθώς θα μπορούσε αυτή να ενεργήσει ολέθρια και στην εθνική και στην πολιτική μας ύπαρξη» (Ιστορ. Κων. Παπαρηγόπουλου).
     Ο ελληνικός Ορθόδοξος λαός των παλαιολογείων χρόνων δεν είχε ανάγκη να διαφωτιστεί περί των πραγματικών προθέσεων του Πάπα. Οι ολέθριες Σταυροφορίες που προηγήθηκαν, ήταν γι` αυτόν αρκετή απόδειξη περί του τι θα σήμαινε η Ένωση. Γνώριζε ο λαός ότι με αυτές είχε εκπληρωθεί, έστω και προσωρινά, «το προαιώνιο όνειρο της Δύσης, να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη και να υποτάξει τους Χριστιανούς της Ανατολής στην Εκκλησία της Ρώμης» (Ιστορ. Παπαρηγόπουλου). Επιπλέον ο λαός έβλεπε πως όπου είχαν κυριαρχήσει ήδη οι Φράγκοι - Ρήγες, Κόμητες, Βαρώνοι, Δούκες και άλλοι πολυώνυμοι τυχοδιώκτες από την Δύση – η Ορθόδοξη Εκκλησία ουδέποτε αναγνωριζόταν ως αρχή. Στις φραγκοκρατούμενες  περιοχές οι Ορθόδοξοι επίσκοποι μόλις γίνονταν ανεκτοί, και αυτό, εφόσον κατά την ώρα επισήμου τελετής έδιναν ενώπιον του Λατίνου επισκόπου ταπεινωτικό όρκο πίστεως και υποταγής στον Πάπα και εφόσον ομολογούσαν προφορικά και γραπτά τον Πάπα άγιο και άκρο αρχιερέα. Κατά τον ιστορικό Δημ. Π. Πασχάλη, ο οποίος είχε ασχοληθεί με την άθλια διαγωγή των παπικών επί Φραγκοκρατίας και Τουρκοκρατίας στα νησιά των Κυκλάδων, οι Ορθόδοξοι «πειθαναγκάζονταν κάτω από την εξουσία των Φράγκων να ασπαστούν τον Παπισμό και να αναγνωρίσουν τον ποντίφηκα της Ρώμης ως ύπατο αρχηγό της Εκκλησίας τους»! Σε κάθε επίσημη εορτή οι Ορθόδοξοι ιερείς ήταν υποχρεωμένοι «να συνεκκλησιάζονται στην δυτική εκκλησία και να συλλειτουργούν μαζί με τους Λατίνους»` ήταν δε υποχρεωμένοι, οι Ορθόδοξοι ιερείς, «να μνημονεύουν στις εκκλησίες τους, εκτός από τον Πάπα και τον Λατίνο επίσκοπο και να τον υποδέχονται πανηγυρικά και με επίσημη περιβολή, όταν γινόταν η εγκατάστασή του στον λατινικό ναό». Το χειρότερο όμως και τυραννικότερο ήταν ότι και μέσα στους ορθόδοξους ναούς «δυναστικώς ελειτούργουν οι Λατίνοι ιερείς εκ παραλλήλου και καθ` ήν ώραν και οι Ορθόδοξοι και αναφανδόν από του άμβωνος επροπηλάκιζον (ωνείδιζαν και ξευτέλιζαν)» τους Ορθοδόξους και την Ορθοδοξία! Όλα δε αυτά γίνονταν, καθόσον ο Ορθόδοξος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως εμποδιζόταν να ασκεί οποιαδήποτε πνευματική εξουσία σ` αυτές τις περιοχές. (Νικ. Καλογεράς)…
     Ώστε η Δύση, στο πρόσωπο του Πάπα, είχε ως σκοπό να υποτάξει την Ανατολή. Αυτό δεν ήταν αυθαίρετο συμπέρασμα ή αστήρικτη καχυποψία ή συκοφαντία των Ορθοδόξων κατά των Παπικών. Ο Γερμανός W. Norden σε ογκώδες και αντικειμενικό έργο, απέδειξε πανηγυρικά την αλήθεια αυτή, βάσει παπικών πηγών. Έφερε στο φως έγγραφα Παπών και δυτικών ηγεμόνων, τα οποία βρήκε σε δυτικά αρχεία και βάσει αυτών των γραπτών κειμένων απέδειξε ότι «σταθερή επιδίωξη του πάπα  και των ηγεμόνων της Δύσης, ακόμη και μετά τις Σταυροφορίες, δεν ήταν η παροχή βοήθειας προς την Ανατολή αλλά η κατάκτησή της και ο εκλατινισμός της».  Κάθε φορά δε που ο Πάπας και οι ηγέτες της Δύσεως κινούνταν για να βοηθήσουν την Ανατολή, «το μίσος εναντίον των αιρετικών και σχισματικών της Ανατολής (= των Ορθοδόξων) κρυβόταν, για να επιτευχθούν άλλοι στόχοι». Η Ανατολή όμως ήθελε να διατηρηθεί αυτοτελής, όχι μόνο πολιτικά αλλά και θρησκευτικά. Δεν έστεργε με κανέναν τρόπο να δεχτεί το πρωτείο και την εξουσία του Πάπα. Γι` αυτό αγωνιζόταν να διατηρήσει αλώβητη την θρησκευτική της παράδοση και ανόθευτο το Ορθόδοξο δόγμα. Διότι αυτά τα θεωρούσε ως τον πολυτιμότερο θησαυρό, ως την δόξα και το καύχημά της. Ως τον συνδετικό κρίκο του λαού. Αν στην ειδωλολατρική Ελλάδα η έννοια της θρησκείας ήταν στενά συνδεδεμένη με την εθνική και φυλετική συνείδηση, πολύ περισσότερο συνέβαινε αυτό στον Χριστιανικό Βυζάντιο, την Ορθόδοξη Ελλάδα, η οποία είχε – και έχει – απτές αποδείξεις ότι η Ορθόδοξη Χριστιανική της πίστη δεν είναι μόνο πλούτος αδαπάνητος αλλά και εθνοσώτειρα ή ορθότερο η εθνοσώτειρα. (Ιστορ. Κων. Παπαρηγόπουλου).
     Ο φλογερός μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, (εκοιμήθη μεταξύ1431 και 1439) ο οποίος επισκέφτηκε τότε για τον σκοπό αυτό την Κύπρο το 1405 και έζησε επί είκοσι χρόνια στην Κρήτη, έβλεπε καθαρά – όπως επίσης και όλοι οι άλλοι – τον κίνδυνο της απορροφήσεως του Γένους από τους Φράγκους. Γι` αυτό  κατατόπιζε με κάθε τρόπο το Ορθόδοξο πλήρωμα και το ενίσχυε στην πίστη των πατέρων του. Έτσι, αφ` ενός μεν τόνιζε την αξία του θησαυρού της πίστεως. Έλεγε: «Ἡ ὀρθόδοξος πίστις ἡμῶν, αὕτη πλοῦτος ἡμῶν, αὕτη δόξα, αὕτη γένος, αὕτη στέφανος, αὕτη καύχημα». Και πρόσθετε με άγιο πάθος και ιερό ζήλο: «Οὐκ ἀρνησόμεθά σε, φίλη Ὀρθοδοξία· οὐ ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας· οὐκ ἀφιστάμεθά σου, Μῆτερ εὐσέβεια. Ἐν σοί ἐγεννήθημεν καί σοί ζῶμεν καί ἐν σοί κοιμηθησόμεθα· εἰ δέ καλέσει καιρός, καί μυριάκις ὑπέρ σοῦ τεθνηξόμεθα».
     Αφ` ετέρου υπογράμμιζε ότι, και αν ακόμη μας φανεί ότι οι Φράγκοι ήρθαν με το μέρος μας με στρατό και πάλι δεν πρέπει να τους δεχτούμε. Διότι οι Δυτικοί δεν θα έρθουν  ως ομόψυχοι και ομόφρονες αδελφοί ούτε ως ειλικρινείς σύμμαχοι και ελευθερωτές. Θα έρθουν ως κατακτητές. Θα έρθουν με σκοπό να υποδουλώσουν την Κωνσταντινούπολη «και τα ημέτερα πάντα εκτρίψαι και την πίστιν και το γένος και το όνομα ημών εκ μέσου ποιήσαι» (να εξαφανίσουν το όνομά μας)!
     Επομένως, στους δύσκολους εκείνους καιρούς, κατά τους οποίους η πολιτική σκοπιμότητα επηρέαζε την Εκκλησία και την πίεζε να κάνει δογματικές υποχωρήσεις, ο Βρυέννιος και οι ομόφρονές του ποθούσαν μεν την Ένωση, αλλά δεν δέχονταν με κανέναν τρόπο υποταγή στον πάπα και παραχάραξη της πίστης με τις αυθαίρετες καινοτομίες του. Αν γίνει η Ένωση, έλεγε ο Βρυέννιος, πρέπει να γίνει «απαρατρέπτων μενόντων των ημετέρων δογμάτων, το τοις πολλοίς μεν δοκούν είναι πάντων παραδοξότατον, τω δε Θεώ ετοιμότατον». Δηλαδή, εάν γίνει η ένωση, πρέπει να γίνει υπό τον όρο ότι τα δόγματα της Ορθοδόξου Εκκλησίας θα μείνουν αναλλοίωτα και απαρασάλευτα, πράγμα το οποίο στον πολύν κόσμο φαίνεται ότι είναι το πάρα πολύ παράδοξο, στον Θεό όμως τούτο φαίνεται και είναι πάρα πολύ αποδεκτό, ευάρεστο και προσφιλές.
     Το έθνος λοιπόν καλούνταν να πολεμήσει με το όπλο της Ορθοδόξου πίστεως.  Αυτό ήταν το συμπέρασμα της σκέψεως και των αγώνων του Βρυεννίου, ο οποίος ήταν ηγετική μορφή, πρύτανης της Πατριαρχικής Ακαδημίας και καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως. Ήταν ο δάσκαλος που μόρφωσε την τελευταία αξιόλογη γενιά των Βυζαντινών λογίων. Άλλωστε το συμπέρασμα του Βρυεννίου έβγαινε από την όλη Ιστορία και επιβεβαιωνόταν από την καθημερινή πικρή πείρα των Ελλήνων των παλαιολόγειων χρόνων…
     Ορισμένοι υποστήριξαν ότι ο Μάρκος υπήρξε μαθητής του Ιωσήφ Βρυεννίου στην Μονή του Στουδίου. Η γνώμη αυτή προέρχεται από πληροφορία, η οποία περιέχεται στον βίο του αγίου Μάρκου, που υπάρχει στην ακολουθία, την οποία συνέταξε ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός. Αλλά σε ορισμένους κώδικες το τμήμα, το οποίο μιλάει για τους δασκάλους του Μάρκου λείπει. Γι` αυτό δεν μπορούμε να μιλήσουμε με βεβαιότητα, αν ο Μάρκος είχε πράγματι δάσκαλο τον Βρυέννιο. Αλλά, και αν  ακόμη δεχθούμε ότι οι σχέσεις Μάρκου και Βρυεννίου δεν υπήρξαν σχέσεις μαθητού προς διδάσκαλο, μπορούμε να δεχθούμε ότι πιθανώς ο Μάρκος γνώριζε τον Βρυέννιο «κατά την πρώτη δεκαετία της μοναχικής του ζωής». (Ν.Β. Τωμαδάκης).
     Εν πάση περιπτώσει, ο Ιωσήφ ο Βρυέννιος υπήρξε ο εμπνευστής και το πρότυπο για τους ιερούς και θεοφιλείς αγώνες του. Ο δε Μάρκος ήταν θιασώτης και θαυμαστής του Βρυεννίου. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα και από ολόκληρη την κατοπινή πολιτεία του αλλά και από το επίγραμμα, το οποίο έγραψε «εις τον τάφον του Διδασκάλου του κυρίου Ιωσήφ Βρυεννίου». (Ιωσήφ Βρυεννίου τα Παραλειπόμενα, έκδ. υπό Ευγ. Βουλγάρεως).
     Οι στενές σχέσεις του Μάρκου με τον «πυρίπνουν» Ιωσήφ τον καθιστούν αμέσως πνευματικό απόγονο και της άλλης θεηγόρου σάλπιγγος της Εκκλησίας και στερότατου στύλου της Ορθοδοξίας, του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά.  Διότι, ο Ιωσήφ ο Βρυέννιος υπήρξε μαθητής του θεηγόρου Παλαμά. Από την άποψη αυτή «η βάση της θεολογίας του Μάρκου, της άκαμπτης στάσης του στην Ορθοδοξία, όπως την εννοούσε ο Μάρκος, ήταν η θεολογία του Παλαμά». (Αλ. Σμέμαν)
Έτσι ο Ιωσήφ Βρυέννιος και η γενναία χορεία του δημιούργησαν το υγιές κλίμα και τις βασικές προϋποθέσεις των αγώνων του Μάρκου Ευγενικού. Τα πνεύματα ήταν έτοιμα και άγρυπνα. Η σκυτάλη από τα στιβαρά χέρια του Βρυέννιου θα έβρισκαν αντάξια χέρια. Οι αγώνες του ήταν απλώς το προανάκρουσμα  του θριαμβευτικού παιάνα του Μάρκου του Ευγενικού.
      Είναι και αυτό χαρακτηριστικό του ελληνικού θαύματος. Στις μεγάλες και κρίσιμες στιγμές του έθνους ο Θεός αναδεικνύει πνεύματα ρωμαλέα και πύρινους εθνεγέρτες, οι οποίοι με το ηρωικό σάλπισμά τους συνεγείρουν το Γένος. Οι σύγχρονοί τους δεν τους κατανοούν όπως πρέπει. Ορισμένοι μάλιστα τους χαρακτηρίζουν παράφρονες και παρανοϊκούς. Μερικοί μεταγενέστεροι κοντόφθαλμοι τους χαρακτηρίζουν ως πνεύματα στείρα και στενά ή φανατικούς δημεγέρτες. Αυτοί όμως δεν παύουν από του να είναι μεγάλα ηθικά αναστήματα. Στύλοι ακλόνητοι. Τα καθ` αυτό προοδευτικά πνεύματα. Προφητικές φυσιογνωμίες. Σάλπιγγες του Παρακλήτου Πνεύματος.
Τέτοιος ήταν και ο Μάρκος ο Ευγενικός. Τον φοβήθηκε η αιρετική Δύση στο πρόσωπο του Πάπα. Η Ορθόδοξη Ανατολή τον θαύμασε, τον δόξασε και τον περιέβαλε με τον αμαράντινο και λαμπρό στέφανο του αγίου της Ορθοδοξίας, του εθναποστόλου και εθνοσωτήρος».
Νεοελληνική απόδοση – Επιμέλεια:
Σάββας Ηλιάδης
Δάσκαλος
Κιλκίς, 18-1-2020

Ο Χριστός γεννιέται για να του δώσουμε τις αμαρτίες μας

αναρτήθηκε στις 24 Δεκ 2019, 8:12 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Δεκ 2019, 8:13 π.μ. ]



Λίγο αργότερα από την εποχή του μεγάλου Κωνσταντίνου, ένας σπουδαίος άνθρωπος, ξεκίνη­σε από την Ρώμη και πήγε στη Βηθλεέμ. Έφτιαξε εκεί το κατάλυμά του και ζούσε δίπλα στο σπή­λαιο που γεννήθηκε ο Κύριός μας Ιησούς .

Πρόκειται για τον περίφημο άγιο, τον σοφό άγιο Ιερώνυμο, αυτόν που μετέφρασε στα λατινικά όλη την Αγία Γραφή και έγραψε πολλά θαυμάσια βι­βλία, όλα για την δόξα του Χριστού και για την σωτηρία των ανθρώπων.

Κάθε τόσο, ο άγιος Ιερώνυμος πήγαινε και γονάτιζε μπροστά στο σπήλαιο που γεννήθηκε ο Χριστός και Τον παρακαλούσε και Τον ικέτευε για την αιώνια ζωή.

Μια μέρα, Χριστούγεννα, – το έχει γράψει ο ίδιος αυτό το γεγονός – ενώ προσευχόταν, βλέπει τον Χριστό μπροστά του να του λέει:

Ιερώνυμε, σήμερα είναι η γιορτή μου. Σή­μερα είναι η επέτειος της καθόδου μου στη γη, που γεννήθηκα στο σπήλαιο αυτό. Τί δώρο θα μου κάνεις;

Απαντάει ο άγιος:

Υιέ του Θεού, για Σένα άφησα την πρωτεύ­ουσα του κόσμου, την Ρώμη, και όλα τα πλούτη που είχα εκεί. Ήλθα εδώ και ζω φτωχός κοντά Σου. Τί δώρο θέλεις να σου κάνω; Τί έχω πια Χρι­στέ μου, να σου δώσω;

Κάτι έχεις ακόμη. Και θέλω να μου το δώ­σεις.

μου, είχα σοφία. Μόρφωση απέραντη. Την είχα αποκτήσει με τις μελέτες μου. Μα και αυτή την έκανα θυσία μπροστά Σου. Την θε­ώρησα σκόνη και στάχτη. Τώρα πια, ασχολούμαι μόνο με τον λόγο Σου. Τί άλλο να σου δώσω;

Κάτι έχεις ακόμη, Ιερώνυμε. Θέλω να μου δώσεις και από αυτό.

Χριστέ μου, είχα δυνάμεις σώματος και έχω δυνάμεις πνεύματος. Τα άφησα όλα στα πό­δια Σου. Δεν θυμάμαι να έχω τίποτε άλλο να Σου δώσω.

Και όμως, κάτι έχεις ακόμη.

Ποιό Χριστέ μου, πες το μου. Και αμέσως θα Σου το προσφέρω.

Του λέει ο Χριστός:

Τις αμαρτίες σου! Αυτές θέλω να μου τις δώσεις!

Χριστέ μου, τί να τις κάνεις τις αμαρτίες μου, το βόθρο της ψυχής μου; Τί τον θέλεις;

Να τον πάρω εγώ. Να φύγει από εσένα. Να σου τον συγχωρήσω. Και να μείνεις εσύ καθαρός, με την χάρη μου και με την αγάπη που έχεις για μένα.

* * *

Γι’ αυτό ήλθε ο Χριστός στον κόσμο.

Μας άπλωσε το χέρι, για να απλώσουμε και εμείς το δικό μας, και να Του βάλουμε στο χέρι τις αμαρτίες μας. Όχι με το χέρι μας, αλλά ΜΕ την καρδιά μας. Και ΑΠΟ την καρδιά μας.

Ήλθε λυ­τρωτής. Ελευθερωτής από την δουλεία της αμαρ­τίας και από τον κίνδυνο να βρεθούμε – εξ αιτίας του χωρισμού που φέρνει στον άνθρωπο η αμαρτία μακρυά από τον Θεό. Μακρυά από την Βασιλεία Του. Μακρυά από την αιώνια ζωή. Μακρυά και έξω από τον Παράδεισο. Να βρεθούμε στον σκουπιδοτενεκέ της αιώνιας ζωής, που είναι η Κόλαση.

Για να μη καταντήσουμε εκεί – γιατί εκεί πη­γαίναμε με τα στραβά βήματά μας – ήλθε ο Χρι­στός, ο Ελεήμων και Εύσπλαγχνος, κοντά μας.

Άφησε την τιμή Του, την υπόληψή Του, το μεγαλείο Του και ταπεινώθηκε και ήλθε στη γη, για μας. Για να μας πάρει κοντά Του. Γιατί ο Θεός μας, είναι αγάπη, καλωσύνη, ευσπλαγχνία. Δεν θέλει να χαθεί κανένας. Όποιος χάνεται, χάνεται μόνο από δική του υπαιτιότητα.

Ας Τον δοξολογήσουμε. Ας Τον ευχαριστή­σουμε. Ας Τον προσκυνήσουμε. Ας Τον τιμήσουμε. Και ας Του πούμε:

Κύριε Ιησού Χριστέ, όπως αξίωσες τους αποστόλους Σου να είναι κοντά Σου, όπως αξίωσες τον ληστή πάνω στο Σταυρό, να μπει μαζί Σου στην Βασιλεία Σου, όπως αξίωσες τόσα εκατομμύρια παιδιών Σου να τους πάρεις κοντά Σου και να τους ελε­ήσεις, αξίωσε και εμάς της αγάπης Σου, της ευσπλαγχνίας Σου, της συγχωρήσεώς Σου. Και κράτα μας κοντά Σου. Αμήν.

(+Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, Ο Θεός επί γης, Έκδ. Ι. Μ. Προφήτου Ηλιού, Πρέβεζα 2015, σ. 13-18)

Σπήλαιο της Βηθλεέμ: Εδώ γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος Χριστός

αναρτήθηκε στις 24 Δεκ 2019, 7:49 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Δεκ 2019, 7:49 π.μ. ]


: Ο Ναός της Γεννήσεως είναι ένα από τα σημεία στην Αγία Γη το οποίο, άνθρωποι όλων των θρησκειών επισκέπτονται. Άλλοι για ιστορικούς λόγους και άλλοι για να προσκηνύσουν το σημείο της Γέννησης του και να προσυχηθούν γονατιστοί αγγίζοντας το σημείο που σήμερα έχει σφραγισθεί από ένα αστέρι.

Οι φωτογραφίες που βλέπετε είναι από το σημείο όπου καθημερινά χιλιάδες άνθρωποι από όλο τον κόσμο καταφθάνουν για να προσκηνύσουν το σημείο της γέννησης. Το σημείο όπου η Παναγία έφερε στη ζωή τον Υιο και Σωτήρα του κόσμου.

Όταν επισκέπτεται κανείς στους Αγίους Τόπους την εποχή που διαδραματίστηκαν τα Θεία γεγονότα μπορεί ίσως να νιώσει περισσότερο την αύρα των ημερών. Όταν το βράδυ της γέννησης του Θείου Βρέφους βρεθεί κανείς στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, το σημείο όπου θεωρείται το κέντρο του κόσμου, το κέντρο των γεγονότων και του ξεκινήματος της θείας διαδρομής του Θεανθρώπου, τότε σίγουρα νιώθει την διαφορετικότητα της στιγμής που έγινε ο Θεός άνθρωπος κι ήρθε στη γη σύμφωνα με τις γραφές, για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Τα βήματα όλων οδηγούνται στην Βηθλεέμ, εκεί από όπου ξεκίνησε η ιστορία της ταπείνωσης του ανθρώπου, αφού ο γιος του Θεού ταπεινώθηκε πρώτος και γεννήθηκε μέσα σε μια φάτνη ανάμεσα σε ζώα κι άλογα, σε ένα στάβλο της Βηθλεέμ.
Κατεβαίνοντας κανείς από τον κυρίως Ναό της Βηθλεέμ στο σπήλαιο και στη φάτνη, τότε μόνο συνειδητοποιεί πώς ήρθε στον κόσμο ο Χριστός, κάτω από ποιες συνθήκες ακούστηκε το πρώτο του κλάμα, πώς η Παναγία τον πήρε αγκαλιά και πώς τον ζέσταιναν τα ζώα μέσα στην κρύα νύχτα.

Βίντεο YouTube


Άνθρωποι που κουβαλούν μέσα τους τις προσωπικές τους ιστορίες, τα δικά τους βιώματα και τη δική τους αλήθεια φτάνουν στη Βηθλεέμ που αποτελεί σημαντικό προσκυνηματικό και τουριστικό πόλο έλξης για τους επισκέπτες της Αγίας Γης.

Ο ναός της Βηθλεέμ χτίστηκε το 327-333 μ.Χ. από την Αγία Ελένη πάνω στο σπήλαιο όπου εκπληρώθηκε η προφητεία του Ησαΐα με την ενσάρκωση του Θείου Λόγου. Ο χώρος με τη μεγαλύτερη θρησκευτική και ιστορική σημασία είναι το Άγιο Σπήλαιο της Γέννησης που βρίσκεται κάτω από το καθολικό του ναού και το Ιερό Βήμα. Το Άγιο Σπήλαιο είναι σκαλισμένο στο φυσικό βράχο και είναι ο αυθεντικός τόπος της Γέννησης.

Ο τόπος που γεννήθηκε ο Ιησούς ανήκει στους Έλληνες Ορθόδοξους. Ένα ασημένιο δεκατετράκτινο αστέρι που συμβολίζει το φωτεινό άστρο της γέννησης του Χριστού υποδεικνύει τη θέση που ενσαρκώθηκε ο Θείος λόγος.

Απέναντι από τον τόπο της Γέννησης είναι η Αγία Φάτνη και σύμφωνα με την παράδοση, η Αγία Ελένη βρήκε την αυθεντική πήλινη φάτνη την οποία αντικατέστησε με μια ασημένια. Αυτή η φάτνη μεταφέρθηκε στη βασιλική της Σάντα Μαρία Μαντζόρε στη Ρώμη και σωζόταν έως το 12ο αιώνα.

Πλάι στη φάτνη βρίσκεται το προσκύνημα των μάγων και βορειοδυτικά του σπηλαίου υπάρχει μια δεξαμενή από όπου η Παρθένος άντλησε από αυτήν νερό για να πλύνει το Θείο Βρέφος. Και στη Βηθλεέμ, όπως σε όλα τα προσκυνήματα της Αγίας Γης, οι αγιοταφίτες μοναχοί δίνουν μεγάλο αγώνα για να κρατήσουν ακέραια τα άγια προσκυνήματα και τα δικαιώματα των ορθοδόξων στην περιοχή.

Ο αγώνας των ελληνορθόδοξων να προστατεύσουν τα ιερά κειμήλια και τα δικαιώματά τους στο ναό είναι μεγάλος.
Ο αγώνας δε δίνεται μόνο στον Πανάγιο Τάφο αλλά και σε όλους τους ναούς μας ακόμη κι στη Βηθλεέμ. Οι πατέρες που υπηρετούν στο ναό της Γεννήσεως αν δεν φροντίσουν να είναι προσεκτικοί μπορεί μια μέρα να βρεθούμε έξω από το ναό από τους Αρμένιους και τους Λατίνους, οι οποίοι προσπαθούν να κατακτήσουν ακόμη και μια σπιθαμή γης από το σπήλαιο.

Ο γέροντας Χρυσόστομος, που σήμερα βρίσκεται στο μοναστήρι του αβά Γερασίμου, θυμάται: «Όταν βρισκόμουν στο Ναό της Γεννήσεως και υπηρετούσα τα δικαιώματά μας μέχρι ξύλο είχα παίξει για να μην χάσουμε ούτε σπιθαμή από τη φάτνη, που είναι στη δικαιοδοσία μας. Εδώ, όταν κάποιος από τους Λατίνους ή τους Αρμενίους σκουπίσει για παράδειγμα ή θυμιατίσει στο χώρο του ναού που ανήκει στους ορθοδόξους και δεν αντιδράσουμε, το ίδιο λεπτό ο χώρος αυτός του ανήκει. Αυτές τις μάχες δίνουμε εδώ κι αν δεν είμαστε προσεκτικοί κάποια μέρα μπορεί να μην μας ανήκει πια τίποτα».

Τα μοναστήρια δέχονται καθημερινά επιθέσεις, αλλά και ο Ναός της Γεννήσεως όπως και ο Πανάγιος Τάφος, με απώτερο στόχο να περιέλθουν στα χέρια των Λατίνων, των Αρμενίων και των κρατούντων την περιοχή και αυτό είναι κάτι που επαγρυπνεί ακόμη περισσότερο όσους πραγματικά σέβονται τα άγια προσκυνήματα.

Το ισραηλινό τείχος που εγκλωβίζει τα Παλαιστινιακά εδάφη και ο αυστηρός έλεγχος των Ισραηλινών στρατιωτών δεν πτοεί τους προσκυνητές που επιθυμούν να επισκεφθούν τη Βηθλεέμ χωρίς να υπολογίζουν την ταλαιπωρία από την αναμονή στα στρατιωτικά σημεία ελέγχου.

Στόχος τους είναι να φτάσουν και να προσκυνήσουν το σημείο όπου γεννήθηκε ο Σωτήρας. Να αγγίξουν για λίγο τον αστέρα μέσα στη φάτνη, που δηλώνει το ακριβές σημείο της γέννησης και να προσευχηθούν στο μέρος όπου ακούστηκε για πρώτη φορά η βρεφική φωνή του Θείου Βρέφους.

Στην κεντρική πλατεία της Βηθλεέμ, στην πλατεία της Φάτνης, απέναντι από το Δημαρχείο βρίσκεται ο πανίερος ελληνορθόδοξος Ναός της Γέννησης του Σωτήρα που σήμερα τελεί υπό την αιγίδα της Unesco.

Εκεί χιλιάδες επισκέπτες από όλο τον κόσμο προσέρχονται όλο το χρόνο για θρησκευτικούς, τουριστικούς και ιστορικούς λόγους.

«Από εδώ ξεκινά όλη η ιστορία του Χριστιανισμού. Εδώ γεννήθηκε ο Θεάνθρωπος και έφερε μαζί Του την αγάπη την οποία τόσο πολεμούν σήμερα. Η χριστιανική αγάπη διώκεται και είμαστε όλοι υπεύθυνοι για αυτό. Ίσως να μην είμαστε ικανοί να την προστατεύσουμε, όμως πρέπει να κατανοούμε το μήνυμα των ημερών και το μήνυμα της γέννησης του Χριστού που σημαίνει αγάπη. Γι’ αυτήν την αγάπη ήρθε ο Χριστός στη γη» εξομολογείται η δήμαρχος της Βηθλεέμ, Vera Babon, η οποία κάθε φορά που ανάβει το δέντρο της Βηθλεέμ νιώθει, όπως λέει, ότι η πόλη της στέλνει μήνυμα ελπίδας παντού.
Έξω από το ναό της Βηθλεέμ, ειδικά την ημέρα των Χριστουγέννων, ακόμη και οι Mουσουλμάνοι πολίτες προσέρχονται μαζί με τους Χριστιανούς για να υποδεχθούν τη γέννηση του Θεανθρώπου. Οι Χριστιανοί από βαθιά πίστη, οι Mουσουλμάνοι από σεβασμό στο γεγονός το οποίο θεωρούν γιορτή για την Παλαιστίνη.

ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ: Το θεοβάμων Σπήλαιο της Βηθλεέμ

αναρτήθηκε στις 20 Δεκ 2019, 7:26 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 20 Δεκ 2019, 7:26 π.μ. ]


Νότια της Ιερουσαλήμ και σε απόσταση 9 χιλιομέτρων περίπου, πάνω σ’ ένα λοφίσκο κατάφυτο από αμπέλια, συκιές και ελιές βρίσκεται η Βηθλεέμ, μια κωμόπολη της Παλαιστίνης. Το όνομά της σημαίνει τόπος άρτων, τόπος γόνιμος.

Εκατόν τριάντα χρόνια μετά την γέννηση του , το Άγιο Σπήλαιο αποτελούσε τόπο προσκυνήματος για τους Χριστιανούς. Ο ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Ανδριανός, θέλοντας να παραδώσει στην λήθη τον τόπο, ανήγειρε ναό αφιερωμένο στον Άδωνη, όπως είχε πράξει και στον Γολγοθά, με την ανέγερση ιερού αφιερωμένου στην Αφροδίτη. Η προσπάθειά του δεν τελεσφόρησε. Η μαρτυρία του Ωριγένη, που επισκέφθηκε την Παλαιστίνη το 213 μ.Χ. δείχνει, ότι ο τόπος ήταν περιφανής και το χριστιανικό προσκύνημα ξακουστό, ακόμα και ανάμεσα στους εθνικούς. Στις αρχές του Δ’ αι. η Αγία Ελένη ανήγειρε χριστιανικό ναό και αφιέρωσε πολύτιμα κειμήλια.

Το οικοδόμημα συμπλήρωσε ο Μ. Κωνσταντίνος και στόλισε με χρυσό, ασήμι και πολύτιμους λίθους τα αναθήματα, κατά την μαρτυρία του Ευσέβιου Καισαρείας. Την μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνει και ο συγγραφέας του οδοιπορικού της Βουρδιγάλης, γράφοντας για την εκκλησία της Βηθλεέμ: «δύο μίλια πέρα του τάφου της Ραχήλ είναι η Βηθλεέμ, όπου γεννήθηκε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός˙ εκεί οικοδομήθηκε εκκλησία κατά διαταγή του Μ. Κωνσταντίνου.

Η εκκλησία διατηρήθηκε για δύο αιώνες. Τον Ε’ αι. ο Ιουστινιανός ανήγειρε μεγαλύτερη και περιφανέστερη εκκλησία. Ήθελε το οικοδόμημα αυτό να είναι το λαμπρότερο απ’ όλα της Παλαιστίνης. Ο αρχιτέκτονας, όμως από σεβασμό στο αρχαίο έθος διατήρησε το αρχικό σχήμα του ναού, εν μέρει. Την επιβεβαίωση της πληροφορίας, ότι ο ναός στην Βηθλεέμ είναι έργο δικό του, λαμβάνουμε από ανώνυμο Αραβικό χρονικό. Μετά τον Ιουστινιανό σπανίζουν οι πληροφορίες για τον ναό αυτό. Η περσική εισβολή του 614 μ.Χ., ενδεχομένως να επέφερε καταστροφή και στην Βηθλεέμ, όμως η στιβαρή κατασκευή δεν επέτρεψε εκτεταμένες βλάβες. Η ζημιά διορθώθηκε εύκολα και επανήλθε στην πρότερη λαμπρή κατάσταση. Οι Αρκούλφος και Βιλιβάρδος περιγράφουν με θαυμασμό τον ναό, τους Ζ’ και Η’ αι. αντίστοιχα, ενώ ο Βερνάρδος την Θ’ εκατονταετηρίδα γράφει: « στην Βηθλεέμ υπάρχει μεγάλη εκκλησία, στο μέσο της οποίας είναι ένα σπήλαιο υπόγειο, του οποίου η είσοδος βρίσκεται προς νότο και η έξοδος προς ανατολάς (ίσως προς βορά)˙ μέσα στο σπήλαιο δυτικά δεικνύεται η Αγία Φάτνη».

Όταν τον ΙΑ’ αι. όλες οι εκκλησίες της Αγίας Γης κατεδαφίσθηκαν από τον Χακίμ ιμπν Αμρ-ιλλάχ μόνο η εκκλησία της Βηθλεέμ σώθηκε. Ο Γάλλος χρονογράφος Ademar έγραψε ότι, όταν οι Σαρακηνοί αποπειράθηκαν να καταστρέψουν τον ναό, φως ως αστραπή έπεσε πάνω τους και θανάτωσε πολλούς. Το 1099 μ.Χ. έφτασαν οι σταυροφόροι στα Ιεροσόλυμα. Βρήκαν την εκκλησία της Βηθλεέμ άθικτη. Ο Γοδεφρείδος απέστειλε τον Ταγκράδο με 100 ιππότες και κατέλαβαν την Βηθλεέμ μέσα σε μια μέρα. Το 1103 μ.Χ. γράφει, ότι όλη η περιοχή είχε ερημώσει και μόνο ο ναός έστεκε ακόμη όρθιος.

Στον επόμενο μισό αιώνα η φθορά είχε επέλθει σε τέτοιο σημείο, ώστε ο αυτοκράτορας των Ρωμαίων κυρ Μανουήλ Κομνηνός με μεγαλοδωρία επισκεύασε αυτόν. Ο Ιωάννης Φωκάς στο σύγγραμμά του για τους Αγίους Τόπους δασώζει, ότι ο Λατίνος επίσκοπος έστησε την μορφή του αυτοκράτορα Μανουήλ στο Θυσιαστήριο του Αγίου Σπηλαίου. Μετά την διάλυση των σταυροφορικών βασιλείων, οι αυτοκράτορες της Κωνσταντινούπολης, διατήρησαν τον ορθόδοξο κλήρο στην Βηθλεέμ, κατευνάζοντες με πλούσια δώρα την εκδικητική μανία των μουσουλμάνων. Έτσι το 1348 ο Καντακουζηνός απέστειλε πρεσβεία στον Σουλτάνο των Μαμελούκων της Αιγύπτου Νασρεντίν Χασάν, υπό τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Λάζαρο, που μεσίτευσε υπέρ του Ναού της Αναστάσεως και των άλλων προσκυνημάτων.

Το 1435 μ.Χ. ο βασιλιάς της Τραπεζούντας Αλέξιος Κομνηνός ανακαίνισε την μολυβδοσκέπαστη στέγη του ναού. Το 1561 ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Σοφρώνιος έκτισε τις τέσσερις κάμαρες που βρίσκονται σε αμφότερα τα μέρη του Αγίου Σπηλαίου. Η στέγη του ναού έχρηζε ήδη εκ νέου επισκευή επί πατριαρχίας του Παϊσίου, αλλά αυτός δεν κατόρθωσε να φέρει εις πέρας το έργο, λόγω έλλειψης χρημάτων. Ο διάδοχός του Νεκτάριος έπεισε κάποιον επιφανή Μανωλάκη Καστοριανό να συνδράμει στις εργασίες και ξεκίνησε την διαδικασία της έκδοσης της σχετικής άδειας από την Πύλη.

Οι εργασίες εκίνησαν τελικά από τον Πατριάρχη Δοσίθεο. Ο προαναφερθείς Μανωλάκης Καστοριανός συγκέντρωσε την απαραίτητη ξυλεία στην Ιόππη. Από εκεί με άμαξες κατευθύνθηκαν στα Ιεροσόλυμα. Αλλά στην κοιλάδα του χείμαρρου Σαλάμ, βόρεια από τους Εμμαούς, ο δρόμος ήταν δύσβατος και οι άμαξες δεν μπορούσαν να διέλθουν. Εξήλθαν λοιπό οι Ορθόδοξοι από τις πόλεις Ρεμπλί, Ραμμάλα και Λύδδα καθώς και από Ιερουσαλήμ και με την δική τους προσωπική εργασία διάνοιξαν την οδό προς Ιερουσαλήμ. Έτσι η μεταφορά διήρκεσε από Αύγουστο ως Δεκέμβριο.

Τον Σεπτέμβριο του 1672 ξεκίνησαν η επισκευή που συμπεριελάμβανε την ανακαίνιση της στέγης, συτνήρηση στους τοίχους, διάνοιξη θυρών κεκλεισμένων και παραθύρων κι αντίστοιχη τοποθέτηση, μαρμαρόστρωση και ασβέστωμα. Για την κάλυψη της στέγης με μόλυβδο αναχωνεύθηκε ο ήδη υπάρχων και συμπληρώθηκε όσο έλειπε. Τα εγκαίνια έγιναν τον Ιούλιο του ίδιου (εκκλησιαστικού) έτους από την σύνοδο που απήλλαξε τον Κύριλλο Λούκαρη από τις κατηγορίες των Ιησουιτών.

Άλλες μικρότερες επισκευές έγιναν το 1689 μ.Χ. με την άδεια του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Β’ και το 1775 μ.Χ. επί πατριαρχίας Αβραμίου. Το 1842 μ.Χ. έγινε άλλη μια μεγάλη ανακαίνιση του οικοδομήματος επί Αθανασίου του Γ’. Η στέγη αντικαταστάθηκε και μολυβδοσκεπάστηκε. Το έδαφος του Καθολικού στρώθηκε με μάρμαρα, ενώ έξω στις κολώνες στρώθηκε με ντόπια πέτρα. Όλοι οι τοίχοι, των οποίων το μωσαϊκό κατέπεσε από την πολυκαιρία, καλύφθηκαν με μαρμαρόσκονη. Αυτή ήταν και η τελευταία μεγάλη ανακαίνιση του ναού.

Ο θρήνος του Αδάμ

αναρτήθηκε στις 11 Δεκ 2019, 7:25 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 11 Δεκ 2019, 7:25 π.μ. ]






«Σε ποθώ, Κύριε, και Σ᾽ αναζητώ με δάκρυα. Πως να μη Σε ζητώ; Εσύ μου έδωσες να Σε γνωρίσω με το Άγιο Πνεύμα, κι αυτή η θεία γνώση τραβά αδιάκοπα την ψυχή μου κοντά Σου».

Θρηνεί ο Αδάμ:
«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου.
Δεν με τραβούν των βουνών τα ψηλώματα.
Δεν μ᾽ αναπαύει η ομορφιά των δασών και των λειβαδιών.
Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου των πουλιών το κελάδημα.
Τίποτε, τίποτε δεν μου δίνει τώρα χαρά,
Η ψυχή μου ράγισε από την πολύ στενοχώρια.
Τον αγαπημένο Θεό μου επρόσβαλα.

Κι αν με ξανάπαιρνε στον παράδεισο ο Κύριος και εκεί θα
θρηνούσα λυπητερά, πονεμένα.
Γιατί πίκρανα τον αγαπημένο μου Θεό».
Διωγμένος από τον Παράδεισο ο ανάβλυζε πηγές από δάκρυα από την πληγωμένη του καρδιά.

Το ίδιο κάθε ψυχή που γνώρισε τον Κύριο θρηνεί γι᾽ Αυτόν και λέει:
«Που είσαι, Κύριε;
Γιατί κρύβεις το πρόσωπό Σου;
Πολύν καιρό τώρα δεν βλέπει το Φως Σου η ψυχή μου και
Σ᾽ αποζητά θλιμμένη.

Που είναι ο Κύριός μου;
Γιατί δεν Τον βλέπω στην ψυχή μου;
Τι Τον εμποδίζει να κατοικεί εντός μου;
Δεν υπάρχει μέσα μου, λοιπόν, η ταπείνωση του Χριστού και η αγάπη για τους εχθρούς.
Γιατί ο Θεός είναι αγάπη, άπειρη και ανερμήνευτη».

Θυμιάζοντας στο σπίτι

αναρτήθηκε στις 7 Δεκ 2019, 7:04 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 7 Δεκ 2019, 7:04 π.μ. ]

Όταν ξυπνήσουμε το πρωί και αφού έχουν φύγει τα πρόσωπα εκείνα που πιθανόν να τους ενοχλεί το λιβάνι για να μη τους δώσουμε αφορμή να αγανακτήσουν και να νευριάσουν και έτσι να χάσουμε την ήρεμη ψυχική κατάσταση που χρειάζεται για να .

Ετοιμαζόμαστε λοιπόν και προτού πιούμε τον καφέ μας ή φάμε οτιδήποτε άλλο για πρωινό παίρνουμε το λιβανιστήρι.

Πρώτα λέμε την εξής προσευχή: Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου· έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή, εισάκουσόν με, Κύριε.

Θυμίαμά σοι προσφέρομεν, Χριστέ ο Θεός ημών, εις οσμήν ευωδίας πνευματικής· ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν σου Θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου σου Πνεύματος.

Παίρνουμε άνθη από επιτάφιο ή άνθη από την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως που μας δίνει ο ιερέας δενδρολίβανο ή από την Ύψωση του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου τον βασιλικό ή και των Βαΐων τα βάγια τα ξεραίνουμε καλά, όχι στον ήλιο για μερικές ημέρες.

Αφού λοιπόν ξεραθούν καλά, τα τρίβουμε να γίνουν μικρά κομματάκια σαν τα όσπρια. Τα φυλάμε για όλο το χρόνο μέσα σε γυάλινο ή χάρτινο κουτί. Παίρνουμε το λιβανιστήρι και ντύνουμε με αλουμινόχαρτο το σκαφάκι του, καθώς επίσης και το επάνω μέρος του λιβανιστηριού. Αυτό το κάνουμε για να μην τρίβουμε και να καθαρίζουμε το λιβανιστήρι που μετά από λίγο καιρό θα μαυρίσει και θα κολλάει. Κερδίζουμε έτσι κόπο και χρόνο.

Έτσι με αυτό τον τρόπο διατηρούμε το λιβανιστήρι μας καθαρό αφαιρώντας μόνο το αλουμινόχαρτο και βάζοντας καινούργιο μετά από λίγο διάστημα. Αφού λοιπόν ετοιμάσαμε έτσι το λιβανιστήρι μας και έχουμε έτοιμα τα αποξηραμένα άνθη παίρνουμε με την τσιμπίδα μας μερικά και τα βάζουμε στο λιβανιστήρι. Κατόπιν ανάβουμε το καρβουνάκι μας φυσώντας το συνέχεια μέχρις ότου κοκκινίσει καλά, και το βάζουμε αναμμένο επάνω στα άνθη του λιβανιστηριού.

Έπειτα παίρνουμε ένα σπυρί μοσχολίβανο εάν είναι μεγάλο ή τρία εάν τα σπυριά είναι μικρά. Βάζοντας τα επάνω στο αναμμένο καρβουνάκι το ένα σπυρί να λέμε ένας είναι ο . Εάν βάλουμε 2 να λέμε δύο είναι οι φύσεις του Χριστού Θεός και άνθρωπος (Θεάνθρωπος) Ένας Θεός. Εάν βάλουμε τα τρία μικρά να λέμε Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα. Τρία πρόσωπα ένας Θεός. Αρχίζουμε λοιπόν να λιβανίζουμε πρώτα το εικονοστάσι με τις εικόνες και να λέμε στο Χριστό.

Κύριε ελέησον και ευλόγησαν τον οίκο τούτον ως αγαθός και ελεήμων Θεός. Μετά στην Παναγία και να λέμε Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς και προστάτεψε τους δούλους του υιού σου. Μετά τους Αγίους και να λέμε. Άγιοι του Θεού πρεσβεύσατε υπέρ ημών. Δόξα σοι ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού δόξα σοι.

Αφού τελειώσουμε με το εικονοστάσι και τις εικόνες πηγαίνουμε σε κάθε ένα δωμάτιο και επάνω από το κρεβάτι του κάθε ατόμου να σταυρώνουμε τρεις φορές με το λιβανιστήρι λέγοντας.

Κύριε ελέησον και ευλόγησαν τον δούλον σου (τάδε ….. ) ως αγαθός και ελεήμων Θεός. Επαναλαμβάνουμε τρεις φορές. Τελειώνοντας τα δωμάτια βγαίνουμε στην εξώπορτα, και σταυρώνουμε τρεις φορές με το λιβανιστήρι λέγοντας τρεις φορές.

Κύριε αποδίωξαν κάθε εχθρό ορατών και αόρατων και πολέμιων εκ του οίκου τούτου ως αγαθός και ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός.

Τέλος βγαίνοντας στην μπαλκονόπορτα για να αφήσουμε το λιβανιστήρι λέμε και εκεί σταυρώνοντας τρεις φορές με το λιβανιστήρι και λέγοντας τρεις φορές το Κύριε αποδίωξαν κάθε εχθρό και πολέμιον εκ του οίκου τούτου ως αγαθός και ελεήμων και φιλάνθρωπος Θεός.

Μετά το λιβάνισμα του σπιτιού μας κάνουμε την προσευχή μας προσευχόμενοι μπροστά στο εικονοστάσι με τις εικόνες, ανάβοντας τρία καθαρά κεριά ή δύο ή ένα. Τα τρία είναι τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος τα δύο οι δύο φύσεις του Χριστού Θεού και ανθρώπου Θεάνθρωπος και το ένα δηλώνει τον ένα Αληθινό Θεό.

Μόλις τελειώσουμε την προσευχή μας τα σβήνουμε τα κεριά. Την στάκτη από το λιβανιστήρι την άλλη μέρα την βάζουμε σε μια χαρτοπετσέτα και την ρίχνουμε σε ένα τενεκέ και όταν μαζευτούν πολλά τα καίμε, και την στάκτη από τον τενεκέ την θάβουμε στον κήπο μας ή εάν δεν έχουμε κήπο όταν βρεθούμε στο ύπαιθρο. Λιβανίζουμε έτσι κάθε πρωί (αλλά και οποιαδήποτε ώρα μέρα ή νύχτα μπορούμε να λιβανίζουμε) ούτως ώστε να μας έχει φυλαγμένους όλη μέρα ο Θεός η Παναγιά μας και οι Άγιοί μας.

Θα είμαι δίπλα σου να σε σηκώνω μέχρι να μπορέσεις να σηκώνεσαι μόνος σου

αναρτήθηκε στις 9 Νοε 2019, 9:17 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Νοε 2019, 9:18 π.μ. ]



Κάποτε ήταν ο γιος ενός πολύ πλούσιου ανθρώπου στο κολλέγιο και κόντευε να τελειώσει. Ο του, του είχε υποσχεθεί πως όταν έφτανε στην αποφοίτηση θα του έπαιρνε σαν δώρο ό,τι εκείνος ήθελε.

Πράγματι, ο γιος, που δεν είχε στερηθεί ποτέ τίποτα, έφτασε στην αποφοίτηση και ζήτησε ένα ολοκαίνουριο και πανάκριβο αυτοκίνητο.

Το επόμενο πρωί ο πατέρας τον κάλεσε στο γραφείο του για να του δώσει το δώρο του. Προς μεγάλη έκπληξη του γιου, ο πατέρας του, του έδωσε ένα μικρό τυλιγμένο πακέτο. Ανοίγοντας το περιτύλιγμα, ο γιος αντίκρυσε ένα πανέμορφο δερματόδετο σημειωματάριο μαζί με μια υπέροχη χειροποίητη πένα. Δεν φάνηκε όμως να ενθουσιάζεται… εξοργίστηκε τόσο πολύ που πέταξε με δύναμη το δώρο του πατέρα του στο πάτωμα και έφυγε, χτυπώντας την πόρτα πίσω του και φωνάζοντας: «Κράτα το σημειωματάριο εσύ, θα πάρω το αυτοκίνητο μόνος μου, δεν σε έχω ανάγκη παλιοτσιγγούνη»!

Ο θυμός του γιου ήταν τόσο έντονος που έφυγε από το σπίτι και έκανε χρόνια να δει τον πατέρα του. Έπιασε μια καλή δουλειά μετά τις σπουδές του, βγάζοντας πολλά χρήματα και πήρε μόνος του το αμάξι που ήθελε. Μεγαλώνοντας όμως κάτι άλλαζε μέσα του και μετάνιωνε για την πράξη του. Σκεφτόταν, λοιπόν, να βρει ξανά τον πατέρα του και να του ζητήσει συγγνώμη. Δυστυχώς, όμως, πριν προλάβει να το κάνει, ο πατέρας του πέθανε.

Βαθιά θλιμμένος, γύρισε στο πατρικό του σπίτι για την κηδεία και αποφάσισε να μείνει εκεί το βράδυ. Καθώς οι σκέψεις και οι μνήμες περνούσαν από το μυαλό του, ψαχούλευε τα προσωπικά αντικείμενα του πατέρα του με ένα στενάχωρο χαμόγελο στα χείλη του. Κοιτάζοντας φωτογραφίες και διάφορα πράγματα του παρελθόντος, έπεσε πάνω σε εκείνο το σημειωματάριο που του είχε χαρίσει ο πατέρας του. Το άνοιξε, λοιπόν, και με μεγάλη του έκπληξη, έπεσαν ένα ζευγάρι κλειδιά από τις σελίδες του. Στη σελίδα που ήταν τα κλειδιά, ο πατέρας του είχε γράψει:

«Σου αγόρασα το αυτοκίνητο που ήθελες, αλλά το πραγματικό δώρο μου είναι αυτό το σημειωματάριο. Όπως βλέπεις, οι σελίδες του είναι κενές και η πένα αχρησιμοποίητη. Αυτό συμβαίνει γιατί σε περιμένουν να γράψεις εσύ ο ίδιος την ιστορία της ζωής σου. Μην στηρίζεσαι σε κανενός τις δυνάμεις πέρα από τις δικιές σου. Θα πέσεις πολλές φορές στη ζωή σου. Δεν θα το αποτρέψω αυτό. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να είμαι δίπλα σου να σε σηκώσω μέχρι να μπορέσεις να σηκώνεσαι μόνος σου, όπως όταν ήσουν μικρός. Σε αγαπώ πολύ… ο πατέρας σου».

Η αληθινή μετάνοια προσελκύει το έλεος του Θεού

αναρτήθηκε στις 2 Νοε 2019, 8:04 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 2 Νοε 2019, 8:05 π.μ. ]


«Ελέησον ημάς τους πταίοντάς σοι πολλά καθ’ εκάστην ώραν, ω μου, και δος προ τέλους τρόπους του μετανοείν σοι».

Και αυτόν τον Αναβαθμό τον δανείζεται ο μελωδός από τον ίδιο Αναβαθμό του Δαβίδ, από τον οποίο δανείστηκε και τον προηγούμενο. Διότι λέγεται σε εκείνον από μέρους των Εβραίων: «ελέησον ημάς, Κύριε, ελέησον ημάς, ότι επί πολύ επλήσθημεν εξουδενώσεως» (Ψαλμ. 122,3). Η επανάληψη δε του «ελέησον», δείχνει κατά τον Θεοδώρητο, την θερμότητα της ψυχής των Εβραίων και γι` αυτό λοιπόν παρακαλούν, ώστε να ελεηθούν μια ώρα νωρίτερα.Πρόσεξε δε, πως μόνο από το έλεος του Θεού παρακαλούν να σωθούν από τη σκλαβιά τους και όχι από τα έργα τους. Διότι τα έργα των ανθρώπων, αυτά καθ` εαυτά, δεν είναι άξια για τη σωτηρία, επειδή παρουσιάζουν άπειρες ελλείψεις.

Μιμούμενος λοιπόν τους Ιουδαίους, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ο μελωδός των Αναβαθμών, απευθύνει αυτόν τον Αναβαθμό προς τον Χριστό και λέει: «Ω φιλανθρωπότατε, Ιησού Χριστέ μου». Πρόσθεσε δε τη λέξη «μου», για να φανερώσει την ξεχωριστή οικειότητα που είχε με τον Χριστό, όπως είπε και ο Γρηγόριος ο Θεολόγος στα Φώτα: «Πάλι ο Ιησούς ο δικός μου». Λέγει, λοιπόν στον Αναβαθμό, «εσύ Χριστέ μου, ελέησέ μας, εμάς, που κάθε ώρα αμαρτάνουμε πολύ σε σένα», δηλαδή με υπερβολικά και μεγάλα αμαρτήματα. Ή το «πολλά» μπορεί να έχει τη σημασία κατά πολλούς τρόπους.

Δηλαδή αμαρτάνουμε σε σένα και με λόγια και με έργα. Αμαρτάνουμε σε σένα και με τη θέληση και χωρίς τη θέλησή μας και γνωρίζοντας ότι είναι αμαρτία και μη γνωρίζοντας ότι είναι αμαρτία. Αμαρτάνουμε σε σένα και σχεδιάζοντας και μελετώντας την αμαρτία, αλλά και αιφνιδιαζόμενοι από αυτήν. Αμαρτάνουμε καθ` υπερβολή κάθε ώρα, για να μην πω κάθε στιγμή, με τους λογισμούς και τις ενθυμήσεις. Πάνω σ` αυτό είπε ο μέγας Βασίλειος: «Εμείς οι άνθρωποι είμαστε εύκολοι στη διάπραξη των αμαρτημάτων, αυτών που γεννιούνται στο μυαλό μας. Διότι, οι μεν πράξεις του σώματος, για να γίνουν, χρειάζονται χρόνο και κατάλληλη ευκαιρία και κόπο και συνεργούς και κάθε άλλη βοήθεια, οι δε κινήσεις του νου γίνονται σε οποιαδήποτε στιγμή, ανεξάρτητα από το χρόνο. Επίσης επιτελούνται χωρίς κόπο, παίρνουν τη μορφή της αμαρτίας, χωρίς να έχουν ανάγκη από υλικά πράγματα και κάθε στιγμή είναι διαθέσιμη, για να διαπράττονται» (Λόγος, πρόσεχε σεαυτώ).

Το δανείστηκε δε αυτό ο μελωδός από τον Αδελφόθεο Ιάκωβο, ο οποίος λέει: «πολλὰ γὰρ πταίομεν ἅπαντες» (Ιακ. 3,2), ο δε Σολομών είπε: «τίς καυχήσεται ἁγνὴν ἔχειν τὴν καρδίαν; ἢ τίς παῤῥησιάσεται καθαρὸς εἶναι ἀπὸ ἁμαρτιῶν;» (Παρ. 20,9). Και πάλι: «οὐκ ἔστιν ἄνθρωπος, ὃς οὐχ ἁμαρτήσεται» (Γ΄Βασ. 8, 46). Και ο αγαπημένος Ιωάννης λέει: «ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν» ( Α΄Ιωάν. 1,8).

Επειδή λέγει λοιπόν, πως κάθε μέρα εμείς είμαστε φταίχτες απέναντί σου Κύριε, γι` αυτό εσύ μην θυμώσεις μαζί μας ούτε να προσέξεις τις αμαρτίες μας, διότι δεν μπορούμε να αντέξουμε την οργή σου: «ἐὰν ἀνομίας παρατηρήσῃς, Κύριε Κύριε, τίς ὑποστήσεται;» (Ψαλμ. 129,3). Βέβαια κανένας. Γι` αυτό κάνε πως δεν βλέπεις τις αμαρτίες μας και ελέησέ μας, καθώς είσαι ελεήμων και πολυέλαιος. Διότι εσύ μόνος σου ονόμασες έτσι τον εαυτό σου: «ἐλεήμων γάρ εἰμι» (Έξ. 22, 27). Και καθώς είναι άπειρη η μεγαλοσύνη σου, έτσι είναι άπειρο το έλεός σου, όπως είπε ο Σειράχ: «ὡς γὰρ ἡ μεγαλωσύνη αὐτοῦ, οὕτως καὶ τὸ ἔλεος αὐτοῦ» (Σειρ. 2, 18).

Στη συνέχεια είπε ο μελωδός ότι αμαρτάνουμε στο Θεό. Διότι, όποιος αμαρτάνει, αμαρτάνει στο νομοθέτη Θεό, επειδή παραβαίνει τους νόμους του, όπως ερμηνεύει ο Ζηγαβινός. Αυτό, το ότι αμαρτάνουμε στο Θεό, μπορεί να ερμηνευτεί και αλλιώς, δηλαδή, ότι ακόμη και αν κάποιος αμαρτήσει κρυφά και δεν τον βλέπει κανένας, αμαρτάνει όμως στο Θεό, διότι ο Θεός τον βλέπει και δεν μπορεί να κρυφτεί. Έτσι, όταν ο Δαβίδ μοίχευσε κρυφά την Βηρσαβεέ, έλεγε εξομολογούμενος προς τον Θεό: «Σοὶ μόνῳ ἥμαρτον» (Ψαλμ. 50,6), το οποίο, ερμηνεύοντας ο Θεοδώρητος, είπε: «το Σοι μόνω ήμαρτον, γίνεται κατανοητό, σαν να ήθελε να πει, σε σένα μόνο έγινε φανερό το αμάρτημά μου. Και μπορεί να κρύφτηκε από όλα τα μάτια του κόσμου, δεν ξέφυγε όμως από τα μάτια του Θεού, αλλά ελέγχθηκε διά του προφήτου Νάθαν».

Παρακάτω παρακαλεί ο μελωδός τον Κύριο, ώστε να δώσει στους αμαρτωλούς τρόπους για να . Ποιοι είναι δε αυτοί οι τρόποι, τους οποίους δίνει ο Θεός στους αμαρτωλούς, για να μετανοήσουν; Άκουσε. Τρόπος μετανοίας είναι το να γνωρίσει ο άνθρωπος την αμαρτία που έκανε και να ταπεινωθεί γι` αυτήν και να συντριβεί και απλώς, να μετανοήσει. Διότι, χωρίς να συναισθανθεί ο άνθρωπος πόσο κακό είναι η αμαρτία, δεν μπορεί να μετανοήσει γι` αυτήν. Τρόπος μετανοίας είναι ο εσωτερικός έλεγχος της συνειδήσεως, ο οποίος βάλθηκε από το Θεό στον άνθρωπο, σαν ένας παντοδύναμος δήμιος και αδέκαστος κριτής, για να βασανίζει ασταμάτητα τον αμαρτωλό και να τον παρακινεί σε μετάνοια.

Τρόποι μετανοίας είναι οι εξωτερικοί έλεγχοι, που κάνουν οι άνθρωποι προς τους αμαρτωλούς, παρακινώντας τους να μετανοήσουν. Τέτοιοι είναι οι Πατριάρχες, οι Αρχιερείς, οι ιερείς, οι οποίοι είναι πνευματικοί και διδάσκαλοι, διορισμένοι από τον Θεό, στο να παρακινούν τους αμαρτωλούς στη μετάνοια. Παρόμοιοι ήταν παλιά και οι προφήτες, οι οποίοι μιλούσαν με το στόμα του Θεού, ξεχωριστά δε, ο προφήτης Νάθαν, ο οποίος έλεγξε τον προφήτη Δαβίδ και τον παρακίνησε να μετανοήσει από τις δυο μεγάλες αμαρτίες που έκανε, τη μοιχεία και το φόνο. Αν βέβαια φωτίσει κάποιον ο Θεός και αναχωρήσει από τον κόσμο και πάει σε μοναστήρι και γίνει μοναχός, αυτός είναι ο καλύτερος απ` όλους τους τρόπους, για να μετανοήσει κανείς, καθότι η μοναχική ζωή είναι ζωή μετανοίας.

Και για να μιλήσω γενικά, τρόποι μετανοίας είναι όλες οι συμφορές, όλες οι δυστυχίες και όλες οι θλίψεις και οι ασθένειες, τις οποίες παραχωρεί ο Θεός και έρχονται στους ανθρώπους. Διότι μέσω αυτών έρχονται οι αμαρτωλοί σε συναίσθηση των αμαρτιών τους και μετανοούν. Έτσι ο Ιωνάς, διά μέσου της φουρτούνας της θάλασσας γνώρισε την αμαρτία της παρακοής που έκανε και αφού μετανόησε, είπε στους ναύτες να τον ρίξουν στη θάλασσα. Με τον ίδιο τρόπο οι Νινευίτες, όταν άκουσαν πως πρόκειται να καταστραφεί η πόλη τους, κατάλαβαν τις αμαρτίες τους και μετανόησαν. Έτσι το βλέπουμε εμείς από την πείρα μας. Όταν γίνεται σεισμός, αμέσως όλοι φοβόμαστε, αμέσως όλοι πενθούμε και γρήγορα επιστρέφουμε από τις κακίες μας.

Παρακαλεί δε ο μελωδός να μας δοθούν από τον Θεό οι τρόποι μετανοίας πριν από το θάνατό μας, επειδή μετά τον θάνατο δεν ωφελεί πλέον η μετάνοια και η εξομολόγηση, όπως λέει και ο Δαβίδ: «ἐν δὲ τῷ ᾅδῃ τίς ἐξομολογήσεταί σοι;» (Ψαλμ. 6,6), εννοείται, κανείς. Διότι ο μεν παρόν βίος είναι βίος αγώνος και μετανοίας, ο δε μέλλων των αιωνίων ανταποδόσεων. Πάρα πολύ ωραία είναι και τα λόγια του Γρηγορίου του Θεολόγου, ο οποίος λέει τα εξής: «Είναι παράδοξο πράγμα, να έχει τελειώσει η πανήγυρη και τότε να θέλεις να κάνεις διαπραγματεύσεις. Είναι παράδοξο πράγμα, να παρέρχεται και να τελειώνει το μάννα και συ τότε να επιθυμείς σφοδρά την τροφή. Είναι παράδοξο, να σκέφτεσαι με υστεροβουλία και ταυτόχρονα να αντιλαμβάνεσαι τη ζημιά, όταν πλέον δεν θα υπάρχει λύση γι` αυτήν, δηλαδή μετά το πέρασμα στην άλλη ζωή και τον πικρό περιορισμό, που θα υποστεί ο καθένας, ανάλογα με το πώς έζησε. Και την κόλαση των αμαρτωλών και την λαμπρότητα αυτών οι οποίοι φρόντισαν να καθαρίσουν την καρδιά τους» (Λόγος εις το Βάπτισμα). Επίσης, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είπε: «Όλη η επίγεια ζωή είναι αγώνας και πάλη» (Λόγος β΄εις το Πάσχα). Και πάλι, ο ίδιος: «Η παρούσα ζωή είναι καιρός πένθους και θλίψεως, γύμνασης και ελέγχου του εαυτού μας, αγώνων και ιδρώτων και εσύ γελάς;» (Λόγος εις την προς Εβραίους).

Τι είναι δε μετάνοια; Άκου πώς δίνει τον ορισμό της ο θείος Χρυσόστομος: «Μετάνοια είναι το να μην ξανακάνεις ποτέ τα ίδια μ` αυτά που έκανες. Διότι αυτός που ξανακάνει τα ίδια μοιάζει με σκυλί, το οποίο επιστρέφει στον εμετό του. Πρέπει λοιπόν να απομακρυνόμαστε και στην πράξη και στη σκέψη από αυτά που αμαρτήσαμε και, αφού απομακρυνθούμε, να βάλουμε και φάρμακα επάνω στα τραύματα, τέτοια που αντιστέκονται στις αμαρτίες. Δηλαδή, τι εννοώ; Αν άρπαξες και ενήργησες με πλεονεξία, απομακρύνσου από την αρπακτική διάθεση και τοποθέτησε επάνω στο τραύμα ως φάρμακο την ελεημοσύνη. Αν πόρνευσες, φύγε μακριά από την πορνεία και τοποθέτησε ως φάρμακο επάνω στην πληγή την αγνότητα. Και για κάθε ένα από τα παραπτώματά μας, ας κάνουμε το ίδιο» (Ομιλ. λε΄εις το κατά Ιωάννην). Το ότι πρέπει δε να μετανοούμε και μια ώρα νωρίτερα, ο ίδιος ο άγιος Χρυσόστομος μας παραγγέλνει λέγοντας: «Είσαι γέροντας και κοντεύεις προς την τελευταία έξοδο της ζωής σου; Μην νομίζεις πως και σ` αυτήν την κατάσταση δεν έχεις δικαίωμα στη μετάνοια` και μην έρθεις σε απόγνωση για τη σωτηρία σου. Είσαι νέος; Μην ξεθαρρεύεις εξαιτίας της νιότης σου ούτε να νομίζεις πως έχεις αρκετό χρόνο προθεσμίας στη ζωή σου . Διότι η ημέρα του Κυρίου έρχεται όπως ο κλέφτης μέσα στη νύχτα. Γι` αυτό μας κρατάει κρυφή την ημέρα του θανάτου ο Θεός, για να δείξουμε φανερά και ξεκάθαρα τη βιάση και την προθυμία στην μετάνοια. Δεν βλέπεις που κάθε μέρα μικροί στην ηλικία αρπάζονται από τον θάνατο Γι` αυτό μας προτρέπει κάποιος, λέγοντας: «Μη ανάμεναι επιστρέψαι προς Κύριον, μηδέ αναβάλλου ημέρας, μή ποτε, ως μέλλεις εκτριβής» (Σειράχ).

Ο γέροντας ας έχει εκείνη την προτροπή στο νου και στην καρδιά του, ο νέος ας έχει αυτήν την νουθεσία. Αλλά τι θα συμβεί, αν μέσα σε κλίμα ασφαλές και πλουτίζεις και υπερηφανεύεσαι για τα χρήματα και δεν σου συμβαίνει κανένα κακό; Άκουσε τι λέγει ο άγιος Χρυσόστομος: «Όταν μιλάνε για ειρήνη και ασφάλεια, τότε παρουσιάζεται σ` αυτούς αιφνίδιος ο όλεθρος και γίνεται μεγάλη ανατροπή στα πράγματα. Είμαστε κύριοι του θανάτου; Όχι. Ας γίνουμε κύριοι της αρετής» (Λόγ. Προς τους ζητούντας τίνος ένεκεν ουκ εκ μέσου γέγονεν ο διάβολος). Λέει δε πάλι ο ίδιος ότι: «Πολλοί είναι οι τρόποι και οι οδοί της μετανοίας, όπως η περιφρόνηση της αμαρτίας, το να μην κρατάς το κακό που σου έκαναν οι εχθροί σου, το να μην κρατάς την οργή σου, το να συγχωρείς τα αμαρτήματα των ευρισκομένων μαζί σου στην εργασία και στη ζωή, η θερμή και ακριβής προσευχή, η ελεημοσύνη και η ταπεινοφροσύνη». Φοβερά δε είναι και τα λόγια που γράφει ο Ιωσήφ ο Βρυέννιος: «Υπάρχουν τέσσερα πράγματα, από τα οποία και ένα μόνο αν έχει ο άνθρωπος, δεν μπορεί ούτε να μετανοήσει ούτε την προσευχή του δέχεται ο Θεός: Αν υπερηφανεύεται, εάν δεν έχει αγάπη, εάν κρίνει κάποιον που αμαρτάνει και εάν μνησικακεί εναντίον κάποιου» (Λόγ. Θ΄ περί Τριάδος).

Αλλά και συ, αδελφέ, που διαβάζεις αυτά, όταν έρθουν και σε σένα περιστάσεις και κίνδυνοι και ανάγκες, μη λυπηθείς ούτε να γογγύσεις. Αλλά δέξου τα ως θεία δώρα με ευχαριστία. Διότι αυτοί είναι οι τρόποι, τους οποίους σου έστειλε ο Θεός, για να μετανοήσεις. Όλα αυτά είναι το έλεος, που ζητάς κάθε μέρα για να σου το δώσει ο Θεός, φωνάζοντας άλλοτε μεν μαζί με όλη την εκκλησία «Κύριε ελέησον», άλλοτε δε με τον Δαβίδ «ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι» (Ψαλμ.6,2) και τώρα μεν με τον Ησαΐα : «Κύριε, ἐλέησον ἡμᾶς, ἐπὶ σοὶ γὰρ πεποίθαμεν» (Ης. 33,2), τώρα δε με τον Σειράχ: «Ἐλέησον ἡμᾶς, δέσποτα ὁ Θεὸς» (Σειρ. 36,1). Όταν λοιπόν σου σταλεί το τοιούτου είδους έλεος από τον Κύριο, μην το αποστραφείς. Ξέρεις άραγε τι θέλει να πει ο λόγος, τον οποίον προφέρεις και λες «ελέησόν με Κύριε;». Όπως ο επαίτης και ο ζητιάνος, που έρχεται στην πόρτα του σπιτιού σου και στέκεται σε στάση ελεεινή, με καρδιά λυπημένη και μάτια που τρέχουν δάκρυα και φωνή ανακατεμένη με κλάμα και σου φωνάζει «κάνε έλεος σε μένα αφέντη μου, ελέησέ με τον ταλαίπωρο» και εσύ βλέποντάς τον τόσο ταπεινωμένο, λυπημένο και ελεεινό, του δίνεις ελεημοσύνη, έτσι και συ, αδελφέ, αν θέλεις να κάνει και σε σένα έλεος ο Θεός, μη λες μόνο το Κύριε ελέησον, αλλά μαζί μ` αυτό να έρχεσαι στην μετάνοια. Κάνε αποχή από το κακό, έχε καρδιά λυπημένη και συντετριμμένη λόγω της αμαρτωλότητάς σου. Δείξε στάση ανθρώπου, που ζητά έλεος και του αξίζουν δάκρυα και οπωσδήποτε θα πάρεις το θείο έλεος. Διότι δεν θα το πάρεις κατά άλλον τρόπο. Γι` αυτό, ο θείος Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το «ἐλέησόν με, Κύριε, ὅτι ἀσθενής εἰμι», λέει: «Αυτός που έκανε κάτι άξιο του ελέους, θα πει ελέησόν με, αυτός δε που έθεσε από μόνος του τον εαυτό του έξω από την προσπάθεια να λάβει αυτήν τη συγγνώμη, εις μάτην θα πει το ελέησόν με. Διότι, αν επρόκειτο να δίδεται το έλεος του Θεού σε όλους τους ανθρώπους, κανένας δεν θα κολαζόταν. Άρα, το έλεος του Θεού απαιτεί κάποια κριτήρια, και αναζητά τον άξιο και τον κατάλληλο, ώστε να το απολαύσουν».

Είπε δε και ο Μέγας Βασίλειος ότι η διάθεση του ανθρώπου είναι το μέτρο του ελέους του Θεού. Και όσο αυτή η διάθεση είναι χωρητική, τόσο δίνεται και το έλεος του Θεού. Ερμηνεύοντας έτσι το «γένοιτο, Κύριε, τὸ ἔλεός σου ἐφ᾿ ἡμᾶς, καθάπερ ἠλπίσαμεν ἐπὶ σε» (Ψαλμ. 32,22), λέγει: «Βλέπεις με πόση ακρίβεια και επιμέλεια προσευχήθηκε; Την δική του διάθεση έθεσε ως μέτρο ο ψαλμωδός, για να δεχτεί τις ευλογίες της χάρης του Θεού. Τόσο, λέει, ας έρθει το έλεός σου Κύριε σε μας, όσο εμείς καταβάλαμε κόπο, για να εναποθέσουμε τις ελπίδες μας σε σένα». Είναι δε γλαφυρή και η ερμηνεία που δίνει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ο επίσκοπος Δυρραχίου (κεφ. ια΄ της ερμηνείας της ιεράς Λειτουργίας, περί του Κύριε ελέησον), όπου λέει: «Επιπλέον δε, η αίτηση την οποία κάνουν, τους παρουσιάζει και ως ευχαριστούντας και ως εξομολογουμένους προς τον Θεό. Διότι, τι ζητάνε; Να ελεηθούν. Δηλαδή, λέγοντας το Κύριε ελέησον, ξέρουν πως το ζητάνε σαν να είναι κατάδικοι, οι οποίοι, όταν εξαντλήσουν στο δικαστήριο κάθε μορφή απολογίας και δεν έχουν πλέον να πουν άλλη δικαιολογία, αφήνουν τελευταία να φωνάξουν προς τον δικαστή αυτήν την παράκληση, όχι επειδή νομίζουν πως έχουν δίκαιο, αλλά επειδή ελπίζουν στη δική του φιλανθρωπία, περιμένοντας να πετύχουν να πάρουν αυτά για τα οποία τον παρακαλούν. Αυτό δε δείχνει ότι ομολογούν, για τον μεν δικαστή πως έχει πολλή αγαθότητα, για τους εαυτούς δε, πως έχουν πονηρία. Από αυτά τα δυο, το πρώτο είναι αιτία για εξομολόγηση και το δεύτερο για ευχαριστία».

Με μια κουβέντα λοιπόν, αν εσύ αδελφέ, δεν ελεήσεις πρώτα τον εαυτό σου, δεν πρόκειται να ελεηθείς από τον Θεό, όπως είπε ο Ησύχιος: «Αυτός που δεν ελεεί τον εαυτό του, πώς μπορεί να ελεηθεί από τον Κριτή;». Λοιπόν, ουδέποτε μπορεί. Ταιριάζει σ` αυτό και εκείνο που είπε ο μέγας Αντώνιος. Όταν κάποιος του είπε, ελέησέ με, πάτερ και προσευχήσου για μένα, εκείνος του αποκρίθηκε: «Ούτε εγώ σε ελεώ ούτε ο Θεός, αν δεν ελεήσεις εσύ τον εαυτό σου». Αλλά και ο άγιος Χρυσόστομος, ερμηνεύοντας το θαύμα των δύο παρά την οδόν τυφλών, λέει: «Αλλά, αν και έλεος είναι και χάρη (η θεραπεία τους), εντούτοις επιζητεί τους αξίους. Το ότι δε ήταν άξιοι οι τυφλοί, φανερώνεται και απ` αυτό που φώναζαν. Και αφού έλαβαν δεν απομακρύνθηκαν, κάτι που το κάνουν πολλοί, οι οποίοι, αφού λάβουν τις ευεργεσίες, φέρονται έτσι με αγνωμοσύνη. Εκείνοι όμως, οι τυφλοί, δεν ήταν τέτοιοι. Και πριν από την ευεργεσία στάθηκαν καρτερικοί και μετά απ` αυτήν ευγνώμονες, ακολουθώντας τον Χριστό» (Ομιλ. ξστ΄εις το κατά Ματθαίον).

Απόδοση στη Νεοελληνική: Σάββας Ηλιάδης – Δάσκαλος

Από το βιβλίο:«ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ» – (Ερμηνεία στον δεύτερο Αναβαθμό του Β΄ ήχου)

Με ποιoν τρόπο νικούν οι Χριστιανοί τον κόσμο

αναρτήθηκε στις 19 Οκτ 2019, 8:48 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 19 Οκτ 2019, 8:48 π.μ. ]

Αυτός ο κόσμος είναι πεδίο μάχης στο οποίο συνέχεια δίδεται ο αγώνας για τον και ενάντια στο Χριστό.
Εκείνοι που είναι από τον παλεύουν για τον Χριστό και νικούν εκείνους που είναι ενάντια στον Χριστό, τους νικούν με τον Χριστό-Θεό που είναι μέσα τους. Αυτός είναι στους ανθρώπινους κόσμους μας ο μόνος Νικητής της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου.

Ο,τιδήποτε προέρχεται απ” αυτά και εργάζεται γι” αυτά, είτε αυτό είναι επιστήμη, ή πολιτισμός, ή θρησκεία, ή τέχνη, ή φιλοσοφία, ή κάθε άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα έχει νικηθεί από τον Χριστό.

Οι σκλάβοι των αντιχριστιανικών ιδεών (και είναι πάντα του αντιχρίστου) είναι ποικίλοι και πολυάριθμοι, και μ” όλα τα μέσα μάχονται ενάντια στον Χριστό.

Πράγματι, «ότι ουκ έστιν η πάλη προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (Εφεσ. Στ΄ 12).

Η πανοπλία της πάλης μας είναι οι ευαγγελικές αρετές: η μακροθυμία, η αγάπη προς τους εχθρούς, η προσευχή, η νηστεία, η αλήθεια, το δίκαιο, η καλωσύνη, η πραότητα, η ταπεινοφροσύνη και άλλα (βλ. Εφεσ. Στ΄, 13-18).

Παλεύοντας με τούτα τα όπλα, εμείς πάντα «υπερνικώμεν» με τη βοήθεια του Κυρίου Χριστού, ο οποίος μας αγαπά (Ρωμ. η΄, 37). Γι” αυτό ο άγιος Θεολόγος ευαγγελίζεται: «Υμείς εκ του Θεού εστε, τεκνία, και νενικήκατε αυτούς, ότι μείζων εστίν ο εν υμίν ή ο εν τω κόσμω».

Πηγή: π. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ερμηνεία των Επιστολών του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, εκδόσεις εν Πλώ

Με ποιους τρόπους μας πολεμούν τα πονηρά πνεύματα;

αναρτήθηκε στις 19 Οκτ 2019, 8:44 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 19 Οκτ 2019, 8:45 π.μ. ]


: ΕΡ.: Πώς μας πολεμούν τα πονηρά πνεύματα;

ΑΠ.: Πρώτα-πρώτα πρέπει να ξέρετε ότι, στον δαιμονικό πόλεμο εναντίον των ανθρώπων, κάθε πονηρό πνεύμα έχει τον δικό του ρόλο. Κάθε αμαρτία γίνεται με την παρακίνηση ή και τη συνεργεία ορισμένου δαιμονίου και κάθε πάθος υποστηρίζεται από ορισμένο δαιμόνιο.

Έτσι, τα ηγετικά δαιμόνια είναι οχτώ, όσα και τα θανάσιμα πάθη: της γαστριμαργίας, της πορνείας, της φιλαργυρίας, της λύπης, της οργής, της ακηδίας, της κενοδοξίας, της υπερηφάνειας.

Κάθε πονηρό πνεύμα, πολεμώντας μας, ενεργεί με τους δικούς του τρόπους, ανάλογα με το πάθος που υποστηρίζει. Όλα, πάντως, τα δαιμόνια συνεργάζονται μεταξύ τους, για να μας βυθίσουν σε όσο το δυνατό περισσότερα πάθη και να μας κάνουν δούλους της αμαρτίας, ώστε να μας χωρίσουν από το Θεό και να μας οδηγήσουν στον αιώνιο θάνατο.

Βέβαια, η δύναμη των δαιμόνων δεν είναι ανεξέλεγκτη και ή δραστηριότητα τους δεν είναι απεριόριστη. Μας πολεμούν μόνο αν τους το επιτρέψει ο Θεός -και όσο τους το επιτρέψει, ποτέ πάντως πέρα από τα όρια της αντοχής μας (Α’ Κορ. 10:13)- , για να δοκιμαστούν η προαίρεσή μας, η πίστη μας και η αγάπη μας σ’ Εκείνον, ή αν τους δώσουμε εμείς οι ίδιοι το δικαίωμα με την αμέλειά μας, τη ραθυμία μας, την απροσεξία μας και, προπάντων, την υπερηφάνειά μας.

Τα πονηρά πνεύματα μας πολεμούν με πολλούς τρόπους. Με ποιούς;

Πρώτον, με τους εμπαθείς λογισμούς, με τους οποίους αιχμαλωτίζουν το νου, τον σκοτίζουν και τον πειθαναγκάζουν να συναινέσει στην αμαρτία.

Δεύτερον, με τα πάθη, που υπάρχουν μέσα μας, από τα οποία παίρνουν τις αφορμές για να υποκινήσουν τους εμπαθείς λογισμούς.

Τρίτον, με τις σωματικές αισθήσεις -την ακοή, την αφή, τη γεύση, την όσφρηση και, προπάντων, την όραση- μέσ’ από τις οποίες, σαν από πόρτες, περνούν στη ψυχή ποικίλα εξωτερικά ερεθίσματα, που ξεσηκώνουν τα πάθη μας και μας σπρώχνουν στην αμαρτία.

Τέταρτον, με άλλους ανθρώπους, τους οποίους βάζουν είτε να μας κατατρέχουν και να μας αδικούν είτε να μας παρασύρουν στην αμαρτία.

Πέμπτον, με θλίψεις, βάσανα και αρρώστιες.

Μας πολεμούν και με άλλους τρόπους τα πονηρά πνεύματα, αλλά οι κυριότεροι είναι αυτοί οι πέντε. Όπως κι αν μας πολεμούν, πάντως, καθόλου δεν μπορούν να μας βλάψουν, εφόσον με τα θεία Μυστήρια του Βαπτίσματος και του Χρίσματος έχουμε λάβει τη χάρη και τις δωρεές του Αγίου Πνεύματος, εφόσον έχουμε βαθιά πίστη στο Θεό και εφόσον αγωνιζόμαστε για την τήρηση των εντολών Του με σταθερότητα και ανδρεία, με ταπεινοφροσύνη και υπομονή, με προσευχή και νηστεία, με τακτική Εξομολόγηση και συχνή θεία Κοινωνία.

Γέροντος Ευστρατίου Γκολοβάνσκι. Απαντήσεις σε ερωτήματα Χριστιανών» – Ι. Μ. Παρακλήτου 2007.

1-10 of 154