Άρθρα


Ο θρήνος του Αδάμ

αναρτήθηκε στις 29 Ιουλ 2021, 1:21 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 29 Ιουλ 2021, 1:22 π.μ. ]


«Σε ποθώ, Κύριε, και Σ᾽ αναζητώ με δάκρυα. Πως να μη Σε ζητώ; Εσύ μου έδωσες να Σε γνωρίσω με το Άγιο Πνεύμα, κι αυτή η θεία γνώση τραβά αδιάκοπα την ψυχή μου κοντά Σου».
Θρηνεί ο Αδάμ:
«Δεν με τέρπει η σιγή της ερήμου.

Δεν με τραβούν των βουνών τα ψηλώματα.

Δεν μ᾽ αναπαύει η ομορφιά των δασών και των λειβαδιών.

Δεν καταπραΰνει τον πόνο μου των πουλιών το κελάδημα.

Τίποτε, τίποτε δεν μου δίνει τώρα χαρά,

Η ψυχή μου ράγισε από την πολύ στενοχώρια.

Τον αγαπημένο Θεό μου επρόσβαλα.

Κι αν με ξανάπαιρνε στον παράδεισο ο Κύριος και εκεί θα θρηνούσα λυπητερά, πονεμένα.

Γιατί πίκρανα τον αγαπημένο μου Θεό».

Διωγμένος από τον Παράδεισο ο Αδάμ ανάβλυζε πηγές από δάκρυα από την πληγωμένη του καρδιά.

Το ίδιο κάθε ψυχή που γνώρισε τον Κύριο θρηνεί γι᾽ Αυτόν και λέει:
«Που είσαι, Κύριε;

Γιατί κρύβεις το πρόσωπό Σου;

Πολύν καιρό τώρα δεν βλέπει το Φως Σου η ψυχή μου και Σ᾽ αποζητά θλιμμένη.

Που είναι ο Κύριός μου;

Γιατί δεν Τον βλέπω στην ψυχή μου;

Τι Τον εμποδίζει να κατοικεί εντός μου;

Δεν υπάρχει μέσα μου, λοιπόν, η ταπείνωση του Χριστού και η αγάπη για τους εχθρούς.

Γιατί ο Θεός είναι αγάπη, άπειρη και ανερμήνευτη».

Του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτη

“Η Ελλάδα δεν παράγει αυτοκίνητα, αλλά ακόμα βγάζει Αγίους”

αναρτήθηκε στις 1 Ιουλ 2021, 2:48 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 1 Ιουλ 2021, 2:48 π.μ. ]


 ο Άγιος Παΐσιος Αγιορείτης: «…Η Ελλάδα δεν παράγει αυτοκίνητα, αλλά ακόμα βγάζει Αγίους… εδώ βρίσκεται η αξία της, στη ζωντανή Ορθόδοξη παράδοσή της, που ακόμα και σήμερα βγάζει ΑΓΙΟΥΣ… ότι πολυτιμότερο δηλαδή”… (Αθανάσιος Ρακοβαλής)

Οι Άγιοι Πατέρες βάδισαν τον δρόμο της ταπεινοφροσύνης και έφθασαν στον Παράδεισο. Οι Άγιοι Πατέρες, παλιά, έφευγαν στην έρημο πρώτα και ερημώνονταν από τα πάθη τους με τον αγώνα τους. Χωρίς σχέδια και προγράμματα δικά τους αφήνονταν στα χέρια του Θεού και απέφευγαν τα αξιώματα και την εξουσία, ακόμη και όταν έφθαναν σε μέτρα αγιότητος – εκτός αν η Μητέρα Εκκλησία είχε ανάγκη, οπότε έκαναν υπακοή στο θέλημα του Θεού, και δοξαζόταν το Όνομα του Θεού με την αγία τους ζωή. Γίνονταν δηλαδή πνευματικοί αιμοδότες, αφού αποκτούσαν καλή κατάσταση πνευματικής υγείας στην έρημο, με την καλή πνευματική τροφή και την άγρυπνη πατερική παρακολούθηση.» Η μελέτη του βίου του Αγίου της ημέρας, και γενικά των Συναξαρίων, πολύ βοηθάει, γιατί θερμαίνεται η ψυχή και παρακινείται να μιμηθή τους Αγίους.
Πολλοί άγνωστοι Άγιοι βοηθούν και χωρίς να τους γνωρίζουμε. Αυτοί για μένα είναι μεγαλύτεροι Άγιοι. Δεν έχουν καμμιά δόξα από τους ανθρώπους, αλλά μόνον από τον Θεό. Από μεγάλη ταπεινοφροσύνη παρακάλεσαν τον Θεό επίμονα – έτσι μου λέει ο λογισμός – να μείνουν άγνωστοι, για να μην τιμηθούν από τους ανθρώπους, αλλά να συνεχίζουν να τους βοηθούν με τον ίδιο τρόπο, «εν τω κρυπτώ». Αυτούς τους αγνώστους Αγίους, πρέπει να τους έχουμε σε μεγάλη ευλάβεια και να τους χρεωστούμε πολλή ευγνωμοσύνη, γιατί μας βοηθούν σιωπηλά με τις πρεσβείες τους και με το σιωπηλό τους παράδειγμα, την αφάνειά τους…

Αυτή είναι και η δουλειά όλων γενικά των Αγίων· να βοηθούν και να προστατεύουν εμάς τους ταλαίπωρους ανθρώπους από τους ορατούς και αοράτους πειρασμούς. Δική μας δουλειά είναι, όσο μπορούμε, να ζούμε πνευματικά, να μη στενοχωρούμε τον Χριστό, να ανάβουμε το καντηλάκι στους Αγίους και να τους παρακαλούμε να μας βοηθούν. Σε αυτήν την ζωή έχουμε ανάγκη βοηθείας, για να μπορέσουμε να πάμε κοντά στον Χριστό… Είναι ζωντανή η παρουσία των Αγίων! Και όταν ακόμη εμείς δεν τους βρίσκουμε, εκείνοι μας βρίσκουν!

– Γέροντα, υπάρχει περίπτωση ένας Άγιος να μην κάνη θαύματα;

– Το αν θα κάνη ένας Άγιος θαύματα ή όχι, αυτό είναι θέμα του Θεού. Τα πολλά όμως θαύματα των Αγίων μένουν άγνωστα.

Τίποτε δεν είναι δύσκολο για τον Θεό και για έναν Άγιο που έχει παρρησία στον Θεό. Ο Χριστός είπε: «Θα σάς δώσω δύναμη να κάνετε θαύματα περισσότερα και μεγαλύτερα από όσα έκανα εγώ» . Αυτός ο λόγος του Χριστού δείχνει και την ταπείνωσή Του και τον πλούτο της Χάριτος που μας δίνει. Είναι συγκινητική η ταπείνωση του Χριστού· έδωσε στους Αγίους την Χάρη και την δύναμη να ανασταίνουν ακόμη και νεκρούς, όπως Εκείνος.

iconandlight

Στάχτη είμαι και πηλός

αναρτήθηκε στις 1 Ιουλ 2021, 2:41 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 1 Ιουλ 2021, 2:41 π.μ. ]



Τίποτε δεν είναι τυχαίον εις τον κόσμο. Την ζωή μας και όλα τα της ζωής μας τα διοικεί ο Δεσπότης Χριστός.
Εις τον πόνον και τας πικρίας μας έρχεται εις συνάντησιν το Άγιο Πνεύμα και εξάγει χαράν θεοδώρητον.
Δεν αντιλαμβανόμεθα πολλάκις την παρουσίαν του,διότι είμεθα απερροφημένοι από την καθημερινότητα των μεριμνών μας.
Όμως Aυτό, πνέον όπου θέλει, πνέει και εις την καρδίαν μας κα την δροσίζει .Ως βάλσαμον χύνεται επάνω μας η θεία παράκλησις.
Το έλεος του Θεού κατέρχεται από τον ουρανόν κα πλημμυρίζει την ζωήν μας. Όσον πιο πολλαί είναι αι οδύναι μας τόσο περισσότεραι αι επισκέψεις του Θεού.

Ανοίγεις τα πνευματικά βιβλία και βλέπεις να σου μιλά ο Θεός. Νοιώθεις αμέσως το φτερούγισμα του Πνεύματος. Νοιώθεις να απαντά ο Θεός στις απορίες σου.

Βλέπεις να διαλύη τα σκοτάδια σου, να ανοίγει τους δρόμους σου, όταν υπάρχει μπροστά σου αδιέξοδο. Βλέπεις να μην αφήνει κανένα σημάδι σκοτεινό μέσα στο περασμά σου.

Τότε γεμάτος χαρά φωνάζεις “νυν ηρξάμην λαλήσαι προς τον Κύριο μου. Εγώ δε ειμί γη και σποδός”.

Άρχισα να κουβεντιάζω με τον Θεό μου, με τον Χριστόν μου. Και τι είμαι εγώ που μιλάω μαζί του;

Στάχτη είμαι, πηλός είμαι. Μου κάνει όμως αυτήν την χάρι ο Θεός.

Αρχ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

«Πες Του Χριστούλη να με Δεχτεί»

αναρτήθηκε στις 29 Ιουν 2021, 2:36 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 29 Ιουν 2021, 2:37 π.μ. ]



 «Προχθές, γυρίζοντας από έναν Εσπερινό πέρασα από την Ομόνοια. Πλήθος νέων ήταν μαζεμένοι γύρω από ένα παιδί.
Στο χέρι του κρατούσε την τελευταία σύριγγα του θανάτου. Τον πλησίασα και με δακρυσμένα μάτια φώναξε: “Βοήθεια, πεθαίνω…”.
Έτρεξα κοντά του τον αγκάλιασα. Με σπασμένη φωνή… μου είπε: “ Παππούλη, πεθαίνω διάβασέ μου μια ευχή“ .

Γονάτισα, του διάβασα μία ευχή. Ψέλλισε δύο λέξεις: “πες του Χριστούλη να με δεχτεί” και ξεψύχησε μέσα στην αγκάλη μου, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Φεύγοντας, ψιθύριζα μία προσευχή.

”Χριστέ μου, μία λέξη είπε ο ληστής και τον δέχτηκες στην βασιλεία Σου, δέξου και την ψυχή αυτού του παιδιού σου“.

Από τον Πρόλογο του βιβλίου «Λουλούδια από τους κήπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας»

Το Καλοκαίρι στο Άγιον Όρος του Φώτη Κόντογλου

αναρτήθηκε στις 23 Ιουν 2021, 12:57 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 23 Ιουν 2021, 12:57 π.μ. ]


Φώτης Κόντογλου                                                                                                                   :Στ Άγιον Όρος πήγα πολλές φορές. Τήν πρώτη φορά κάθησα παραπάνω από δυό μήνες κ έκανα γνωριμία μέ πολλούς πατέρες καί λαϊκούς, γιατί υπάρχουνε εκεί πέρα καί αγωγιάτες αρβανίτες, παραγυιοί καί γεμιτζήδες πού φορτώνουνε κερεστέ (ξυλεία) στά καράβια.

Στή Δάφνη, πού είναι η σκάλα πού πιάνουνε τά βαπόρια, βρισκόντανε καί κάτι ψαράδες κοσμικοί, κ εκεί γνωρίσθηκα μέ τρείς Αϊβαλιώτες καί περάσαμε πολύ έμορφα. Από κεί πήγα στίς Καρυές, μά δέν κάθησα πολύ, γιατί γύρευα θάλασσα.

Πήγα στό μοναστήρι τών Ιβήρων μαζί μέ ένα γέροντα πού πουλούσε βιβλία στίς Καρυές καί πού τόν λέγανε Αβέρκιον Κομβολογάν. Σ αυτό τό μοναστήρι κάθησα κάμποσο. Πιό πολύ μέ τραβούσε ο αρσανάς, δηλαδή τό μέρος πού βάζουνε τίς βάρκες καί τά σύνεργα τής ψαρικής. Άφησα τά γένεια μου, τά ξέχασα όλα καί γίνηκα ψαράς. Έτρωγα, έπινα, δούλευα, κοιμώμουνα μαζί μέ τούς ψαράδες πού ήτανε όλο καλόγεροι, οι πιό πολλοί Μπουγαζιανοί, δηλαδή από τά μπουγάζια τής Πόλης. Τί ξέγνοιαστη ζωή πού πέρασα! Ιδιαίτερη φιλία έδεσα μέ τρείς. Ο ένας ήτανε ως εικοσιπέντε χρονώ, καλή ψυχή, φιλότιμος, στοχαστικός, πρόθυμος στό κάθε τί κ είχε καλογερέψει από μικρός: τόν λέγανε Βαρθολομαίο. Ο άλλος ήτανε ως σαράντα χρονών, ψαράς από τό χωριό του, κοντόφαρδος, απλός, ήσυχος, λιγομίλητος, άκακος, «πτωχός τώ πνεύματι», ταπεινός καί τόν λέγανε Βασίλειο. Ο άλλος ήτανε γέρος σάν τόν άγιο Πέτρο, γελαζούμενος, χωρατατζής καί τόν λέγανε Νικάνορα. Ο Βαρθολομαίος διάβαζε καί βιβλία μέ ταξίδια θαλασσινά. Ανάμεσα σέ άλλα είχε στό κελλί του καί τά δυό τρία βιβλία τού Ιουλίου Βέρν. Μ αυτόν ψαρεύαμε αστακούς. Έβγαζε καί κοράλλια καί μού έδειχνε πώς νά τά ψαρεύω.

Ο αρσανάς ήτανε ένα σπίτι μακρύ, χτισμένο απάνω στή θάλασσα μέσα σ έναν κόρφο πού τόν αποσκέπαζε ένας κάβος καί γιά κεραμίδια είχε μαύρες πλάκες. Μπροστά είχε κάτι ξέρες πού σκάζανε οι θάλασσες όποτε έπερνε βοριάς, κι από πάνω κατεβαίνανε τά βράχια φυτρωμένα μέ μυρσίνες, μέ πουρνάρια καί κάθε άγριο χαμόδεντρο. Ο αρσανάς είχε πεντέξη κάβιες (κάμαρες) αραδιασμένες καί μπροστά είχε ένα χαγιάτι πού ακουμπούσε σέ κάτι δοκάρια από αγριόξυλα. Εκεί μέσα κοιμόμαστε. Από κάτω είχε κάτι χαμηλές καμάρες καί μέσα στίς καμάρες τραβούσανε τίς βάρκες. Τά δίχτυα τά απλώνανε απάνω στά μπαρμάκια (κάγκελα) τού χαγιατιού. Εκεί πού κοιμόμαστε ακούγαμε από κάτω μας τή θάλασσα πού έμπαινε μέσα στίς καμάρες καί κυλούσε τά χαλίκια καί μάς νανούριζε. Παλιά εικονίσματα ήτανε κρεμασμένα μέσα στόν αρσανά κ έκαιγε ακοίμητο καντήλι.

Άφησα υγεία στούς Ιβηρίτες καί τράβηξα μέ τά πόδια καί πήγα στό μοναστήρι τού Καρακάλλου. Κ εκεί πέρασα πολύ καλά· οι πατέρες μέ είχανε σάν δικό τους. Αυτό τό μοναστήρι είναι κοινόβιο καί τότες είχανε ηγούμενο έναν άγιο άνθρωπο, τόν Κοδράτο, γέροντα ήσυχον, ειρηνικόν, ποιμένα αληθινόν, η καταγωγή του από τά Αλάτσατα. Ο αρσανάς τού Καρακάλου ήτανε επίσημος, ένας βυζαντινός πύργος χτισμένος απάνω σ έναν βράχο. Κάθησα κ εκειπέρα κάμποσες μέρες. Από κεί πήγα στό Μοναστήρι τής Μεγίστης Λαύρας, πού βρίσκουνται πολλά κειμήλια κ οι θαυμαστές αγιογραφίες τού Θεοφάνη τού Κρητός.

«Τότε σηκώνεσαι καί σύ, καί παίρνεις καί τήν ράβδαν,

περιπατείς καί έρχεσαι εις τήν αγίαν Λαύραν.Καί αναπαύεσαι εκεί όσον καιρόν θελήσεις,όσον νά εύρης συντροφιάν καί πλοίον νά κινήσεις».

Από κεί λοιπόν επήρα κ εγώ τήν ράβδαν καί τράβηξα νά πάγω στά Καψοκαλύβια. Μαζί μου ήρθε κ ένας απλοϊκός καλόγερος, ψηλός κι αδύνατος, μ όλο πού ήτανε ψωμάς στό μοναστήρι. Τό μονοπάτι περνά από άγια κ έμορφα μέρη, ως πού φτάνει απάνω από κάτι θεόχτιστους κάβους, πού κοιτάζουνε κατά τή νοτιά, στ ανοιχτό πέλαγο. Από τό μέρος τής στεριάς στέκεται απάνω από τό κεφάλι σου ο Άθωνας. Σ ένα μέρος βλέπεις τήν ποδιά τού βουνού πού στέκεται κοφτή απάνω από τή θάλασσα, σάν νάναι κομμένη μέ τό μαχαίρι, λές καί ξεκόλλησε πρό λίγη ώρα ένα κομμάτι βουνό κ έπεσε στή θάλασσα. Κι αληθινά, όπως μού είπανε πιό ύστερα οι Καψοκαλυβίτες, κόπηκε τό βουνό μιά μέρα στά 1900, κ έπεσε μονοκόμματο στή θάλασσα καί πλάκωσε δυό τρία ψαραδόσπιτα μέ καμιά δεκαριά πατέρες. Ο σεισμός κούνησε όλη τή Μακεδονία.

Στά Καψοκαλύβια κάθησα πιό πολύν καιρό από τ αλλά τά μοναστήρια. Τόσο δικό τους μέ είχανε οι πατέρες, πού όποτε κάνανε σύναξη έπρεπε νά καθήσω κ εγώ στό συμβούλιο πού συζητούσανε «τά τής σκήτεως». Μ έχουνε γράψει καί στούς ιδρυτάς καί μέ μνημονεύουνε μετά τής συμβίας καί τών τέκνων. Ιδιαίτερη φιλία έδεσα μέ τόν πάτερ Ισίδωρο, πού μ είχε στό κελλί του. Άλλη φορά έγραψα πολλά γιά δαύτον. Τότες ήτανε ως τριανταπέντε χρονών κ είχε γιά δόκιμο τόν μπαρμπα-Χαραλαμπο από τό Καστελλόριζο, ως εβδομήντα χρονών, τελώνιο τής θάλασσας, πού έζησε φουΐστρος στά βαπόρια καί ταξίδευε ίσαμε τόν Κίτρινο ποταμό τής Κίνας.

Είχε έρθει μιά μέρα στά Καψοκαλύβια ένας καλόγερος από κάποιο ψαραδόσπιτο πού ήτανε ανάμεσα στόν κάβο Σμέρνα καί στά Καψοκαλύβια, καί τόν φιλοξένησε ο πάτερ Ισίδωρος, καί γνωρισθήκαμε. Τόν λέγανε Νείλο, κ ήτανε Μυτιληνιός. Φεύγοντας μέ προσκάλεσε νά πάγω στό κελλί του. Σέ δυό τρείς μέρες, πήγα. Στό Όρος βλέπει κανένας πολλά ασυνήθιστα πράγματα καί χτίρια, πλήν τό κελλί τού πάτερ Νείλου ήτανε από τά πιό παράξενα. Σ αυτό τό μέρος κατεβαίνανε δυό ραχοκοκαλιές από βράχια καί κάνανε δυό κάβους πού τραβούσανε βαθειά στή θάλασσα, ο ένας πολύ κοντά στόν άλλον, τόσο, πού έλεγες πώς τό νερό πού βρισκότανε ανάμεσά τους ήτανε ποτάμι κι όχι θάλασσα. Εκεί πού έσμιγε ο ένας κάβος μέ τόν άλλον, σηκωνόντανε δυό ράχες από βράχια κ ήτανε τόσο κοντά, πού σκοτεινιάζανε εκείνο τό μέρος, άς έλαμπε ο ήλιος τό καλοκαίρι.

Σ αυτό τό μέρος, μέσα σ αυτή τήν τρύπα, ήτανε χτισμένος ο αρσανάς τού πάτερ Νείλου. Τά νερά ήτανε άπατα καί σκοτεινά μέσα σέ κείνο τό κανάλι. Τό σπίτι τόχανε χτισμένο λίγο παραπάνω από τή θάλασσα, θεμελιωμένο στό βράχο, μέ χαγιάτια καί μέ καμάρες, όπως συνηθίζεται στό Όρος από τά παληά χρόνια, μέ μαύρες πλάκες αντί γιά κεραμίδια. Λίγο παραπάνω ήτανε χτισμένη η εκκλησιά, μικρή, μέ σκαλιστό τέμπλο καί μέ όλα τά καθέκαστα. Αποπάνω κρεμότανε ένα βουνό δασωμένο καί στήν κορφή είχε ένα βράχο απότομο, μ ένα σπήλαιο. Σ αυτό τό σπήλαιο ασκήτευε πρό λίγα χρόνια ένας γέροντας πού στάθηκε στά νιάτα του οπλαρχηγός στή Μακεδονία. Τώρα είχανε φωλιάσει όρνια μέσα στή σπηλιά καί τάβλεπα πού περνάνε βόλτες γύρω στή ράχη.

Ο Νείλος καί η συνοδεία του είχανε δυό τράτες καί δυό βάρκες. Ήτανε εφτά-οχτώ νοματέοι, πέντε μεγάλοι καί δυό-τρία καλογεροπαίδια. Όλοι τους ήτανε ηλιοκαμένοι, μαύροι σάν αραπάδες. Ο πάτερ Νείλος είχε απάνω του μιά ησυχία καί μιάν απλότητα πού σέ έκανε νά τόν αγαπήσεις καί νά τόν σεβαστείς. Λιγόλογος, μά ολοένα ήτανε χαμογελαστό τό πρόσωπό του, μέ κάτι χείλια χοντρά σάν τού αράπη, μέ μαύρα καί πυκνά γένεια, πού φυτρώνανε κάτω από τά μάτια του καί σκεπάζανε τά μάγουλά του. Μέ τή σκούφια πού φορούσε ήτανε ίδιος βαβυλώνιος. Ξυπόλητος, όπως δά ήτανε όλοι τους, φορούσε απάνω ένα σκούρο πουκάμισο καί κάτω ένα βρακί ανατολίτικο ίσαμε τά γόνατα.

Τίς μέρες πού κάθησα εκειπέρα, ο Νείλος κ ένας δόκιμος δέν πηγαίνανε μέ τήν τράτα γιά νά μού κρατήσουνε συντροφιά. Ήτανε κ ένας γέρος, πάτερ Αθανάσιος, πού φύλαε πάντα τό σπίτι. Σάν γυρίζανε από τό ψάρεμα, βγάζανε τά ψάρια έξω κι αφού διαλέγανε λίγα χοντρά γιά νά φάμε, κι άλλα γιά πάστωμα, τά ψιλά τά κάνανε έναν σωρό καί τ αφήνανε νά σιτέψουν γιά νά τ αλατίσουνε. Από τά χοντρά παστώνανε πολλούς ροφούς, νάχουνε τό χειμώνα. Ψιλά, μαρίδα καί σαρδέλλα, παστώνανε πολλά βαρέλια καί τά στέλνανε στή Σαλονίκη. Καθόντανε σταυροπόδι γύρω στό σωρό καί παστώνανε. Όλο τό σπίτι μύριζε μιά τέτοια ψαρίλα, πού στήν αρχή γυρίζανε άνω κάτω τά στομάχια μου. Μά σιγά σιγά συνήθισα καί δέν καταλάβαινα τήν ψαρίλα σχεδόν ολότελα. Συλλογιζόμουνα κιόλας πώς έτσι θά μυρίζανε κι ο Χριστός κ οι απόστολοι. Οι άνθρωποι κι ό,τι έπιανες, όλα μυρίζανε ψαρίλα. Ακόμα καί μέσα στήν εκκλησιά ένοιωθες αυτή τή μυρουδιά.

Τίς ώρες πού λείπανε οι άλλοι στό ψάρεμα, κουβεντιάζαμε μέ τόν πάτερ Νείλο γιά θρησκευτικά καί γιά τά ιστορικά τού σπιτιού του, τί φουρτούνες περάσανε, τί θεριόψαρα συναντήσανε, τί καΐκια βουλιάξανε από τότες πού κάθησε σ αυτό τό μέρος κι αλλά λογιώ-λογιών. Άλλη φορά πάλι, εκεί πού καλαφάτιζε μιά βάρκα τραβηγμένη έξω, έψελνε μέ τή γλυκειά φωνή του, κ έκανε τόν δεξιό ψάλτη κι εγώ τόν αριστερόν. Λέγαμε τίς Καταβασίες τής Μεταμορφώσεως (γιατί ήτανε κείνες οι μέρες τού Αυγούστου) «Χοροί Ισραήλ ανίκμοις ποσί, πόντον ερυθρόν καί υγρόν βυθόν διελάσαντες», τά Πασαπνοάρια μέ τό δοξαστικό «Παρέλαβεν ο Χριστός τόν Πέτρον καί Ιάκωβον καί Ιωάννην», κ ύστερα λέγαμε αργώς καί μετά μέλους τό κοινωνικό «Εν τώ φωτί τής δόξης τού προσώπου σου, Κύριε, πορευσόμεθα εις τόν αιώνα». Στό τέλος όμως ψέλναμε πάντα τό «Ευλογητός εί, Χριστέ ο Θεός ημών, ο πανσόφους τούς αλιείς αναδείξας, καταπέμψας αυτοίς τό Πνεύμα τό άγιον, καί δι αυτών τήν οικουμένην σαγηνεύσας, φιλάνθρωπε, δόξα σοι». Δέν μπορώ νά παραστήσω τό πόσο συγκινημένη ήτανε η καρδιά μου σάν άκουγα νά ψέλνει ο ψαράς ο πάτερ Νείλος, ξυπόλητος, μέ τό κατραμωμένο βρακί, μέ τά φύκια κολλημένα απάνω στά γυμνά ποδάρια του, νά ψέλνει μέ κείνη τήν αρχαία μελωδία καί νά λέγει στίχους ιαμβικούς, καί παραπέρα ν αφρίζουνε τά παμπάλαια ελληνικά κύματα κι ο αγέρας νά βουΐζει πανηγυρικά απάνω στά θεόχτιστα βράχια καί στά δέντρα!

Μά η πιό βαθειά κι η πιό παράξενη συγκίνηση μ επίανε τήν Κυριακή καί τίς άλλες γιορτινές μέρες πού λειτουργούσε ο πάτερ Νείλος ο ψαράς καί γινότανε ιερεύς τού Θεού τού Υψίστου, αυτός πού τόν έβλεπα τίς άλλες μέρες ν αλατίζει ψάρια, νά καλαφατίζει βάρκες, νά ματίζει σκοινιά, νά γραντολογά καραβόπανα, νά βολεύει άγκουρες, νά μπαλώνει δίχτυα, μαζί μέ τή συνοδεία του! Καί στή λειτουργία γινότανε σάν πατριάρχης, μέ τό επανωκαλύμμαυχο, μέ τό χρυσό φελάνι, μέ τά επιμάνικα, μέ τό επιγονάτιο, καί δεότανε μυστικώς μπροστά στήν αγία Τράπεζα «υπέρ τών τού λαού αγνοημάτων», «ως εν δεδομένος τήν τής ιερατείας χάριν».

Ώ! Τί εξαίσια καί φρικτά μυστήρια έχει η ταπεινή Ορθοδοξία μας! Μά η καρδιά μου δάκρυζε αληθινά από άγια χαρά κι από κατάνυξη, σάν στρώνανε γιά νά φάμε κ ευλογούσε τήν τράπεζα ο πάτερ Νείλος μέ τά θαλασσοψημένα δάχτυλά του, ενώ γύρω στεκόντανε μέ σταυρωμένα χέρια εκείνοι οι απλοί ψαράδες, κουρασμένοι, θαλασσοδαρμένοι, ξεχασμένοι από τόν κόσμο μέσα σέ κείνη τήν καταβόθρα. Κ έλεγε μέ τήν ταπεινή φωνή του ο πάτερ Νείλος: «Χριστέ ο Θεός, ευλόγησον τήν βρώσιν καί τήν πόσιν τών δούλων σου, ότι άγιος εί πάντοτε, νύν καί αεί καί εις τούς αιώνας τών αιώνων», ενώ μάς απόσκιαζε η πλώρη τού τρεχαντηριού κ η αρμύρα ερχότανε από τό βουερό τό πέλαγο.

Φώτης Κόντογλου

Γιατί οι δίκαιοι δεν είναι αρεστοί;

αναρτήθηκε στις 11 Ιουν 2021, 1:11 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 11 Ιουν 2021, 1:12 π.μ. ]


Πες μου, πάτερ, σέ παρακαλώ, καί κάτι άλλο: Γιά ποιό λόγο οι περισσότεροι άνθρωποι μισούν τούς δικαίους; Γιατί τούς περιφρονούν; Γιατί σκανδαλίζονται μαζί τους; Αντίθετα, λίγοι είν εκείνοι πού τούς τιμούν….

-Πολύ συμφέρει τούς δικαίους, παιδί μου, η περιφρόνηση τών ανθρώπων. Τούς ταιριάζει, θά λεγα, όπως ταιριάζουν στόν ουρανό τ αστέρια. Είδα μάλιστα ενάρετο, πού κέρδισε πενήντα στεφάνια σέ μιά μέρα από τίς κακολογίες τών άλλων.

-Καί μέ ποιό τρόπο τά κέρδισε; Ρώτησε απορημένα ο αδελφός.

-Άκουσε: Ο άνθρωπος αυτός έμενε στά Βούκολα. Ήταν επιφανής καί αξιοσέβαστος. Έκανε πολλά καλά έργα στούς συνανθρώπους του καί όλους τούς αγαπούσε σάν άγγελος τού Θεού. Εκείνοι, ωστόσο, πλανέθηκαν από τόν πονηρό κι άρχισαν ν αντιπαθούν τόν ευρεγέτη τους σά νά ήταν κακούργος.

Άλλοι έλεγαν πώς είναι δολερός, άλλοι ακόλαστος, άλλοι κλέφτης καί άλλοι αιρετικός! Έχει, βλέπεις, τή συνήθεια ο διάβολος νά διασύρει τούς αγίους μέ τό στόμα τών αμαρτωλών ανθρώπων. Ο άνθρωπος όμως γιά τόν οποίο μιλάω, ακούγοντας τίς συκοφαντίες αυτές χαιρόταν ειλικρινά καί ευχαριστούσε τό Θεό. Κύριε, έλεγε, δείξε τό έλεός Σου σ όσους μέ μισούν, μέ συκοφαντούν, μέ διασύρουν. Κανένας απ τούς αδελφούς νά μήν πάθει κακό γιά μένα τόν αμαρτωλό, ούτε στήν παρούσα ζωή ούτε στήν άλλη.

Σύντριψε όμως καί αφάνισε τούς πονηρούς δαίμονες, πού τούς ξεσηκώνουν εναντίον μου. Σέ παρακαλώ, Θεέ μου, όπως δέν αποστράφηκες εμένα τόν βέβηλο, όσες φορές αμάρτησα καί πρόστρεξα στήν ευσπαλχνία Σου ζητώντας συγχώρηση, έτσι καί νά μήν αποστραφείς τώρα κι αυτούς, πού κατηγορούν τό αχρείο δούλο Σου. Αντίθετα, αγίασέ τους μέ τό έλεός Σου καί σκέπασέ τους μέ τήν αγαθότητά Σου.

Έτσι προσευχόταν, αγαπητέ, ο δίκαιος εκείνος, γι αυτούς πού τόν μισούσαν καί τόν κακολογούσαν! Καί κοίταξε τί θαυμαστό γινόταν: Όσε φορές τή μέρα βίαζε τόν εαυτό του καί προσευχόταν γιά τούς εχθρούς του, τόσες φορές κατέβαινε άγγελος Κυρίου καί τοποθετούσε στό κεφάλι του ουράνιο διαμαντοστόλιστο στεφάνι.

Αυτό, βέβαια, δέν τό καταλάβαινε ο ίδιος, γιατί ο Θεός τόν στεφάνωσε αόρατα…. Γι αυτό λοιπόν, παιδί μου, επιτρέπει πολλές φορές ο αγαθός Θεός νά κακολογούνται καί νά εξουθενώνονται οι ενάρετοι, γιά ν αυξήσουν έτσι τά στεφάνια τους καί τά βραβεία τους καί τούς ουράνιους μισθούς τους.

-Ωστόσο, όπως είπα καί πρίν, πάτερ, δέν μπορώ νά καταλάβω γιατί οι δίκαιοι σ άλλους ανθρώπους αρέσκουν καί σ άλλους όχι.

-Πρόσεξε, παιδί μου, καί θά σού τό εξηγήσω μέ μερικά παραδείγματα: Δέν βλέπεις πού ο Θεός στέλνει βροχή, καί δέν αρέσει σέ όλους; Όπως συνήθως, άλλοι λένε τό ένα καί άλλοι τό άλλο. Ο ένας λέει: Δόξα σοι ο Θεός! Θά ποτιστεί η γή!. Ο άλλος αντίθετα: Κακό πού μάς βρήκε! Πάει η σοδειά!.

Άν πάλι ο Θεός στείλει βαρύ χειμώνα, οι φτωχοί, τρέμοντας από τή παγωνιά, λένε μέ παράπονο: Άχ, γιατί νά κάνει ο Θεός τόσο κρύο;. Οι πλούσιοι, απεναντίας, τότε ακριβώς απολαμβάνουν περισσότερο τή θαλπωρή, γιατί έχουν όλα όσα χρειάζονται καί θέρμανση καί χοντρά ρούχα καί κρασί καί ζεστό ψωμί καί κρέατα καί καθετί πού αναπαύει τό σώμα. Τέλος πάντων, φεύγει ο χειμώνας, έρχεται η άνοιξη καί ακολουθεί τό καλοκαίρι μέ τήν πολλή ζέστη.

Τότε λένει μερικοί: Ο χειμώνας είναι πολύ καλύτερος. Ούτε μύγες έχει, ούτε ψύλλους ούτε κοριούς. Καί, κοντολογής, άλλοι προτιμούν τό χειμώνα σάν υγιεινόετρο, άλλοι τήν άνοιξη σάν γλυκύτερη, άλλοι τό καλοκαίρι σάν θερμότερο…. Αλλά γιατί στά λέω όλ αυτά; Φτάνει μόνο νά σκεφτείς, ότι ο Χριστός, ο Κύριος καί Θεός μας, έγινε άνθρωπος, συναναστράφηκε μέ τούς αχάριστους Εβραίους καί τούς ευεργέτησε μέ μύρια καλά δαιμόνια έδιωξε, λεπρούς καθάρισε, τυφλούς φώτισε, κουτσούς στήριξε, παράλυτους σήκωσε, νεκρούς ανέστησε, τελώνες διόρθωσε,πόρνες συνέτισε, μέ λίγα ψωμιά πλήθη χόρτασε καί τόσα άλλα έκανε, γιά τά οποία φθαρτός άνθρωπος δέν μπορεί νά μιλήσει. Καί γιά όλα τούτα ποιά ήταν η ανταμοιβή τού Κυρίου μας;

Ο φθόνος, η συκοφαντία, οι εξευτελισμοί, τά ραπίσματα, η μαστίγωση, τά φτυσίματα καί στό τέλος η σταύρωση! Άν λοιπόν ο Πλάστης μας δέν άρεσε σ όλους τούς ανθρώπους, πώς θά τούς αρέσει ο δίκαιος συνάνθρωπός τους; Ξέρεις, παιδί μου, ότι ο ενάρετος Άβελ έζησε τότε πού ελάχιστοι άνθρωποι υπήρχαν πάνω στή γή.

Καί παρόλο πού δέν έκανε τό παραμικρό κακό στόν αδελφό του Κάιν, αυτός σκοτισμένος από τόν πονηρό, τόν φθόνησε καί τόν σκότωσε. Σκέψου λοιπόν, άν τότε, πού υπήρχαν μονάχα δυό αδέλφια στή γή, ο δίκαιος Άβελ δέν μπόρεσε νά ξεφύγει απ τόν ανθρώπινο φθόνο, θά μπορέσει κανείς σήμερα ζώντας ανάμεσα σέ τόσο κόσμο; Αδύνατον! Είναι γραμμένο άλλωστε: «Τέκνον, ει προσέρχη δουλεύειν Κυρίω Θεώ, ετοίμασον τήν ψυχήν σου εις πειρασμόν».

Ένας Ασκητής Επίσκοπος, Όσιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντιανής

Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπος Αττικής 2004

Μην απελπίζεσαι! Το υπερωκεάνιο του Θεού θα προβάλλει ανέλπιστα

αναρτήθηκε στις 9 Ιουν 2021, 11:31 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Ιουν 2021, 11:31 π.μ. ]


ΧΑΡΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: Κάποτε ένας ναυτικός βρέθηκε ναυαγός σ’ ένα ακατοίκητο τροπικό νησί μόνος κι έρημος.

Με πολλούς κόπους, εργαζόμενος μόνο με τα χέρια του, κατάφερε να φτιάξει μια ξύλινη καλύβα για να προστατευτεί κατά την περίοδο των βροχών. Πράγματι είχε μόλις τελειώσει την καλύβα όταν άρχισε να βρέχει ασταμάτητα.

Όμως την δεύτερη κιόλας μέρα ένας κεραυνός έκαψε την καλύβα του και την έκανε στάχτη. Ο ναυαγός, που πρώτα δόξαζε το Θεό για τη σωτηρία του, τώρα αναλύθηκε σε δάκρυα.

«Γιατί Θεέ μου», άρχισε να λέει και να παραπονιέται για την καταστροφή. Κι ενώ η απελπισία πλημμύριζε την καρδιά του άκουσε από το πέλαγος το σφύριγμα ενός μεγάλου πλοίου.

Σε λίγο μια βάρκα ήταν στην παραλία.

«Πώς με βρήκατε σε τούτη την ερημιά;» τους ρώτησε. «Είδαμε, του είπαν, το σινιάλο του καπνού απ’ την φωτιά που άναψες»!

Όταν βλέπεις τα όνειρα, τις επιδιώξεις και τα έργα σου κάποιες φορές να γίνονται στάχτη κι αποκαΐδια, μην απελπίζεσαι.

Περίμενε και θα προβάλλει ανέλπιστα το υπερωκεάνιο του Θεού.

Άγιος Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης: Η ευχή καθαρίζει την ψυχή και κρατάει το νου

αναρτήθηκε στις 8 Ιουν 2021, 1:14 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 8 Ιουν 2021, 1:14 π.μ. ]


Η ευχή καθαρίζει την ψυχή και κρατάει το νου. Το τελειότερο έργο γίνεται στ’ άδυτα της ψυχής του ανθρώπου, που είναι κλεισμένα ερμητικά, γνωστά μόνο στον Θεό.

Έτσι βλέπουμε κάτι το συγκλονιστικό: ανθρώπους που μεταβάλλονται σε παιδιά του Θεού, αν και έφτασαν στα βάθη της αυτοκαταστροφής τους

Η εξομολόγηση ενός τυφλού σε έναν γέροντα

αναρτήθηκε στις 22 Μαΐ 2021, 9:56 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 22 Μαΐ 2021, 9:57 π.μ. ]

 Πάει ένας τυφλός να εξομολογηθεί σε έναν γέροντα: Γέροντα έχω πρόβλημα, πουλάω μικροπράγματα έξω στο δρόμο για να ζήσω, αλλά συνέχεια μια παρέα μικρών παιδιών μου τα κλέβουν και με χτυπάνε στο κεφάλι και γελάνε μαζί μου!

Είμαι πολύ αμαρτωλός γέροντα για αυτό συμβαίνει αυτό! Θυμωμένος ο Γέροντας απαντάει: Τα παλιόπαιδα, σα δε ντρέπονται πλέον δεν σέβεται κανείς τίποτα σε αυτή την εποχή.

Να φωνάξουμε την αστυνομία. Και του απαντάει ο Τυφλός:Τι λες γέροντα; Δεν με νοιάζει για τα πράγματα που με κλέβουν, ούτε για το ότι με κοροϊδεύουν και με χτυπάνε, με ενοχλεί που αυτά τα κακόμοιρα παιδάκια γεμίζουν αμαρτίες και μαυρίλα στην ψυχούλα τους εξαιτίας μου…. που είμαι τυφλός.

Εγώ ευθύνομαι για τις πράξεις τους και εύχομαι στον Κύριο να μη τους τα καταλογίσει αυτά σαν αμαρτία… και αρχίζει να κλαίει!

Ο γέροντας μένει άφωνος, σκέφτεται πως απέναντι του έχει ένα Άγιο και πως αυτός σκέφτηκε σαν κοσμικός και όχι σαν πνευματικός..και άρχισε να κλαίει ο γέροντας πιο δυνατά από τον τυφλό και του φώναζε…

Άγιε του Θεού να προσεύχεσαι εσύ για μένα…. εκείνη την ώρα γέμισε ευωδία όλο το μοναστήρι που την ευωδία( παρουσία δηλαδή της Θείας Χάρης) την αισθάνθηκαν όλοι οι παρευρισκόμενοι και διήρκησε τρεις μέρες ασταμάτητα!!!

Μακάριοι οι υπομένοντες

αναρτήθηκε στις 15 Μαΐ 2021, 3:08 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 15 Μαΐ 2021, 3:09 π.μ. ]

α. Η υπομονή τα νικά όλα. Με την υπομονή θα σώσουμε τις ψυχές μας. «Υπομένων υπέμεινα τον Κύριον και προσέσχε μοι». «Ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται».

β. Έρχεται το κύμα πάνω στον βράχο και φεύγει αφρισμένο. Αλλά τον βράχο δεν τον αγγίζει. Ό,τι υπομένεις είναι στεφάνι.

γ. Υπομονή. Κάθε ένας έχει τις δυσκολίες του. Βήμα – βήμα να προχωρούμε. Λίγα – λίγα. Έτσι προχωρεί το πλάσμα σε κάθε υπόθεση. Και στα πνευματικά θέματα. Γι’ αυτό, όταν θέλουν να βγουν στα ύψη, κτίζουν σκαλοπάτια. Και οι άγιοι έτσι έκαναν. Με την υπομονή πολλά μπορούν να διορθωθούν. Κι άμα επισκιάσει η χάρις, γίνεται μια αλλοίωση που θαυμάζεις. «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του υψίστου».

δ. Η τέλεια υπομονή είναι το να υπομένουμε σε όλα: σε φτώχεια, σε αρρώστεια, σε κατηγορίες εις βάρος μας. Θέλουμε να κάνουμε το καλό και να μας επαινούν; Τότε δεν θα έχουμε μισθό. Είναι ακριβοπληρωμένο το καλό που κάναμε. Μα, άμα σου στραφεί κακό το καλό που έκαμες; Μήπως όμως δεν το κάμνομε και εμείς; Πόσα καλά μας κάνει ο Θεός κι ακόμα εμείς του λογαριάζουμε και λάθη; Αν ήταν δυνατό να τον αλλάζαμε κιόλας! Μας ανατέλλει τον ήλιο, χωρίς να κάνουμε κόπο και χωρίς έξοδα. Ο Θεός βρέχει, ενώ εμείς κοιμόμαστε…

ε. Μακάριοι οι υπομένοντες. Ο Χριστός είπε πως «ο υπομένων εις τέλος ούτος σωθήσεται». «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών».

στ. Άμα ακούω και βλέπω πως δεν βγαίνει ωφέλεια, αλλά μάλλον ζημιά, καλύτερα να μην πω τον λόγο μου. Οι περισσότεροι άγιοι ήταν δια Χριστόν σαλοί. Καταλάβαιναν ότι οι άνθρωποι τους επιβουλεύονταν, αλλά αυτοί προσποιούνταν ότι δεν αντιλαμβάνονταν τίποτα από την έχθρα. Όχι πως συμφωνούσαν με τα λεγόμενα και γινόμενα από τους κακούς επίβουλους τους, αλλά δεν έλεγαν τίποτε. Σιωπούσαν. Τα έβλεπαν από ψηλά. Να ευχαριστείς τον παντογνώστη Θεό και να τον παρακαλείς να σου δώσει δύναμη να τα υπομένεις. Έτσι δεν θα γίνει αρχή για να δημιουργηθούν σκάνδαλα. Άμα μπει το πείσμα και οι παρεξηγήσεις, ειρήνη μη γυρεύεις.

Λόγοι Πατέρων

1-10 of 215