Άρθρα


Δώσε ψωμί και πάρε Παράδεισο…

αναρτήθηκε στις 16 Αυγ 2018, 12:54 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 16 Αυγ 2018, 12:54 π.μ. ]


Δεν πρόσεξες στο Ευαγγέλιο την παραβολή των δέκα παρθένων; Εκείνες που ασκούσαν την παρθενία αλλά δεν είχαν ελεημοσύνη, έμεναν έξω από τη γιορτή του γάμου.

Γιατί, από τις δέκα, οι πέντε ήταν συνετές και οι πέντε άμυαλες. Οι συνετές είχαν πάρει λάδι για τα λυχνάρια τους.
Οι άμυαλες δεν είχαν πάρει, και γι’ αυτό τα λυχνάρια τους άρχισαν να σβήνουν. Τότε ζήτησαν λάδι από τις συνετές.

Εκείνες όμως αποκρίθηκαν: «Όχι, γιατί δεν θα φτάσει ούτε για μας ούτε για σας» (Ματθ. 25, 9). Δεν αρνήθηκαν από ασπλαχνία ή κακία, αλλ’ από έλλειψη χρόνου, γιατί ερχόταν ήδη ο γαμπρός, και από φόβο, μήπως μείνουν όλες έξω. Και τις συμβούλεψαν: «Καλύτερα να πάτε σ’ εκείνους που πουλάνε λάδι και ν’ αγοράσετε για τα λυχνάρια σας». Είχαν κι αυτές λυχνάρια, αλλά δεν είχαν λάδι.

Το λυχνάρι είναι η παρθενία, το λάδι η ελεημοσύνη‡ και όπως το λυχνάρι, αν δεν τροφοδοτηθεί με λάδι, σβήνει, έτσι και η παρθενία, αν δεν έχει ελεημοσύνη, απαξιώνεται. Ποιοί, όμως, είναι εκείνοι που πουλάνε αυτό το λάδι; Οι φτωχοί. Και πόσο το πουλάνε; Όσο θέλεις.

Η τιμή δεν είναι καθορισμένη, κι έτσι δεν μπορείς να φέρεις σαν δικαιολογία τη δική σου φτώχεια. Έχεις μόνο έναν οβολό; Αγόρασε τον ουρανό‡ όχι γιατί είναι φτηνός ο ουρανός, αλλά γιατί είναι φιλάνθρωπος ο Θεός. Δεν έχεις ούτε έναν οβολό; Δώσε ένα ποτήρι κρύο νερό‡ γιατί «και όποιος δώσει σ’ έναν απ’ αυτούς τους άσημους ένα ποτήρι κρύο νερό για χάρη μου, αλήθεια σας λέω, θα λάβει την αμοιβή του», είπε ο Κύριος (Ματθ. 10, 42).

Εμπόρευμα είναι ο ουρανός κι εμείς αμελούμε. Δώσε ψωμί και πάρε παράδεισο. Δώσε μικρά και πάρε μεγάλα. Δώσε πρόσκαιρα και πάρε αιώνια. Δώσε φθαρτά και πάρε άφθαρτα. Αν υπήρχε ένα παζάρι, όπου θα μπορούσες να βρείς άφθονα και πολύ φτηνά πράγματα, δεν θα πουλούσες ο,τι έχεις, δεν θα έκανες ο,τι περνάει από το χέρι σου, για ν’ αγοράσεις τα εμπορεύματα εκείνα; Πως, λοιπόν, για τα φθαρτά δείχνεις τόση προθυμία, ενώ για το αθάνατο εμπόρευμα αμελείς και αδιαφορείς;

Δώσε στους φτωχούς, και, αν εσύ σωπαίνεις την ώρα της Κρίσεως, αναρίθμητα στόματα θα απολογούνται για σένα‡ γιατί η ελεημοσύνη θα είναι εκεί και θα συνηγορεί για τη σωτηρία σου. Μην προφασίζεσαι φτώχεια. Η χήρα που φιλοξένησε τον προφήτη Ηλία ήταν πάμφτωχη, μα η φτώχεια δεν την εμπόδισε να τον φιλοξενήσει και να τον ελεήσει μ΄ ο,τι είχε. Γι’ αυτό και αξιώθηκε ν’ απολαύσει τους καρπούς της ελεημοσύνης της.

Αγιος Ισαάκ ο Σύρος: Μακρυά από αυτούς που κατηγορούν και κατακρίνουν!

αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2018, 2:55 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 4 Αυγ 2018, 2:56 π.μ. ]



Όταν βλέπεις έναν άνθρωπο να αγαπάει τα γέλια και να θέλει να γελοιοποιεί τους άλλους, να μην πιάνεις φιλία.

Γιατί θα σε κάνει να συνηθίσεις στην ψυχική ατονία. Σε κείνο πού ή ζωή του είναι διεφθαρμένη, μη δείχνεις ιλαρό πρόσωπο φυλάξου όμως καλά μήπως τον μισήσεις.

Και αν θελήσει να μετανοήσει, βοήθησε τον και φρόντισε τον, θυσιάζοντας ακόμη και τη ζωή σου, να σωθεί.

Εάν όμως είσαι πνευματικά ασθενής, μην τολμήσεις να γίνεις γιατρός του.
Μπροστά σε άνθρωπο πού έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και έχει την αρρώστια να προσέχεις πολύ πώς θα μιλήσεις. Γιατί ενόσω μιλάς, αυτός εξηγεί μέσα του τα λόγια σου όπως αγαπά και από τα αγαθά σου λόγια παίρνει αφορμή και σκανδαλίζει τους άλλους. Και αλλάζει το νόημα των λόγων σου μέσα στο μυαλό του σύμφωνα με την πνευματική του αρρώστια.

Αν δεις κάποιον να έρχεται και να κατηγορεί τον αδελφό του μπροστά σου, κάνε το πρόσωπο σου σκυθρωπό. Έτσι και το έλεος του Θεού θα έχεις και απ’ αυτόν θα φυλαχτείς. Και πού είναι η κόλαση πού μας εκφοβίζει από παντού και υπερνικά την αγάπη του Θεού; Ποια κόλαση και ποια γέεννα του πυρός μπορεί να σταθεί μπροστά στη χάρη της Ανάστασης, όταν ο Θεός μας αναστήσει εν δόξη από τον άδη και κάνει τούτο το φθαρτό σώμα μας να ντυθεί την αφθαρσία;

Όσοι έχετε διάκριση, θαυμάστε τα μεγαλεία του Θεού. Ποιος όμως έχει τόσο σοφή και αξιοθαύμαστη διάνοια, πού θα μπορέσει να θαυμάσει, όσο αξίζει, τη χάρη του Δημιουργού μας; Η ανταπόδοση των αμετανόητων αμαρτωλών είναι βέβαιη, όμως αντί της δίκαιης ανταπόδοσης ο Κύριος ανταποδίδει την ανάσταση σ’ αυτούς πού μετανοούν και, αντί να τιμωρήσει αυτούς πού καταπάτησαν το νόμο του, τους ντύνει με την τέλεια δόξα της αφθαρσίας. Αυτή η χάρη, πού μας ανασταίνει από την αμαρτία, είναι μεγαλύτερη από εκείνη πού μας δόθηκε, όταν από την ανυπαρξία μας έφερε στην κτιστή ύπαρξη. Δόξα στην άμετρη σου χάρη, Κύριε.

Ο ζητιάνος Επίσκοπος

αναρτήθηκε στις 4 Αυγ 2018, 2:30 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 4 Αυγ 2018, 2:31 π.μ. ]

Έτσι ρώτησε έναν περαστικό πως να πάει στο χωριό. Είχε περπατήσει κανένα μισάωρο όταν άκουσε κάποιο θόρυβο…γύρισε πίσω και είδε μια αμαξα με άλογα που τα οδηγούσε ένας νέος. -Επιτέλους βοήθεια, θα με πάρει, σκέφτηκε ο γέρος και του κούνησε το χέρι για να τον πάρει…

-Τι θέλεις γέρο; Τον ρωτάει ο νέος.

-Πάρε με στο χωριό σε παρακαλώ. Τού ζήτησε ο γέρος

– Δεν είναι μακριά, να περπατήσεις. Απάντησε ο νέος.

-Ευχαριστώ! Μουρμούρισε ο γέρος και συνέχισε τον δρόμο. Γύρισε ο διακονος στην εκκλησία και είπε οτι δεν ήρθε ο επίσκοπος.

– Μάλλον του έτυχε κάτι…είπαν

-Το βραδάκι επιτέλους έφτασε ο γέρος στο χωριό. Είδε ενα πηγάδι με σκέπη και έκατσε να ξεκουραστεί κάτω από την σκεπή του πηγάδιού όπου και αποκοιμήθηκε. Το πρωί τον ξύπνησαν γυναίκες που ήρθαν να πάρουν νερό. Τις ρώτησε λοιπόν που μένουν οι χριστιανοί…

– Εδώ όλοι είναι χριστιανοί. Ηταν απάντηση. Πάει ο γέροντας στο χωριό να ζητήσει ελεημοσύνη, κάποιος του έδωσε πατάτες, κάποιος ξερό ψωμί. Αυτός όμως πάνω σε κάθε ελεημοσύνη έγραφε το όνομά αυτού που του το έδινε και το φύλαγε. Το βράδυ ο γέρο-ζητιάνος την πέρασε σε μια γωνιά τού ναού.

Όταν τελειώσε η λειτουργία ο ιερέας ευχαρίστησε τον θεό για όλα. Τον ευχαρίστησε και ο γέρο-ζητιάνος.

-Φεύγοντας ο κόσμος του έλεγε «Ο θεος να σε Ελεησει». Ο ναός έκλεισε και ο γέρος πήγε πάλι στο πηγάδι για να κοιμηθεί. Αυτό συνεχίστηκε για δύο μέρες. Την τρίτη μέρα όταν μαζεύτηκε πάλι ο κόσμος στην εκκλησία, πριν ξεκινήσει η λειτουργία βγήκε ο γέρο-ζητιάνος μπροστά και έβγαλε τα φαγητά που είχε μαζέψει αυτές τις μέρες. Όταν το είδε αυτό ο διακονος πήγε να βάλει τάξη… Ο γέρο-ζητιάνος όμως με πολύ ισχυρή και δυνατή φωνή είπε:

– Σήμερα εγώ θα λειτουργήσω! Είμαι ο Επίσκοπος που περιμένατε…

Έπεσε μία απόκοσμη σιωπή…

Ο επίσκοπος συνέχισε… σήμερα θα συζητήσουμε το θέμα, «Μοιράσου το ψωμί σου με τους φτωχούς»

Σηκώσε το ξεραμενο ψωμάκι, είπε το όνομα αυτού που του το έδωσε και ρώτησε:

– Μπορεί ο άνθρωπος να ζήσει με αυτό; Δείτε το αδέλφια! Ο άνθρωπος πού του το έδωσε ήταν πλούσιος και κοκκινισε από την ντροπή του…και έτσι συνεχίσε μέχρι να βγάλει και το τελευταίο φαγητό το οποίο ηταν πολύ καλό και του το είχαν προσφέρει δυο οικογένειες πολυτέκνων.

Ήταν η πρώτη φορά πού οι πλούσιοι ήθελαν να είναι στην θέση των φτωχών…μερικοί προσπάθησαν να δίκαιολογηθουν: τα’χα ότι είναι η ανθρώπινη φύση… Οι πράξεις των τελευταίων όμως τους συγκίνησε όλους τόσο πολύ που δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυα τούς.

– Δεν πειράζει, είπε ο επίσκοπος συγκινημένος, ξεχνώντας τα όλα. -Χαίρομαι που ο Θεός σας ξύπνησε στο τέλος. О ηγούμενος απευθύνθηκε στον Επίσκοπο. -Μα που κοιμόσασταν τις νύχτες; -Στον αδελφό μου, αποκρίθηκε ο ηγούμενος

– Και ποιος είναι αυτός?

-Το πηγάδι, πού με φιλοξένησε κάτω από την σκεπή του…και έγινε ο αδελφός Μου.

Τον ερχομό του επισκόπου δεν τον ξέχασαν πότε στο χωριό. Ξεχνιούνται τέτοια πράγματα;

Η ψυχή χωρίς προσευχή είναι νεκρή

αναρτήθηκε στις 28 Ιουλ 2018, 11:33 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 28 Ιουλ 2018, 11:33 π.μ. ]



Ψυχή χωρίς προσευχή είναι καταδικασμένη να πεθάνη από πνευματική ασφυξία, όπως το σώμα όταν στερηθή το οξυγόνο.

Δύο ειδών προσευχές έχουμε: την κοινή, τη φανερή· και την ατομική, τη μυστική.

Η κοινή προσευχή πρέπει να γίνεται πάντοτε σύμφωνα με την τάξη και το τυπικό που ορίζει η Εκκλησία μας. Στην κοινή προσευχή δεν έχουμε δικαίωμα ν’ αυτοσχεδιάζουμε, όπως κάνουν οι αιρετικοί. Έχει τον καθωρισμένο χρόνο και το καθωρισμένο από την Εκκλησία περιεχόμενό της: Μεσονυκτικό, όρθρος, ώρες, λειτουργία, εσπερινός, απόδειπνο. Το ίδιο το Πανάγιο Πνεύμα, που συγκροτεί ολόκληρη την Εκκλησία, ώρισε αυτές τις προσευχές, για να λατρεύεται και να δοξάζεται αδιάκοπα ο αληθινός Θεός στη γη από τους ανθρώπους, όπως δοξάζεται στον ουρανό από τους αγγέλους.

Η ατομική προσευχή δεν είναι προκαθωρισμένη. Είναι η προσωπική συνομιλία και επικοινωνία του ανθρώπου με τον ουράνιο Πατέρα του, του πλάσματος με τον πλάστη του. Αυτή η προσευχή, διδάσκει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, ως προς την ποιότητά της είναι συνουσία και ένωσις ανθρώπου και Θεού· και ως προς την ενέργειά της, έχει τέτοια και τόση δύναμη, ώστε συντηρεί και διατηρεί τον κόσμο, συμφιλιώνει με τον Θεό, σβήνει πλήθος αμαρτημάτων, σώζει από τους πειρασμούς, συντρίβει τα τεχνάσματα των δαιμόνων, γεννά όλες τις αρετές, χορηγεί τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τρέφει την ψυχή, φωτίζει τον νου, διαλύει τη λύπη και την ακηδία, σβήνει τον θυμό, καλλιεργεί την ελπίδα, καθρεπτίζει την πνευματική πρόοδο, αποκαλύπτει τα μέλλοντα.

«Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμιείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω πατρί σου τω εν τω κρυπτώ» (Ματθ. 6. 6).

«Ταμείον» πνευματικό είναι η καρδιά που ενώνεται με τον νου και γεννά ό,τι ο άγιος Θεοφύλακτος ονομάζει μυστική διάνοια. Εκεί μέσα επιτελείται η εσωτερική προσευχή. Δεν χρειάζεται να κινηθούν τα χείλη, να χρησιμοποιηθούν βιβλία, να επιστρατευθούν τα μάτια και η γλώσσα και οι φωνητικές χορδές· χρειάζεται όμως ν’ ανυψωθή ο νους προς τον Θεό και να βυθισθή μέσα σ’ Αυτόν.

Το πνευματικό «ταμιείον» της καρδίας σου χωρεί και κλείνει μέσα του ολόκληρο τον Κύριο και τη βασιλεία των ουρανών, καθώς ο ίδιος διαβεβαίωσε: «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν» (Λουκ. 17. 21). Η καρδιά, εξηγεί ο άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, είναι μικρό όργανο, αλλά μέσα της χωρούν τα πάντα: εκεί ο Θεός, εκεί οι άγγελοι, εκεί η αιώνια ζωή και βασιλεία, εκεί οι άγιοι, εκεί ο θησαυρός της χάριτος. Σ’ αυτό λοιπόν το εσωτερικό καρδιακό ταμείο ν’ αποσύρεσαι συχνά, να συγκεντρώνης όλο σου τον νου, να παρίστασαι νοερά ενώπιον του Θεού και να επικοινωνής μαζί Του μυστικά, με πνευματική θέρμη και ζώσα πίστη, ασκούμενος στη νήψη, για να εξελιχθής «εις άνδρα τέλειον».

Μάθε τον άριστο τρόπο της προσευχής: Πρώτα ν’ απευθύνης στον Θεό ειλικρινή και βαθιά ευχαριστία «πάντων ένεκεν». Στη δεύτερη θέση βάλε την εξομολόγησι των αμαρτιών σου, με μετάνοια, συναίσθησι και συντριβή ψυχής. Και τελευταία ας αναφέρης τα αιτήματά σου προς τον ουράνιο Πατέρα σου.

Αν προσεύχεσαι πολύν καιρό και ο Θεός δεν εισακούη τα αιτήματά σου, οπωσδήποτε τούτο συμβαίνει για τρεις αιτίες: Ή διότι ζητάς κάτι πριν έρθη η κατάλληλη ώρα, ή διότι ζητάς ανάξια και υπερήφανα, ή διότι ο παντογνώστης Κύριος γνωρίζει πως αν εκπληρώση την επιθυμία σου θα πέσης κατόπιν σε υπερηφάνεια ή σε αμέλεια.

Ύπάρχει προσευχή ευάρεστη στον Θεό και καρποφόρα. Και υπάρχει προσευχή βδελυκτή στον Θεό και άκαρπη. Αν θέλης να δεχθή ο Κύριος την προσευχή σου, πλησίασέ Τον με πολλή ταπείνωσι και συντριβή, με καθαρούς τους λογισμούς, με βαθιά εμπιστοσύνη στην πρόνοιά Του, με καθαρή την καρδιά από την οργή και τη μνησικακία, με Πνεύμα μαθητείας και υπακοής στο θέλημά Του. Αυτές είναι οι βασικές προϋποθέσεις της καρποφόρας προσευχής.

«Προσευχόμενοι δε μη βαττολογήσητε ώσπερ οι εθνικοί· δοκούσι γαρ ότι εν τη πολυλογία αυτών εισακουσθήσονται» (Ματθ. 6. 7), λέει ο Κύριος.

Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος πάλι διδάσκει: «Μη ζητάς να λες πολλά στην προσευχή σου, για να μη διασκορπισθή ο νους σου αναζητώντας λόγια. Ένας λόγος τελωνικός εξιλέωσε τον Θεό, και ένας λόγος πίστεως έσωσε τον ληστή. Η πολυλογία στην προσευχή πολλές φορές δημιούργησε στον νου φαντασίες και διάχυσι, ενώ αντιθέτως η μονολογία συγκεντρώνει τον νου».

Γι’ αυτό ασκήσου στην αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή, τη νοερά προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», υπακούοντας στα λόγια του αποστόλου: «Θέλω πέντε λόγους δια του νοός μου λαλήσαι… ή μυρίους λόγους εν γλώσση» (Α’ Κορ. 14. 19). Αν αυτή η προσευχή γίνη η αναπνοή της ψυχής σου, θα σε οδηγήση κατ’ ευθείαν στη μυστική ένωσι με τον Κύριο.

Την αληθινή και καθαρή προσευχή δεν μπορεί να σου τη διδάξη άλλος, εκτός από τον Κύριο. Η προσευχή δεν έχει άλλο δάσκαλο εκτός από τον ίδιο τον Θεό, «τον διδάσκοντα άνθρωπον γνώσιν και διδόντα ευχήν τω ευχομένω» (Ψαλμ. 93. 10 – Α’ Βασ. 2. 9). Γι΄ αυτό μιμήσου τον μαθητή εκείνο που με απλότητα παρακάλεσε τον Χριστό: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι» (Λουκ. 11. 1).

Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ

Πηγή: Αγίου Δημητρίου Ροστώφ, «Πνευματικό Αλφάβητο». Εκδ.: Ι.Μ. Παρακλήτου, 199

Αυτή η φράση είναι θανατηφόρο πλήγμα για τον διάβολο!

αναρτήθηκε στις 28 Ιουλ 2018, 11:26 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 28 Ιουλ 2018, 11:27 π.μ. ]

  • «Αυτή η φράση είναι θανατηφόρο πλήγμα για τον διάβολο!

«Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν!»

Είναι πολύ μεγάλη γι’ αυτόν που τη λέει σε κάθε κίνδυνο, προϋπόθεση ασφάλειας κι ευχαρίστησης.

Γιατί μόλις την απαγγείλει κανείς, αμέσως διασκορπίζεται το σύννεφο της λύπης.

Μην παύσεις να τη λες και να ασκείς και τους άλλους σ’ αυτό.

Έτσι και η φουρτούνα που μας βρήκε, κι αν ακόμη γίνει μεγαλύτερη, θα μεταβληθεί σε γαλήνη.

Έτσι κι όσοι δοκιμάζονται θα πάρουν μεγαλύτερη αμοιβή παράλληλα προς την απαλλαγή τους απ’ τα δεινά.

Αυτή η φράση ανέδειξε τον Ιώβ νικητή, αυτή η φράση έτρεψε σε φυγή τον διάβολο, κι αφού τον γέμισε από ντροπή τον έκανε να αναχωρήσει, αυτή είναι εξάλειψη κάθε ταραχής…».

(Απ’ την 193 Επιστολή του Άγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου).

Σημειώνεται ότι με την φράση αυτή ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος άφησε την τελευταία του αναπνοή! (δηλ. Δόξα στον Θεό για όλα!)


Προφήτης Ηλίας ο Θεσβίτης, ο μέγιστος των Προφητών: Πως θα επιβιώσουμε τις ημέρες του αντιχρίστου;

αναρτήθηκε στις 19 Ιουλ 2018, 11:41 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 19 Ιουλ 2018, 11:41 μ.μ. ]

Ο προφήτης Ηλίας έζησε τον 9 π.Χ. αιώνα και ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από τη Θέσβη (γι’ αυτό και ονομάστηκε Θεσβίτης), το σημερινό El Istib, της περιοχής Γαλαάδ, και άνηκε στην φυλή του Ααρών. Όταν γεννήθηκε, ο πατέρας του είδε μία θεία οπτασία:


Δύο άνδρες λευκοφορεμένοι τον ονόμαζαν Ηλία, τον σπαργάνωναν με φωτιά και του έδιναν φλόγα να φάει. Τότε ο πατέρας του, πήγε στα Ιεροσόλυμα και αφού περιέγραψε την οπτασία στους ιερείς, εκείνοι του είπαν ερμηνεύοντας την οπτασία, ότι ο γιος του θα γίνει προφήτης και θα κρίνει το Ισραήλ με δίκοπο μαχαίρι και φωτιά.

Ο Προφήτης Ηλίας άσκησε το προφητικό του χάρισμα επί 25 έτη στα χρόνια του βασιλέα Αχαάβ, που βασίλεψε στα 873 – 854 π.Χ. Ο Αχαάβ και μάλιστα η γυναίκα του Ιεζάβελ ήσαν άνθρωποι ασεβείς κι εναντίον τους ήταν ο πόλεμος του προφήτη Ηλία. Η Ιεζάβελ, που δεν ήταν ισραηλίτισσα και γινόταν αιτία να νοθεύεται η πίστη από ειδωλολατρικά έθιμα, αυτή λοιπόν κυνήγησε πολύ τον προφήτη Ηλία, γι’ αυτό κι εκείνος αναγκαζόταν διαρκώς να φεύγει και να κρύβεται. Η Ιεζάβελ κυνηγούσε τον προφήτη Ηλία όπως η Ηρωδιάδα τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Πως θα επιβιώσουμε τις ημέρες του αντιχρίστου;

Εστιάζοντας στην ζωή του Προφήτη Ηλία, όταν τον καταζητούσε λυσσαλέα ο σατανολάτρης Βασιλιάς Αχαάβ ,τον βλέπουμε να καταφεύγει, ύστερα από εντολή Του Θεού, στον χείμαρρο Χερίθ (Γ’ Βασιλέων 17,3).


Εκεί ο Θεός διατάζει με θαυματουργικό τρόπο τα κοράκια να τον προμηθεύουν ψωμί και κρέας, πρωί και βράδυ, πίνοντας και χρησιμοποιώντας παράλληλα νερό από το χείμαρρο (Γ’ Βασιλέων 17,6).

Όταν ο χείμαρρος ξεράθηκε ο Θεός του είπε να πάει στη Σαρεπτά της Σιδώνας όπου θα φιλοξενούνταν από μια χήρα (Γ’ Βασιλέων 17,8-9). Εκεί το λιγοστό αλεύρι και τα άλλα τρόφιμα που είχε στο σπίτι της καθημερινά πολλαπλασιάζονταν, για όλο το διάστημα που φιλοξενούσε τον Ηλία (Γ’ Βασιλέων 17,8-16). Όταν δε ο γιος της αρρώστησε και πέθανε ο Ηλίας προσευχήθηκε και το παιδί αναστήθηκε (Γ’ Βασιλέων 17,17-24).

Αλλά και όταν ο ίδιος ο Θεός έβγαλε τους Εβραίους στην έρημο δεν τους εγκατέλειψε, αλλά τους τάϊζε καθημερινά με το «μάννα».

Έτσι λοιπόν θαυματουργικά και υπέρ-λόγον θα θρέψει και θα περιθάλψει ο Χριστός τα παιδιά του σ’αυτήν την εποχή που σύντομα έρχεται.

Μην περιμένεις λοιπόν πως με την δική σου τακτική, προνοητικότητα , φροντίδα και λογική θα τα βγάλεις πέρα εκείνες τις ημέρες.Ούτε οι κονσέρβες απο το lidl θα σε σώσουνε , ούτε τα πουλερικά σου, ούτε τα μπρόκολα.

Επειδή όμως ο Θεός θα δοκιμάσει την πίστη μας δεν μας φανερώνει από τώρα πως θα μας τρέφει τότε, όπως ούτε στους Εβραίους είπε πως θα τους θρέψει στην έρημο όταν κατόπιν τους έστειλε το ¨Μάννα.¨

Ας κρατηθούμε λοιπόν γερά από τα Ι.Μυστήρια της Ορθοδόξου Εκκλησία μας , και ιδιαιτέρως την μετάνοια, Εξομολόγηση , Θ.Κοινωνία και την ευχή (κομποσχοίνι)του Ιησού Χριστού και δεν έχουμε να φοβηθούμε κανένα Αντίχριστο αφού θα έχουμε πάντα δίπλα μας και μέσα μας τον ίδιο Τον Θεό που έφτιαξε και κυβερνά όλα τα σύμπαντα.
ΕΝΑΣ ΑΠΛΟΣ ΙΕΡΕΑΣ

Απολυτίκιον Προφήτου Ηλιού, Ήχος δ’. Ταχύ προκατάλαβε.

Ο ένσαρκος Άγγελος, των Προφητών η κρηπίς, ο δεύτερος Πρόδρομος, της παρουσίας Χριστού, Ηλίας ο ένδοξος, άνωθεν καταπέμψας, Ελισαίω την χάριν, νόσους αποδιώκει, και λεπρούς καθαρίζει, διό και τοις τιμώσιν αυτόν, βρύει ιάματα.

«Δανείζει Θεώ ο ελεών πτωχόν»

αναρτήθηκε στις 17 Ιουλ 2018, 2:45 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 17 Ιουλ 2018, 2:45 π.μ. ]



Μια μέρα, την ώρα που περνούσα μαζί με τον όσιο από την πλατεία της πόλης, βλέπω στα δεξιά μου έναν άνθρωπο, που κάτι σιγομουρμούριζε.

Τον ακολουθούσαν ένα σμάρι φτωχοί και ζητιάνοι, ζητώντας του ελεημοσύνη. Κι εκείνος, ενώ έκανε πως τους απόδιωχνε τάχα, τους έβαζε κρυφά στα χέρια τα ελέη της αγάπης του.
Μ’ αυτόν τον τρόπο έκρυβε από τους ανθρώπους τις αγαθοεργίες Του.

Εγώ όμως το πήρα είδηση. Σκούντησα λοιπόν τον όσιο και του φανέρωσα χαμηλόφωνα την αρετή του διαβάτη. Αυτός δεν φάνηκε να εντυπωσιάστηκε.

– Tον ξέρω, παιδί μου, είπε. Πολλές φορές έχουμε ανταμώσει. Εσύ μάθε μόνο τούτο, ότι για τον Θεό είναι μέγας.

Λίγες μέρες αργότερα του ζήτησα να μου πει κάτι γι’ αυτή την αρετή, και μου διηγήθηκε ένα παράδοξο θαύμα.

– Ήμουνα παιδί μικρό, είπε, ίσαμε δέκα χρονών και είχα πάει στην εκκλησία του αγίου αποστόλου Θωμά για να προσευχηθώ. Εκεί βρήκα ένα γέροντα να διδάσκει το λαό. Ανάμεσα στ’ άλλα μίλησε και για την ελεημοσύνη. Είπε μάλιστα, ότι αυτός που δίνει κάτι στους φτωχούς, είναι σαν να το καταθέτει στα χέρια του ίδιου του Κυρίου. Με κάποια δυσφορία άκουσα τα λόγια εκείνου του κήρυκα. Μου φάνηκαν υπερβολικά.

“Μα αφού ο Χριστός, όπως μου λένε, είναι στους ουρανούς, στα δεξιά του Πατέρα Του”, συλλογιζόμουν με το παιδικό μου μυαλό, “πώς θα βρεθεί στη γη, για να πάρει αυτά που δίνουμε στους φτωχούς;”

Με τέτοιες σκέψεις προχωρούσα στο δρόμο, όταν, ξάφνου, βλέπω να περνάει ένας φτωχός κουρελής, που- ω του θαύματος!- πάνω απ’ το κεφάλι του είχε την εικόνα της μορφής του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Η εικόνα, αόρατη βέβαια στους άλλους, στεκόταν όρθια και ακολουθούσε το ζητιάνο παντού. Καθώς λοιπόν αυτός περπατούσε, συναντήθηκε μ’ έναν καλό άνθρωπο, που του έδωσε ψωμί. Τη στιγμή όμως που ο φιλάνθρωπος εκείνος διαβάτης άπλωσε το χέρι του, άπλωσε κι ο Χριστός το δικό του μέσ’ από τη μετέωρη εικόνα, πήρε το ψωμί και, αφού ευχαρίστησε, το έδωσε στο φτωχό. Μα ούτε εκείνος ούτε κι ο διαβάτης κατάλαβαν τι έγινε.

Ο θαυμασμός μου γι’ αυτό που είδα δεν περιγράφεται. Ε, από τότε πια πίστεψα ακράδαντα, πως όποιος δίνει στους αδελφούς ό,τι έχουν ανάγκη, το βάζει πραγματικά στα χέρια του Χριστού, που τη μορφή Του βλέπω να στέκεται πάνω απ’ όλους τους φτωχούς. Όσο μπορώ λοιπόν ασκώ την αρετή της ελεημοσύνης. Και ο Χριστός μου μ’ ευχαριστεί για κάθε φτωχό που βοηθάω.

Από το βιβλίο: «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΟΣΙΟΣ ΝΗΦΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑΝΗΣ»
ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΔΕΚΑΤΗ – ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

Μάθε με Κύριε να Προσεύχομαι…

αναρτήθηκε στις 17 Ιουλ 2018, 2:43 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 17 Ιουλ 2018, 2:43 π.μ. ]

Μόνον Εσύ γνωρίζεις τι μου χρειάζεται.

Συ με αγαπάς περισσότερο από όσο εγώ ξέρω να αγαπώ τον εαυτό μου.

Κύριέ μου, δώσε στο δούλο Σου εκείνο που ούτε να ζητήσω δεν μπορώ. Δεν τολμώ να σού ζητιανέψω ούτε απαλλαγή από πάθη, ούτε αρετές, ούτε απόλαυση χάριτος, παρά μόνο στέκομαι μπροστά Σου με την καρδιά μου ανοιχτή απέναντί Σου.

Συ βλέπεις τις ανάγκες που εγώ δε βλέπω, κοίταξέ με και πράξε κατά το έλεός Σου. Χτύπησε και θεράπευσε, ρίξε με και ανύψωσέ με. Πάλλομαι και σιωπώ μπροστά στην άγια θέλησή Σου και μπροστά στις κρίσεις Σου για μένα.

Προσφέρω τον εαυτό μου ως θυσία προς Εσένα. Δεν υπάρχει μέσα μου άλλη επιθυμία παρά μόνο να εκπληρώσω το θέλημά Σου.

Μάθε με να προσεύχομαι. Έλα Εσύ ο Ίδιος μέσα μου να προσεύχεσαι. Αμήν…

Αγίου Φιλαρέτου Μόσχας

Η ιστορία του μοναχού που έσωσε την μητέρα του από την κόλαση

αναρτήθηκε στις 14 Ιουλ 2018, 2:43 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 14 Ιουλ 2018, 2:43 π.μ. ]

Ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη.

Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.

Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.

Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:

– Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη «πελατεία» και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.

Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τί γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.

Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.

Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:

– Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.

Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.’ Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, πού μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν.

Μου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά πού θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις».

Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ό όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε.

Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιες ήταν οι ενέργειες μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα πού έκανα.

– Παιδί μου, λέει, αυτό πού ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. ‘Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι ή ψυχή της μητέρας σου.

Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ό άγιος ασκητής και μου είπε:

– Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιεις ούτε θα κουνηθείς!’ Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ό Θεός να μάς φώτιση και να μάς αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.

Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ό άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής.

Όταν έφθασε λοιπόν ή νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ό νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ό Θεός ένια ι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν.

Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, πού έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει ή Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό. Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν.

Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της πού εύρίσκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε:

– Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!!

Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι «έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!»

-Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!…

Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά.

– Και τόσος ήταν ό πόνος μου, λέει ό μοναχός, τόση ήταν ή οδύνη μου και τόση ή λαχτάρα μου, πού την ώρα πού ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω.

Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…πού δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ’ αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων.

Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τούς ολόλαμπρους πού χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι πού ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί πού τελείωνε ή έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.

Όταν ό άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε:

-Τί είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία.

Του πού έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Αδη. Το χέρι μου όμως πού βούτηξε μέσα σ’ αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαίετο εκείνη ή λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια.

– Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.

Κι εκείνος μου είπε:

– Όχι! Μέχρι πού να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι ή απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει ή Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ό μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει:

-Τύλιξε το. Ό τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους πού θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.

-Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι του. Κι ό δεσπότης δεν άντεξε την «βρώμα» κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό είχε και τόση ευωδία.

Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός;

αναρτήθηκε στις 14 Ιουλ 2018, 2:17 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 14 Ιουλ 2018, 2:17 π.μ. ]


: Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να γνωρίζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ’ αυτιά τους δεν ακούνε. Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός;

“Γονάτισα”, λες. Γονάτισες, αλλά, ενώ το σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προσευχή και με τη σκέψη λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτήματα, συναντούσες τους φίλους σου. Γιατί ο διάβολος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας.

Να, πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε· πάμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περνούν από το νου μας.Έτσι χάνουμε τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και όταν προσευχόμαστε στο σπίτι μας ή οπουδήποτε αλλού.

Κάθε φορά, λοιπόν, που, καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρνουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προσευχής. Ας επαναλαμβάνουμε, μάλιστα, την προσευχή από την αρχή.

1-10 of 90