Συνεργάτες

Με την υποστήριξη του Plomari.EU

Σχεδίαση - Ανάπτυξη
Φιλοξενία

Επίκαιρα

Ο άγιος ιερομάρτυς Πολύκαρπος επίσκοπος Σμύρνης (23 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 23 Φεβ 2012 12:34 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου

 



Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Ο άγιος Πολύκαρπος μαθήτευσε στον Θεολόγο και Ευαγγελιστή Ιωάννη μαζί με τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο. Μετά τον Βουκόλο, τον αγιότατο επίσκοπο Σμύρνης, χειροτονήθηκε από τους επισκόπους, αφού είχε προφητεύσει την είσοδό του στην ιερωσύνη ο μακάριος Βουκόλος. Συνελήφθη κατά τον διωγμό του Δεκίου και οδηγήθηκε στον ανθύπατο. Έκανε τον μαρτυρικό αγώνα του μέσα από τη φωτιά και έγινε δημιουργός εξαίσιων θαυμάτων. Διότι και προ της ιερωσύνης του γέμισε με την προσευχή του τις αποθήκες σίτου της γυναίκας που τον έθρεψε, τις οποίες προηγουμένως είχε αδειάσει για να καλύψει τις ανάγκες των πτωχών. Κι ακόμη σταμάτησε την ορμή μιας πυρκαϊάς, μετά την ανάρρησή του στην ιερωσύνη, όπως και με την ικεσία του προς τον Κύριο κατέβασε βροχή στην ξεραμένη γη και πάλι τη σταμάτησε, όταν έβρεχε διαρκώς. Τελείται δε η σύναξή του στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Η χριστοκεντρικότητα της ζωής του αγίου Πολυκάρπου είναι το κύριο στοιχείο που θίγει η υμνολογία της εορτής του. Αξιοποιώντας ο υμνογράφος το ίδιο το όνομά του: Πολύκαρπος, βλέπει τον άγιο ως  το πολύκαρπο στάχυ, που βλάστησε από τον σπόρο που φύτευσε στη γη ο Χριστός, όπως και ως το πολύκαρπο κλήμα που προεκτείνει την άμπελο Χριστό. Ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού ακούμε: «Όταν ο καρπός της Παρθένου και πηγή ζωής σπόρος έπεσε στη γη, τότε βλάστησε σένα ως πολύκαρπο στάχυ» («Ότε της Παρθένου ο καρπός και ζωαρχικώτατος σπόρος εις γην ενέπεσε, τότε σε πολύκαρπον στάχυν εβλάστησε»)∙ «Όταν υψώθηκε πάνω στο ξύλο του Σταυρού η αληθινή άμπελος που κρεμάστηκε, τότε άπλωσε εσένα ως κατάκαρπο κλήμα, που κόπηκε από το δρεπάνι του σεπτού μαρτυρίου» («Ότε επί ξύλου τουο Σταυρού, η αληθινή κρεμασθείσα υψώθη άμπελος, τότε σε κατάκαρπον κλήμα εξέτεινε, τη δρεπάνη τεμνόμενον σεπτού μαρτυρίου»). Ο υμνογράφος με άλλα λόγια κατανοεί τον άγιο Πολύκαρπο όχι ως ένα ήρωα απλώς της πίστεως, αλλά ως προέκταση της ζωής και της σταυρώσεως του Κυρίου, ως τίμιο μέλος του αγίου σώματός Του, ως ένα με Εκείνον, συνεπώς στο πρόσωπο του αγίου Πολυκάρπου βλέπει τον ίδιο τον Κύριο.
Γι’ αυτό και επιμένει στην πραγματικότητα αυτή και με άλλες εικόνες. Στην α΄ ωδή για παράδειγμα παρουσιάζει τον άγιο ως μία στήλη που έχει γραμμένο πάνω της όχι με μελάνι, αλλά με το Πνεύμα του Θεού, το Ευαγγέλιο της θείας χάρης. Ο άγιος Πολύκαρπος είναι ένα ζωντανό ευαγγέλιο: και μόνο βλέποντάς τον είναι σα να βλέπει κανείς τη ζωή του Χριστού. «Νόμου καινού στηλογραφία συ γέγονας, εγγεγραμμένον έχουσα, Πάτερ, ου μέλανι, αλλά Πνεύματι θείω, της χάριτος της θείας το Ευαγγέλιον». Η επισήμανση εν προκειμένω του αγίου Θεοφάνη του υμνογράφου, ότι με το Πνεύμα του Θεού είναι γραμμένο στον άγιο το ευαγγέλιο, ότι δηλαδή με το Πνεύμα του Θεού φανερώνει τον Χριστό, είναι εξόχως σημαντική. Διότι μας θυμίζει ότι κανείς δεν γνωρίζει και δεν συνδέεται με τον Χριστό, ερήμην του αγίου Πνεύματος, συνεπώς εκτός της Εκκλησίας. Μόνον ο εν τη Εκκλησία ζων και ενεργούμενος από το Πνεύμα το Άγιον μπορεί να είναι και με τον Χριστό. «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω» κατά τον λόγο και του αποστόλου Παύλου.
Ο άγιος Θεοφάνης  δεν παύει να τονίζει -  εκτός βεβαίως της μαθητείας του Πολυκάρπου στον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, από τον οποίο, λέγει, ότι δέχτηκε και τα ρείθρα της ζωής σαν από χείμαρρο: «Δέχτηκες το ρείθρο της ζωής σαν από χείμαρρο τρυφής, όσιε, γιατί μαθήτευσες στον αγαπημένο μαθητή που άντλησε από τον Χριστό την άβυσσο της σοφίας» (ωδή ε΄) – και το μαρτύριο αίματος του αγίου. Δεν πρέπει μάλιστα να ξεχνάμε ότι το μαρτύριο του αγίου Πολυκάρπου καταγράφηκε απαρχής σ’ ένα μικρό κείμενο, λίγο μετά την αποτομή της κεφαλής του, από ένα Σμυρναίο χριστιανό, ονόματι Μαρκίωνα, και επέδρασε καταλυτικά στη μετέπειτα Παράδοση της Εκκλησίας ως προς την κατανόηση γενικώς του μαρτυρίου και της θεολογίας αυτού. Το μαρτύριο λοιπόν του αγίου τονίζεται επαρκώς από τον άγιο υμνογράφο. Δίνει όμως και τις βαθύτερες διαστάσεις του: ο άγιος Πολύκαρπος μαρτύρησε βεβαίως, αλλά προ του μαρτυρίου του ήδη μαρτυρούσε ως προς τη συνείδησή του, δηλαδή τηρώντας τις εντολές του Κυρίου. Που σημαίνει: κανείς δεν φτάνει στο σημείο ολοκληρωτικής θυσίας, χωρίς να είναι έτοιμος εσωτερικά γι’ αυτό.  «Πρόσφερες ολόκληρο τον εαυτό σου στον Χριστό, σαν ζωντανή θυσία, με την άσκηση του μαρτυρίου σου, παμμακάριε, αφού προηγουμένως προαθλήθηκες στο μαρτύριο της συνειδήσεως» («Ολόκληρον σαυτόν Χριστώ προσήγαγες ως ζώσαν θυσίαν τω μαρτυρίω, συνειδήσεως μαρτύριον  προαθλήσας, παμμάκαρ, δι’ ασκήσεως») (ωδή γ΄). Κι ακόμη: Πριν ριχτεί στη φωτιά για να καεί, έκαιγε μέσα του η φλόγα της δόξας του αγίου Πνεύματος. Συνεπώς η αισθητή φωτιά ολοκλήρωσε την τελείωσή του που ήδη βρισκόταν σε εξελικτική πορεία διά του Πνεύματος του Θεού. «Με λαμπρό τον νου από τη δόξα του αγίου Πνεύματος, όσιε, σαν να φλεγόσουν, για να το πούμε συμβολικά, από τη φωτιά Εκείνου, μυήθηκες σαφώς στην τελείωσή σου, θεόφρον, μέσα από την αισθητή φωτιά» («Αίγλη του Πνεύματος συ καταλαμπόμενος τον νουν,  όσιε, συμβολικώς, πυρί φλεγομένω, σαφώς εμυήθης την διά πυρός σου, θεόφρον, τελείωσιν») (ωδή ε΄).
Δεν παραξενευόμαστε λοιπόν που η υμνολογία μας αφενός στέκεται με σεβασμό απέναντι στο παράδοξο: να βλέπει σε βαθύ γήρας νεανική ανδρεία και υψηλό φρόνημα («Επέδειξες νεανική ανδρεία σε βαθύτατο γήρας, με τη δύναμη του Σταυρού, και ανάστησες το φρόνημά σου για τους θείους αγώνες») (ωδή η΄), δείγμα ότι τα νειάτα δεν βρίσκονται πρωτίστως στην ηλικία αλλά στην καρδιά, αφετέρου τον παραλληλίζει με τους αγίους τρείς παίδας εν τη καμίνω και τον χαρακτηρίζει «αγγέλων ισοστάσιον και αποστόλων σύσκηνον» (εξαποστειλάριον). «Με στέρεο λογισμό μπήκες μέσα στην καιόμενη φλόγα, ένδοξε, όπως οι τρεις παίδες που δρόσισαν το καμίνι με την άυλη φωτιά» («Στερρώ λογισμώ καιομένης της φλογός επέβης, ένδοξε, ως οι τρεις παίδες οι την κάμινον πυρί αϋλω δροσίσαντες») (ωδή ζ΄).

Η εύρεσις των λειψάνων των αγίων μαρτύρων των εν τοις Ευγενίου (22 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 22 Φεβ 2012 12:45 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου

 



Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Στα χρόνια του βασιλιά Αρκαδίου, όταν ο αγιότατος Θωμάς πατριάρχευε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, βρέθηκαν τα άγια λείψανα των μαρτύρων κάτω από τη γη, και αμέσως τα πήρε ο αρχιερέας με πολύ σεβασμό. Δόθηκε τότε και μεγάλη βοήθεια από τους αγίους, διότι θεραπεύτηκαν ακόμη και ανίατα νοσήματα. Μετά την  παρέλευση πολλών χρόνων, από θεία φανέρωση, αποκαλύφθηκε σε κάποιο καλλιγράφο κληρικό, που λεγόταν Νικόλαος, ότι μερικά από τα πολλά λείψανα είναι του Ανδρονίκου και της Ιουνίας, για τους οποίους κάνει λόγο ο θείος απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή».
Δεν παύει η Εκκλησία μας να κηρύσσει αδιάκοπα την πίστη της περί της δυνάμεως των λειψάνων των αγίων της, δεδομένου ότι αυτά φέρουν τη χάρη του Θεού που είχε ο άγιος ενόσω ζούσε.

 Διότι, όπως πολλές φορές έχουμε πει, ο άνθρωπος στέκεται ενιαία, ως ψυχοσωματική οντότητα, απέναντι στον Θεό, που σημαίνει ότι η δόξα του Θεού ζώντας στην αγιασμένη ψυχή του αγίου μεταγγίζεται και στο άγιο σώμα του. Γι’ αυτό και οι πιστοί θεωρούμε ότι τα άγια λείψανα αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους θησαυρούς της πίστεώς μας, που μας καθιστούν ζωντανό και παρόντα ανάμεσά μας τον άγιο, έστω κι αν έχει φύγει από τη ζωή αυτή. Την αλήθεια αυτή τονίζει και σήμερα η υμνολογία της Εκκλησίας μας, με την εύρεση των τιμίων λειψάνων των σήμερα εορταζομένων μαρτύρων. Σ’ ένα από τα στιχηρά για παράδειγμα του εσπερινού διαβάζουμε: «Οι για πολλούς χρόνους κρυμμένοι καλλίνικοι μάρτυρες τώρα φανερώθηκαν, σαν πολύτιμος θησαυρός, καταπλουτίζοντας τη βασιλίδα όλων των πόλεων» («Οι επί χρόνους μακρούς εγκεκρυμμένοι καλλίνικοι μάρτυρες νυν πεφανέρωνται, καθάπερ όλβος πολύτιμος, την Βασιλίδα καταπλουτίζοντες πασών πόλεων»). Στην τρίτη ωδή μάλιστα του κανόνα βλέπουμε όλο το σκεπτικό της Εκκλησίας μας για τα λείψανα: Οι άγιοι με πόθο για τον Χριστό ακολούθησαν το εκούσιο πάθος Του, ζώντας συσταυρωμένοι με Αυτόν. Έτσι άντλησαν τη χάρη από την πηγή Εκείνου, οπότε η χάρη αυτή ευρισκομένη και στα λείψανά τους απαστράπτει και προσφέρει το φως των ιαμάτων σε καθέναν που τα προσεγγίζει με πίστη. «Απαστράπτει Μαρτύρων τα φωταυγή λείψανα φέγγος ιαμάτων τοις πίστει τούτοις προστρέχουσι∙ χάριν γαρ ήντλησαν εκ των πηγών του Σωτήρος, τούτου το εκούσιον πάθος ζηλώσαντες». Τα θαύματα δηλαδή που επιτελούνται μέσω των αγίων λειψάνων αποτελούν την επιβεβαίωση περί της ενεργείας του Θεού σ’ αυτά. Ακόμη και το άγγιγμά τους ή λίγη από τη σκόνη τους εκλύει πηγές θαυμάτων για τους πιστούς. «Και λίγη σκόνη από το σώμα των αθλοφόρων, αναβρύει με τη χάρη του Θεού πηγές θαυμάτων» («κόνις βραχεία του σώματος των αθλοφόρων, πηγάς θαυμάτων βρύει εν χάριτι») (στιχηρό εσπερινού).
Στον οίκο του κοντακίου ο άγιος υμνογράφος προχωρεί ακόμη περισσότερο και μας προσφέρει μία εικόνα για τα τίμια λείψανα των αγίων, που παραπέμπει στη μεγαλοφυή εικόνα που συνέλαβε για την ελευθερία ο εθνικός ποιητής μας Διονύσιος Σολωμός και κατέγραψε στον Ύμνο της Ελευθερίας, τμήμα του οποίου αποτέλεσε και τον εθνικό ύμνος της πατρίδας μας: «Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη (η ελευθερία) των Ελλήνων τα ιερά».  Ο Διονύσιος Σολωμός μπορεί να επηρεάστηκε για να συλλάβει την πολύ όμορφη αυτή εικόνα και από τη γνωστή προφητεία περί της ζωογονήσεως των οστών του προφήτη Ιεζεκιήλ (κεφ. 37) – που τη διαβάζουμε στην Εκκλησία μας το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής μετά την επιστροφή του επιταφίου, ως προαναγγελία της πίστεως στην ανάσταση εκ νεκρών του Χριστού και των σωμάτων των ανθρώπων – όμως και ο υμνογράφος σήμερα κινείται στο ίδιο μήκος κύματος: βλέπει ότι η ορθοδοξία αναδύεται ως ρόδινη οσμή μέσα από τα λείψανα αυτά των αγίων. Με άλλα λόγια, όπως η ελευθερία για τον εθνικό μας ποιητή είναι καρπός θυσίας των Ελλήνων – έπεσαν στις μάχες οι Έλληνες και έμειναν μόνον τα κόκκαλά τους – κατά τον ίδιο τρόπο και η ορθόδοξη πίστη δεν είναι θέμα λόγων και μελετών, νοησιαρχιακών θεωριών, αλλά καρπός ολοκαυτωμάτων, εκεί δηλαδή που οι άγιοι δίνουν τη ζωή τους χάριν της πίστεως στον Χριστό. «Σαν ρόδα που ανθοφορούν ανάμεσα στ’ αγκάθια τα λείψανά σας, πηγάζετε στον κόσμο, ένδοξοι σεπτοί μάρτυρες, την οσμή της ορθοδοξίας» («Ως ρόδα μέσον ακανθών τα λείψανα ανθούντα, οσμήν ορθοδοξίας πηγάζετε εν κόσμω, μάρτυρες ένδοξοι σεπτοί»).
Σπάνια μία εικόνα έχει τόση δύναμη, που να φανερώνει διά μιας το τι είναι η ορθοδοξία. Σαν να μας λέει και πάλι ο υμνογράφος: η Ορθοδοξία, ως Ορθόδοξη Εκκλησία εννοείται, είναι ποτισμένη από το αίμα πρώτα του αρχηγού της Κυρίου Ιησού, έπειτα κι από το αίμα των ακολούθων Του αγίων μαρτύρων, είτε του φυσικού αίματός τους είτε του αίματος της συνειδήσεως. «Με τη λάμψη και την καθαρότητα των καλλονών των αρετών σας, στολίσατε το ένδυμά σας, που κοκκίνισε από τα μαρτυρικά αίματά σας» («Ταις καλλοναίς των αρετών φαιδρυνόμενοι, εξ αιμάτων χλαίναν εστολίσθητε, ηρυθρωμένην μαρτυρικών») (ωδή δ΄). Γι’ αυτό και πάντοτε παραμένει αήττητη, κατά τον αψευδή λόγο άλλωστε του Κυρίου μας, ότι «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». Τη δύναμη της Εκκλησίας διά των αγίων μαρτύρων επισημαίνει μεταξύ πολλών άλλων ύμνων η ακολουθία και με τον εξής ύμνο: «Οι αθλητές της δόξας του Χριστού με τους οχετούς των αιμάτων τους αποξήραναν τους ποταμούς της ειδωλομανίας και αποτέφρωσαν τη φωτιά του αθέου προστάγματος. Από την άλλη, πότισαν πλούσια κάθε καρδιά που αναβοά με πίστη: Ιερείς ευλογείτε, λαός υπερυψούτε, εις  τους αιώνας» («Τοις οχετοίς του αίματος ποταμούς απεξήραναν ειδωλομανίας και πυράν ετέφρωσαν αθέου προστάγματος, οι αθληταί της δόξης Χριστού∙ πάσαν δε πιστώς αναβοώσαν καρδίαν κατήρδευσαν πλουσίως∙ ιερείς ευλογείτε, λαός υπερυψούτε,Χριστόν εις τους αιώνας») (ωδή η΄).

Ο όσιος πατήρ ημών Τιμόθεος ο εν Συμβόλοις (21 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 21 Φεβ 2012 12:46 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου

 



Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Αυτός ο μακάριος ακολούθησε τον μοναχικό βίο από νεαρή ηλικία και εξαφάνισε τα σκιρτήματα των παθών με την πολλή εγκράτεια και τη δυνατή προσευχή. Έφτασε σε επίπεδα απαθείας και φάνηκε δοχείο του Αγίου Πνεύματος, μένοντας παρθένος μέχρι το τέλος της ζωής του και στην ψυχή και στο σώμα. Ουδέποτε θέλησε να δει γυναίκα. Ζώντας στα όρη και τριγυρίζοντας στις ερήμους, άρδευε την ψυχή του με τη δροσιά των δακρύων. Γι’ αυτό και έλαβε χαρίσματα ιαμάτων. Έδιωχνε δηλαδή τους δαίμονες από τους ανθρώπους και θεράπευε κάθε άλλη νόσο. Αφού έζησε με τέτοιο τρόπο, έφτασε σε βαθιά γεράματα και εκδήμησε προς τον Κύριο».
Εντελώς παράδοξη η ζωή του αγίου Τιμοθέου με την ανθρώπινη λογική: ζούσε στα όρη, τριγύριζε στις ερήμους, δεν ήθελε να δει πρόσωπο γυναίκας, και όμως αναδείχτηκε, όπως σημειώνει ο υμνογράφος του άγιος Θεοφάνης, «πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών, τροφή των πεινασμένων». Να κυνηγάς διά παντός τον Θεό με απομάκρυνση από τους ανθρώπους και να γίνεσαι ο μεγαλύτερος κοινωνικός εργάτης, είναι πράγματι, το λιγότερο, παράδοξη κατάσταση. Αλλά ο άγιος Τιμόθεος βίωσε αυτό που έζησαν και οι περισσότεροι ασκητές άγιοι: όσο στρέφεσαι προς τον Θεό, τόσο ο Θεός σε στρέφει προς τους ανθρώπους. Γιατί; Διότι «ο Θεός αγάπη εστί». Και Τον βρίσκουμε εκεί που κατεξοχήν φανερώνεται: στα πρόσωπα των κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Εκείνου δημιουργημάτων Του. Όπως το είπε στην παραβολή της κρίσεως ο ίδιος ο Κύριος: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε».

Γι’ αυτό και ο βαθμός αγάπης μας προς τον Θεό φανερώνεται από τον βαθμό αγάπης μας προς τον συνάνθρωπό μας. Και με τον άγιο Αντώνιο το ίδιο δεν έγινε; Απομακρυνόταν για χάρη του Θεού από τον κόσμο, κι ο Θεός τελικώς τον οδηγούσε στον κόσμο. Κι ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ: την απομόνωση και τον εγκλεισμό του ζητούσε. Κι η Παναγία του παρουσιάστηκε για να του πει να βγει να βοηθήσει τον κόσμο. Είναι και το παράπονο του Γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου: ήλθα στο Όρος να βρω ησυχία, και μπήκα στο πρόγραμμα των ανθρώπων. Αλλά είπαμε: κριτήριο της πίστεώς μας και των αγίων είναι η αγάπη. Όπου αγάπη εκεί και ο Θεός. Φεύγει κανείς από την αγάπη, έστω και για λόγους «πίστεως»; Χάνει τον Θεό. «Ο Θεός αγάπη εστί και ο μένων εν τη αγάπη, εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ».
Ο όσιος Τιμόθεος λοιπόν δεν ήταν δυνατόν να ξεφύγει από τον κανόνα αυτό. «Γνώρισες, όσιε πατέρα, σημειώνει ο Θεοφάνης, ότι η αγάπη νικάει την κρίση, γι’ αυτό και δεν περιφρόνησες κανένα ξένο, αλλά διάνοιξες τα σπλάχνα της καρδιάς σου σε όλους με αγαθοσύνη, κι έγινες πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, αμφίεση των γυμνών και τροφή των πεινασμένων» («Κατακαυχάσθαι έλεον, Πάτερ, κρίσεως  ειδώς, ου παρείδες ξένον, αλλά πάσι χρηστώς τα σπλάγχνα διήνοιξας, όσιε, πατήρ χρηματίσας ορφανών, και των χηρών προστάτης, και γυμνών αμφίασις, και τροφή πεινώντων») (ωδή θ΄). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που επανειλημμένως ο άγιος Θεοφάνης συγκρίνει τον όσιο με τον πατριάρχη Αβραάμ, κύριο γνώρισμα του οποίου, πέραν από την πίστη του, ήταν η αγάπη του προς τους ανθρώπους και μάλιστα η φιλοξενία του. «Με την αγάπη και τη συμπάθειά σου προς όλους έγινες άλλος Αβραάμ, ω Τιμόθεε, υποδεχόμενος όσους προσέρχονταν σε εσένα από όλα τα μέρη, και μέσω αυτών λατρεύοντας τον Θεό όλων» («Οικτείρων πάντας τη συμπαθεία, άλλος Αβραάμ εχρημάτισας, δεξιούμενος τους πάντοθεν παραβάλλοντας, ω Τιμόθεε, και δι’ αυτών τον πάντων θεραπεύων Θεόν») (ωδή γ΄).
Η δίψα του και η αγάπη του προς τον Θεό, που έπαιρνε τη μορφή της έμπρακτης αγάπης προς τον συνάνθρωπο, ήταν αποτέλεσμα, κατά τους ύμνους της Εκκλησίας μας, της αδιάκοπης άσκησής του να ξεπεράσει την όποια αμέλεια δημιουργούν τα πάθη του ανθρώπου και να αποκτήσει την ευλογημένη ταπείνωση, τη βάση όλων των αρετών. Το άνθος της αγάπης δεν φύεται, ως γνωστόν, στους κοινούς δρόμους και στα απλά μονοπάτια. Αποτελεί βλάστημα των ψηλών κορυφών, δηλαδή απαιτεί αιματηρή κατάθεση της βούλησης του ανθρώπου στο άγιο θέλημα του Θεού. Διότι πώς θα ενεργήσει η χάρη της αγάπης του Θεού σε καρδιά γεμάτη από τα αγκάθια του εγωισμού; «Δος αίμα και λάβε πνεύμα» έλεγαν πάντοτε οι άγιοί μας, κάτι που το βλέπουμε βεβαίως και στη ζωή του οσίου Τιμοθέου. «Έχοντας εκτενώς στραμμένο το βλέμμα της διάνοιάς σου προς τον Θεό, απετίναξες, Πάτερ Τιμόθεε, τον ύπνο της αμέλειας από την ψυχή σου και έγινες ναός του θείου Πνεύματος και τόπος αγιάσματος» («Έχων προς Θεόν εκτενές της διανοίας όμμα, της αμελείας τον ύπνον εκ ψυχής απετινάξω, Πάτερ, και ναός εγένου θείου Πνεύματος, και αγιάσματος τόπος, Τιμόθεε») (ωδή α΄). «Θωρακισμένος με την ταπείνωση, Πάτερ, πέρασες χωρίς να βλαφτείς τις παγίδες του Πονηρού, και υψώθηκες προς τον Θεό και εντρυφάς στη δόξα Του για πάντα, μακάριε Τιμόθεε» («Τας του πονηρού μηχανάς τη ταπεινώσει, Πάτερ, συμπεφραγμένος, διήλθες αβλαβώς, και προς Θεόν υψώθης και αυτού τη δόξη διά παντός εντρυφάς, μάκαρ Τιμόθεε») (ωδή α΄). Είναι αλήθεια. Κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τις παγίδες του διαβόλου, τις απλωμένες παντού στη γη, χωρίς να βρει το μονοπάτι που λέγεται ταπείνωση. Πρόκειται για ό,τι ο λόγος του Θεού αποκαλύπτει και η εμπειρία των αγίων βεβαιώνει: «Είδα τις παγίδες του διαβόλου απλωμένες στη γη και τρόμαξα και είπα: Ποιος άραγε μπορεί να τις περάσει αβλαβώς; Κι άκουσα φωνή που έλεγε: Μόνον ο ταπεινόφρων» (όσιος Αντώνιος).

Οσία Φιλοθέη η Αθηναία (19 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 19 Φεβ 2012 12:22 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 19 Φεβ 2012 12:24 μ.μ. ]

 

Το άνθος των Αθηνών
Στην τουρκοκρατούμενη Αθήνα του 16ου αιώνα, μάς μεταφέρει η  εορτή της Οσίας Φιλοθέης της Αθηναίας, αγαπητοί μου, την μνήμη  της οποίας τιμά σήμερα η Εκκλησία μας. Καταγόμενη από την  αρχοντική οικογένεια των Μπενιζέλων έτυχε ιδιαίτερης ανατροφής  και σπουδαίας μορφώσεως, που την κατέστησαν πολύφερνη νύμφη  στην κοινωνία των Αθηνών. Αν και από της παιδικής της ηλικίας  έδειξε θαυμαστή κλίση στον μοναχικό βίο, οι γονείς της, παρά την θέλησή της, την νύμφευσαν με έναν σκληρό και δύστροπο άνδρα.
Υπέμεινε την κακομεταχείριση του συζύγου της για τρία μόλις χρόνια, ώσπου εκείνος πέθανε και η Φιλοθέη απερίσπαστη  αφιερώθηκε στο έργο της ασκήσεως και της προσευχής, χωρίς, αρχικά να αποσπαστεί από το γονεϊκό της περιβάλλον.
Μετά τον θάνατο των γονέων της ίδρυσε στο κέντρο των Αθηνών  Ιερά Μονή στην Μνήμη του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, την οποία περιέβαλε με μία σειρά φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, που λειτούργησαν παρηγορητικά και σωτήρια για τον  σκλαβωμένο Ελληνισμό των Αθηνών. Ίδρυσε νοσοκομείο, πτωχοκομείο και γηροκομείο, διάφορα εργαστήρια και κυρίως σχολεία στα οποία τα παιδιά της Αθήνας λάμβαναν χριστιανική μόρφωση. ΢το Μοναστήρι του Αγίου Ανδρέου η Μοναχή Φιλοθέη συγκέντρωσε πλήθος νεαρών κοριτσιών των Αθηνών και συνέστησε ευλογημένη Μοναστική αδελφότητα, η οποία εργάστηκε με άπειρη αγάπη για την πτωχούς και αρρώστους που ζητούσαν την προστασία της.
Την ίδια εποχή η Αγία Φιλοθέη προσέφερε άσυλο σε κυνηγημένους Χριστιανούς που δραπέτευσαν από τις τουρκικές φυλακές για ν’ αποφύγουν τον επάρατο εξισλαμισμό. Το γεγονός έγινε αφορμή οι Τούρκοι να πολιορκήσουν την Μονή, να βιαιοπραγήσουν πάνω στην Αγία, πριν την οδηγήσουν στον δικαστή, ο οποίος την απείλησε με το μαρτύριο του αίματος, προκειμένου ν’ απαρνηθεί τον Χριστό. Η Φιλοθέη, με την φλόγα της πίστεως που την διέκρινε, διακήρυξε την πίστη της στον Ιησού και έδειξε, με τον τρόπο αυτό, πως το μαρτύριο δεν ήταν για εκείνη κίνδυνος και απειλή, αλλά ο βαθύς πόθος της ψυχής της. Σο θέλημα του Θεού, όμως, ήταν διαφορετικό και η Αγία, με την μεσολάβηση κάποιων προκρίτων της πόλεως, αφέθηκε ελεύθερη και επέστρεψε στο Μοναστήρι της.
Η φήμη και η παρρησία της έναντι των Τούρκων έγινε αφορμή να την πλαισιώσουν και άλλες κοπέλες τη πόλεως των Αθηνών, που διακρίνονταν από τον πόθο της ασκήσεως και αναζητούσαν καταφύγιο και ασφάλεια, μπροστά στον κίνδυνο της ατίμωσης και κακοποίησής τους. Έτσι η Αγία ίδρυσε και δεύτερη Μονή, πλησίον της πρώτης, η οποία, όμως, προκάλεσε  περαιτέρω το μίσος και την μανία των Τούρκων. Κατά τη διάρκεια μιας αγρυπνίας εισέβαλαν στη νέα Μονή και κακοποίησαν βάναυσα την Αγία, χτυπώντας την απάνθρωπα με ραβδιά, ώστε να την αφήσουν ημιθανή. Η Αγία υπέμενε τις συνέπειες των τραυμάτων της με θαυμαστή καρτερία και παρέδωσε την μακάρια ψυχή της στον αγαπημένο της νυμφίο Ιησού Χριστό στις 19 Φεβρουαρίου 1589, σε ηλικία εξήντα ενός ετών. Ο τάφος της, μόλις λίγες μέρες αργότερα, άρχισε να αναδύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος και το Ιερό Λείψανό της κατέστη πηγή Θείων ευλογιών και θαυμάτων μέχρι και σήμερα. Φυλάσσεται δε, ως τιμαλφέστατο θησαύρισμα στον Καθεδρικό Ναό των Αθηνών.
Η Οσία Φιλοθέη η Αθηναία αποτελεί ένα πανεύοσμο λουλούδι πίστεως και ευλαβείας, ένα από τα πάμπολλα λαμπρά παραδείγματα των ανθρώπων της Εκκλησίας, που στα χρόνια της τουρκοκρατίας, έκαναν τα πάντα για διασώσουν τον κατατρεγμένο λαό, εργαζόμενοι πρωτίστως για την προστασία της Ορθόδοξης πίστης, της Ελληνικής Παιδείας, της ιστορικής μνήμης και της Πολιτιστικής ιδιοπροσωπίας του Ελληνισμού. Μπροστά της οφείλουμε όλοι να κλίνουμε ευλαβικά το γόνυ της ευγνωμοσύνης μας για την ποικίλη προσφορά της στην Εκκλησία και στο έθνος. Οφείλουμε, όμως, να δοξολογήσουμε τον Πανάγιο Θεό γιατί μάς ευεργέτησε χαρίζοντάς μας τέτοιες ευλογημένες προσωπικότητες, που συνιστούν οδηγό ζωής και πολιτείας για το παρόν και το μέλλον μας. ΑΜΗΝ!
Αρχιμ. Επιφάνιος Οικονόμου

«Την πρώτη φορά ήλθε για να σώσει τον κόσμο· τη δεύτερη θα έλθει για να τον κρίνει» (Κυριακή Απόκρεω).

αναρτήθηκε στις 18 Φεβ 2012 12:34 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 18 Φεβ 2012 12:34 μ.μ. ]


[Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης (+)Διονυσίου, «Επί πτερύγων ανέμων»,τ Α΄, εκδ. Νεκτ. Παναγόπουλος]

Τίποτ’ άλλο δεν είναι τόσο βέβαιο στη ζωή μας παρά ότι θα πεθάνουμε. Το γεγονός ότι γεννηθήκαμε και είμαστε σε τούτο τον κόσμο οδηγεί στη βεβαιότητα πως μια μέρα θα φύγουμε. Κάθε μέρα το βλέπουμε και το διαπιστώνουμε, πως άνθρωποι γεννιούνται κι άνθρωποι αποθνήσκουν· άλλοι έρχονται κι άλλοι φεύγουν. Αλλά κι άλλο ένα είναι το ίδιο βέβαιο, πως θα κριθούμε, πως θα δώσουμε δηλαδή λόγο για τη διαγωγή μας σε τούτη τη ζωή. Αυτή είναι κοινή πίστη, ριζωμένη μέσα σε όλους τους ανθρώπους όλων των λαών κι όλων των αιώνων. Αλλά έχουμε «βεβαιότερον τον προφητικόν λόγον»·  η θεία Γραφή ομιλεί για τη μεγάλη και επιφανή ημέρα της κρίσεως, κι ο Ιησούς Χριστός για τη δευτέρα του παρουσία, καθώς θα το ακούσουμε αύριο στο Ευαγγέλιο της θείας Λειτουργίας.

      Η δευτέρα παρουσία του Ιησού Χριστού και η κρίση είναι η πράξη του Θεού, στην οποία καταξιώνεται η διδαχή του Ευαγγελίου, η πίστη της Εκκλησίας και ο βίος των πιστών. Την ευαγγελική, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος την ονομάζει «ηδίστην», δηλαδή γλυκύτατη περικοπή, που οι πιστοί την ακούν από το στόμα του Κυρίου, τη μελετούν με σπουδή και την κρατούν στη μνήμη τους με κατάνυξη. Η Εκκλησία επισφραγίζει το Σύμβολο της πίστεως με την προσδοκία της αναστάσεως και της κρίσεως· «προσδοκώ ανάστασιν νεκρών…». Η πληροφορία της συνείδησης μας και ο λόγος του Ιησού Χριστού στην  ευαγγελική περικοπή αρκούν για να μας πείσουν, αλλά είναι σαφής και ο λόγος του Αποστόλου, όταν γράφει προς Εβραίους·  «απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις».

     Αλλά πολλοί από τους ανθρώπους δεν το βάζουν στο μυαλό τους μήτε πως θα πεθάνουν μήτε πως έχουν να κριθούν από το Θεό για τα έργα τους. Είναι το χειρότερο που μπορεί να πάθει ο άνθρωπος. Βγάλε από μέσα σου τη μνήμη του θανάτου και το φόβο της κρίσεως κι ύστερα κατέβασες τον εαυτό σου στη θέση του κτήνους και δεν κρατιέσαι πουθενά. Μάλιστα όταν είσαι νέος. Οι νέοι, σαν και να μην είναι τόσοι γέροι γύρω τους, σαν και να μην το βλέπουν πως κάθε μέρα αποθνήσκουν άνθρωποι. Ξεγελιούνται λοιπόν από τα νιάτα τους κι από την υγεία τους και θαρρούν πως πάντα θα είναι νέοι, πως δεν θα πεθάνουν ποτέ και πως δεν έχουν να δώσουν λόγο για τον τρόπο της ζωής τους. Κι όμως το πιο ευεργετικό για όλους, κι όταν είμαστε νέοι κι όταν θα γεράσουμε, είναι η μνήμη του θανάτου. Όλη η ζωή των σοφών ανθρώπων και των άγιων του Θεού είναι μνήμη θανάτου. Όσο είναι πικρό, άλλο τόσο είναι και σωτήριο να θυμάται ο καθένας μας πως θα πεθάνει. Όποιος δεν ξεχνά το θάνατό του είναι κοντά, για να μην αμφιβάλλει πως τον περιμένει η κρίση και η ανταπόδοση του Θεού.

     Ο Ιησούς Χριστός μίλησε καθαρά και είπε για τη δευτέρα και ένδοξη παρουσία του. Την πρώτη φορά ήλθε ταπεινά και φτωχά·  τη δεύτερη θα έλθει με όλη τη θεϊκή του δόξα. Την πρώτη φορά ήλθε για να σώσει τον κόσμο·  τη δεύτερη θα έλθει για να τον κρίνει. Την πρώτη φορά έδωσε την εντολή της αγάπης· τη δεύτερη θα κρίνει με δικαιοσύνη. Όχι μόνο ως Θεός ούτε μόνο ως άνθρωπος, αλλά ως Θεάνθρωπος· ως Θεός, που είναι απόλυτα δίκαιος και ως άνθρωπος, που ξέρει την ανθρώπινη ασθένεια. Ο ίδιος το είπε, ότι «ο Πατήρ πάσαν την κρίσιν δέδωκε τω Υιώ». Ο Υιός, που ήλθε για να σώσει τον κόσμο, ο Υιός και θα τον κρίνει. Και θα τον κρίνει με τα λιγότερα, για να σωθούν περισσότεροι, γιατί ο Θεός θέλει να σωθεί ο κόσμος. Δεν θα σωθούν μόνο όσοι δεν θα το θελήσουν, όσοι ούτε με διδασκαλία ούτε με σημεία θα θελήσουνε να πιστέψουν στο Χριστό. Αυτοί και τώρα το ίδιο λένε και τότε το ίδιο θα πουν «Κύριε, πότε σε είδομεν;». Πού και πότε τον είδαμε το Χριστό;

     Εδώ τώρα είναι, που η ευαγγελική περικοπή, για τη δευτέρα παρουσία του Ιησού Χριστού και για την κρίση του κόσμου, παίρνει ένα απροσμέτρητο βάθος και μια μέγιστη κοινωνίκή σημασία. Όχι μεγάλα λόγια και θεωρίες, αλλά μικρά και καθημερινά πράγματα. Όχι τάχα θυσίες και θεαματικές πράξεις, άλλα ψωμί για τον νηστικό και ρούχο για τον γυμνό κι ένα ποτήρι νερό για τον διψασμένο. Το ελάχιστο, που μπορεί να δώσει ο καθένας κι όχι μόνο το μέγιστο, που μπορούν και πρέπει να δώσουν οι λίγοι. Όταν καταδικάζουμε την κοινωνική αδικία και ανισότητα, και δεν έχουμε άδικο, ξεχνάμε πως η αναλογία της ευθύνης πέφτει σε όλους. Και συμβαίνει όσοι μόνο φωνάζουν γι’ αυτά τα πράγματα, να μην είναι πάντα οι πιο φτωχοί και αδικημένοι. Αλλά είναι φυσικό, όταν το κοινωνικό κήρυγμα δεν ξεκινά από την πίστη στο Θεό, και σαν εφαρμογή της εντολής του Θεού για δικαιοσύνη και αγάπη, τότε χάνεται, σαν αόριστη και θεωρητική διδασκαλία, έξω από τα πρόσωπα και τα πράγματα, που είναι η ζωή. Και είναι πάλι φυσικό όταν δεν πιστεύουμε στο Θεό ούτε και στον άνθρωπο πιστεύουμε. Τότε δεν είναι ο άνθρωπος, σαν αδελφός μας και αδελφός του Ιησού Χριστού, που μας πονάει, αλλά το δόγμα και η θεωρητική διδασκαλία του κάποιου κοινωνικού συστήματος, στο οποίο πιστεύουμε.

     Μια είναι η αλήθεια, ότι μας περιμένει ο θάνατος κι ύστερα μας αναμένει κρίση. Όπως και να ’χει θα δώσουμε λόγο για τη ζωή μας. Μάθαμε να λέμε πως οι φυσικοί νόμοι είναι απαράβατοι, μα πιο πολύ απαράβατοι και αμετάθετοι είναι οι ηθικοί νόμοι, γιατί δεν γίνεται τίποτε στην τύχη, για να μπορεί να σταθεί το υλιστικό αξίωμα· «Φάγωμεν, πίωμεν, ούριον γαρ αποθνήσκομεν». Κάποτε θα βρούμε μπροστά μας τη ζωή μας και τις πράξεις μας θα μας δικάσει ο Θεός «διά Ιησού Χριστού». Κι αν είναι να μας δικάσει ο Χριστός σαν Θεός, δεν θα σωθεί κανένας από μας. Μα θα μας δικάσει σαν Θεός και άνθρωπος μέσα στα ανθρώπινα μέτρα. Και θα μας ζητήσει αν είχαμε μεταξύ μας αγάπη· η αγάπη, γράφει ο Απόστολος, «καλύψει πλήθος αμαρτιών». Η αγάπη δεν είναι μια λέξη και μια θεωρητική διδασκαλία, αλλά συγκεκριμένη κάθε φορά πράξη προς τον συνάνθρωπο και τον πλησίον, που είναι αδελφός «εν τω ονόματι Ιησού Χριστού». Όχι απρόσωπα ο άνθρωπος ούτε η ανθρωπότητα, αλλά ο πλησίον προσωπικά και ο αδελφός. Ας έχουμε λοιπόν αγάπη, ας πιστεύουμε στο Θεό, που από αγάπη προς τον άνθρωπο έγινε άνθρωπος, για να σώσει έναν-έναν τον άνθρωπο. Για να ακούσουμε όταν θα μας κρίνει· «Δεύτε οι ευλογημένοι…». Αμήν.

Ο άγιος μεγαλομάρτυς Θεόδωρος ο Τήρων (17 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 17 Φεβ 2012 12:52 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου

 


Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Αυτός ο άγιος μάρτυς έζησε κατά τους χρόνους των βασιλέων  Μαξιμιανού και Μαξίμου και καταγόταν από την Αμάσεια του Πόντου, από ένα χωριό που λεγόταν Χουμιαλοί. Μόλις συγκαταλέχτηκε στη στρατιά των Τηρώνων, δηλαδή των νεοσυλλέκτων στρατιωτών, υπό την εξουσία του αξιωματικού Βρύγκα, εξετάστηκε από αυτόν, οπότε ομολόγησε ότι ο Χριστός είναι Θεός, ενώ καταχλεύασε τα σεβάσματα των ειδωλολατρών σαν άψυχα ξόανα και έργα χειρών ανθρώπων. Κι όταν του δόθηκε η ευκαιρία, δεν έμεινε άπρακτος, αλλά σκέφτηκε και προέβη στο μέγιστο από τα έργα: κατέκαψε το είδωλο της μητέρας των θεών, όπως οι ειδωλολάτρες παραφρονώντας λένε. Γι’ αυτόν τον λόγο και συνελήφθη, κι αφού ομολόγησε ότι αυτός ήταν ο αυτουργός του εμπρησμού, πρώτα μεν τον έξυσαν κρεμασμένο με σιδερένια νύχια, έπειτα τον έριξαν μέσα σε καμίνι φωτιάς και εκεί τελειώθηκε. Τελείται δε η σύναξή του στο άγιότατο Μαρτύριό του, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου, κατά το Σάββατο της πρώτης εβδομάδας των Νηστειών, όταν έγινε και το θαύμα από αυτόν των κολύβων και έσωσε έτσι τον ορθόδοξο λαό από τη μιασμένη βρώση των ειδωλοθύτων».

Η συντριπτική πλειοψηφία των ύμνων της Εκκλησίας μας σήμερα αναφέρεται σ’ αυτό που δηλώνει το όνομα του αγίου Θεοδώρου: δώρο Θεού. Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος της ακολουθίας του, διαρκώς τονίζει ότι ο άγιος είναι «επώνυμος των θείων δωρεών», ότι «δωρίστηκε ως δώρο Θεού» στους ανθρώπους, ότι είναι «θείων δωρεών και πράγμα και όνομα». Ήδη μάλιστα στο πρώτο στιχηρό του εσπερινού διαβάζουμε: «Ο Χριστός σε έδωσε στην οικουμένη σαν δώρο που φέρνει πλούτο, Θεόδωρε, γιατί δέχτηκε σαν ευεργέτης Θεός το δώρο σου, δηλαδή το τίμιο αίμα σου, που χύθηκε γι’ Αυτόν και προσφέρθηκε σ’ Αυτόν με το ζήλο της ευσέβειας» («Δώρον ο Χριστός πλουτοποιόν σε τη οικουμένη παρέσχεν, ως ευεργέτης Θεός δώρόν σου το τίμιον αίμα, Θεόδωρε, δι’ αυτόν εκχεόμενον και θεοσεβείας ζήλω προσφερόμενον, αυτώ δεξάμενος»). Με άλλα λόγια, κατά τον Θεοφάνη, ο Θεόδωρος είναι το αντίδωρο του Θεού στην Εκκλησία, αφού έλαβε τον ίδιο ως δώρο και  τον προσέφερε έπειτα σε όλους.
Η επισήμανση του αγίου υμνογράφου είναι πολύ σημαντική: Ό,τι προσφέρουμε εν αγάπη στον Θεό, ο Θεός δεν το κρατάει για τον εαυτό Του, αλλά μας το προσφέρει πολλαπλασιασμένο ως ευεργεσία για εμάς πάλι τους ίδιους. Του προσφέρουμε για παράδειγμα την προσευχή μας; Την μεταποιεί σε χάρη Του προς ίαση της ψυχής και του σώματός μας. Κι όχι μόνο για εμάς, αλλά και για όλη την οικουμένη. Του προσφέρουμε – πάντα βεβαίως με την ενίσχυση Εκείνου – την υπακοή μας ως κατάθεση της θελήσεώς μας στο θέλημά Του; Παίρνει την υπακοή μας και την κάνει δική Του υπακοή σε εμάς. Γι’ αυτό και κατά την πίστη μας μεγαλύτερη ευεργεσία στο ανθρώπινο γένος από την παρουσία των αγίων ως ανθρώπων προσφερομένων στον Θεό δεν υφίσταται. Οι άγιοι είναι οι ευεργέτες της ανθρωπότητας, έστω κι αν ο κόσμος δεν κατανοεί τίποτε περί αυτού. Ο Θεός μας τους γνωρίζει, τους αποδέχεται, τους κάνει πρεσβευτές μας για την υπέρβαση των όποιων δυσκολιών μας στον κόσμο. Και το μεγαλύτερο αντίδωρο του Θεού στον κόσμο για το μεγαλύτερο δικό μας δώρο σε Αυτόν, την ίδια την Παναγία μας,  είναι ο ερχομός Του σε εμάς. Εκείνη δηλαδή, πάντα τονίζουμε με τη χάρη του Θεού, δωρίστηκε σε Αυτόν, κι Εκείνος την προσέλαβε και την έκανε σάρκα Του προκειμένου να έρθει στον κόσμο ως άνθρωπος. «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Συνεπώς  ό,τι κάνουμε για χάρη του Θεού δεν είναι «χαμένος» χρόνος, όπως πιστεύουν ορισμένοι εκτός της πίστεως, αλλά ο πολυτιμότερος χρόνος της ζωής μας. Είπαμε, επανακάμπτει σε εμάς και μάλιστα πολλαπλασιασμένο εκ μέρους του Κυρίου μας.
Επεκτεινόμαστε στην αλήθεια αυτή, διότι ακριβώς αυτό πρωτίστως τονίζει ο άγιος Θεοφάνης. Κι είναι πολύ παρήγορα τα τροπάριά του, διότι αναφέρονται σε όλες τις διαστάσεις του ανθρωπίνου βίου, ιδίως τις θλίψεις και τις δοκιμασίες που υφιστάμεθα, και στις οποίες ο άγιος Θεόδωρος, ως όργανο του Θεού, έρχεται ως σωτήρας και βοηθός. «Τη θεοδώρητη χάρη των θαυμάτων σου, μάρτυς Θεόδωρε - σημειώνει για παράδειγμα - απλώνεις σε όλους που προστρέχουν με πίστη σε σένα, διά της οποίας σε δοξολογούμε λέγοντας: Λυτρώνεις τους αιχμαλώτους, θεραπεύεις τους αρρώστους, πλουτίζεις τους φτωχούς και διασώζεις τους πλέοντες» («Την θεοδώρητον χάριν των θαυμάτων σου, Μάρτυς Θεόδωρε, πάσιν εφαπλοίς τοις πίστει σοι προστρέχουσι, δι ης ευφημούμέν σε λέγοντες∙ αιχμαλώτους λυτρούσαι, θεραπεύεις νοσούντας, πενομένους πλουτίζεις και διασώζεις πλέοντας») (δοξαστικό εσπερινού). «Σώσε με από τη θλίψη που με κατέχει, με τις πρεσβείες σου, μάρτυρα Χριστού, ομαλοποιώντας όλη την τραχύτητα της ζωής μου» («Ρύσαι ταις πρεσβείαις σου της κατεχούσης με θλίψεως, μάρτυς Χριστού, πάσαν ομαλίζων την του βίου τραχύτητα») (ωδή γ΄). Κι ακόμη περισσότερο ο άγιος Θεόδωρος, κατά τον Θεοφάνη, εκτός από τις επεμβάσεις του για τις εξωτερικές δυσκολίες της ζωής, επεμβαίνει και για τις εσωτερικές, δηλαδή τις ψυχολογικές και πνευματικές δυσκολίες, προερχόμενες είτε από τις δαιμονικές επιθέσεις είτε από τα ίδια τα πάθη μας. Σε ένα από τα πιο ωραία τροπάριά του της έκτης ωδής επισημαίνει: «Επειδή υπήρξες θερμότατος υπερασπιστής της ευσεβούς πίστεως και έλεγξες αυστηρά την πλάνη των ειδώλων, εξαφάνισε από την ψυχή μου τις φαντασίες των δαιμόνων και τις εικόνες των παθών» («Υπέρμαχος πεφυκώς της ευσεβείας θερμότατος, και πλάνης στηλιτευτής ειδώλων γενόμενος, δαιμόνων φαντάσματα και παθών εικόνας της ψυχής μου εξαφάνισον»). Η εκζήτηση της βοήθειας του αγίου Θεοδώρου για όλες τις περιστάσεις της ζωής μας συνιστά πια μονόδρομο. Έχουμε πρεσβευτή ισχυρότατο, δοσμένο σε εμάς από τον Θεό μας.

Ο άγιος μάρτυς Πάμφιλος και οι συν αυτώ (16 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 16 Φεβ 2012 12:58 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 16 Φεβ 2012 12:59 μ.μ. ]



Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Αυτοί οι ένδοξοι μάρτυρες, κατά το έκτο έτος του διωγμού του Διοκλητιανού, οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από διάφορες πόλεις και διάφορα επαγγέλματα και αξιώματα, και συνενώθηκαν στη μία πίστη του Χριστού. Ο τρόπος της συλλήψεώς τους έγινε ως εξής: Την ώρα που επρόκειτο αυτοί να διαβούν τις πύλες της πόλης της Καισαρείας, οι φύλακες ζήτησαν να μάθουν ποιοι ήταν και από πού έρχονταν. Αυτοί αποκάλεσαν τους εαυτούς τους χριστιανούς και πατρίδα έχουν την άνω Ιερουσαλήμ. Γι’ αυτόν τον λόγο συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Φιρμιλιανό, με αποτέλεσμα του μεν Ηλία και αυτών που ήταν μαζί του, μετά από πολλά βασανιστήρια, να κόψουν τα κεφάλια, όπως παρομοίως έκοψαν τα κεφάλια και του Παμφίλου και των υπολοίπων. Ο δε Πορφύριος, επειδή επιζητούσε το σώμα του κυρίου του Παμφίλου, συνελήφθη κι αυτός και παραδόθηκε στη φωτιά. Το ίδιο και ο Ιουλιανός, επειδή ασπαζόταν τα σώματα των αγίων, ρίχτηκε στις φλόγες. Αλλά κι ο Θεόδουλος, σταυρώθηκε σε ξύλο,  και μαρτύρησε έτσι. Τελείται δε η σύναξή τους στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».

Σαν άλλοι δώδεκα απόστολοι προβάλλονται από την Εκκλησία μας σήμερα οι άγιοι δώδεκα μάρτυρες: ο ιερέας Πάμφιλος, ο Ουάλης, ο Σέλευκος, ο Δανιήλ, ο Θεόδουλος, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ηλίας, ο Πορφύριος, ο Παύλος, ο Ιουλιανός και ο Σαμουήλ, κι αυτό  λόγω του λογισμού τους που κινούνταν με τον ίδιο ζήλο των αποστόλων, ως προς τη σταθερότητα της πίστης τους και την αφοβία τους απέναντι στα μαρτύρια.  «Καθώς γίνατε ισάριθμοι με τους αποστόλους, αθλοφόροι, αναλάβατε λογισμό ίδιου ζήλου με αυτούς, χωρίς να φοβηθείτε την άθεη ωμότητα των τυράννων. Αλλά αφού κηρύξατε με ανδρεία και σταθερότητα τον Σωτήρα, υπομείνατε τις στρεβλώσεις των μελών» («Αποστόλων ισάριθμοι, αθλοφόροι, γενόμενοι, λογισμόν ομόζηλον ανελάβετε, μη πτοηθέντες την άθεον τυράννων ωμότητα∙αλλ’  ανδρείως και στερρώς τον Σωτήρα κηρύξαντες, υπεμείνατε των μελών τας στρεβλώσεις» (στιχηρό εσπερινού). Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος προβαίνει και στην ερμηνεία αυτής της ταυτότητας λογισμού τους και της χαρισματικής εμμονής τους στο μαρτύριο, μολονότι προέρχονταν οι περισσότεροι από διαφορετικές περιοχές και δεν σχετίζονταν προ του μαρτυρίου μεταξύ τους: «Η δωδεκάριθμη φάλαγγα συγκροτήθηκε από τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος» («Δυνάμει του Παναγίου Πνεύματος, η δωδεκάριθμος συγκροτηθείσα φάλαγξ») (ωδή α΄). Το Άγιο Πνεύμα δηλαδή ήταν Εκείνο που τους ένωσε, όπως γενικά ενώνει κατά τρόπο ουσιαστικό τους ανθρώπους, έστω και αν μεταξύ τους μπορεί να είναι άγνωστοι. Πρόκειται για μία αλήθεια που είχε επισημανθεί ήδη απαρχής του χριστιανισμού, όχι μόνον από τους ίδιους τους χριστιανούς, αλλά και από τους ειδωλολάτρες: οι χριστιανοί γνωρίζονται, έλεγαν, και πριν ακόμη γνωριστούν. Είναι η μία πίστη, ο ένας Κύριος, το ένα βάπτισμα που ακριβώς ενεργοποιεί σ’ αυτούς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και κάνει ένα τις καρδιές τους.
Το γεγονός της ενότητας των δώδεκα μαρτύρων, έστω και χωρίς γνωριμία πριν από το μαρτύριό τους, κάνει τον άγιο υμνογράφο να τους δει και ως σμικρογραφία της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αποτελεί το σώμα του Χριστού που περιλαμβάνει όλους τους πιστούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, ανεξάρτητα από φυλή, γλώσσα, φύλο, μόρφωση, κοινωνική τάξη. Το ενοποιό στοιχείο είναι, όπως είπαμε, η μία πίστη, το ένα βάπτισμα, ο ένας Κύριος. Το κοινό τους μαρτύριο λοιπόν, παρόλη τη διαφορετικότητά τους, είναι μία εξαγγελία αυτού που είναι η Εκκλησία: η αγκαλιά του Κυρίου για όλους τους ανθρώπους. Στην τετάρτη ωδή μάς το τονίζει: «Ήλθατε από ποικίλα πολιτεύματα και αξιωθήκατε να διασώζετε εν σμικρώ ολόκληρο τον τύπο της Εκκλησίας, γι’ αυτό και με συμφωνία κραυγάζετε: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε» («Από ποικίλων αχθέντες πολιτευμάτων, ως εν βραχεί ολόκληρον τύπον εκκλησίας σώζειν ηξιώθητε, συμφώνως κραυγάζοντες∙Δόξα τη δυνάμει σου, Κύριε»).
Χρειάζεται όμως να επεκτείνουμε αυτό που προηγουμένως ανέφερε ο άγιος Θεοφάνης, ότι δηλαδή η ενότητα των δώδεκα μαρτύρων ήταν απόρροια της παρουσίας του αγίου Πνεύματος. Κι είναι μία διευκρίνιση που κάνει όχι μία φορά ο άγιος υμνογράφος. Το Άγιο Πνεύμα συγκρότησε σε μία φάλαγγα και τους δώδεκα, διότι βρήκε έτοιμη την καρδία τους για κάτι τέτοιο. Τους βρήκε δηλαδή, κατά το ίδιο το όνομα του αγίου Παμφίλου, σε ετοιμότητα αγάπης, φιλίας, προς τον Χριστό. Μόνον όποιος έχει μεταθέσει εν αγάπη την ύπαρξή του σε Εκείνον, μπορεί να δει ενεργούσα μέσα του και την ενοποιό παρουσία του Πνεύματος του Θεού. «Αγάπησες τα θεία θελήματα του Χριστού κι έτσι αναδείχτηκες φιλόχριστος σωτήρας των πιστών, γενναιόφρον Πάμφιλε» («Φιλήσας Χριστού τα θεία θελήματα, εδείχθης πιστών ακέστωρ φιλόχριστος, γενναιόφρον Πάμφιλε»), μας λέει το κοντάκιο της εορτής. Κι αλλού, στους στίχους του συναξαρίου: «Αγαπώντας ο Πάμφιλος Εσένα, Λόγε, παραπάνω από όλα, και την αποτομή της κεφαλής του την θεωρούσε αγαπητή» («Υπέρ το παν σε Πάμφιλος φιλών, Λόγε, και την τομήν ηγείτο της κάρας φίλην»).     

Ο άγιος απόστολος Ονήσιμος (15 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 15 Φεβ 2012 12:37 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου

 



Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Ο άγιος Ονήσιμος ήταν δούλος του Φιλήμονος, Ρωμαίου άνδρα, προς τον οποίον γράφει ο άγιος απόστολος Παύλος (την ομώνυμη επιστολή της Καινής Διαθήκης, την Προς Φιλήμονα). Έγινε μαθητής ο Ονήσιμος του Παύλου, (όταν είχε δραπετεύσει από τον κύριό του τον Φιλήμονα και κατέφυγε στη Ρώμη, όπου και γνώρισε τον απόστολο Παύλο που ήταν υπό περιορισμό μέχρι να δικαστεί από τον Καίσαρα), και τον διακόνησε. Μετά την τελείωση του αποστόλου, συνελήφθη και ο ίδιος και οδηγήθηκε στον Τέρτυλο, τον έπαρχο της χώρας, και από αυτόν εστάλη στα Ποτίολα. Όταν πήγε και ο Τέρτυλος εκεί, βρήκε τον Ονήσιμο να επιμένει στην πίστη του Χριστού, οπότε διέταξε πρώτον να τον κτυπήσουν σφοδρά με ράβδους κι έπειτα να του σπάσουν τα σκέλη. Με τον τρόπο αυτό μεταστάθηκε από την πρόσκαιρη αυτή ζωή».

Ο απόστολος Ονήσιμος είναι μία ακόμη περίπτωση ανθρώπου που δέχτηκε στη ζωή του την παντοδύναμη ενέργεια της θείας χάρης και μεταστράφηκε: από σκληρός και δύστροπος δούλος έγινε απόστολος του Χριστού. Από άνθρωπος δηλαδή που λόγω της καταπίεσης που αισθανόταν έτρεφε αρνητικά συναισθήματα για τον κόσμο, έγινε άνθρωπος που τέθηκε στην υπηρεσία εν αγάπη των συνανθρώπων του, δίνοντας και τη ζωή του στο τέλος προς χάρη του Χριστού. Κι αυτό σημαίνει βεβαίως ότι για να βρεθεί στο σημείο να δεχτεί τον λόγο του ευαγγελίου, διατηρούσε μέσα του καλά στοιχεία, υπήρχε δηλαδή στην ψυχή του κάποια αναζήτηση της αλήθειας. Και μοιάζει κατά τούτο με τον πνευματικό του πατέρα, τον άγιο απόστολο Παύλο, ο οποίος και αυτός από διώκτης της χριστιανικής πίστεως έγινε ο σπουδαιότερος κήρυκας και θεολόγος αυτής. Τα σχετικά με τον άγιο Ονήσιμο βλέπουμε και μέσα στην Καινή Διαθήκη, στη γνωστή επιστολή «Προς Φιλήμονα» του αποστόλου Παύλου. Μία πολύ μικρή επιστολή πράγματι, αλλά με σπουδαιότατες αλήθειες, ειδικά στο πώς πρέπει να βλέπει κανείς τον συνάνθρωπό του, και μάλιστα τον αναγεννημένο εν τη πίστει, σαν τον Ονήσιμο. Να θυμίσουμε ότι ο απόστολος, αφού είχε δεχτεί τον δραπέτη δούλο Ονήσιμο και με τη χάρη του Θεού τον μετέστρεψε στην πίστη, τον έστειλε και πάλι πίσω στον κύριό του Φιλήμονα, αλλά με την παρατήρηση: «στον στέλνω πίσω, όχι πια ως δούλο, αλλά ως αδελφό. Να τον δεχτείς λοιπόν και παραπάνω από αδελφό. Να τον δεχτείς σαν εμένα, σαν τον ίδιο τον Κύριο. Είναι τα σπλάχνα μου».
Ο άγιος Θεοφάνης, ο υμνογράφος και πάλι του σημερινού αγίου, τονίζει πολύ την ιδιαίτερη σχέση του Ονησίμου με τον απόστολο Παύλο. Προβάλλει επανειλημμένως στους ύμνους του κανόνα του ότι ο Ονήσιμος φωτίστηκε από τον πνευματικό ήλιο Παύλο και έτσι ξέφυγε από το σκοτάδι της άγνοιας που βρισκόταν, όπως βεβαίως ότι το φως αυτό του ευαγγελίου του Παύλου τον απελευθέρωσε πραγματικά από τα δεσμά της δουλείας. «Καταφωτίστηκες από τις ακτινοβόλες λαμπηδόνες του Παύλου, ένδοξε, κι έτσι διέφυγες από το σκοτάδι της άγνοιας εύκολα» («Ακτινοβόλοις του Παύλου καταυγασθείς λαμπηδόσιν, ένδοξε, της αγνοίας την αχλύν ευχερώς διέφυγες») (ωδή α΄)∙ «Ο δέσμιος Παύλος σε έλυσε από τη δουλεία της πλάνης, κι αφού τιμήθηκες από την ελευθερία της χάρης κι έγινες Υιός του Θεού, αναδείχτηκες κληρονόμος του Θεού» («Ελύθης Παύλου τοις δεσμοίς εκ δουλείας της πλάνης, και τη ελευθερία της χάριτος τιμηθείς, Υιός Θεού γεγονώς, κληρονόμος θείος αναδέδειξαι») (ωδή γ΄).
Ο υμνογράφος βεβαίως, ναι μεν τονίζει την πνευματική σχέση του Ονησίμου με τον απόστολο Παύλο, αλλά δεν ξεχνά να μας πει ότι η σχέση αυτή στην πραγματικότητα είναι σχέση του Ονησίμου με τον Χριστό. Ο άγιος Παύλος δηλαδή λειτουργούσε ως όργανο του Χριστού και προς τον Χριστό κατηύθυνε τους πάντες: ό,τι άλλωστε ήταν το διαρκές κήρυγμά του.  «Ο Κύριος που θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι  – θα πει ο Θεοφάνης στην δ΄ ωδή του κανόνα – σε έκανε από δούλο ιερουργό Του, μακάριε και θεοφάντορα Ονήσιμε, ώστε να ιερουργείς το σεπτό Ευαγγέλιο» («Ο θέλων άπαντας σωθήναι Κύριος, εκ ζυγού σε δουλείας ιερουργόν, μάκαρ, προχειρίζεται, ιερουργούντα το σεπτόν, θεοφάντορ, Ευαγγέλιον»). Η ανάδειξη αυτή του Ονησίμου σε ιερέα και ιερουργό του Ευαγγελίου σημαίνει στην πραγματικότητα, κατά τον υμνογράφο, ανάδειξή του σε ναό του Θεού, θεμελιωμένο στο άγιον Πνεύμα. Με άλλα λόγια, αυτός που θα γνωρίσει τον Χριστό, θα οδηγηθεί στο ανώτερο δυνατό σημείο που μπορεί να φτάσει ποτέ άνθρωπος: να γίνει και αυτός υιός Θεού, κατοικητήριο Εκείνου, έχοντας μέσα του το ίδιο το φως της θείας χάρης. «Δείχτηκες πανευπρεπής ναός, που είχες μέσα σου σα λυχνάρι το φως της θείας χάρης και που ήσουν θεμελιωμένος στο οικοδόμημα του Θείου Πνεύματος, μακάριε Ονήσιμε» («Ναός εδείχθης πανευπρεπής, ένδον κεκτημένος ως λυχνίαν το φέγγος της θείας χάριτος, τη οικοδομία του Θείου Πνεύματος τεθεμελιωμένος, μάκαρ Ονήσιμε») (ωδή ε΄).
Είναι περιττό και να σημειώσουμε ότι οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, εξ αφορμής του αγίου Ονησίμου: του φυγάδα δούλου, όπως είπαμε, που απελευθερώθηκε όμως εν Χριστώ, γενόμενος δούλος πια Εκείνου, επισημαίνουν τη βασικότατη αυτή αλήθεια. Ότι δηλαδή τότε γίνεται κανείς αληθινά ελεύθερος, όταν όχι απλώς δραπετεύσει από κάποια επίγεια δεσμά, αλλά όταν μπορέσει να απελευθερωθεί από τα πραγματικά δεσμά των παθών της κακίας του και του αρχεκάκου διαβόλου. Κι αυτό σημαίνει ότι μπορεί κανείς να είναι εξωτερικά ελεύθερος και να είναι όντως μέσα του δούλος, όπως και να είναι κανείς δούλος εξωτερικά, και να είναι αληθινά μέσα του ελεύθερος. Κι αιτία γι’ αυτό είναι ασφαλώς το γεγονός ότι η αληθινή ελευθερία βρίσκεται εκεί που υπάρχει η πηγή της, το Πνεύμα του Θεού. Όπως το σημειώνει και ο απόστολος: «Ου το Πνεύμα Κυρίου, εκεί ελευθερία». Συνεπώς, για να γίνει κανείς ελεύθερος πρέπει να γίνει δούλος του Θεού. Μόνον όποιος υποτάσσεται και «δουλώνεται» στον Κύριο, απελευθερώνεται ουσιαστικά. Κι επειδή ο Κύριος δεν θέλει δούλους, αυτούς που δουλώνονται σ’ Αυτόν, Τον υπακούουν δηλαδή, τους εξυψώνει σε υιούς Του. Ο άγιος Θεοφάνης είναι σαφής. Πέραν των παραπάνω μνημονευθέντων ύμνων του και ο επόμενος κινείται στην ίδια βάση: «Απαλλάχτηκες από τη δουλεία της πλάνης και φάνηκες απελεύθερος του Θεού, γινόμενος με τη χάρη Του γνήσιος δούλος Αυτού» («Εκ δουλείας της πλάνης απαλλαγείς απελεύθερος ώφθης εν τω Θεώ, αυτού δούλος γνήσιος χρηματίσας εν χάριτι») (κάθισμα όρθρου).

Ο όσιος πατήρ ημών Αυξέντιος (14 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 14 Φεβ 2012 12:42 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου

 

Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη

«Ο όσιος Αυξέντιος έζησε επί της βασιλείας Θεοδοσίου του μικρού (5ος μ.Χ. αι.), καταγόταν από την Ανατολή και υπήρξε άνθρωπος των γραμμάτων. Ακολούθησε δε τον μοναχικό βίο. Ανήλθε και στο όρος που βρισκόταν απέναντι από την περιοχή Οξεία και υπήρξε καρτερικότατος στην άσκηση και ορθοδοξότατος στην πίστη. Αφού έλεγξε επί πολύ τη φαυλότητα και την πλάνη της κακοδοξίας του Ευτυχούς και του Νεστορίου και αποδέχτηκε την τετάρτη στη Χαλκηδόνα Οικουμενική Σύνοδο (451 μ.Χ.), έγινε αξιοσέβαστος στους βασιλείς και λαμπρός στο πρόσωπό του από τη θεία χάρη για όλους που τον πλησίαζαν, ενώ ανέβρυζε κάθε φορά πηγές θαυμάτων και ιάσεων σ’ αυτούς που προσέρχονταν κοντά του. Αναπαύτηκε εν ειρήνη και το τίμιο σώμα του κατατέθηκε στον Ναό που ανοικοδομήθηκε από τον ίδιο. Τελείται δε η σύναξή του στη Μονή του Καλλιστράτου».

 Δεν μπορούμε να αποφύγουμε τον πειρασμό της σύγκρισης μεταξύ αυτού που προβάλλει η κοσμική νοοτροπία τη σημερινή ημέρα (14 Φεβρουαρίου): έναν αμφιβόλου υπάρξεως και ποιότητας «άγιο», τον Βαλεντίνο, ως «άγιο» του έρωτα (διότι ο άγιος Βαλεντίνος μπορεί να υπάρχει ως μάρτυς, αλλά δεν έχει καμία σχέση με αυτό που συνήθως προβάλλεται στο πρόσωπό του), και αυτού που προβάλλει η Ορθόδοξη Εκκλησία: τον όσιο πατέρα Αυξέντιο τον εν τω Βουνώ. Διότι και οι δύο γίνονται αφορμή να προβληθεί ο έρωτας, αλλά στην πρώτη περίπτωση με την ανθρώπινη κοσμική διάστασή του, δηλαδή ως «παιδί της φτώχειας» κατά τον Πλάτωνα: ο ερωτευμένος εκλιπαρεί και ζητιανεύει την ανταπόκριση του άλλου, συνεπώς τις ανάγκες του εαυτού του ζητά να καλύψει, άρα κατανοείται ως έκφραση εγωισμού∙  ενώ στη δεύτερη με τη μεγαλειώδη διάσταση του θεϊκού έρωτα, που κάνει τον άνθρωπο να γίνει μεθεκτός του Θεού και να διαχέει έπειτα τις ακτίνες της αγάπης του Θεού και σε όλον τον κόσμο, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο άλλος που τις δέχεται και σε ποια κατάσταση βρίσκεται. Στην περίπτωση αυτή έχουμε την αληθινή αρχοντιά της αγάπης, που προσφέρεται «ερήμην» του άλλου, δηλαδή χωρίς να περιμένει οποιαδήποτε ανταπόκριση.
Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, διά Θεοφάνους του υμνογράφου, τονίζουν επαρκώς την ολοτελή μετάθεση της αγάπης του οσίου Αυξεντίου προς τον Θεό, την πληγωμένη από στοργή καρδιά του προς Αυτόν, που τον έκανε βεβαίως να γεμίσει από τις χάρες του αγίου Πνεύματος και να γίνει «κειμήλιον χωρητικόν της Αγίας Τριάδος», με ιαματική παρουσία έπειτα στους ανθρώπους. Και μπροστά σ’ αυτόν τον θεϊκό έρωτα, πράγματι η ανθρώπινη διάστασή του – χωρίς να θέλουμε να υποβαθμίσουμε τη σημασία του: μη ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κύριος «ενέσπειρε τους έρωτας εις την των ανθρώπων φύσιν» κατά τον ιερό Χρυσόστομο – ωχριά και παρουσιάζεται ως βρέφος μπροστά στην ώριμη ηλικία. «Πληγωμένος από τη θεϊκή στοργή του Δεσπότου Χριστού, πάτερ, στράφηκες ανυποχώρητα με όλη τη δύναμη της καρδιάς σου προς Αυτόν» («Ως τετρωμένος τη του Δεσπότου, Πάτερ, θεία στοργή, πάσαν προς Αυτόν ανένδοτον την ροπήν της καρδίας σου εκέκτησο» (ωδή ζ΄). «Μετέθεσες ολωσδιόλου τον εαυτό σου προς τον Θεό, γι’ αυτό και έκανες πέρα την ευπάθεια της σαρκός και έλαβες την ενέργεια των θαυμάτων» («Ολικώς προς Θεόν μεταθέμενος, απεσείσω σαρκός την ευπάθειαν και των θαυμάτων είληφας την ενέργειαν») (ωδή η΄).
Η ολοκληρωτική αυτή στροφή του οσίου Αυξεντίου προς τον Θεό δεν ήταν εξαρχής μία απηρτισμένη και τέλεια αγάπη. Μάλλον ήταν τέλεια στο πνευματικό επίπεδο που κάθε φορά εκείνος βρισκόταν. Διότι η πνευματική ανάβαση, όπως γνωρίζουμε, δεν έχει τέλος. Ο πιστός πορεύεται πάντοτε «εκ δυνάμεως εις δύναμιν» και «από δόξης εις δόξαν». Και δικαίως: δεν έχει τέλος ο Θεός. Με άλλα λόγια, όσο ο άνθρωπος στρέφει τις δυνάμεις του προς τον Θεό ως το ακρότατο των εφετών και επιθυμητών, τόσο και βλέπει να αυξάνει μέσα του η χάρη του Θεού, δηλαδή η αγάπη Εκείνου. Ο άγιος Θεοφάνης το διευκρινίζει, παίρνοντας αφορμή και από το ίδιο το όνομα του οσίου Αυξεντίου: «Αύξησες την προς Θεό αγάπη σου, πάτερ Αυξέντιε, κι εγκατέλειψες κάθε στοργή προς τον κόσμο, οπότε και αναδείχτηκες, θεοφόρε, χωρητικό κειμήλιο των χαρισμάτων του αγίου Πνεύματος» («Αυξήσας την προς Θεόν αγάπησιν, πάτερ Αυξέντιε, και κοσμικήν στοργήν καταλιπών, θεοφόρε, κειμήλιον χωρητικόν του Πνεύματος των χαρισμάτων αναδέδειξαι») (ωδή α΄ ). Κι αλλού: «Ο θεοφόρος Αυξέντιος αφού αύξησε την πίστη και την αγάπη προς τον Θεό, υψώθηκε σε μεγάλο ύψος  της θεϊκής αγκαλιάς» («Ο θεοφόρος, την πίστιν και την αγάπην την προς Θεόν αυξήσας, προς μετάρσιον ύψος θείας οικειώσεως υψώθη») (ωδή δ΄).
Τι έκανε τον όσιο Αυξέντιο, ήδη «εκ βρέφους», να αυξάνει εν Θεώ και γεύεται κάθε φορά και πιο πλούσια τις χάρες Εκείνου; Που σημαίνει: τι κάνει έναν άνθρωπο να κρατείται στην αγάπη του Θεού και να την αυξάνει στην ύπαρξή του; Το ερώτημα στην πραγματικότητα ισοδυναμεί με αυτό που υπόσχεται κάθε πιστός που εντάσσεται στο σώμα του Χριστού και της Εκκλησίας, γινόμενος μέλος Χριστού διά του αγίου βαπτίσματος: «συντάσσομαι τω Χριστώ». Μπαίνω στην τάξη του Χριστού, ανήκω δηλαδή σ’ Εκείνον. Ο υμνογράφος μας και πάλι μας καθοδηγεί: «Συντάχτηκες με όλη τη θεότητα με το βάπτισμά σου, πάτερ Αυξέντιε. Κι αφού διατήρησες απόλυτα το αξίωμα της εικόνας του Θεού, μακάριε, προσχώρησες στην τρισήλια λαμπρότητα, την αγία Τριάδα δηλαδή, με χαρά» («Όλη τη θεότητι, πάτερ, τω βαπτισμώ σου συνετάξω∙ και διατηρήσας ακραιφνώς το της εικόνος, μάκαρ, αξίωμα, τρισσοφεγγεί λαμπρότητι, μετ’ ευφροσύνης προσεχώρησας») (ωδή θ΄).
Πώς λοιπόν κρατείται κανείς στο μέρος του Θεού; Διότι πρέπει να συνεργήσει και ο ίδιος. Τι πρέπει να κάνει; Πρώτα από όλα να καταλάβει, μας λέει ο άγιος Θεοφάνης βλέποντας τη ζωή του οσίου σήμερα, ότι η ζωή είναι πρόσκαιρη και ότι τα αιώνια είναι στον Θεό. Να κάνει δηλαδή μελέτη του βίου του τον θάνατο, που θα πει να γίνει κατά Θεόν σοφός.  «Κάνοντας τη ζωή σου μελέτη του θανάτου, κατανόησες αυτό που λένε σοφία  με διαφορετικό τρόπο, και μετατέθηκες προς την ενυπόστατη Σοφία, τον Χριστό» («Μελέτην του θανάτου τον βίον σου θέμενος, διαφερόντως τον όρος της σοφίας, πάτερ, κατανοήσας, μετετέθης προς την Σοφίαν την ενυπόστατον») (ωδή ς΄). Κι έπειτα, βλέποντας ότι η αληθινή ζωή βρίσκεται στον Θεό, χρειάζεται κανείς να περιορίσει τις άτακτες ορμές του σώματος και της ψυχής του λόγω της ενεργούσας ακόμη αμαρτίας, με την εγκράτεια. Να δείξει δηλαδή κανείς έμπρακτα, με τον περιορισμό των παθών του, ότι η ύπαρξή του έχει αγκυροβολήσει στον Χριστό: το κέντρο βάρους του είναι σ’ Εκείνον. Αυτό, κατά τον άγιο υμνογράφο, συνιστά ισορροπία του ανθρώπου και των φρενών του. «Πέρασες τη ζωή σου, πάτερ Αυξέντιε, με ισορροπία των φρενών, γιατί έβαλες σε δεύτερη μοίρα τα πρόσκαιρα και επεκτεινόσουν πάντοτε στα αιώνια» («Ισότητι φρενών την ζωήν διελήλυθας, τα πρόσκαιρα παρατρέχων, αιωνίοις δε, πάτερ, εις αεί προστιθέμενος») (ωδή ε΄).
Για τον άγιο Αυξέντιο λοιπόν, όπως και για κάθε άγιο, δηλαδή συνεπή πιστό της Εκκλησίας, η εγκράτεια αυτή, λόγω ακριβώς του νοήματός της, δεν ήταν μία άσκηση καταπίεσης του εαυτού, με την έννοια ότι κάνει κάτι που τον βγάζει από τον αληθινό εαυτό του, αλλά μία άσκηση εύρεσης του εαυτού, εκείνου που βγήκε, όπως είπαμε, από την αγία κολυμβήθρα. Γι’ αυτό και η εγκράτεια ήταν το πανηγύρι του και η τρυφή του. «Έκανες τέλειο εντρύφημά σου, θεόφρον, την εγκράτεια και χαλιναγώγησες τις αμαρτωλές ορέξεις της σάρκας, γι’ αυτό και φάνηκες να αυξάνεσαι στην πίστη σου και να ανθίζεις σαν φυτό στο μέσο του Παραδείσου, Αυξέντιε πάτερ ιερότατε» («Κατατρυφήσας, θεόφρον, της εγκρατείας και τας ορέξεις της σαρκός χαλινώσας, ώφθης τη πίστει σου αυξανόμενος, και ως φυτόν εν μέσω του Παραδείσου εξήνθησας, Αυξέντιε, Πάτερ ιερώτατε») (κοντάκιο της εορτής). Δεν είναι καθόλου τυχαίο λοιπόν που ο υμνογράφος μας αφενός παραλληλίζει τον όσιο με τον προφήτη Ηλία και τον δίκαιο Ιώβ («Το βουνό ήταν σαν το όρος Κάρμηλος για τον Αυξέντιο, που φάνηκε ίδιος Ηλίας κατά τα άλλα, πλην του τέλους του»: «Ο Βουνός ως Κάρμηλος ην Αυξεντίω, φανέντι τάλλα πλην τελευτής Ηλία» (στίχοι κοντακίου)∙ «αναδείχτηκες νέος σε εμάς Ιώβ με τα παλαίσματά σου» («νέος ημίν ανεδείχθης Ιώβ τοις παλαίσμασι») (οίκος κοντακίου), αφετέρου παρουσιάζει  στο όλο πνευματικό προτραίτο του οσίου Αυξεντίου το επίγραμμα που θα μπορούσε να έχει ο τάφος του: «Ο βίος σου λαμπρός και η πίστις ορθόδοξος, η άσκησις θαυμασία, ηρτυμένος ο λόγος τη χάριτι, Αυξέντιε» (ωδή ε΄).   

Ο όσιος πατήρ ημών Μαρτινιανός (13 Φεβρουαρίου)

αναρτήθηκε στις 13 Φεβ 2012 12:36 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου



                                  






























Του Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δορμπαράκη
«Ο όσιος αυτός καταγόταν από την Καισάρεια της Παλαιστίνης. Ξεκίνησε την ασκητική του ζωή όταν ήταν δεκαοκτώ ετών, ζώντας στις ερημιές και τα όρη. Όταν είχε περάσει στην αναχώρηση είκοσι πέντε έτη μαζί με πολλούς άλλους, δέχτηκε και έναν τέτοιο πειρασμό από τον πονηρό. Κάποια πόρνη δηλαδή που εμφανίστηκε  σαν πτωχή γυναίκα, έφτασε στο όρος όπου ζούσε ο άγιος. Και αφού βράδιασε, έκλαιγε με αναφιλητά, διότι δήθεν έχασε τον δρόμο και θα γινόταν τροφή για τα θηρία, γι’ αυτό και παρακαλούσε τον όσιο να την δεχθεί μέσα στο κελί του και να μη κατασπαραχθεί από τα δόντια αυτών. Αυτός τότε (διότι ήταν αδύνατο να την αφήσει έξω), της είπε να περάσει μέσα, ενώ ο ίδιος προχώρησε στα εσώτερα του κελιού. Το πρωί ο όσιος βλέποντας τη μεταβολή της εμφάνισής της (διότι φορούσε ιμάτια, με τα οποία στολίστηκε τη νύκτα), ρωτούσε να μάθει ποια ήταν και για ποιο λόγο πήγε εκεί;

Αυτή τότε του είπε με αναίδεια «εξαιτίας σου». Κι αφού έλεγξε με κακία την ασκητική του διαγωγή και πρόσθεσε ότι και όλοι οι Δίκαιοι κατά την Παλαιά Διαθήκη βρέθηκαν με γυναίκες, τον προσκαλούσε να συνευρεθούν. Αυτός όμως, ελαφρά ταραγμένος αλλά έχοντας ήδη υπό έλεγχο και υπακοή τον εαυτό του, και εξετάζοντας πώς, αν διαπράξει τούτο, θα κρυφτεί από τη θεία χάρη, πριν να πέσει σε αμαρτία, ήδη σηκώθηκε. Τι έκανε λοιπόν; Έβαλε φωτιά σε πλήθος από ξερά κλαδιά  και μπήκε στο μέσο, νουθετώντας  τον εαυτό του και λέγοντας: «Αν μπορείς να υποφέρεις τη φωτιά της γέεννας, αφού ποθείς την αισχρή ηδονή, υπάκουσε στη γυναίκα και πήγαινε μαζί της». Αφού κατέφλεξε έτσι τον εαυτό του και ταπείνωσε το ξεσήκωμα της σάρκας του, και τη γυναίκα που σωφρονίστηκε από όσα είδε την έστειλε σε μοναστήρι, και ο ίδιος, γιατρεμένος με τη χάρη του Θεού από τις πληγές της φωτιάς, με την καθοδήγηση ενός ναύκληρου, πήγε σε ένα ξερονήσι, που απείχε από τη γη μιας ημέρας οδό. Σ’ αυτό έμεινε επί δέκα χρόνια, παίρνοντας τροφή από τον ναύκληρο. Πάλι όμως σηκώθηκε και έφυγε από εκεί, όταν κάποια κοπέλα που γλύτωσε από ναυάγιο πάνω σε μία σανίδα, έφτασε κοντά του. Και την μεν κοπέλα την τράβηξε να βγει ο όσιος, αυτός όμως έφυγε και από εκεί, λέγοντας ότι δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία χορταριού και φωτιάς. Οδηγήθηκε μάλιστα στην ξηρά, πάνω σε δελφίνια. Έπειτα από εκεί διάβηκε από χώρες και πόλεις και έχοντας ως σύνθημα το «Φεύγε, Μαρτινιανέ, μη σε προφθάσει πειρασμός» (διότι έτσι αποφάσισε να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του), έφτασε στην Αθήνα. Μόλις πήγε εκεί, εκδήμησε προς τον Κύριο, ενώ αξιώθηκε ένδοξης ταφής από τον επίσκοπο και όλο τον λαό. Λέγεται δε και για τις γυναίκες, ότι η μεν πρώτη που πήγε από το όρος σε μοναστήρι και έζησε εκεί, αξιώθηκε να κάνει θαύματα, η δε άλλη ότι έμεινε υπομονετικά στο ξερονήσι μέχρι το τέλος της ζωής της, ντυμένη με ανδρικά ρούχα που της τα έφερε ο ναύκληρος. Τελείται η σύναξή του στο σεπτό Αποστολείο του αγίου και κορυφαίου των αποστόλων Πέτρου, που βρίσκεται δίπλα στη αγιότατη Μεγάλη Εκκλησία».
Ο όσιος Μαρτινιανός αποτελεί κλασική περίπτωση νέου ανθρώπου που απεφάσισε να αφιερωθεί στον Κύριο από αγάπη προς Αυτόν. Κι αυτός, όπως πλειάδα παρομοίων περιπτώσεων, αποτελεί την εμπροσθοφυλακή της Εκκλησίας και δίνει το στίγμα της καθαρής πορείας προς Εκείνον. Δεν είναι δυνατόν όμως να ακολουθεί κανείς τον Χριστό, χωρίς να αγωνίζεται για την υπέρβαση των παθών του – «τα πάθη χάλκινο τείχος είναι, που με εμποδίζουν από τον Θεό» κατά την γνωστή έκφραση του αββά του Γεροντικού – χωρίς δηλαδή να ασκεί βία διά παντός πάνω στη δεχομένη επιρροές δαιμονικές ανθρώπινη ύπαρξή του. Ο ίδιος ο Κύριος με απόλυτο και οριστικό τρόπο το αποκάλυψε: «Η βασιλεία του Θεού βιάζεται και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Γι’ αυτό και έκτοτε έτσι ορίστηκε ο αληθινός χριστιανός, τύπος του οποίου αποτελεί ο αφιερωμένος στον Θεό μοναχός: Ως «βία φύσεως διηνεκής», μία διαρκής άσκηση βίας πάνω στα αμαρτωλά φρονήματα του ανθρώπου. Μία διαφορετικού τύπου πορεία, μία πορεία ζωής δηλαδή χωρίς ασκητική διαγωγή, είτε στον κόσμο είτε εκτός, συνιστά, κατά τον απόστολο Παύλο, αδόκιμη πορεία: δεν οδηγεί προς τον Χριστό. «Υποπιάζω μου το σώμα και δουλαγωγώ, μήπως άλλοις κηρύξας, αυτός αδόκιμος γένωμαι»: Ταλαιπωρώ το σώμα μου και το καθιστώ δούλο, μήπως πάω να κηρύξω σε άλλους, ενώ ο ίδιος βρεθώ αδόκιμος. Ακριβώς τούτο τονίζει και ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος για τη σημερινή περίπτωση του οσίου Μαρτινιανού. «Μόνασες – σημειώνει – και ανέλαβες τον σταυρό σου, όσιε, γιατί πόθησες, με τη νέκρωση των παθών του σώματός σου,  να ακολουθείς Αυτόν που υπέμεινε εκούσια για χάρη σου Σταυρό και ταφή» («Μονάσας και τον σταυρόν σου, όσιε, αναλαβόμενος, τω δια σε εκούσιον Σταυρόν και ταφήν υπομείναντι, ακολουθείν επόθησας, πάθη νεκρώσας τα του σώματος») (ωδή α΄).  
Πάνω στα ανθρώπινα ψεκτά πάθη, τη φιληδονία δηλαδή, τη φιλαργυρία και τη φιλοδοξία, που πηγάζουν από τη ρίζα της αμαρτίας φιλαυτία ή εγωισμό, δουλεύει και ο διάβολος. Ο διάβολος δεν γνωρίζει επακριβώς, αλλ’ υποψιάζεται, λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του, το ποια πάθη ιδιαιτέρως μας ταλαιπωρούν. Και αυτά αντιστοίχως τροφοδοτεί. Ρίχνει τα δολώματά του κι ό,τι πιάσει. Κι εκείνους που κατεξοχήν προσβάλλει είναι οι αφιερωμένοι στον Θεό, οι μοναχοί. Αυτούς προσπαθεί να καταβάλει – όχι βεβαίως ότι αφήνει τους άλλους τους εν τω κόσμω -  χωρίς να καταλαβαίνει ο δυστυχής ότι με τον τρόπο αυτό τους προξενεί στεφάνια νίκης, αφού έτσι κυρίως, μέσα από τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, ανεβαίνει ο πιστός την κλίμακα των αρετών. «Ποιος σε έμαθε να προσεύχεσαι;», ρώτησαν κάποια φορά έναν όσιο. Κι εκείνος πολύ απλά απάντησε: «Ο διάβολος. Με τις προσβολές του αναγκαζόμουν να βρίσκομαι διαρκώς σε ανάταση προς τον Θεό και να κραυγάζω να με βοηθήσει».  Με τις επιθέσεις του διαβόλου, τις συνεχείς οχλήσεις του, και μάλιστα πάνω στο πάθος της φιληδονίας, αγίασε κατεξοχήν και ο όσιος Μαρτινιανός. Ο Πονηρός υπενόησε ότι με το αρχαίο όπλο: τις δόλιες λαλιές της γυναίκας, θα ρίξει και τον άγιο του Θεού. Ό,τι με άλλα λόγια έπαθε ο προπάτορας Αδάμ, να παρακούσει τον Θεό,  γιατί παρασύρθηκε από τα λόγια της Εύας, το ίδιο θα πάθαινε και ο Μαρτινιανός. Αλλά βεβαίως στην περίπτωση του οσίου απατήθηκε πλάνην οικτράν. Ο άγιος με έξυπνο τρόπο απέφυγε τον πειρασμό και προχώρησε σε αγιότητα. «Με δόλιες λαλιές της γυναίκας – γράφει ο άγιος Θεοφάνης -  σου επιτέθηκε ο δυσμενής όφις, όπως παλιά στον Προπάτορα. Αλλά με τη σοφή σου σκέψη καταργήθηκαν τα σοφίσματά του» («Δολίαις γυναικός λαλιαίς σοι προσέβαλεν, ως τω Προπάτορι πάλαι, δυσμενής ο όφις∙ αλλ’  επινοία τη σοφή σου, κατηργήθη αυτού τα σοφίσματα») (ωδή ς΄).
Ο όσιος βεβαίως με τη χάρη του Θεού νίκησε τον πειρασμό. Αλλά η νίκη του αυτή ήταν επώδυνη. Ρίχτηκε στην αισθητή πυρά, για να γλιτώσει από τη νοητή, την αποστροφή του προσώπου του Θεού. Κι έτσι, μας λέει ο υμνογράφος μας, αναδείχτηκε και σε δικαστή του εαυτού του και σε μάρτυρα. Χωρίς να δικαστεί από άλλους, σαν τους υπόλοιπους μάρτυρες της Εκκλησίας μας, χωρίς να τον ρίξουν σε φωτιά, εκείνος μόνος του και έκρινε τον εαυτό του και τον καταδίκασε σε φωτιά. Και βγήκε νικητής και στεφανωμένος. «Με τη θέλησή σου χρημάτισες μάρτυρας και δικαστής και κατήγορος του εαυτού σου. Διότι επειδή φλεγόσουν από άτοπη ηδονή, άναψες για τον εαυτό σου, πάτερ, πολύ δυνατή φωτιά και τον έριξες στο μέσον της κατακαιόμενος» («Μάρτυς εθελούσιος και δικαστής και κατήγορος σεαυτού εχρημάτισας∙ πυρί γαρ φλεγόμενος ηδονής ατόπου, πυράν λαυροτάτην, Πάτερ, ανάψας, σεαυτόν μέσον εισήξας κατακαιόμενος») (στιχηρό εσπερινού). Τι ήταν εκείνο που τον έκανε, έστω και υπό πειρασμόν, να νικήσει; Μας το εξηγεί ο άγιος Θεοφάνης: «μπήκες με προθυμία στη δημιουργημένη κι αυτή από τον Θεό φωτιά, γιατί είχες μέσα στην καρδιά σου τη θεϊκή φωτιά» («επέβης προθύμως τω ομοδούλω πυρί, το θείον πυρ εγκάρδιον έχων») (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού).
Ο όσιος Μαρτινιανός όμως εξυψώνεται ενώπιόν μας και ενώπιον όλων των γενεών ως τύπος συνετού και προσγειωμένου στην πραγματικότητα ανθρώπου. Θέλουμε να πούμε ότι ο όσιος δεν «πήρε θάρρος» από τη νίκη του αυτή. Δεν σκέφτηκε ότι όπως νίκησε τώρα, θα νικήσει και μετά. Αντίθετα: «τρόμαξε» με την πονηρία του διαβόλου και θέλησε να φύγει και από το όρος. Η καταφυγή του σε ξερονήσι, μακριά από την ξηρά, ήταν η νομιζόμενη από αυτόν λύτρωση: δεν θα ερχόταν καμία γυναίκα ή κανένας να τον υποβάλει σε πειρασμό. Κι έζησε εκεί με τρόπο που θυμίζει τις χίλιες ημέρες και τις χίλιες νύκτες πάνω σε βράχο του νεωτέρου και αγαπημένου Ρώσου οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ: με ολοκληρωτική αναφορά στον Θεό, είτε σε ψύχος είτε σε καύσωνα. «Δεν χαυνώθηκε ο νους σου από το ψύχος κι ούτε φλέχτηκε η ψυχή σου από τον καύσωνα, ώστε να υποχωρήσεις έστω και για λίγο, θλίβοντας το σαρκίο σου. Αλλά υπέφερες, έχοντας κατά νου τη μακαριότητα των δικαίων» («Ου ψύχει χαυνούμενος τον νουν αλλ’ ουδέ καύσωνι ψυχήν φλεγόμενος όλως ενέδωκας θλίβων σου το σαρκίον∙ αλλ’ υπέφερες την τοις δικαίοις εννοών μακαριότητα») (ωδή η΄).
 Έμαθε όμως ότι η πονηρία του Πονηρού δεν έχει όρια. Τα πάντα εφευρίσκει, πάντα βεβαίως με την παραχώρηση του Κυρίου – μη ξεχνάμε ότι ο διάβολος δεν είναι ανεξέλεγκτος, αλλ’ υπόκειται και αυτός στο θέλημα του Θεού: τον αφήνει να δρα, όσο διευκολύνει την παιδαγωγία του ανθρώπου – προκειμένου να πειράξει τον δούλο του Θεού. Κι όταν αντιμετωπίζει από το «πουθενά» νέο πειρασμό στο πρόσωπο μιας ναυαγισμένης κόρης, σηκώνεται και φεύγει, για να αποφασίσει εσαεί να είναι περιπλανώμενος. Πόσο προσγειωμένος πράγματι είναι! Τι εμπιστοσύνη να δείξει στον εαυτό του, όταν βλέπει ότι ακόμη βρίσκεται στον κόσμο τούτο; Όπως το έλεγε και ο Γέροντας των Αθηνών μακαριστός π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος: «το θέμα σαρξ τελειώνει με το θέμα πλαξ», δηλαδή όσο η πλάκα του τάφου δεν μας έχει κλείσει, δεν μπορεί κανείς να εμπιστεύεται τη σάρκα του, το ίδιο βλέπουμε στον όσιο Μαρτινιανό και σε κάθε άλλο βεβαίως άγιο. Κι ο υμνογράφος μας γι’ αυτό, δεν τονίζει μόνο τον αγώνα του απέναντι στην πρώτη γυναίκα, αλλά απέναντι και στη δεύτερη. Και τι ωραία τον παραλληλίζει με τον προφήτη Ιωνά: όπως εκείνος ρίχτηκε στη θάλασσα για να ησυχάσει αυτή, και θαλάσσιο κήτος τον έβγαλε στην ξηρά, έτσι και ο όσιος Μαρτινιανός, ρίχτηκε στη θάλασσα να ξεφύγει νέο πειρασμό, βγαίνοντας στην ξηρά πάνω κι αυτός σε θαλάσσια κήτη: τα νώτα των δελφινιών. «Κυβερνώμενος, Πάτερ, από το θεϊκό χέρι, σαν τον Ιωνά έριξες τον εαυτό σου στον βυθό της θάλασσας, όσιε, έχοντας ως όχημα τα θηρία και βγαίνοντας φωτισμένος στην ξηρά» («Υπό της θείας κυβερνώμενος, Πάτερ, χειρός, ώσπερ Ιωνάς απέρριψας σεαυτόν εις βυθόν θαλάσσης, όσιε, θηρσίν οχούμενος και τη χέρσω λαμπρός εκδιδόμενος») (ωδή ζ΄ ).

1-10 of 604