Επίκαιρα

Κυριακή Θ΄ Λουκά - Να θησαυρίζεις στο Θεό και όχι στο εγώ

αναρτήθηκε στις 18 Νοε 2017, 10:45 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 18 Νοε 2017, 10:45 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: ΚΔ΄ἐπιστολῶν (Ἐφεσ. β΄ 14-22)
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ :Λουκ. ιβ΄ 16-21

Μὲ τὰ παραπάνω λόγια κατακλείει ὁ Κύριος τὴν Παραβολὴ τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ποὺ ἀκούσαμε στὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπή. «Οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ»· δηλαδή: 

Ἔτσι θὰ εἶναι, τέτοιο πάθημα, τέτοιο τέλος θὰ ἔχει· ποιός; «ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ»· αὐτὸς ποὺ θησαυρίζει ὑλικὰ ἀγαθὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνει ἐγωιστικὰ μόνο ἐκεῖνος· «καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν»· καὶ δὲν πλουτίζει σὲ πνευματικοὺς θησαυρούς, στοὺς ὁποίους μόνο ἀρέσκεται ὁ Θεός. 
Ἂς δοῦμε λοιπὸν ποιὸ εἶναι τὸ πάθημα ἐκείνου ποὺ θησαυρίζει γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ ποιὰ εἶναι ἡ εὐτυχία ἐκείνου ποὺ πλουτίζει ὅπως θέλει ὁ Θεός.
1. Ἀγωνιώδης μέριμνα, αἰώνια ἀπώλεια
Ὁ πλεονέκτης πρῶτα-πρῶτα ἔχει πιστέψει σ᾿ ἕνα ψέμα: ὅτι ἡ εὐτυχία βρίσκεται στὴν ἀπόλαυση τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄφρων πλούσιος λέει: «Ψυχή… φάγε, πίε, εὐφραίνου». Μὰ μήπως τρώει φαγητὰ ἡ ψυχή; Ἡ ψυχὴ εἶναι ἄϋλη, πνευματική, δὲν ἱκανοποιεῖται μὲ τὶς ἐγκόσμιες ἀπολαύσεις. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ πρῶτο πάθημα τοῦ πλεονέκτη, τὸ ὁποῖο εἶναι ἡ αἰτία καὶ ὅλων τῶν ἄλλων παθημάτων του.
Ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς πλάνης του ὁ πλεονέκτης μέρα καὶ νύχτα σκέπτεται, σχεδιάζει καὶ ἐργάζεται, προκειμένου ν᾿ ἀποκτήσει ὅλο καὶ περισσότερα ἀγαθά. Ὅταν δὲν ἀποδίδουν τὰ χωράφια του ἢ ἡ ἐπιχείρησή του, μαραζώνει ἀπὸ τὴ λύπη του. Ὅταν ἔχει κέρδος, πανηγυρίζει καὶ χαίρεται, γιὰ νὰ διαδεχθοῦν πολὺ σύντομα τὴ χαρά του νέες ἀγωνιώδεις σκέψεις καὶ προσπάθειες γιὰ τὸ πῶς θὰ πολλαπλασιάσει τὰ κέρδη του. «Τί ποιήσω…;», ἀναρωτιέται ὁ ἄφρων πλούσιος, σὰν νὰ ἦταν ὁ πιὸ φτωχός…
Ἀλλὰ τὸ πιὸ φοβερὸ χτύπημα τὸ ἐπι­φέρει στὸν πλεονέκτη ὁ θάνατος. «Ἄ­φρον», τοῦ λέει ὁ Θεός, «ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας, τίνι ἔσται;». Ἀνόητε, αὐτὴ τὴ νύχτα οἱ δαίμονες, στοὺς ὁποίους εἶχες ὑποταγεῖ μὲ τὴν ἀπληστία σου, ἀπαιτοῦν δικαιωματικὰ τὴν ψυχή σου· κι ὅλα αὐτὰ ποὺ μάζεψες, σὲ ποιὸν θὰ μείνουν; Τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν μπορεῖς νὰ πάρεις μαζί σου.
Δηλαδὴ τὸ πάθημα τοῦ πλεονέκτη εἶναι ὅτι χάνει καὶ αὐτὴ τὴ ζωὴ καὶ τὴν ἄλλη. Καὶ σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωὴ ταλαιπωρεῖται καὶ βασανίζεται κυνηγώντας τὰ πλούτη, τὰ ὁποῖα τελικὰ δὲν μπορεῖ νὰ πάρει μαζί του, καὶ τὴν αἰωνιότητα χάνει, διότι λόγῳ τῆς ὑλιστικῆς του ζωῆς δὲν φρόν­τισε καθόλου τὴν ψυχή του. Πραγματικὰ τραγικὸ πάθημα!
2. Χαρὰ καὶ εἰρήνη, αἰώνια σωτηρία
Ὁ «εἰς Θεὸν πλουτῶν», ἀντίθετα, ἔχει τελείως διαφορετικὸ προσανατολισμὸ στὴ ζωή του: Ἐπιθυμεῖ νὰ σωθεῖ, νὰ δεῖ πρόσωπο Θεοῦ. Γι᾿ αὐτὸ ἀγωνίζεται νὰ εὐαρεστεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ ἔχει μέρος στὴ Βασιλεία Του. Πῶς τὸ ἐπιτυγχάνει αὐτό; Μὲ τὸ νὰ ἐφαρμόζει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ προοδεύει στὴν ἀρετή. «Κατὰ Θεὸν πλοῦτος ἡ κτῆσις τῶν ἀρετῶν», ἐξηγεῖ ὁ ἱερὸς ἑρμηνευτὴς Ζιγαβηνός(). Θεάρεστος πλοῦτος εἶναι ἡ ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν.
Κάθε ἀγαθὴ πράξη, λόγος ἢ σκέψη ποὺ κάνουμε στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ ποὺ γίνεται ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι καὶ μία ἀποταμίευση στὴν τράπεζα τοῦ οὐρανοῦ, στὴν πιὸ ἀσφαλὴ τράπεζα τοῦ κόσμου, ποὺ δὲν προσβάλλεται ἀπὸ καμία οἰκονομικὴ κρίση, διάρρηξη ἢ ἄλλη φθορὰ καὶ ἀπώλεια. Οἱ νηστεῖες, οἱ προσ­ευχές, οἱ ἐλεημοσύνες, ὁποιοδήποτε ἀγαθὸ ἔργο μᾶς πλουτίζουν πνευματικά.
Βέβαια οἱ ἀρετὲς ἀποκτῶνται μὲ ἐπίμονη ἄσκηση, καὶ ἡ πνευματικὴ ζωή, ἰδιαίτερα στὸ ξεκίνημά της, εἶναι κοπιαστικὴ καὶ δύσκολη. Ὅσο ὅμως ὁ πιστὸς προδεύει στὴν ἀρετή, τόσο αὐξάνει ἡ χαρὰ καὶ ἡ εἰρήνη του.
Τέλος, «ὁ εἰς Θεὸν πλουτῶν» ἀντιμετωπίζει τὸν θάνατο μὲ πολλὴ ἐλπίδα, ἂν ὄχι καὶ μὲ πόθο, διότι ὁ κατὰ Θεὸν πλουτισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ προετοιμασία γιὰ τὴν αἰωνιότητα. Σ᾿ ἐκεῖνο τὸν πιστὸ ἐκπληρώνεται ὁ ἁγιογραφικὸς λόγος: Εἶναι μακάριοι ἀπὸ τώρα οἱ νεκροὶ ποὺ πεθαίνουν ἑνωμένοι μὲ τὸν Κύριο. Ναί, εἶναι μακάριοι, λέει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Διότι πεθαίνουν γιὰ ν᾿ ἀναπαυθοῦν ἀπὸ τοὺς κόπους τους· «τὰ δὲ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ᾿ αὐτῶν» (Ἀποκ. ιδ´ [14] 13). Θὰ ἀναπαυθοῦν, διότι τὰ ἅγια ἔργα τους τοὺς ἀκολουθοῦν στὴν ἄλλη ζωή.
***
Ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔβαλε μέσα μας τὸν πόθο τοῦ θησαυρισμοῦ, ὄχι ὅμως γιὰ τὰ μάταια ἀλλὰ γιὰ τὰ ἄφθαρτα ἀγαθά. Ἂς ζήσουμε τὴ χαρὰ νὰ θησαυρίζουμε γιὰ τὸν Θεό. Τότε θὰ ἀξιωθοῦμε τῆς πιὸ μεγάλης κληρονομιᾶς, τῆς οὐρανίου Βασιλείας Του, ὅπου θὰ μᾶς κατακλύζουν οἱ ἀστείρευτοι ποταμοὶ τῆς ἀπειρόπλουτης χρηστότητός Του, οἱ ἀνεξιχνίαστοι θησαυροὶ τῶν θείων ἀποκαλύψεων καὶ δωρεῶν Του στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες.
() Βλ. Π. Τρεμπέλα, Ὑπόμν. Λουκᾶ, ἔκδ. «Ὁ Σωτήρ», Ἰούνιος 19722, σελ. 380 (ιβ΄ 21 [4]).

Κυριακή Η΄ Λουκά- Θεάρεστη ελεημοσύνη

αναρτήθηκε στις 11 Νοε 2017, 7:35 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 11 Νοε 2017, 7:59 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΔ΄ Κυριακής Εφεσ. β΄ 14-22
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ :Λουκ. ι΄ 25-37

 «Ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη»
Ἕνας «νομικός», δηλαδὴ μελετητὴς ποὺ γνώριζε πολὺ καλὰ τὸν Μωσαϊκὸ Νόμο, σηκώθηκε γιὰ νὰ ρωτήσει κάτι τὸν Κύριο μὲ σκοπὸ νὰ Τὸν φέρει σὲ δύσκολη θέση. Τελικὰ ὅμως ἔδωσε τὴν ἀφορμὴ στὸν Κύριο νὰ μᾶς χαρίσει μία ἀκόμη θαυμάσια Παραβολή, τὴν Παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου. 

Ὁ Σαμαρείτης αὐτὸς εἶδε κάποτε ἕναν ταξιδιώτη ποὺ εἶχε πέσει θύμα ληστῶν καὶ τὸν ἐλέησε, σὲ ἀντίθεση μὲ ἕναν ἱερέα (τῆς ἰουδαϊκῆς λατρείας) καὶ ἕνα Λευΐτη (ἄνθρωπο τῆς φυλῆς Λευΐ, ποὺ διακονοῦσε στὸ Ναό), οἱ ὁποῖοι τὸν εἶχαν προσπεράσει ἀδιάφοροι. Μὲ ἀφορμὴ λοιπὸν τὴ σημερινὴ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ἂς δοῦμε ποιὰ εἶναι τὰ βασικὰ γνωρίσματα τῆς θεάρεστης ἐλεημοσύνης.
1. Ἡ πραγματικὴ συμπάθεια
Ὁ Σαμαρείτης ταξιδεύοντας ἦλθε στὸ μέρος ὅπου ἦταν πεσμένος ὁ τραυματισμένος· «καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη»· τὸν εἶδε καὶ τὸν λυπήθηκε, τὸν πόνεσε. Αὐτὴ ἡ φράση τοῦ ἱεροῦ κειμένου μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ βασικὸ στοιχεῖο τῆς θεάρεστης ἐλεημοσύνης: τὴν εἰλικρινὴ συμπάθεια στὸν πόνο καὶ τὴ δοκιμασία τοῦ συνανθρώπου μας.
Ὁ Σαμαρείτης καταγόταν ἀπὸ ἔθνος μισητὸ στοὺς Ἰουδαίους. Οἱ Ἰουδαῖοι τοὺς θεωροῦσαν αἱρετικούς, διότι δὲν εἶχαν φυλάξει καθαρὴ καὶ ἀναλλοίωτη τὴν πίστη στὸν ἀληθινὸ Θεό. Ὁ Σαμαρείτης λοιπὸν ἐκεῖνος ἦταν λιγότερο φωτισμένος ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ τὸν Λευΐ­τη ποὺ δὲν βοήθησαν τὸν πληγωμένο συμπατριώτη τους. Ἤξερε λιγότερη θεολογία ἀπὸ αὐτοὺς καὶ πολὺ λιγότερη ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανούς. Δὲν εἶχε διαβάσει πνευματικὰ βιβλία, δὲν εἶχε γνωρίσει ἅγιους Γέροντες, καὶ φυσικὰ δὲν μετεῖχε σὲ ἱερὰ Μυστήρια. Ἦταν ὅμως ἄνθρωπος. Εἶχε καρδιά. Καρδιὰ ποὺ συμπονοῦσε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος τὸν παρουσιάζει ὡς ὑπόδειγμα – «πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», λέει στὸ νομικό. Τὸν παρουσιάζει ὡς τὸν τηρητὴ τῆς «δευτέρας μεγάλης» ἐντολῆς τοῦ Νόμου, τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον (βλ. Ματθ. κβ´ 36-40).
Ἀπὸ τὰ παραπάνω καταλαβαίνουμε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη δὲν εἶναι καθῆκον, δὲν εἶναι ὑποχρέωση. Εἶναι ὁ τρόπος ζωῆς τοῦ πνευματικὰ ὑγιοῦς ἀνθρώπου· τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δὲν ἔχει σκληρυνθεῖ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἀπὸ τὴ φιλαυτία καὶ τὸν ἐγωι­σμό· ποὺ ἡ καρδιά του ἔχει, ὅπως λέμε, ἀνθρώπινα αἰσθήματα: δηλαδὴ ἀγάπη καὶ συμπόνια.
2. Ἡ αὐταπάρνηση καὶ αὐτοθυσία
Δὲν φθάνει ὅμως μόνο ἡ συμπάθεια, ἡ ἐσωτερικὴ συμμετοχὴ στὸν πόνο τοῦ πλησίον. Ἀπαιτεῖται καὶ ἡ ἔμπρακτη ἐκδήλωση αὐτῆς τῆς συμπάθειας. Ὅποιος συμπονᾶ εἰλικρινά, βρίσκει καὶ τρόπο νὰ βοηθήσει, νὰ συμπαρασταθεῖ μὲ αὐταπάρνηση καὶ αὐτοθυσία. Τὸ ἂν καὶ πόσο ἀγαπᾶμε κάποιον, φαίνεται ἀπὸ τὸ ἂν καὶ πόσο εἴμαστε διατεθειμένοι νὰ θυσιαστοῦμε γι᾿ αὐτόν. Τὸ μέτρο τῆς ἀγάπης τὸ δίνει ὁ βαθμὸς τῆς αὐταπαρνήσεως ποὺ δείχνουμε γιὰ χάρη τοῦ προσώπου ποὺ ἀγαπᾶμε. Καὶ σ᾿ αὐτὸ ὁ Σαμαρείτης τῆς Παραβολῆς ἀποδείχθηκε σπουδαῖος.
Δὲν λογάριασε τὸν κίνδυνο ποὺ διέτρεχε σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐρημιὰ ἀπὸ ἐνδεχόμενη ἐπίθεση τῶν ληστῶν, ἀλλὰ σταμάτησε καὶ περιποιήθηκε τὶς πληγὲς τοῦ χτυπημένου. Κατόπιν μὲ πολὺ κόπο, τὸν ἀνέβασε στὸ ὑποζύγιό του καὶ ὑποβαστάζοντάς τον τὸν μετέφερε σὲ πανδοχεῖο, ὅπου «ἐπεμελήθη αὐτοῦ». Τὸν φρόντισε, τὸν περιποιήθηκε σὰν ἀδελφός, σὰν δικός του ἄνθρωπος. Ὁπωσδήποτε τὸ βράδυ θὰ ξενύχτησε στὸ προσκέφαλό του. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα ἔδωσε χρήματα στὸν πανδοχέα γιὰ τὴν περαιτέρω διαμονὴ καὶ νοσηλεία του καὶ ὑποσχέθηκε ὅτι θὰ ξαναπερνοῦσε γιὰ νὰ ξεπληρώσει τὰ τυχὸν ἐπιπλέον ἔξοδα. Δηλαδὴ ἡ δυστυχία τοῦ χτυπημένου ἔγινε δική του ὐπόθεση ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ μὲ κόστος ποικίλο καὶ ὄχι ἀσήμαντο. Τέλεια ἀγάπη, ἀληθινὴ ἐλεημοσύνη!
***
Ὁ Κύριος δὲν ἐπετίμησε τελικὰ τὸν νομικὸ γιὰ τὴν πονηρή του διάθεση, ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, τὸν προέτρεψε νὰ μιμηθεῖ τὸν Καλὸ Σαμαρείτη. Αὐτὸ προτρέπει καὶ ὅλους μας: Νὰ δείχνουμε ἔλεος στοὺς συνανθρώπους μας ποὺ βρί­­σκον­ται σὲ δυσκολία. Νὰ ἔχουμε ἀν­θρώ­πινη, εὐσπλαχνικὴ καρδιά. Καὶ νὰ ἐκδηλώνουμε ἔμπρακτα τὴ συμπάθειά μας, νὰ ἔχουμε ἀληθινὴ ἀγάπη, μὲ αὐ­ταπάρνηση καὶ αὐτοθυσία· κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ πανελεήμονος Θεοῦ, ὁ Ὁ­ποῖος ἀπὸ τὴν ἄπειρη εὐσπλαχνία Του ἐνανθρώπησε καὶ σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ δὲν παύει ὅλους νὰ εὐ­εργετεῖ, τὴ Βασιλεία Του ὅμως τὴν χαρίζει στὰ ἀληθινὰ παιδιά Του, στοὺς εὐ­σπλαχνικοὺς καὶ ἐλεήμονες.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ – 5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2017

αναρτήθηκε στις 4 Νοε 2017, 8:11 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 4 Νοε 2017, 8:16 π.μ. ]

 

(Λκ. ιστ΄ 19-31)

Πολλοὶ ἄνθρωποι, ἀδελφοί μου, δὲν πιστεύουν στὴ μετὰ θάνατο ζωή. Λένε «Ἐδῶ εἶναι ὁ Παράδεισος ἐδῶ καὶ ἡ Κόλαση», ἀκόμη «Ποιὸς γύρισε μετὰ τὸ θάνατό του στὴ ζωὴ νὰ μᾶς βεβαιώσει τί γίνεται, ὅταν πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι;» Καὶ ἀφοῦ δέχονται ὅτι ἡ τελευταία τους κατοικία εἶναι ὁ τάφος τους, λένε «φάγωμεν καὶ πίωμεν, αὔριο γὰρ ἀποθνήσκομεν».


Ὅμως, ὁ Χριστὸς πολλὲς φορὲς στὸ Εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γι’ αὐτὲς τὶς μεγάλες ἀλήθειες. Ἰδιαίτερα βέβαια μὲ τὴ σημερινὴ παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ἀκούσαμε, μᾶς ἀποκαλύπτει μὲ σαφήνεια ὅτι ὑπάρχει ζωὴ μετὰ τὸ θάνατο, ὅτι ὑπάρχει καὶ Κόλαση καὶ Παράδεισος. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὁ Παράδεισος, δηλαδὴ ἡ αἰώνια ζωὴ μέσα στὴν παρουσία τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ὅπου οἱ δίκαιοι θὰ βλέπουν τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ γεμάτο δόξα καὶ λαμπρότητα. Οἱ ἴδιοι θὰ λάμπουν «ὡς ὁ ἥλιος», συντροφιὰ μὲ τοὺς ἀγγέλους, τοὺς Ἀποστόλους, τοὺς προφῆτες, τοὺς μάρτυρες, τοὺς Ἁγίους, τὴν Παναγία μας μέσα σὲ μία ἀτέλειωτη εὐτυχία, χαρὰ καὶ μακαριότητα. Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἡ Κόλαση, ἕνας τρόπος ζωῆς μὲ ψυχικὴ ὀδύνη, ἕνα αἰώνιο μαρτύριο. Ὅποιος βρεθεῖ ἐκεῖ ζεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς φωτιὰ ποὺ κατακαίει καὶ δὲ σβήνει ποτέ. Ζεῖ καὶ βασανίζεται ἀπὸ τὴν ἔνοχη συνείδησή του.

Πῶς ὅμως καθορίζεται ἡ κατάσταση στὴν ὁποία θὰ βρεθοῦμε μετὰ τὸ θάνατο; Καθορίζεται ἀπόλυτα καὶ μόνο ἀπὸ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς μας σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἂν ζοῦμε μία ζωὴ ἀτομικιστικὴ καὶ ὑλιστική, ἂν ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ δὲ μετανοοῦμε, τότε θὰ ἔχουμε τὴν ἴδια τύχη μὲ τὸν πλούσιό της παραβολῆς. Πῶς ἔζησε ἐδῶ στὴ γῆ ὁ πλούσιος; Εἶχε ἀφθονία ὑλικῶν ἀγαθῶν, ντυνόταν μὲ βασιλικὰ ἐνδύματα, τρωγόπινε καὶ καλοπερνοῦσε κάθε μέρα μέσα σὲ μεγάλη πολυτέλεια καὶ σπατάλη. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε καὶ μία εὐκαιρία ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του, τὸ φτωχὸ Λάζαρο. Ἦταν πράγματι μία εὐκαιρία νὰ κάνει τὸ καλό, νὰ εὐσπλαχνιστεῖ τὸ Λάζαρο, νὰ τοῦ δώσει νὰ φάει, νὰ τοῦ φερθεῖ μὲ ἀγάπη καὶ καλοσύνη. Παρόλο ποὺ δὲν τοῦ ἔκανε κακὸ καὶ δὲν τὸν καταδίωκε, τὸν ἀγνοοῦσε καὶ ἀδιαφοροῦσε γιὰ τὴν κατάστασή του. Ὁ πλούσιος ζοῦσε μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του. Αὐτὴ ἡ ἔλλειψη συμπάθειας καὶ ἐνδιαφέροντος γιὰ τὸν ἄλλον, γιὰ τὸν πλησίον μας, εἶναι ποὺ ἀνοίγει τὸ χάσμα μεταξύ του ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ἀλλὰ καὶ ποὺ μᾶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ Θεὸ ποὺ εἶναι ἀγάπη. Αὐτὸ τὸ χάσμα μᾶς συνοδεύει καὶ στὴ μετὰ θάνατον ζωή.

Ἂν ὅμως ἀγωνιζόμαστε νὰ ζήσουμε ὅπως θέλει ὁ Θεός, ἂν ζητοῦμε ταπεινὰ τὸ ἔλεός Του καὶ ὑπομένουμε μὲ πίστη τὰ δεινὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς, ὅπως ὁ Λάζαρος, τότε μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ θὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀπολαύσουμε τὴν αἰώνια χαρὰ καὶ εὐτυχία. Πῶς ἔζησε ὁ Λάζαρος τὴν ἐπίγεια ζωή του; Ὄχι μόνο δὲν ἀπόλαυσε, ἀλλὰ στερήθηκε τὰ πάντα, περίμενε τὰ ψίχουλα ποὺ ἔπεφταν ἀπὸ τὸ τραπέζι τοῦ πλουσίου γιὰ νὰ χορτάσει τὴν πείνα του. Μόνο τὰ σκυλιὰ εἶχε κοντά του ποὺ ἔγλειφαν τὶς πληγές του. Ὑπέφερε ἀλλὰ δὲ φαινόταν νὰ γογγύζει, δὲν τὰ ἔβαζε μὲ τὸ Θεὸ γιὰ τὴν κατάστασή του, οὔτε κατηγοροῦσε τὸν πλούσιο. Ὑπέφερε καὶ ὑπέμεινε χωρὶς νὰ παραπονιέται, στερήθηκε ἀλλὰ ζοῦσε μὲ τὴν ἐλπίδα στὸ Θεό.

Τελείωσε καὶ γιὰ τοὺς δύο ἡ ζωή, συνεχίζει ὁ Κύριος στὴν παραβολή Του. Ἦλθε ὁ θάνατος καὶ τὰ πάντα ἄλλαξαν. Τελείωσαν οἱ ἀπολαύσεις καὶ τὰ ξεφαντώματα γιὰ τὸν πλούσιο, τελείωσαν καὶ οἱ ταλαιπωρίες γιὰ τὸ φτωχὸ Λάζαρο. Ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ πῆραν τὴν ψυχὴ τοῦ Λαζάρου καὶ τὴν πῆγαν στοὺς κόλπους τοῦ Ἀβραάμ, ποὺ ἦταν ὁ πλουσιότερος, ὁ δικαιότερος, ἀλλὰ καὶ ὁ πιὸ φιλόξενος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Κάποιοι ἄλλοι ἄγγελοι πῆραν καὶ τὴν ψυχὴ τοῦ πλουσίου καὶ τὴν ὁδήγησαν σὲ ἄλλο τόπο, σκοτεινὸ καὶ μαῦρο. Ἔβλεπε ὅμως ἀπὸ ἐκεῖ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸ Λάζαρο, ποὺ πρῶτα δὲν τὸν ἔβλεπε ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του. Ἐδῶ ὁ ἀδιάψευστος λόγος τοῦ Χριστοῦ μᾶς βεβαιώνει πὼς οἱ ψυχὲς μετὰ τὸ σωματικὸ θάνατο ζοῦν καὶ αἰσθάνονται τὴν κατάστασή τους. Ὁ πλούσιος ζώντας τὴν ἀπόλυτη ἀντίθεση καὶ σκεπτόμενος πὼς τότε εἶχε ἀφθονία ἀγαθῶν, πὼς τότε γλεντοῦσε ὅσο πιὸ καλὰ μποροῦσε, ἐνῶ τώρα τὰ ἔχει χάσει ὅλα στὸν τόπο τῆς βασάνου, ζητάει βοήθεια ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ. «Πάτερ Ἀβραὰμ λυπήσου με, στεῖλε τὸ Λάζαρο νὰ βρέξει λίγο τὸ δάχτυλό του στὸ νερὸ καὶ νὰ δροσίσει τὰ χείλη μου, γιατί καίγομαι ἐν τὴ φλογὶ ταύτη.» Ὁ Ἀβραὰμ τοῦ ὑπενθυμίζει τὴν ἐπίγεια ζωή του στὴν ὁποία ἀπόλαυσε τὰ πάντα καὶ τώρα ὑποφέρει, ἐνῶ ὁ Λάζαρος βασανίστηκε τότε καὶ τώρα παρηγορεῖται. Ὑπάρχει καὶ τὸ χάσμα μεταξὺ Κολάσεως καὶ Παραδείσου ποὺ δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἀλλαγὴ τῆς κατάστασης. Θυμᾶται τώρα ὁ πλούσιος τούς δικούς του καὶ ζητάει νὰ σταλεῖ ὁ Λάζαρος στὴ γῆ, νὰ πειστοῦν καὶ νὰ ἀλλάξουν τρόπο ζωῆς τὰ πέντε ἀδέρφια του. Ὅμως, ὅποιος δὲν πιστεύει στὸ κήρυγμα τοῦ Μωυσῆ καὶ τῶν προφητῶν καὶ σήμερα ὅποιος δὲν πιστεύει στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἀνάστασή Του καὶ τὴ ζωὴ τῶν Ἁγίων, αὐτὸς δὲ θὰ πιστέψει ἔστω κι ἂν κάποιος γυρίσει ἀπὸ τὸν ἄλλο κόσμο.

Φαίνεται καθαρά, ἀγαπητοί μου ἀδερφοί, ἀπὸ τὴ σημερινὴ παραβολὴ ὅτι τὸ αἰώνιο μέλλον μας, ἡ Κόλαση ἢ ὁ Παράδεισος κρίνεται ἀπὸ τὴ σύντομη καὶ πρόσκαιρη ἐπίγεια ζωή μας. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ποῦ θὰ βρεθοῦμε. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνιστᾶ: « Ἄρα οὒν ὡς καιρὸν ἔχομεν, ἐργαζώμεθα τὸ ἀγαθὸν πρὸς πάντας», δηλαδή, ὅσο ζοῦμε καὶ ἔχουμε καιρὸ ἂς κάνουμε τὸ καλὸ πρὸς ὅλους γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὴν κόλαση καὶ νὰ κερδίσουμε τὸν παράδεισο. Ἀμήν.

ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ

αναρτήθηκε στις 28 Οκτ 2017, 7:37 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 28 Οκτ 2017, 7:37 π.μ. ]




«Θεραπεία τῆς αἱμορροούσης καὶ ἀνάστασις τῆς θυγατρὸς τοῦ Ἰαείρου.»

Εἶναι γεγονὸς ὅτι ὅσο θὰ ζοῦμε στὸν κόσμο αὐτό, συνεχῶς θὰ ὑποφέρουμε. Θὰ ὑποφέρουμε εἴτε ἀπὸ δικά μας προσωπικὰ προβλήματα, εἴτε ἀπὸ προβλήματα δικῶν  μᾶς ἀνθρώπων, συγγενῶν ἀλλὰ καὶ φίλων ποὺ ἀγαποῦμε.
Αὐτό, τὸ ὅτι θὰ ὑποφέρουμε ποικιλοτρόπως εἶναι τὸ μόνο βέβαιον. Ἄλλωστε καὶ οἱ πρόγονοί μας Ἕλληνες διὰ τοῦ Πλάτωνος ἐξέφρασαν αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν ἀλήθεια: «τέρας ἐστὶ ὅστις διὰ βίου εὐτύχησεν».
Ἀλλοίμονο ὅμως στὸν ἄνθρωπο ποὺ πέφτει μέσα στὸ πέλαγος τῶν θλίψεων χωρὶς τὴν πίστη καὶ τὴν εὐλάβεια. Πόσο μᾶς τονίζει τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο ποὺ θὰ ἀναγνωστεῖ αὔριο στὶς Ἐκκλησίες!
Καὶ οἱ δύο περιπτώσεις ποὺ ἀναφέρονται στὴν εὐαγγελικὴ περικοπή, εἶναι πολὺ χαρακτηριστικές. Τόσο ἡ πρώτη περίπτωση, ὁ τραγικὸς πατέρας, ὁ «ἄρχων τῆς Συναγωγῆς», ὁ Ἰάειρος, ὅσο καὶ ἡ δεύτερη, ἡ ἀνώνυμη γυναίκα, ἡ αἱμορροοῦσα, ἡ ὁποία ἀπὸ 12 ἔτη, παρὰ τὰ χρήματα ποὺ δαπάνησε στοὺς ἰατροὺς «οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι».
Αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ ἀκλόνητη πίστις καὶ τῶν δύο, τοῦ Ἰαείρου γιὰ τὴν θεραπεία τῆς θυγατέρας του, καὶ τῆς γυναικὸς γιὰ τὸν ἑαυτόν της, τοὺς κάνουν νὰ πλησιάζουν τὸν... Ἰησοῦ μὲ συγκινητικὴ πίστη καὶ καταπληκτικὴ εὐλάβεια. Καὶ τελικῶς, ὅπως ἄλλωστε ἦταν ἑπόμενο, λαμβάνουν καὶ οἱ δύο τους τὸ ποθούμενο. Ἡ μὲν ταλαίπωρη μέχρι τότε γυναίκα, ὄχι μόνο θεραπεύεται, ἀλλὰ καὶ ἐπαινεῖται μαζὶ μὲ τὸ θάρρος ποὺ λαμβάνει ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο «θάρσει θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκε σέ, πορεύου εἰς εἰρήνην». Ὁ δὲ ἀρχισυνάγωγος στὴ συνέχεια, μὲ τὴν σύζυγό του, λαμβάνουν ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ ἴδιου του Ἰησοῦ, τὴν κόρη τοὺς ἀναστημένη «καὶ ἐξέστησαν».

Ἂν ἀδελφοί μου θελήσουμε νὰ ἐμβαθύνουμε τὸν στοχασμό μας σὲ κάποιο ἀπὸ τὰ τόσα καταπληκτικὰ σημεῖα τοῦ Ἱεροῦ κειμένου, θὰ μπορούσαμε νὰ σταθοῦμε μετὰ ἀπὸ τὸ κεφάλαιο τῆς πίστεως, στὴν περισσὴ εὐλάβεια τὴν ὁποία ξεδιπλώνουν οἱ πονεμένες ὑπάρξεις ποὺ μᾶς παρουσιάζει ὁ Ἰατρὸς Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς.

           Πράγματι, ἡ εὐλάβεια εἶναι τὸ γνώρισμα τῆς ὥριμης πίστεως.

Εἶναι ἡ πνευματικὴ τροφοδοσία τῶν ἁγίων ψυχῶν καὶ ταυτοχρόνως τὸ ἀπαύγασμα
ὁλόκληρού του περιεχομένου τῆς πίστεως.
Δὲν μπορεῖ κανεὶς παρὰ νὰ συγκλονίζεται ὅταν βλέπει τὸν τραγικὸ πατέρα νὰ γονατίζει μπροστὰ στὸν Ἰησοῦ , καὶ δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ ταπεινώνουμε τὴν ἄκαμπτη καὶ ψυχρὴ σκέψη μας, μαθαίνοντας ὅτι ἡ αἱμορροοῦσα οὔτε καν τολμοῦσε νὰ ζητήσει φανερὰ αὐτὸ ποὺ ἔτη ὁλόκληρα προσδοκοῦσε.
Ἂς τοποθετήσουμε τώρα τὴν ὕπαρξή μας μπροστὰ σ’ αὐτὰ τὰ γεγονότα.
Πόσες φορὲς κι ἐμεῖς πλησιάσαμε, ὄχι ἁπλῶς γιὰ νὰ ἀγγίξουμε τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματος, ἀλλὰ γιὰ νὰ λάβουμε τὸν Ἴδιο τὸν Ἰησοῦ μέσα μας!
Πόσες φορὲς σὲ ἱερὰ προσκυνήματα φθάνουμε κατάκοποι γιὰ νὰ λάβουμε τὴν ἰδιαίτερη εὐλογία, τόσο γιὰ ἐμᾶς, ὅσο καὶ γιὰ τὰ πρόσωπα ποὺ ἀγαποῦμε καὶ μᾶς ἀγαποῦνε!
Συνειδητοποιοῦμε ὅμως, ἂν ὄχι στὸν βαθμὸ ποὺ θὰ ἔπρεπε, ἔστω καὶ ἐλάχιστα κάποια πράγματα ἀπὸ τὴν μεγάλη αὐτὴ προσέγγιση καὶ ἐπικοινωνία; Μᾶς συγκλονίζει τὸ γεγονὸς ὅτι ἀρκετὲς φορὲς στὴ ζωὴ μᾶς βρισκόμαστε κατὰ τρόπο, πνευματικὸ μέν, πραγματικὸ δέ, πρόσωπο πρὸς πρόσωπο μὲ τὸν Ἴδιο τὸν Ἰησοῦ;
Ἡ συναίσθησις αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς πραγματικότητας, μᾶς κάνει νὰ γονατίζουμε ὡς ἄλλος Ἰάειρος ἐνώπιόν Του ἢ μᾶς πληρώνει τὴν συνείδηση μὲ τὸν ἅγιο καὶ σωστικὸ φόβο, ὡς ἄλλη αἱμορροοῦσα; Ἂν ναί, τότε θὰ ἀκοῦμε τὸ «θάρσει, ἡ πίστις σου σέσωκε σέ». Τότε μόνο θὰ ἀρχίσουμε νὰ βιώνουμε τὴν συγκλονιστικὴ φράση ποὺ ἀκοῦμε, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦμε, «μετὰ φόβου Θεοῦ πίστεως καὶ ἀγάπης προσέλθετε».
Μόνο ἂν ὑπάρχουν τέτοιες εὐλογημένες στιγμὲς στὴ χριστιανική μας πορεία, θὰ «πορευόμεθα ἐν εἰρήνη» «τὸν ὑπόλοιπον χρόνον τῆς ζωῆς ἠμῶν».
Εἴθε ἡ ὑγιὴς ρίζα τῆς πίστεως νὰ τροφοδοτεῖ  τὰ εὐωδιαστὰ ἄνθη τῆς εὐλαβείας.
Ἀμήν.

Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά- Χριστιανοί χωρίς κρατούμενα

αναρτήθηκε στις 21 Οκτ 2017, 1:49 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Οκτ 2017, 1:49 π.μ. ]

 

140081.p
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ:  Κ΄ ἐπιστολῶν (Γαλ. α΄ 11-19)
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λουκ. η΄ 26-39

Ἡ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν ἦταν τὴν ἡμέρα ἐκείνη ἀνάστατη. Τὴν ἐπισκέφθηκε ὁ Θεάνθρωπος φανερώνοντας τὴ θεϊκή Του δύναμη: Ἐλευθέρωσε ἕνα δαιμονισμένο ἀπὸ τὰ δαιμόνια ποὺ τὸν εἶχαν κυριεύσει, καὶ συγχρόνως ἔδωσε στὰ πνεύματα αὐτὰ τὴν ἄδεια νὰ εἰσέλθουν σ᾿ ἕνα μεγάλο κοπάδι χοίρων ποὺ ἔβοσκε ἐκεῖ κοντά. Οἱ χοῖροι ὑπὸ τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια ὅρμησαν στὸν γκρεμὸ καὶ πνίγηκαν στὴ λίμνη. 

Ὁ Κύριος ἐπέτρεψε αὐτὴ τὴν καταστροφή, διότι ὁ Μωσαϊκὸς Νόμος ἀπαγόρευε στοὺς Ἰσραηλίτες νὰ τρῶνε χοιρινὸ κρέας – καὶ ἑπομένως ἡ ἐκτροφὴ χοίρων ἦταν παράνομη. Εἶναι ἀξιοπρόσεκτη ἡ ἀντίδραση τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς ἀπέναντι στὰ ὅσα συνέβησαν: Παρακάλεσαν ὅλοι τους μὲ μιὰ γνώμη τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὴ χώρα τους. Αἴτημα παρανοϊκό. Ἂς δοῦμε ὅμως τί σημαίνει αὐτὸ τὸ αἴτημα καὶ πῶς ἀφορᾶ στὸν καθένα μας.
1. Αἴτημα ποὺ δείχνει ἀμετανοησία
Γιατί οἱ κάτοικοι τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ φύγει ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορά τους; Ἐπειδὴ φοβήθηκαν – τὸ ἀναφέρει σαφῶς τὸ ἱερὸ κείμενο: «ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο»· κυριεύθηκαν ἀπὸ μεγάλο φόβο. Ἀλλὰ δὲν τρόμαξαν ἁπλῶς ἀπὸ ἕνα παράδοξο θαυμαστὸ γεγονός, ἀπὸ τὸ ὅτι ἐξοντώθηκε ὁλοσχερῶς ἕνα μεγάλο κοπάδι χοίρων σὲ ἐλάχιστο χρόνο, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στὴ χώρα τους.
Εἶδαν τὸν περιβόητο ἐκεῖνο δαιμονισμένο, ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς, νὰ κάθεται «ἱματισμένος καὶ σωφρονῶν» στὰ πόδια τοῦ Κυρίου. Ἄκουσαν ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες μάρτυρες «πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς». Κατάλαβαν δηλαδὴ ὅτι ὁ παράδοξος αὐτὸς ἐπισκέπτης, ὁ Κύριος, ἦταν ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ διαχειριζόταν θεϊκὴ δύναμη. Κατάλαβαν ὅτι ἡ ἐξόντωση τοῦ κοπαδιοῦ τους ἦταν δίκαιη τιμωρία τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ θεληματικὴ παρανομία τους. 
Ἀναγνώρισαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ δὲν τὴν ἀποδέχθηκαν. Ἦλθε ὁ Θεάνθρωπος στὸν τόπο τους νὰ τοὺς καλέσει σὲ μετάνοια καὶ σωτηρία, ἀλλὰ ἐκεῖνοι προτίμησαν τοὺς χοίρους τους, τὸ δικό τους θέλημα, ὄχι τὸ θέλημα καὶ τὸ Νόμο τοῦ Θεοῦ. Κυριεύθηκαν ὄχι ἀ­πὸ τὸν εὐλαβὴ φόβο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ὁ­δηγεῖ σὲ μετάνοια καὶ ἀλλαγὴ ζωῆς· κυριεύθηκαν ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ ἀμετανόητου ἐνόχου ποὺ δὲν θέλει νὰ ἀπαρνηθεῖ τὴν ἁμαρτία του. Τὸ αἴτημά τους λοιπὸν πρὸς τὸν Κύριο δείχνει τὴν πεισματικὴ ἀμετανοησία τους.
2. Ὁλοκληρωτικὰ παραδομένοι στὸν Κύριο
Τὸ τραγικὸ παράδειγμα τῶν κατοίκων τῶν Γαδαρηνῶν δὲν ἀφορᾶ μόνο σὲ ὅσους συνειδητὰ ζοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, ἀφορᾶ καὶ σ᾿ ἐμᾶς τοὺς πιστούς. Μὲ ποιὰ ἔννοια;
Εἶναι ἐνδεχόμενο κάποιος πιστός, ἂν καὶ ἀγωνίζεται νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἴσως ἔχει καὶ κάποιες ἐπιδόσεις στὴν πνευματι­κὴ ζωή, ὅμως συνειδητὰ νὰ μὴ συμμορ­φώνεται τελείως μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· νὰ ὑπάρχουν μέσα του κάποιες περιοχές, ἢ ἔστω μία, σὰν τὴ χώρα τῶν Γαδαρηνῶν, ὅπου θέλει νὰ βόσκει ἀνενόχλητος τοὺς χοίρους του, νὰ κάνει τὸ δικό του θέλημα.
Πιὸ συγκεκριμένα, εἶναι πρόθυμος νὰ κάνει νηστεῖες, προσευχές, ἐλεημοσύνες, νὰ διακονεῖ στὰ ἔργα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ δὲν θέλει π.χ. νὰ συγχωρήσει τὸν ἀδελφό του ποὺ τὸν ἀδίκησε στὴ δια­νομὴ τῆς πατρικῆς κληρονομιᾶς, δὲν ἀποφασίζει νὰ φροντίσει τὸ ἀδύνατο σημεῖο του καὶ νὰ πολεμήσει ἀποφασιστικὰ τὸ πάθος ποὺ κυρίως τὸν πολεμᾶ, τὸν θυμό, τὴν κατάκριση, τὴ λαιμαργία ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Καὶ ὅταν ὁ Θεὸς τὸν ἐλέγχει καὶ τοῦ ὑποδεικνύει τὴν ἁμαρτία του, εἴτε διὰ τοῦ Πνευματικοῦ εἴτε διὰ θλίψεων ἢ δι᾿ ἄλλου τρόπου, ἀντιδρᾶ, ταράζεται, ἀρνεῖται.
Ἀλίμονο στὸν πιστὸ ποὺ γνώρισε τὴν ἀλήθεια καὶ δὲν παραδόθηκε στὸ Χριστὸ μὲ ὅλη του τὴν καρδιά, χωρὶς κρατούμενα! Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει μέρος στὴ Βασιλεία Του; 
***
Τελικὰ οἱ κάτοικοι τῶν Γαδαρηνῶν καὶ ὄχι ὁ δαιμονισμένος ἔπασχαν ἀπὸ τὴν πιὸ ἐπικίνδυνη δαιμονικὴ ἐπήρεια, διότι αὐτοὶ ἁμάρταναν μὲ τὴ θέλησή τους, ἐνῶ ὁ δαιμονισμένος ἦταν ἁπλῶς θύμα τῶν δαιμόνων. Ἂς φοβηθοῦμε λοιπὸν τὸν ἑαυτό μας, μήπως ἔχουμε κρατούμενα ἀπέναντι στὸν Κύριό μας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἂς θαυμάσουμε τὴν ἀκατανίκητη δύναμη τοῦ Κυρίου ἀπέναντι στοὺς δαίμονες καὶ κυρίως τὴν ἄφατη ἀγάπη καὶ ἀνεξικακία Του, ὁ Ὁποῖος σεβάστηκε μὲν τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων ἐκείνης τῆς περιοχῆς, ἀλλὰ καὶ δὲν παραιτήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία Του νὰ τοὺς σώσει: Ἄφησε στὰ μέρη τους κήρυκα τῶν θαυμασίων Του τὸν πρώην δαιμονισμένο.
Ὁ πολυεύσπλαχνος Κύριός μας εἶναι ἕτοιμος, ἂν τὸ θέλουμε καὶ τὸ προσπαθοῦμε, νὰ ἐκμηδενίσει καὶ στὴ δική μας ζωὴ τὰ ἐμπόδια ποὺ μᾶς χωρίζουν ἀπὸ Ἐκεῖνον, ὥστε νὰ ἐνωθοῦμε μαζί Του καὶ νὰ Τὸν δοξάζουμε στοὺς αἰῶνες.

Κυριακή Δ' Λουκά- Καρποφορία τοῦ Θείου Λόγου

αναρτήθηκε στις 14 Οκτ 2017, 11:05 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 14 Οκτ 2017, 11:05 π.μ. ]

 



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Τίτ. γ΄ 8-15
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λουκ. η΄ 5-15
Καρποφορία τοῦ Θείου Λόγου
«Ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ ἀκούσαντες τὸν λόγον κατέχουσι καὶ καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ»
Τιμοῦμε σήμερα τοὺς ἁγίους 365 Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος θεολόγησαν ὑπὲρ τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Συγχρόνως σήμερα ἀκοῦμε τὴν Παραβολὴ τοῦ σπορέως. Ὡστόσο στὴν Παραβολὴ δὲν καρποφόρησε παρὰ μόνο ἕνα μικρὸ μέρος τοῦ χωραφιοῦ, «ἡ γῆ ἡ ἀγαθή». Ἡ καρποφορία δὲν εἶναι κάτι αὐτονόητο. Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς θὰ γίνουμε κι ἐμεῖς «γῆ ἀγαθὴ» ποὺ θὰ καρποφορεῖ· ποιὰ δηλαδὴ εἶναι τὰ βήματα ποὺ πρέπει νὰ κάνουμε γιὰ νὰ καρποφορήσει στὴ ζωή μας ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
1. Ν᾿ ἀκοῦμε μὲ καλὴ διάθεση
Ὁ Κύριος ἐξήγησε στοὺς μαθητές Του ὅτι ἡ καλὴ γῆ ποὺ καρποφόρησε, σημαίνει τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἀκοῦνε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ «ἐν καρδίᾳ καλῇ καὶ ἀγαθῇ», δηλαδὴ μὲ καλοπροαίρετη καρδιά. Ὀφείλουμε λοιπὸν καὶ ἐμεῖς νὰ ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ἢ νὰ τὸν μελετοῦμε μὲ καλὴ διάθεση, μὲ εὐθεία προαίρεση, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν Ψαλμωδό: «Ἀκούσομαι τί λαλήσει ἐν ἐμοὶ Κύριος ὁ Θεός» (Ψαλ. πδ´ [84] 9). Τώρα μιλάει ὁ Θεός! Ν᾿ ἀκούσω τί θὰ μοῦ πεῖ. Γιὰ νὰ καρποφορήσει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, πρέπει νὰ ταπεινωθοῦμε ἀπέναντί του. Πρέπει νὰ τὸν τιμήσουμε. Νὰ τὸν ἀκοῦμε μὲ πολλὴ εὐλάβεια καὶ προσοχή· μὲ πνεῦμα μαθητείας· χωρὶς νὰ λέμε «αὐτὰ τὰ ξέρουμε» ἢ «αὐτὰ σήμερα δὲν γίνονται». Ἀλλὰ μὲ διάθεση ἐμβαθύνσεως καὶ αὐτοκριτικῆς καὶ μὲ γενναία ἀπόφαση νὰ συμμορφώσουμε τὴ ζωή μας μὲ ὅλες τὶς ἅγιες ἐντολές.

2. Νὰ τὸν κρύβουμε μέσα στὴν καρδιά μας
Ἀλλὰ αὐτοὶ ποὺ παρομοιάζονται μὲ καλὴ γῆ, ὄχι μόνο ἀκοῦν, ἀλλὰ καὶ «κατέχουσι». «Κατέχω» σημαίνει «κρατάω σφιχτά, μὲ δύναμη» τὸν θεῖο λόγο, ὥστε κανεὶς νὰ μὴ μοῦ τὸν ἁρπάξει· ὅπως γράφει πάλι ὁ Ψαλμωδός: «Ἐν τῇ καρδίᾳ μου ἔκρυψα τὰ λόγιά σου, ὅπως ἂν μὴ ἁμάρτω σοι» (Ψαλ. ριη´ [118] 11). Στὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μου ἔκρυψα τὰ λόγια Σου, Κύριε, σὰν πολύτιμο θησαυρό, γιὰ νὰ τὰ θυμᾶμαι πάντοτε καὶ ἔτσι νὰ μὴν ἁμαρτήσω σ᾿ Ἐσένα.
«Ταῦτα μελέτα, ἐν τούτοις ἴσθι», προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α´ Τιμ. δ´ 15). Αὐτὰ νὰ μελετᾶς – συνέχεια! – νὰ εἶσαι μέσα σ᾿ αὐτά. Ἡ πνευματικὴ μελέτη δὲν τελειώνει ὅταν κλείσουμε τὴν Ἁγία Γραφή. Τὰ ἱερὰ νοήματα ποὺ μελετήσαμε, πρέπει νὰ τὰ διατηροῦμε στὴ μνήμη μας, νὰ τὰ κυκλοφοροῦμε στὴ σκέψη μας, νὰ γίνονται προσευχή μας. Δὲν εἶναι εὔκολο αὐτό. Χρειάζεται προσ­­πάθεια. Ἀλλὰ ποιὸ ὡραῖο καὶ ὑψηλὸ δὲν ἀπαιτεῖ κόπο γιὰ νὰ κατακτηθεῖ;
3. Νὰ καρποφοροῦμε μὲ ὑπομονὴ
Τέλος ἡ καρποφορία τοῦ θείου λόγου ἀπαιτεῖ ὑπομονή. Ὁ ὅσιος Δωρόθεος γράφει σχετικὰ ὅτι γι᾿ αὐτὸ δὲν προοδεύουμε πνευματικά, διότι δὲν ἔχουμε ὑπομονὴ στὸ ἔργο ποὺ ξεκινᾶμε, «ἀλλὰ ἀπόνως θέλομεν ἀρετὴν κτήσασθαι»(*)· θέλουμε χωρὶς κόπο νὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀρετή. Νομίζουμε ὅτι νά, θ᾿ ἁπλώσουμε τὸ χέρι μας καὶ θὰ πιάσουμε τὴν ἀρετὴ ποὺ θέλουμε.
Εἶναι ἀνάγκη νὰ δείξουμε πολλὴ ὑπομονή, διότι προβάλλουν πολλὰ ἐμπόδια γιὰ τὴν καρποφορία: ὁ ἑαυτός μας, ὁ ἀδύναμος καὶ κακομαθημένος, ὁ σατανάς, ποὺ μᾶς πολεμάει μὲ λύσσα, ὁ κόσμος τῆς ἀποστασίας, ποὺ μᾶς ἐπηρεάζει· πολλὴ ὑπομονή, ὥστε νὰ μὴν ὀλιγοψυχήσουμε στὶς θλίψεις, σὲ τυχὸν χλευασμούς, ὅπως λύγισαν ὅσοι συμβολίζονται στὴν παραβολὴ μὲ πετρώδη γῆ· ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ μᾶς ἀπορροφήσουν οἱ μέριμνες, οἱ πολλὲς δουλειές, οἱ ἐπίγειες χαρὲς καὶ οἱ μάταιες ἀσχολίες – ποὺ συμβολίζονται μὲ τὰ ἀγκάθια.
Ἐξάλλου ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γιὰ ὑπομονή, διότι ἡ πνευματικὴ καρποφορία τελικὰ εἶναι δῶρο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δὲν ἀποτελεῖ δικό μας κατόρθωμα, ἂν καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀπαραίτητος καὶ ὁ δικός μας ἀγώνας.
***
Οἱ ἅγιοι Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ποὺ ἑορτάζουμε σήμερα, ἀ­ποτελοῦν χαρακτηριστικὸ παράδειγμα πνευματικῆς καρποφορίας. Ἀγάπησαν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸν μελέτησαν καὶ ἀγωνίσθηκαν νὰ τὸν ἐφαρμόσουν στὴ ζωή τους. Δὲν προτίμησαν τὴν ἄνεσή τους, τὸ δικό τους θέλημα. Σήκωσαν μὲ πολλὴ ὑπομονὴ τὸν σταυρὸ τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἁγιάσθηκαν· καὶ κατὰ τὶς ἐργασίες τῆς Συνόδου στὴ Νίκαια τὸ 787 φωτίσθηκαν καὶ ὀρθοτόμησαν τὴν ἀλήθεια. Ἔδωσαν γλυκύτα­­το καρπὸ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τὰ θεοφώτιστα κείμενα τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου. Ἡ θαυμαστὴ καρποφορία τους, ὅπως καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων, ἂς ἀποτελεῖ προτροπὴ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ παράδει­γμά τους.
(*) Ὁσίου Δωροθέου, ΙΓ´ Διδασκαλία, § 141· στό: Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα Ἀσκητικά, ἐκδ. «Ἑτοιμασία» (Ἱ. Μ. Τιμίου Προδρόμου), Καρέας 20006, σελ. 312.

Κυριακὴ Γ΄ Λουκά - Όταν πενθούμε

αναρτήθηκε στις 7 Οκτ 2017, 11:10 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 7 Οκτ 2017, 11:11 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΙΗ' Κυριακής: Β' Κορ. θ' 6-11
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ζ ' 11-16
Ὅταν πενθοῦμε
Καθὼς ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητές Του καὶ πλῆθος κόσμου πλησίαζε στὴν πόλη τῆς Ναΐν, συνάν­τησε μιὰ νεκρικὴ πομπή. Δὲν ἦταν μιὰ συν­ηθισμένη κηδεία· ὁ νεκρὸς ἦταν νεαρός, καὶ μάλιστα τὸ μονάκριβο παιδὶ μιᾶς χήρας. 

Ἡ πονεμένη μάνα ἔκλαιγε ἀπαρηγόρητη· οἱ συγχωριανοί της συγκλονισμένοι τῆς συμπαρίσταντο σιωπηλοί. Ὁ Κύριος ἔνιωσε βαθιὰ συμπάθεια γιὰ τὴν πονεμένη μητέρα· τὴν πλησίασε καὶ τῆς εἶπε: «Μὴ κλαῖε». Μὴν κλαῖς. Ταυτόχρονα ἄγγιξε τὸ φέρετρο καὶ ἡ θλιβερὴ πομπὴ σταμάτησε. Μ᾿ ἕναν Του λόγο: «νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι», ἀνέστησε τὸ ἀγόρι καὶ τὸ παρέδωσε στὴν ἔκπληκτη καὶ παρηγορημένη μητέρα του… 
«Μὴ κλαῖε». Τί σήμαινε ὅμως ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Κυρίου γιὰ τὴ χήρα τῆς Ναῒν καὶ πῶς ἀφορᾶ στὸν καθένα μας; Αὐτὸ θὰ δοῦμε πολὺ σύντομα σήμερα.
1. Λόγος συμπάθειας ἀλλὰ καὶ ἐξουσιαστικὸς
«Μὴν κλαῖς». Ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ αὐτὸ τὸν λόγο σὲ μιὰ χήρα ποὺ μόλις ἔχασε τὸ μόνο στήρι­γμα τῆς ζωῆς της, τὸ μονάκριβο παιδί της; Τί νόημα θὰ εἶχε νὰ τὸν πεῖ; Τέτοιος λόγος δὲν θὰ παρηγοροῦσε τὴν πενθοῦσα, ἀλλὰ θὰ τὴν πλήγωνε ἀκόμη περισσότερο, θὰ βάρυνε τὸ πένθος της, διότι ἔδειχνε ὅτι αὐτὸς ποὺ τὸν λέει δὲν καταλάβαινε τὸν πόνο της. Δὲν εἶναι εὔκολο νὰ παρηγορήσει κανεὶς μὲ λόγια κάποιον πολὺ πονεμένο, ὅταν δὲν ἔχει ζήσει τὸν πόνο του.
Στὸ στόμα ὅμως τοῦ Κυρίου ἡ προτροπὴ «Μὴν κλαῖς» δὲν ἦταν ἄκριτος λόγος, ἀλλὰ εἶχε νόημα. Ἦταν λόγος ποὺ φανέρωνε τὴ συμπάθεια τοῦ Κυρίου – τὸ δηλώνει σαφῶς τὸ ἱερὸ κείμενο – καὶ συγχρόνως τὴν ἐξουσία Του ἐπάνω στὸ θάνατο – ἐφόσον συνδέεται μὲ τὸ θαῦμα ποὺ ἀμέσως ἐπακολούθησε. Ἦταν λόγος καὶ ἀνθρώπινης συμπάθειας ἀλλὰ καὶ θεϊκῆς ἐξουσίας.
«Μὴν κλαῖς· σταμάτα νὰ κλαῖς· διότι τώρα εἶμαι Ἐγὼ ἐδῶ, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός, ὁ ἐξουσιαστὴς τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Μὴν κλαῖς. Γιατὶ δὲν μένω ἀδιάφορος στὸ μεγάλο σου πόνο, στὰ θερμά σου δάκρυα. Θέλω νὰ τὰ στεγνώσω καὶ μπορῶ νὰ τὰ στεγνώσω. Μὴν κλαῖς, διότι τώρα θὰ ἀναστήσω τὸ παιδί σου».
«Μὴν κλαῖς»: λόγος ἐξουσιαστικός, ποὺ μποροῦσε νὰ τὸν πεῖ σ᾿ ἕναν τόσο πονεμένο ἄνθρωπο μόνο ὁ παντοδύναμος Θεός, Ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει καὶ νιώθει τὴ δοκιμασία μας καὶ ἦλθε νὰ συν­τρίψει τὸν θάνατο.
2. Πένθος μὲ ἐλπίδα
Ὁ Κύριος ἀπευθύνει τὸ «Μὴ κλαῖε» καὶ στὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς, στὸν πιστὸ τῆς κάθε ἐποχῆς ποὺ πενθεῖ τοὺς προσ­φιλεῖς νεκρούς του. Βέβαια ἀπευθύνει αὐτὸ τὸν λόγο μὲ ἄλλη σημασία ἀπὸ ὅ,τι στὴ χήρα. Διότι ὁ Κύριος δὲν πρόκειται νὰ ἀναστήσει τοὺς νεκρούς μας, ὥστε νὰ συνεχίσουν αὐτὴ τὴ ζωὴ τῆς φθορᾶς καὶ νὰ ξαναπεθάνουν· ἀλλὰ μᾶς βεβαιώνει ὅτι θὰ τοὺς ἀναστήσει κατὰ τὴ Δευτέρα Του Παρουσία χαρίζον­τάς τους ἄφθαρτο σῶμα, ὥστε νὰ ζήσουν πλέον αἰωνίως στὴ Βασιλεία Του.
Μᾶς ἀπευθύνει τὸ «Μὴν κλαῖς» μὲ τὴν ἔννοια ὄχι νὰ μὴν πενθοῦμε, ἀλλὰ νὰ μὴν πενθοῦμε ὑπερβολικά, νὰ μὴ λυπούμαστε «καθὼς καὶ οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» (βλ. Α´ Θεσ. δ´ 13). Διότι ἐμεῖς ἔχουμε ἐλπίδα. Μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος, ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πίστεώς μας, μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. 
Νίκησε τὸν θάνατο, ἐκμηδένισε τὴ δύναμη τοῦ Ἅδη· καὶ τώρα ζεῖ στοὺς οὐρανούς, παρακολουθεῖ μὲ πολλὴ συμ­πά­θεια τὸν ἀγώνα καὶ τὶς θλίψεις μας καὶ μᾶς δίνει τὴ Χάρι Του νὰ τὶς ὑπομένουμε. Ἀγαπᾶ τὸν κάθε ἄνθρωπο, καὶ τὸν ἐκδημήσαντα οἰκεῖο μας, μὲ τέλεια ἀγάπη. Ἡ πίστη μας σ᾿ αὐτὴ τὴν ἀγάπη μᾶς δίνει τὴ ζωντανὴ πληροφορία ὅτι ὁ ἄνθρωπός μας δὲν χάθηκε στὸν Ἅδη, οὔτε τὸν ἀποχωρισθήκαμε γιὰ πάν­τα. Ἀλλὰ τὸν πιστὸ ἄνθρωπο τὸν κάλεσε ὁ Θεὸς τὴν πιὸ κατάλληλη στιγμὴ καὶ τὸν ἀνέπαυσε κοντά Του. Σύντομα θὰ τὸν συναντήσουμε στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου ὁ Κύριος θὰ ἐξαλείψει κάθε δάκρυ, καὶ δὲν θὰ ὑπάρχει πλέον ἐκεῖ ὁ θάνατος· οὔτε πένθος, οὔτε κραυγὴ σπαρακτική, οὔτε πόνος (βλ. Ἀποκ. κα´ [21] 4), ἀλλὰ ἀτελεύτητη ζωὴ ἀπέραν­της μακαριότητος.
***
Σήμερα στὴν ἔξοδο τῆς Ναΐν, μιᾶς μικρῆς πόλεως τῆς Γαλιλαίας, ἔσπευσε ὁ Κύριος νὰ συναντήσει τὸν ἄνθρωπο τὸν συντετριμμένο ἀπὸ τὴν πιὸ σκληρὴ δοκιμασία: τὸν θάνατο. Ἔσπευσε νὰ τὸν συναντήσει γιὰ νὰ τοῦ πεῖ: «Μὴν κλαῖς». Διότι νά, ἦλθα· ἦλθα νὰ στεγνώσω τὰ δάκρυά σου, νὰ σταματήσω τὴν τραγικὴ μονόδρομη πορεία σου πρὸς τὸν Ἅδη καὶ νὰ σοῦ ἀνοίξω ὁλόφωτο δρόμο ζωῆς πρὸς τὸν οὐρανό. «Μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ». Μόνο δῶσε μου τὴν καρδιά σου, γίνε δικός μου, καὶ θὰ σοῦ χαρίσω ζωὴ καὶ πλήρωμα ζωῆς στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες… 
Δοξασμένο νὰ εἶναι τὸ ὄνομά Του!

Κυριακή Β΄ Λουκά -“Η αγάπη προς τους εχθρούς”

αναρτήθηκε στις 30 Σεπ 2017, 10:15 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 30 Σεπ 2017, 10:34 π.μ. ]

 

Αποτέλεσμα εικόνας για επι του ορους ομιλια
Κυριακή Β΄ Λουκά [Λουκ. στ΄ 31-36]
“Η αγάπη προς τους εχθρούς”
 «Εἶπε ὁ Κύριος· Ὅπως θέλετε νὰ σᾶς συμπεριφέρονται οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο νὰ συμπεριφέρεστε καὶ σεῖς σ᾽ αὐτούς. Καὶ ἐὰν ἀγαπᾶτε αὐτοὺς ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποιὰ χάρη εἶναι σὲ σᾶς; Γιατί καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ ἀγαποῦν αὐτοὺς ποὺ τοὺς ἀγαποῦν. Καὶ ἐὰν κάνετε καλὸ σὲ κείνους ποὺ σᾶς κάνουν καλό, ποιὰ χάρη εἶναι σὲ σᾶς; Γιατί καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ ἴδιο κάνουν. Καὶ ἐὰν δανείζετε σὲ κείνους ποὺ ἐλπίζετε ὅτι θὰ τὰ πάρετε, ποιὰ χάρη εἶναι σὲ σᾶς; Γιατί καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ δανείζουν στοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ νὰ πάρουν τὰ ἴσα· Ἐσεῖς ὅμως νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, καὶ νὰ κάνετε τὸ καλό, καὶ νὰ δανείζετε χωρὶς νὰ ἐλπίζετε νὰ πάρετε τίποτα πίσω, καὶ θὰ εἶναι ὁ μισθός σας μεγάλος, καὶ θὰ εἶστε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου, διότι αὐτὸς εἶναι καλὸς στοὺς ἀχάριστους καὶ πονηρούς. Νὰ γίνετε, λοιπὸν, φιλεύσπλαγχνοι, ὅπως καὶ ὁ Πατέρας σας ὁ οὐράνιος εἶναι φιλεύσπλαγχνος».

Σήμερα, ἀγαπητοί ἀδελφοί, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς μᾶς διδάσκει ποιὰ πρέπει νὰ εἶναι ἡ συμπεριφορά μας μέσα στὸν κόσμο πρὸς τοὺς ἄλλους συνανθρώπους μας. Κάθε φορὰ ποὺ θέλουμε νὰ κάνουμε κάτι στὸ συνάνθρωπό μας νὰ βάζουμε στὴ θέση του τὸν ἑαυτό μας·
ἐὰν ἤμασταν ἐμεῖς στὴ θέση αὐτὴ, πῶς θὰ θέλαμε νὰ μᾶς συμπεριφερθοῦν οἱ ἄλλοι, καὶ αὐτὸ νὰ κάνουμε· ὅ,τι πράττουμε γιὰ τὸν ἄλλο νὰ τὸ πράττουμε σὰν νὰ ἦταν ὁ ἑαυτός μας, σὰν νὰ τὸ ἔκανε ὁ ἄλλος γιὰ μᾶς. Διότι ὁ συνάνθρωπος μας εἶναι καὶ αὐτὸς σὰν καὶ μᾶς, ποὺ θέλει καὶ αὐτὸς τὸ καλὸ γιὰ τὸν ἑαυτό του ὅπως καὶ μεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό μας. Γιατί αὐτὸ ποὺ κάνουμε ἐμεῖς γιὰ τοὺς ἄλλους τὸ ἴδιο θὰ ἔρθει καὶ σὲ μᾶς. Ποτὲ νὰ μὴν κάνουμε τὸ κακό, ἀλλὰ πάντοτε τὸ καλό, καὶ μόνο τὸ καλό. Καὶ ἐὰν οἱ ἄνθρωποι δὲν τὸ βλέπουν, τὸ βλέπει ὁ Θεὸς.

Ὁ Κύριος μᾶς θέλει ἐργάτες τοῦ καλοῦ· νὰ ἀγαπᾶμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς διακρίσεις, γιατί ἡ ἀγάπη δὲν ξεχωρίζει τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ τοὺς ἑνώνει· συμφιλιώνει φίλους καὶ ἐχθρούς, γνωστοὺς καὶ ξένους. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ ἑνὸς Θεοῦ, καὶ ὅτι ὁ Χριστὸς ἦλθε στὴ γῆ γιὰ νὰ σώσει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους. Ὅλοι ἤλθαμε σ᾽αὐτὸν τὸν κόσμο μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, καὶ μία μέρα πάλι θὰ φύγουμε ἀπ᾽ αὐτόν· ὁ θάνατος εἶναι κοινὸς σὲ ὅλους· κανεὶς ποὺ ἦλθε ’δῶ δὲν ἔμεινε γιὰ πάντα, ἀλλὰ ὅλοι πέθαναν, ὅπως καὶ μεῖς ὅλοι θὰ πεθάνουμε κάποτε. Ὁ θάνατος εἶναι τὸ μόνο βέβαιο γιὰ τὸν ἄνθρωπο σ᾽ αὐτὸν τὸν κόσμο, καὶ κάποια μέρα θὰ ἔλθει, ἀλλὰ καλῶς νὰ μᾶς εὔρει.

Νὰ μὴν ξεχωρίζουμε ποτὲ τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ συμπεριφερώμαστε μὲ ἀγάπη. Ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀρετὴ τῶν ἀρετῶν καὶ ἡ ἀνωτερότητα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ τὸν καταξιώνει ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ θέλει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἔχει ἀγάπη· χωρὶς τὴν ἀγάπη δὲν κάνουμε τίποτα. Ὅσες ἀρετὲς ἄλλες καὶ ἄν ἔχουμε ἐὰν δὲν ἔχουμε ἀγάπη δὲν εἴμαστε τίποτα. Ἡ ἀγάπη κατέβασε τὸ Θεὸ ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν ἔκαμε τέλειο ἄνθρωπο καὶ σταυρώθηκε γιὰ μᾶς. Ἡ ἀγάπη ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο στὸν οὐρανὸ καὶ τὸν κάνει κατὰ χάρη Θεό. Ἡ ἀγάπη κάνει τὸ καλὸ σ᾽ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, καὶ δανείζει ἐκεῖ ὅπου δὲν περιμένει νά τὰ ξαναπάρει. Ἐὰν εἴχαμε ἀγάπη δὲν θὰ μᾶς ἔλειπε τίποτα, γιατί ὅλοι θὰ δίναμε ἀπ᾽τὰ δικά μας· τώρα ὅμως μᾶς λείπουν πολλὰ γιατί μᾶς λείπει ἡ ἀγάπη.

Ἡ ἀγάπη μᾶς κάνει νὰ ἀγαποῦμε ἀκόμα καὶ τοὺς ἐχθρούς· τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχασαν τὴν ἀγάπη καὶ μᾶς ἔκαμαν κακό. Ἔγιναν ἐχθροὶ ὄχι γιατί γεννήθηκαν τέτοιοι, ἀλλὰ γιατί ἔχασαν τὴν ἀγάπη, καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος χάσει τὴν ἀγάπη, μεγάλο κακὸ μπορεῖ νὰ προκαλέσει στὸ συνάνθρωπό του. Ἐὰν λοιπὸν κάποιος μᾶς ἔκανε κακὸ καὶ ἔγινε ἐχθρός μας, ἔγινε ὅλο αὐτὸ γιατί δὲν εἶχε ἀγάπη. Ἐὰν καὶ μεῖς τώρα χάσουμε τὴν ἀγάπη μας καὶ θελήσουμε νὰ τὸν ἐκδικηθοῦμε τότε τὸ κακὸ ὄχι μόνο δὲν θὰ σταματήσει, ἀλλὰ καὶ θὰ αὐξηθεῖ γιατί καὶ μεῖς θὰ παρασυρθοῦμε στὸ κακὸ καὶ στὴν ἁμαρτία. Τὸ κακὸ καὶ ἡ ἔχθρα δὲν σταματοῦν μὲ τὴν ἐκδίκηση, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη, γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Κύριος μᾶς εἶπε ἐδῶ: «πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν», τοὺς ἀνθρώπους ποὺ σᾶς ἔκαμαν κακό.

Καὶ γιὰ παράδειγμα ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε τὸν ἴδιο τὸν οὐράνιο Πατέρα του, ποὺ μοιράζει τὰ καλά του καὶ στοὺς ἀχάριστους καὶ στοὺς πονηρούς, ὅπως καὶ στοὺς καλούς. Δίνει τὰ πολλὰ ἀγαθά του ὁ Πανάγαθος σ᾽ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἴσα, καὶ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ τὸν δοξάζουν καὶ σ᾽ αὐτοὺς ποὺ τὸν ὑβρίζουν καὶ παραβαίνουν συνεχῶς τὸ θεῖο νόμο του.

Αὐτὴ τὴν ἀγάπη θέλει ὁ Κύριος καὶ ἀπὸ μᾶς· νὰ ἀγαπᾶμε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἴσα· καὶ αὐτοὺς ποὺ μᾶς κάνουν τὸ καλὸ καὶ αὐτούς, ποὺ μᾶς κάνουν τὸ κακό· νὰ εἴμαστε φιλεύσπλαγχνοι στοὺς ἄλλους καὶ ὄχι σκληρόκαρδοι καὶ ἐκδικητικοί. Ἐὰν ἔχουμε τέτοια ἀγάπη, θὰ γίνουμε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, «υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου», καὶ κληρονόμοι τῆς οὐράνιας βασιλείας τοῦ Χριστοῦ, «ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἀμήν.

Κυριακή Α΄ Λουκά - Μπροστά στις ευλογίες του Θεού

αναρτήθηκε στις 23 Σεπ 2017, 8:53 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 23 Σεπ 2017, 8:53 π.μ. ]


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Λουκ. ε΄ 1-11
Μπροστὰ στὶς εὐλογίες τοῦ Θεοῦ
Ἀπὸ σήμερα, τελευταία Κυριακὴ τοῦ Σεπτεμβρίου, μέχρι σχεδὸν τὰ Χριστούγεννα ἀναγινώσκονται στὴν ἐκκλησία περικοπὲς ἀπὸ τὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο. Σήμερα ἀκούσαμε τὴ θαυμαστὴ ἁλιεία καὶ τὴν κλήση τῶν πρώτων μαθητῶν, ποὺ ἦ­ταν ψαράδες. 

Μὲ τὶς ὁδηγίες τοῦ Κυρίου ἔπιασαν ἀνέλπιστα – μέρα μεσημέρι! – πρω­τοφανὲς πλῆθος ψαριῶν. Τότε ὁ Πέτρος ἀντέδρασε μὲ τρόπο παράδοξο. Ἔ­πεσε στὰ γόνατα τοῦ Κυρίου καὶ Τοῦ εἶπε: «Ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰ­μι, Κύριε»· βγὲς ἀπὸ τὸ πλοῖο μου, διότι εἶμαι ἄνθρωπος ἁμαρτωλός, Κύριε. Ἀ­προσδόκητη πράγματι στάση! Γι᾿ αὐτὸ ἀξίζει νὰ ἐπιμείνουμε καὶ νὰ δοῦμε τί σημαίνει αὐτὸς ὁ λόγος τοῦ Πέτρου καὶ πῶς μπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθεῖ στὴ δική μας ζωή.
1. Βαθιὰ συναίσθηση ἁμαρτωλότητος
Μόλις εἶδε τὸ θαῦμα ὁ Πέτρος, δὲν εἶπε: «Σ᾿ εὐχαριστῶ, Κύριε. Νὰ ἔρχεσαι συχνὰ νὰ εὐλογεῖς τὰ δίχτυα μου, γιὰ νὰ πιάνω πολλὰ ψάρια καὶ νὰ μὴν κοπιάζω μάταια». Οὔτε σκέφθηκε: «Ἐπειδὴ εἶμαι εὐσεβής, γι᾿ αὐτὸ μὲ ἀντάμειψε ὁ Θεός». Ἀλλὰ τί εἶπε; «Ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε».
Διώχνει τὸν Κύριο ὁ Πέτρος; Ὁπωσδήποτε ὄχι, ἐφόσον ἀμέσως μετὰ Τὸν ἀκολουθεῖ γιὰ πάντα. Τὸ «ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ» ποὺ λέει, σημαίνει: Δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ Σὲ ἔχω στὸ πλοιάριό μου. Γιατί; «Ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε». Διότι εἶμαι ἁμαρτωλός, δὲν ἀξίζω εὐεργεσίες ἀλλὰ τιμωρίες.
Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Πέτρου δείχνει πολὺ μεγάλη ἀρετή – νὰ ὁμολογεῖ καν­εὶς τὴν ἁμαρτωλότητά του τὴ στιγμὴ τῆς εὐτυχίας του! Νὰ συντρίβεται ὅταν τὸν εὐλογεῖ ὁ Θεός! Τὰ λόγια αὐτὰ εἶναι λόγια ἀνθρώπου ποὺ ἔχει ζωντανὴ εὐσέβεια καὶ βαθιὰ συναίσθηση ἁμαρτωλότητος, ποὺ ἀγαπᾶ καὶ εὐλαβεῖται τὸν Θεό, ποὺ πραγματικὰ ταπεινώθηκε ἀ­πέναντι στὸ Θεὸ καὶ δὲν ζεῖ πλέον γιὰ τὸν ἑαυτό του ἀλλὰ γιὰ Ἐκεῖνον. Φανερώνουν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ τὴ μετάνοια καὶ ἔχει ἀληθινὴ ταπείνωση καὶ αὐτογνωσία.
Ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ Πέτρου ἀποτελεῖ φρόνημα καὶ ὅλων τῶν Ἁγίων, οἱ ὁποῖοι σὲ κάθε εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ ταπεινώνον­ται πιὸ πολύ, ἀναγνωρίζουν σταθερὰ τὴ δική τους ἀναξιότητα ἀφενός, καὶ τὸ θαυμαστὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ ἀφετέρου· καὶ γι᾿ αὐτὸ γίνονται ἄξιοι ὅλο καὶ μεγαλύτερων εὐεργεσιῶν, κάτι ἀσφαλῶς ποὺ ὀφείλουμε νὰ κάνουμε καὶ ἐμεῖς· ὅλοι μας· ὁ καθένας μας.
2. Νὰ ἀγαπήσουμε εἰλικρινὰ τὸν Κύριο
Πῶς λοιπὸν μποροῦμε νὰ μιμηθοῦμε τὸν ἀπόστολο Πέτρο; Νὰ νιώθουμε βαθιὰ καὶ ἐμεῖς καὶ νὰ λέμε: «Ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ...». Δὲν εἶμαι ἄξιος τῶν εὐεργεσιῶν Σου. Εἶμαι ἁμαρτωλός! Πρωτίστως σὲ κάθε εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ νὰ προσπαθοῦμε νὰ εὐχαριστοῦμε ταπεινὰ τὸν Θεό, νὰ ὁμολογοῦμε ὅτι εἴμαστε ἁμαρτωλοὶ καὶ δὲν ἀξίζουμε τὰ δῶρα Του, τὰ ὁποῖα μᾶς δίνει ἐπειδὴ εἶναι πολυεύσπλαχνος καὶ ἐλεήμων.
Τὸ σημαντικότερο ὅμως εἶναι νὰ ζοῦμε σωστὰ τὴ χριστιανικὴ ζωή. Διότι ἡ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ νὰ τηροῦμε κάποια ἐξωτερικὰ καθήκοντα – νὰ ἀνάβουμε τὸ κερί μας στὴν ἐκκλησία, νὰ κάνουμε καμιὰ ἐλεημοσύνη, νὰ λέμε τὶς ἁμαρτίες μας στὸν ἱερέα… – μὲ ἀντάλλαγμα νὰ μᾶς προστατεύει ὁ Θεός.
Ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωὴ δὲν εἶναι νὰ θέλουμε τὸν Θεὸ ὑπηρέτη τῆς ἐγωι­στικῆς εὐτυχίας μας, ἀλλὰ πραγματικὸ Κύριο τῆς ζωῆς μας. Νὰ Τοῦ δώσουμε τὴν καρδιά μας. Νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε. Νὰ ταπεινωθοῦμε ἀπέναντί Του κάνον­τας ὑπακοὴ στὸ θέλημά Του, ἐφαρμόζοντας τὶς ἐντολές Του, ὄχι ἐξωτερικὰ ἀλλὰ μὲ συμμετοχὴ τοῦ ἐσωτερικοῦ μας κόσμου.
Ἀληθινὴ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι ἡ εἰλικρινὴς ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ζων­τανὴ γνωριμία μαζί Του· γνωριμία ἡ ὁποία συνεχῶς θὰ μᾶς ἐκπλήσσει καὶ θὰ μᾶς συγκλονίζει: θὰ γνωρίζουμε ὅλο καὶ περισσότερο τὴν ἀγάπη καὶ τὴ μεγαλειότητα τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δική μας ἁμαρτωλότητα. Ἂν ζοῦμε ἔτσι τὴ χριστιανικὴ ζωή, τότε κάθε φορὰ ποὺ θὰ νιώθουμε τὴν εὐλογία καὶ ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στὴ ζωή μας, θὰ μποροῦμε νὰ λέμε κι ἐμεῖς μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Πέτρο γεμάτοι εὐγνωμοσύνη καὶ συντριβή: «Ἔξ­ελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε».
***
Τὰ δίχτυα ἦταν κατάφορτα ἀπὸ ψάρια, πρώτη φορὰ τόσα πολλά. Ἂν τὰ πουλοῦσαν, θὰ εἶχαν ἕνα πολὺ καλὸ εἰσόδημα. Ὅμως οἱ ἁπλοὶ ψαράδες τῆς Γεννησαρὲτ δὲν ἔριξαν βλέμμα πλεονεξίας στὰ δίχτυα, ἀλλὰ μὲ τὰ ἀνοιχτὰ μάτια τῆς καθαρῆς ψυχῆς τους ἀντιλήφθηκαν τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ στὴν καθημερινότητά τους. Καὶ αὐτὸ ἄλλαξε τὴ ζωή τους. Ἂς σταματήσουμε λοιπὸν νὰ ἀγαπᾶμε τὸν Θεὸ γιὰ τὰ δῶρα ποὺ μᾶς δίνει, καὶ ἂς προσπαθήσουμε νὰ γνωρίσουμε τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε. Ἂς γίνει ὁ Θεὸς τὸ μόνο ἀγαθό μας, ὄντως ὁ Κύριός μας, ὁ Σωτήρας καὶ Λυτρωτής μας καὶ ἡ μόνη χαρά μας στὴν ἀτελεύτητη αἰωνιότητα.

Κυριακή ΙΓ΄ Ματθαίου - Η παραβολή των κακών γεωργών

αναρτήθηκε στις 2 Σεπ 2017, 12:54 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 2 Σεπ 2017, 12:55 π.μ. ]

 


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : Α΄ Κορ. ιστ΄, 13 – 24
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ματθ. κα’ 33-42

   1. Ἄξιος νοικοκύρης, ἔργατικος καὶ δημιουργικὸς ἦταν ὁ ἄνθρωπος τῆς σημερινῆς παραβολῆς. Μὲ περισσὴ ἐπιμέλεια «ἔφυτευσεν ἀμπελώνα» καὶ ἔκανε ὅλες τὶς ἀπαραίτητες ἐγκαταστάσεις γιὰ μία καλὴ συγκομιδή. Ἔβαλε δηλαδὴ φράχτη γύρω - γύρω γιὰ νὰ ἀποτρέψει τὶς φθορὲς ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ ζῶα. Ἔσκαψε πάνω σὲ βράχο κατάλληλο χῶρο γιὰ νὰ πατηθοῦν τὰ σταφύλια. Ἐπιπροσθέτως ἀνοικοδόμησε καὶ «πύργον», ἕνα κτίριο ψηλὸ καὶ ἀσφαλὲς γιὰ τοὺς ἐργάτες καὶ ἔτσι ἕτοιμο τὸ παρέδωσε τὸ ἄμπελι σὲ ὁρισμένους γεωργούς, ἐνῶ αὐτος ὁ ἴδιος ἔφυγε σὲ ἄλλη χώρα.
   Ὅταν ἐπλησίασε «ὁ καιρὸς τῶν καρπῶν», ἔστειλε ὁ νοικοκύρης ἐκεῖνος «τοὺς δούλους αὐτοῦ πρὸς τοὺς γεωργούς», μὲ σκοπὸ νὰ παραλάβουν τὴν συγκομιδή. Ἀλλὰ τότε συνέβη κάτι ἀπίστευτο. Οἱ γεωργοὶ ἔπιασαν τοὺς ἀπεσταλμένους τοῦ κυρίου τους καὶ «ὃν μὲν ἔδειραν, ὃν δὲ ἀπέκτειναν, ὃν δὲ ἐλιθοβόλησαν». Τοὺς μεταχειρίσθηκαν μὲ ἀνήκουστη βαρβαρότητα καὶ κακία, μὴ θέλοντας νὰ παραδώσουν τοὺς καρπούς.

   Ὁ νοικοκύρης ἀναγκάσθηκε νὰ στεὶλει πάλι «ἄλλους δούλους» καὶ μάλιστα περισσοτέρους, «πλείονας τῶν πρώτων». Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦταν καλλίτερο. Οἱ γεωργοὶ παράλογοι, ἄξεστοι καὶ ἀδίστακτοι ἔκαναν καὶ σ' αὐτους τὰ ἴδια.
   Μπροστὰ σὲ τέτοιο ἀδιέξοδο, ποὺ ἀντιμετώπιζε, ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ ἀμπελῶνος ἔστειλε πιὰ τὸν γιό του. Σκέφθηκε: Θὰ αἰσθανθοῦν ἐντροπὴ τουλάχιστον μπροστὰ στὸ παιδί μου καὶ θὰ συνέλθουν οἱ γεωργοὶ αὐτοι. Καὶ ὅμως, κάθε ἄλλο. Οἱ γεωργοὶ τελείως ἐκτραχηλισμένοι πλέον εἶπαν: Αὐτος εἶναι ὁ κληρονόμος τοῦ πατέρα. Ἑπομένως «δεῦτε ἀποκτείνωμεν αὐτόν», ὥστε νὰ γίνει ὁριστικὰ δικό μας τὸ ἀμπέλι. Καὶ χωρὶς κανένα δισταγμὸ «ἐξέβαλον ἔξω τοῦ ἀμπελῶνος καὶ ἀπέκτειναν».
   Ἀπορεῖ ὁ καθένας μὲ τὴν νοοτροπία καὶ τὴν κακότητα τῶν γεωργῶν ἐκείνων. Ἀντὶ νὰ εὐγνωμονοῦν τὸν κύριό τους, ποὺ τοὺς εἶχε τιμήσει τόσο πολύ, ἀντὶ νὰ συνδεθοῦν στενό-τέρα μαζί του, αὐτοὶ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητα ἀπομακρύνθηκαν καὶ ἀποξενώθηκαν ἀπὸ ἐκεῖνον. Ἔγιναν ἐχθροί του! Ἔφθασαν νὰ θανατώσουν καὶ τὸν γιὸ του τὸν πολυαγαπημένο.
   Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μεγάλο ἁμάρτημα εἶχαν κάνει καὶ οἱ ἄρχοντες τοῦ Ἰσραήλ, γιὰ τοὺς ὁποίους ἄλλωστε ἔλεχθη ἡ παραβολή. Καλλιεργοῦσαν τὸ ἀμπέλι τοῦ Θεοῦ, τὴν Συναγωγὴ τοῦ περιουσίου λαοῦ Του. Μελετοῦσαν, ἀνέλυαν καὶ δίδασκαν τὸν θεῖο Νόμο, καθὼς καὶ τὶς προφητεῖες γιὰ τὸν Μεσσία. Διαρκῶς μὲ τὰ θεία ἀσχολούνταν. Ἀλλὰ τί παράδοξο! Ἀντὶ νὰ εὐαισθητοποιοῦνται στὴν ψυχή, ἀντὶ νὰ ὑποδεχθοῦν πρῶτοι αὐτοὶ τὸν ἀναμενόμενο Σωτήρα τοῦ κόσμου, αὐτοὶ ὅλο καὶ περισσότερο σκληρύνονταν, ἀντιδροῦσαν καὶ τελικῶς δὲν δίστασαν νὰ ἐγκληματήσουν! Ἀπὸ κακή τους γνώμη ναυάγησαν καὶ πνίγηκαν μέσα στὸ ἴδιο τὸ λιμάνι!
   Τὸ πάθημά τους ἂς γὶνει προειδοποίηση γιὰ ὅλους ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς σήμερα, ποὺ μᾶς ἀξιώνει ὁ Θεὸς νὰ προσερχόμαστε τόσο συχνὰ στὸν Οἶκο Του, ν' ἀκοῦμε πλούσιο τὸ κήρυγμα, νὰ πλησιάζουμε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια. Ἂν δὲν προσέξουμε, μπορεῖ νὰ γίνουμε χειρότεροι κι ἀπ' τοὺς ἀπίστους. Γι' αὐτο ὅσο πιὸ πολύ μᾶς τιμᾶ ὁ Θεός, τόσο πιὸ ταπεινὰ κι ἔμφοβα πρέπει κι ἐμεῖς νὰ Τὸν ὑπακοῦμε. Ὅσο πιὸ πολύ μᾶς καταδέχεται Ἐκεῖνος καὶ μᾶς πλησιάζει, τόσο περισσότερο νὰ συντριβόμαστε ἐμεῖς, νὰ ἐξαγνίζουμε τὴν ψυχή μας, νὰ ἐπαγρυπνοῦμε καὶ νὰ ἐργαζόμαστε φιλότιμα τὸ ἅγιο θέλημά Του.
   Ἰδιαίτερα εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ προσέξουν αὐτό οἱ κληρικοί, οἱ μοναχοί, οἱ θεολόγοι, ποὺ διαρκῶς ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ἱερά. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαγρυπνοῦν ἐπάνω στὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ φροντίζουν μ' ἐπιμέλεια πολλὴ νὰ εἶναι πάντοτε στενώτατα συνδεδεμένοι μὲ τὸν Ἅγιο Θεό. Νὰ ἐνθυμοῦνται δὲ ὅτι θὰ κριθοῦν πολὺ αὐστηρά, ἐὰν ἀμελήσουν τὰ ἔργα, ποὺ τοὺς ἔχει ἀναθέσει, ἢ τυχὸν ὑπερηφανευθοῦν καὶ αὐθαδιάσουν πρὸς τὸν Κύριο τοῦ παντός. Αὐτὸ ἄλλωστε φαίνεται καθαρὰ καὶ στὴ συνέχεια.
   2. Μετὰ τὴν διήγηση τῆς παραβολῆς ὁ Κύριος ρώτησε τοὺς ἴδιους τοὺς ἀκροατὲς Του: Ὅταν λοιπὸν ἔρθει στὸ ἀμπέλι του «ὁ κύριος τοῦ ἀμπελῶνος, τί ποιήσει», τί εἶναι δίκαιο καὶ πρέπον νὰ κάμει μὲ τοὺς γεωργοὺς ἐκείνους;
   «Κακοὺς κακῶς ἀπολέσει αὐτούς», ἔδωσαν αὐθόρμητη ἀπάντηση ὅλοι. Πρέπει νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει καὶ μάλιστα μὲ θάνατο πολὺ σκληρό, ἀντάξιο τῆς φρικτῆς κακίας τους. Κατόπιν δὲ νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸν ἀμπελώνα σ’ ἄλλους γεωργούς, οἱ ὁποῖοι «ἀποδώσουσιν αὐτῷ τοὺς καρποὺς ἐν τοῖς καιροῖς αὐτῶν». Κάθε φορὰ ποὺ θά ‘ρχεται ἡ ἐποχὴ τῆς καρποφορίας, θὰ τοῦ δίνουν τὸν καρπὸ ποὺ τοῦ ἀνήκει.
   Ἔ, λοιπόν, συνεπέρανε ὁ Κύριος, αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ συμβεῖ καὶ μέ σᾶς. Καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν τὸ ἀντιλαμβάνεσθε. Δὲν διαβάσατε στὰ ἱερά βιβλία τὸν προφητικὸ λόγο; «λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας». Αὐτη ἡ πέτρα ποὺ περιφρόνησαν καὶ πέταξαν μακριὰ σὰν ἀκατάλληλη καὶ ἄχρηστη οἱ κτίστες, αὐτὴ ἔγινε τὸ θεμέλιο καὶ τὸ βασικὸ ἀγκωνάρι πάνω στὸ ὁποῖο στηρίχθηκε ἡ οἰκία. «Παρὰ Κυρίου ἐγένετο αὕτη», εἶναι ἔργο τοῦ Ἴδιου τοῦ Δικαίου Θεοῦ αὐτό. «Καὶ ἔστι θαυμαστὴ ἐν ὀφθαλμοῖς ἡμῶν». Καὶ μένουν ἔκπληκτα τὰ μάτια τῶν πιστῶν, ποὺ διαπιστώνουν τὴν συγκλονιστικὴ αὐτὴ ἐπέμβαση τοῦ Παντοδυνάμου καὶ Δικαίου Θεοῦ.
   Ποιὰ ἦταν ἡ ἐξέλιξη τῶν γεγονότων καὶ μὲ πόση ἀκρίβεια ἐκπληρώθηκαν τὰ λόγια αὐτά, σήμερα ὅλοι τὸ γνωρίζουμε.
   Ὁ Κύριος ἀποδοκιμάσθηκε καὶ ἀποκηρύχθηκε ἀπὸ τοὺς Ἑβραίους τῆς ἐποχῆς Του ἔξω ἀπὸ τὸν «ἀμπελώνα» Του, τὴν Ἁγία Πόλη, τὴν Ἱερουσαλήμ. Δέχθηκε τὸν σταυρικὸ θάνατο, θάνατο ἐπονείδιστο καὶ φρικτό. Κι ὅμως Αὐτὸς ἐνίκησε, Αὐτὸς ἐπεκράτησε, Αὐτὸς θεμελίωσε τὸν νέο κόσμο, τὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, τῆς λυτρώσεως, τοῦ ἁγιασμοῦ. Αὖτος συνεκέντρωσε τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸν ἀσφάλισε στὴν Ἐκκλησία Του. Αὐτὸς λαμβάνει τώρα τοὺς καρποὺς καὶ δοξάζεται ἀπὸ ὅλους.
   Τί καὶ ἂν ὕπαρχουν ὤρισμενοι θεληματικὰ τυφλοί, διεστραμμένοι στὴν ψυχὴ καὶ φανατικοὶ ἐχθροί Του; Τί καὶ ἂν προσπαθοῦν πάλι νὰ Τὸν «ἀποδοκιμάσουν», νὰ Τὸν δυσφημήσουν καὶ νὰ Τὸν συκοφαντήσουν; Τί καὶ ἂν θέλουν νὰ Τὸν ἐξορίσουν ἀπὸ κάθε τομέα τῆς ζωῆς καὶ νὰ καθιερώσουν οἰκογένειες χωρὶς Χριστό, Σχολεῖα χωρὶς Χριστό, κοινωνία χωρὶς Χριστό; Ματαιοπονοῦν!
   Τελικὰ ὁ Χριστὸς θὰ ἐπικρατήσει. Ἡ Ἐκκλησία Του θὰ γίνεται τὸ καταφύγιο καὶ ἡ μόνη σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμη καὶ τῶν ἴδιων τῶν σημερινῶν πολεμίων Του. Καὶ θὰ σώζονται οἱ καλοδιάθετες ψυχές. Θὰ τὸν πιστεύουν καὶ θὰ προσκυνοῦν μὲ θαυμασμὸ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ.

1-10 of 1020