Επίκαιρα

Κυριακή μετά τα Φώτα- Ο ήλιος μόλις ανέτειλε

αναρτήθηκε στις 12 Ιαν 2019, 8:16 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 12 Ιαν 2019, 8:17 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Ματθ. δ΄ 12-17
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἐφεσ. δ΄ 7-13

1. Ἀποφυγὴ τῶν κινδύνων
Ὁ Κύριος μετὰ τὴ Βάπτισή Του στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ ἀπὸ τὸν Τίμιο Πρόδρομο ἀποσύρθηκε στὴν ἔρημο, ὅπου νίκησε τὸν πειραστὴ διάβολο. Ἔπειτα, ὅπως ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα σήμερα, Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα, ὅταν πληροφορήθηκε ὅτι ὁ Βαπτιστὴς φυλακίστηκε, ἀναχώρησε στὴ Γαλιλαία. 

Γιατί ἀναχώρησε; Τὸ ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Παιδεύων ἡμᾶς, μὴ ὁμόσε χωρεῖν τοῖς πειρασμοῖς, ἀλλ᾽ εἴκειν καὶ παραχωρεῖν. Οὐ γὰρ ἔγκλημα τὸ μὴ ρίπτειν ἑαυτὸν εἰς κίνδυνον, ἀλλὰ τὸ ἐμπεσόντα μὴ στῆναι γενναίως»(*). Τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μᾶς διδάξει νὰ μὴ ρίχνουμε μόνοι μας τὸν ἑαυτό μας στοὺς πειρασμούς, ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀποφεύγουμε. Γιατὶ ἀξιοκατάκριτο δὲν εἶναι τὸ νὰ μὴ βάζει ­κανεὶς τὸν ἑαυτό του σὲ κίνδυνο, ἀλλά, ὅταν βρεθεῖ σὲ κίνδυνο, νὰ μὴν τὸν ἀντιμετωπίζει μὲ γενναιότητα.
Ὁ Θεὸς εἶναι ὁ στοργικὸς Πατέρας μας ποὺ προνοεῖ ἀνύστακτα γιὰ τὰ παιδιά Του καὶ τὰ σκεπάζει ἀπὸ κάθε κίνδυνο, ἐὰν βέβαια καὶ ἐμεῖς κάνουμε ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς. Θὰ μᾶς φυλάξει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ἐὰν καὶ ἐμεῖς δὲν παίζουμε μὲ τὴν ἁμαρτία· ἐὰν δὲν πηγαίνουμε σὲ τόπους ἁμαρτίας, ἐὰν καὶ ἐμεῖς φιλότιμα ἀγωνιζόμαστε νὰ φυλάττουμε τὶς αἰσθήσεις καὶ τὴν καρδιά μας καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Θὰ μᾶς προστατεύσει ἀπὸ κακοὺς ἀνθρώπους, ἐὰν καὶ ἐμεῖς δὲν σχετιζόμαστε μαζί τους· ἢ ἀπὸ κινδύνους ποὺ ἀπειλοῦν τὴ ζωή μας, ἐὰν καὶ ἐμεῖς δὲν τὴν ἐκθέτουμε σὲ αὐτούς.
2. Τὸ οὐράνιο Φῶς
Ὁ Κύριος ἄφησε τὴ Ναζαρὲτ καὶ κατοίκησε στὴν Καπερναούμ, τὴν ὁποία κατέστησε κέντρο τῆς δημόσιας δράσεώς Του ποὺ μόλις ἄρχιζε. Ἔτσι, γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία τοῦ προφήτη Ἡσαΐα: Χώρα τῆς φυλῆς Ζαβουλὼν καὶ χώρα τῆς φυλῆς Νεφθαλείμ – στὰ ὅρια τῶν ὁποίων βρισκόταν ἡ πόλη αὐτή –, Γαλιλαία, ὅπου κατοικοῦν πολλοὶ εἰδωλολάτρες, “ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα, καὶ τοῖς καθημένοις ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς”». Ὁ λαὸς ποὺ κάθεται καθηλωμένος στὸ σκοτάδι, εἶδε φῶς μεγάλο· καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ κάθονται στὴ χώρα ποὺ σκιάζεται ἀπὸ τὸ πυκνότατο σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου, ἔλαμψε φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανό.
Ποιὸ εἶναι αὐτὸ τὸ φῶς; Εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. «Φῶς μέγα»· Φῶς ὄχι ἁπλῶς μεγάλο, ἔντονο, ἀλλὰ τὸ μόνο ἀληθινὸ Φῶς, τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν Φῶς· διότι εἶναι ὁ Θεός. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγ­κριθεῖ μὲ τὰ αἰσθητὰ φῶτα, οὔτε μὲ τὸν αἰσθητὸ ἥλιο καὶ τοὺς ἄλλους ἥλιους τοῦ σύμπαντος, κι ἂς εἶναι τεράστιοι. Ὁ Κύριος εἶναι τὸ μόνο ἀληθινὸ Φῶς, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, ποὺ χαρίζει μὲν στοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸ ὑλικὸ φῶς, ἀλλὰ κυρίως τοὺς φωτίζει πνευματικά. Θαυμαστὸ Φῶς, οὐράνιο Φῶς. Εἶναι τὸ Φῶς ποὺ φωτίζει φιλάνθρωπα τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ τοὺς φέρει στὴ θεογνωσία, στὴν ἀλήθεια· γιὰ νὰ τοὺς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν πλάνη, τὴ δεισιδαιμονία, τὴν εἰδωλολατρία. Εἶναι Φῶς ἁγιότητος καὶ κάθε τελειότητος, τὴν ὁποία ἔχει ἀπὸ τὸν Ἑαυτό του σὲ ἄπειρο βαθμό· Φῶς ποὺ χαρίζει ζωὴ καὶ ἀθανασία, χαρὰ καὶ εἰρήνη καὶ ἐλπίδα, Φῶς ποὺ μεταμορφώνει καὶ ἁγιάζει τὸν ἄνθρωπο. Νὰ ἐκτιμήσουμε αὐτὸ τὸ Φῶς, ποὺ κι ἐμεῖς ἀπολαμβάνουμε μέσα στὴν Ἐκκλησία. Νὰ τὸ ποθοῦμε καὶ νὰ ἐπιδιώκουμε νὰ μᾶς φωτίζει ὅλο καὶ περισσότερο.
3. Τὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας
Ἄρχισε ὁ Κύριος τὴ δημόσια δράση Του λέγοντας τὰ ἑξῆς: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Μετανοεῖτε, διότι πλησίασαν οἱ ἡμέρες κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Μεσσίας θὰ ἐγκαθιδρύσει καὶ στὴ γῆ τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μὲ τὴ νέα πνευματικὴ καὶ ἁγία ζωὴ ἡ ὁποία θὰ μεταδίδεται μέσα στὴν Ἐκκλησία Του.
Ὁ Σωτὴρ κηρύττει ὅ,τι καὶ ὁ Πρόδρομός Του: μετάνοια. Αὐτὴ τὴν ἐντολὴ ἔδωσε καὶ στοὺς ἁγίους Ἀποστόλους Του μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του: «κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη»· νὰ κηρύξουν μετάνοια καὶ ἄφεση ἁμαρτιῶν στὸ ὄνομά Του σὲ ὅλα τὰ ἔθνη (Λουκ. κδ´ [24] 46-47). Αὐτὸ εἶναι τὸ αὐθεντικὸ κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας: ἡ προτροπὴ σὲ διαρκὴ μετάνοια· νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας – διότι αὐτὲς μᾶς χωρίζουν ἀπὸ τὸν Θεό – νὰ λαμβάνουμε τὴν ἄφεση διὰ τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ὥστε νὰ μποροῦμε νὰ Τὸν κοινωνοῦμε συμμετέχοντας στὸ Ποτήριο τῆς ζωῆς.
Αὐτὴ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη παιδεία ποὺ ὀφείλουμε νὰ δώσουμε στὰ παιδιά μας: νὰ τοὺς διδάξουμε τὴ ζωὴ τῆς μετανοίας καὶ τοῦ ἁγιασμοῦ. Αὐτὸ ὀφείλουμε νὰ ἐπιδιώκουμε ὅσοι εἰλικρινὰ θέλουμε νὰ σώσουμε τὴν ψυχή μας: νὰ ἀκοῦμε καὶ νὰ διαβάζουμε κήρυγμα μετανοίας· ὅ,τι πραγματικὰ ὠφελεῖ, ἐμπνέει σὲ ἁγία ζωή, βοηθᾶ σὲ αὐτογνωσία, διόρθωση, κάθαρση ἀπὸ τὰ πάθη.
Νὰ μᾶς ἀξιώσει ὁ Κύριος νὰ ζοῦμε ὅλο καὶ βαθύτερα τὴ μετάνοια, ὥστε νὰ πλημμυρίζει τὴν ὕπαρξή μας τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.
(*) Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου, Ὁμιλία ΙΔ´ εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, PG 57, 217.

Τα Άγια Θεοφάνεια

αναρτήθηκε στις 5 Ιαν 2019, 11:31 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Ιαν 2019, 11:31 π.μ. ]

 


Ευαγγέλιο: Ματθ. γ΄ 13-17
Απόστολος: Τιτ. β΄11- γ΄7
ΤΑ ΑΓΙΑ ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
   Εορτάζει σήμερα η αγία μας Εκκλησία τη μεγάλη εορτή των Θεοφανείων, δηλαδή της Βαπτίσεως του Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Πρόδρομο και Βαπτιστή Ιωάννη. Και ονομάζεται Θεοφάνεια τούτο το γεγονός, διότι φανερώνεται στον κόσμο ο Τριαδικός Θεός και η παρουσία του Χριστού επί της γης, με σκοπό την σωτηρία των ανθρώπων. Με τη Γέννηση του Χριστού έχουμε την απαρχή της παρουσίας του Θεού επί της γης, με τα Θεοφάνεια όμως γίνεται η φανέρωση της παρουσίας Του και μετά τη Βάπτιση αρχίζει ουσιαστικά το σωτήριο έργο και η διδασκαλία του Χριστού.
    Έρχεται ο Χριστός στον Ιορδάνη, εκεί που ο Ιωάννης ο Πρόδρομος κήρυττε μετάνοια και βάπτιζε τον λαό, και του ζητά να βαπτίσει και τον ίδιο. Εκείνος όμως τον εμπόδιζε, λέγοντάς Του ότι ο ίδιος είχε ανάγκη από το βάπτισμα του Θεανθρώπου. Τότε ο Χριστός του απάντησε ότι έτσι πρέπει να γίνει, και να μη φέρει αντιρρήσεις. Και τούτο, για να φανερωθεί στη συνέχεια η θεότητα του Χριστού. Υποχώρησε ο Ιωάννης, και μόλις ο Χριστός βαπτίστηκε, “ ανέβη ευθύς από του ύδατος”, δείχνοντας ότι όντως ως μόνος αναμάρτητος δεν είχε ανάγκη το βάπτισμα της μετανοίας, ούτε τον συμβολικό εξαγνισμό του ύδατος. Παράλληλα, άνοιξαν οι ουρανοί και το Πνεύμα του Θεού, “εν είδει περιστεράς”, ήλθε επάνω από τον Χριστό, και ακούστηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε “ούτος εστίν ο Υιός μου ο αγαπητός, εν ώ ηυδόκησα”.

    Αυτή η φωνή του Θεού, έχει διπλό περιεχόμενο. Δηλώνει καταρχήν ότι όντως ο Χριστός είναι ο Υιός και Λόγος του Θεού, Θεός αληθινός εκ Θεού αληθινού, που σαρκώθηκε, δίδαξε, έπαθε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε, “υπέρ της του κόσμου σωτηρίας”. Είναι ο Υιός του Θεού, στον οποίο το Πνεύμα του Θεού αναπαύεται, το Πνεύμα της αληθείας και της ειρήνης. Και δεύτερον ότι είναι ο Υιός του Θεού, στον οποίο ο Πατέρας “ευδόκησε”, δηλαδή συγκατατέθηκε με χαρά στο να πραγματώσει το έργο της σωτηρίας. Πρώτη φορά ακούμε τη λέξη αυτή στη Γέννηση του Χριστού, όταν οι άγγελοι ψάλλουν το “Δόξα εν υψίστοις Θεώ, και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία”, δηλαδή χαρά και ευφροσύνη για τους ανθρώπους, και απαλλαγή από τη θλίψη και την απελπισία. Σήμερα ο ίδιος ο Θεός Πατήρ δηλώνει ότι ευφραίνεται, διότι φανερώνεται επίσημα πλέον η παρουσία του μονογενούς Του Υιού στη γη, και γίνεται πράξη η ελπίδα όλου του κόσμου.
    Ο Χριστός βαπτίζεται στον Ιορδάνη, και ταυτόχρονα τελειώνει το βάπτισμα του Ιωάννη, που ήταν βάπτισμα μετανοίας και αρχίζει η περίοδος της χάριτος του Θεού, της αποκαταστάσεως της αγάπης στις καρδιές των ανθρώπων, του βαπτίσματος εν Αγίω Πνεύματι. Αυτά είναι και τα στάδια που οφείλει να ακολουθήσει η προσωπική μας πνευματική ζωή. Η μετάνοια, η εξομολόγηση και η πνευματική μας αναγέννηση με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Όσο ο άνθρωπος παραμένει εγκλωβισμένος στο σκοτάδι της αμαρτίας και των προσωπικών του παθών, είναι αδύνατο να προσεγγίσει και να κατανοήσει τον Θεό. Χρειάζεται επομένως η μετάνοια, η αλλαγή δηλαδή του  τρόπου με τον οποίο σκεπτόμαστε και στη συνέχεια η εξομολόγηση και η συγγνώμη. Δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός, όταν αμέσως μετά τη Βάπτισή Του στον Ιορδάνη άρχισε το δημόσιο κήρυγμά Του, χρησιμοποίησε τα ίδια ακριβώς λόγια του Ιωάννη του Βαπτιστή: “Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών”. Μέσα πάλι από τα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι ενώ δεν κατέκρινε τον αμαρτωλό, έδινε προτεραιότητα στη μετάνοια, στην επιστροφή του ανθρώπου κοντά στον Θεό, στην απαλλαγή του από την αμαρτία, στην πνευματική του μεταστροφή και μεταμόρφωση. Αλλά και κατά την Ανάληψή Του, λέει στους αγίους Αποστόλους να κηρύξουν την μετάνοια σε όλα τα έθνη.
    Την ίδια προτροπή κάνει διαχρονικά σε όλους μας, σε όσους επιθυμούν ειλικρινά να Τον ακολουθήσουν, να Τον ενστερνιστούν, να Τον συμπεριλάβουν στη ζωή τους, να γίνουν μέτοχοι του σώματός Του και κοινωνοί της ζωοποιού χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ο ρόλος μας δεν είναι να παραμείνουμε απλοί θεατές του θαύματος, αλλά μέτοχοι του Βαπτίσματος, του Σταυρού και της Αναστάσεώς Του. Να αφήσουμε σε δεύτερη μοίρα τα βιοτικά, χωρίς βέβαια να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με τα απαραίτητα, αλλά και χωρίς να τα θεωρούμε ως τον βασικό σκοπό της ύπαρξής μας. Να βάλουμε “αρχή μετανοίας” στη ζωή μας, και να αναζητήσουμε στην καθημερινότητά μας την παρουσία Του και την ευλογία Του, που έχει τη δύναμη να μεταμορφώσει τη ζωή μας. Τότε μόνον θα έχουν αξία οι εορτές του Αγίου Δωδεκαημέρου, που ξεκινά από τα Χριστούγεννα και τελειώνει σήμερα, όταν έστω και λίγο αγγίξουν την ψυχή μας, όταν για την αγάπη του Θεού αποφασίσουμε να αναγεννηθούμε πνευματικά, όταν από αδιάφοροι θεατές γίνουμε γνήσιοι μαθητές του Χριστού.

Κυριακή μετά την Χριστού Γέννησιν - Μετά τα Χριστούγεννα

αναρτήθηκε στις 29 Δεκ 2018, 7:26 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 29 Δεκ 2018, 7:26 π.μ. ]


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Ματθ. β΄ 13-23
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : Γαλ. α΄ 11-19

1. Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ
Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει ὅλες ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς στιγμὲς τοῦ διωγμοῦ τοῦ νεογέννητου θείου Βρέφους ἀπὸ τὸν Ἡρώδη. 

Στιγμὲς ποὺ ὁ ἀρχέκακος καὶ ἀνθρωποκτόνος διάβολος κινεῖ ὅλες του τὶς δυνάμεις, ἐγείρει θυμὸν μέγα στὸν δαιμονόπληκτο καὶ αἱμοσταγῆ Ἡρώδη, προκειμένου νὰ θανατώσῃ τὸν τεχθέντα βασιλέα. Σ’ αὐτὲς λοιπὸν τὶς φοβερὲς στιγμὲς τοῦ τρόμου καὶ τῆς ἀγωνίας, ὅπου αἱματοκυλίσθηκαν τὰ περίχωρα τῆς Βηθλεέμ, ὁ μνήστωρ Ἰωσὴφ καλεῖται ἀπὸ τὸν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ νὰ σηκώσῃ ἐπάνω του ὅλη αὐτὴ τὴν ἀπρόσμενη καὶ σκληρὴ δοκιμασία καὶ νὰ γίνῃ ὁ προστάτης τοῦ θείου βρέφους.
–Σήκω, Ἰωσήφ, τοῦ λέγει, παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα του καὶ φύγε. Φύγε μακριά, στὴν Αἴγυπτο. Φύγε ἀμέσως, διότι ὁ Ἡρώδης ψάχνει νὰ βρῆ τὸ παιδίον γιὰ νὰ τὸ θανατώσῃ.
Μποροῦμε ἆραγε νὰ σκεφθοῦμε τὴν ὥρα αὐτὴ πόσο δοκιμάσθηκε ἡ πίστι τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ σώφρονος καὶ δικαίου; Ἀκούει ἀπὸ τὸν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν σκανδαλίζεται.
Πρὶν ἀπὸ λίγους μῆνες ἄκουσε πάλι ἀπὸ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννηθῇ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαριάμ, «σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν». Καὶ τώρα ἀκούει πάλι ἀπὸ ἄγγελο ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ σώσῃ πρέπει νὰ σωθῇ, διότι κινδυνεύει ἀπὸ τὴν δολοφονικὴ μάχαιρα τοῦ Ἡρώδη.
Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως οὔτε σκανδαλίζεται οὔτε διαμαρτύρεται οὔτε ζητεῖ ἐξηγήσεις. Δὲν λέει ἀπολύτως τίποτε. Ὑποτάσσεται στὴν προσταγὴ τοῦ ἀγγέλου, σηκώνεται ἀμέσως μέσα στὴν νύκτα, παραλαμβάνει τὴν Θεοτόκο καὶ τὸ παιδίον καὶ ἀναχωρεῖ ἀστραπιαῖα γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Καὶ ὁδοιπορεῖ τουλάχιστον δέκα ἡμέρες μέχρι νὰ φθάσῃ στὰ αἰγυπτιακὰ σύνορα ἔχοντας ἐπάνω του τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἐκτέλεσι τῆς θείας ἐντολῆς καὶ τὸ φορτίο τῆς δοκιμασίας ποὺ καλεῖται νὰ σηκώσῃ ὁ ἴδιος. Καὶ γίνεται φυγὰς καὶ καταζητούμενος καὶ μετανάστης. Καὶ ὑπόδειγμα ὑπακοῆς καὶ ἀποδοχῆς τῆς δοκιμασίας. Διότι ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἄνθρωπος πίστεως καὶ ταπεινώσεως. Ἦταν σώφρων καὶ δίκαιος. Ὅπως λέγει ἕνα σχετικὸ τροπάριο, ὁ Ἰωσὴφ «δίκαιος ὑπάρχων, δικαίαις ὁδοῖς τοῦ δικαίου Δεσπότου πεπόρευται», γιὰ νὰ συνυπουργήσῃ, νὰ διακονήσῃ δηλαδὴ στὸ μέγα μυστήριο ἀπὸ τὸ ὁποῖο λυτρώθηκε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ πορεύεται πρὸς τὴν Αἴγυπτο «χαίρων καθυπείκων τοῖς θείοις προστάγμασιν». Σηκώνει τὴν δοκιμασία του αὐτὴ μὲ χαρὰ καὶ μὲ ὑπακοή.
Καὶ μᾶς διδάσκει ὁ σώφρων Ἰωσὴφ νὰ μὴ ταρασσώμαστε κι ἐμεῖς ὅταν καλούμαστε νὰ βαστάξουμε κάποια δοκιμασία ποὺ μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς νὰ σηκώσουμε. Ἀλλὰ νὰ τὴν ὑπομένουμε μὲ γενναιότητα, ταπείνωσι, πίστι καὶ χαρά. Διότι κι ἐμεῖς στὸ δρόμο μας εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ συναντήσουμε πειρασμοὺς καὶ ἐπιβουλές. Καὶ πολὺ περισσότερο ὅσοι διακονοῦμε σὲ κάποιο πνευματικὸ ἔργο, θὰ συναντήσουμε περισσότερους κινδύνους καὶ πειρασμούς, ποὺ κάποτε θὰ μᾶς φαίνωνται σκληροὶ καὶ ἀνυπόφοροι. Σ’ αὐτὲς λοιπὸν τὶς ὧρες τῆς δοκιμασίας, ἂς ἐμπνεώμαστε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ τὸν δίκαιο κι ἂς ζητοῦμε νὰ μεσιτεύῃ καὶ γιὰ μᾶς, ὥστε νὰ βαστάζουμε μὲ πίστι καὶ ὑπομονὴ τὶς δοκιμασίες μας.
2. Ο ΔΙΩΚΤΗΣ
Πόσο σκληρὸ χαρακτῆρα εἶχε ὁ Ἡρώ-δης! Κατέσφαξε ἀθῶα νήπια χωρὶς ἴχνος ντροπῆς, χωρὶς καμμία ἀναστολή. Ἡ φιλαυτία του, ἡ φιλοδοξία του καὶ ἡ καχυποψία του τὸν ἔκαναν νὰ μὴν ὑπολογίζῃ τίποτε. Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ εἶχε δολοφονήσει τοὺς δύο γυιούς του, φοβούμενος μήπως τοῦ πάρουν τὸ θρόνο. Καὶ τώρα ποὺ ἄκουσε νὰ μιλοῦν γιὰ βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, θὰ ὑπολόγιζε τὰ νήπια τῆς χώρας του;
Ὁ Ἡρώδης ἤθελε ὁπωσδήποτε νὰ θανατώσῃ τὸν τεχθέντα βασιλέα. Ὅμως αὐτή του ἡ μανία ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἀνόητη. Διότι τὸ πιὸ συνετὸ ποὺ θὰ εἶχε νὰ κάνῃ ἦταν νὰ φοβηθῇ καὶ νὰ συμμαζευθῇ. Καὶ τὸ κυριώτερο, νὰ καταλάβῃ ὅτι προσπαθεῖ νὰ τὰ βάλῃ μὲ τὸν Θεό. Διότι ἄκουσε ἀπὸ τοὺς Μάγους ὅτι ἀστέρι προμήνυσε τὴν γέννησι τοῦ παιδίου. Τοῦ εἶπαν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς ὅτι οἱ προφῆται προαναγγέλλουν τὴν γέννησι τοῦ Μεσσίου στὴ Βηθλεέμ. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ Ἡρώδης τουλάχιστον νὰ προβληματισθῇ καὶ νὰ καταλάβῃ ὅτι κάτι τὸ ὑπερφυσικὸ συμβαίνει. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε εὐκαιρίες καὶ τὰ κατάλληλα φάρμακα γιὰ νὰ συνετισθῇ. Ἀλλὰ ἡ ψυχή του ἀπὸ τὰ μεγάλα καὶ σκληρὰ πάθη εἶχε πλέον καταστῆ ἀνίατος. Καὶ ἀντὶ νὰ θεραπευθῇ σκληραίνει περισσότερο, μεγαλώνει ἡ μανία του καὶ ἡ ἀφροσύνη του.
Ἀσφαλῶς μετὰ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων πολλοὶ θὰ ἐνόμιζαν πὼς ὁ Ἡρώδης ἐνίκησε, ἐπέτυχε τὸν σκοπό του. Πόσο διαφορετικὴ ὅμως ἦταν ἡ πραγματικότης!
Ὁ τεχθεὶς βασιλεύς, ὁ βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ἦταν ὁ νικητής. Καὶ ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης εἶχε χάσει τὴν μάχη, εἶχε χάσει καὶ τὴν ψυχή του. Καὶ ἐπλήρωσε πολὺ ἀκριβὰ τὴν σκληρότητά του καὶ τὴν μανία του. Εἶχε ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ φρικτοὺς θανάτους ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχῃ ἄνθρωπος. Ψηνόταν ἀπὸ ὑψηλὸ πυρετό, σφάδαζε στοὺς πόνους, ὑπέφερε ἀπὸ δυσεντερία, ἔγινε «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία», καθὼς σάπισαν μέλη τοῦ σώματός του. Καὶ μὲ ἀφόρητη δύσπνοια καὶ τρόμο καὶ σπασμὸ τῶν μελῶν του ξεψύχησε ὁ διώκτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς ποὺ ἐνόμισε ὅτι μπορεῖ νὰ τὰ βάλῃ μὲ τὸν Θεό. Τὴν ἴδια κατάληξι ἔχουν συνήθως ὅλοι οἱ διῶκται τοῦ τεχθέντος βασιλέως. Πάντοτε ἀκούεται καὶ γιὰ ὅλους αὐτοὺς τὸ οὐράνιο μήνυμα: «τεθνήκασιν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου». Μὴν ταρασσώμαστε λοιπόν. Οἱ διῶκται φεύγουν. Ὁ Χριστὸς μένει. Διότι εἶναι ὁ θεάνθρωπος νικητὴς τοῦ κόσμου καὶ ὁ ρυθμιστὴς τῆς ἱστορίας.

Ο χάλκινος όφις και η Γέννηση του Χριστού

αναρτήθηκε στις 24 Δεκ 2018, 11:21 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Δεκ 2018, 11:22 π.μ. ]

Πολλά, πάρα πολλά χρόνια περιπλανιόταν ο λαός του Ισραήλ στην έρημο μετά την έξοδό του από την γη της Αιγύπτου με επί κεφαλής τον θεόπτη προφήτη Μωυσή.

Κύριος ο Θεός έτρεφε τον λαό Του με το θεόσταλτο μάννα. Ήταν δύσκολος ο δρόμος αυτός μέσα στην έρημο. Με πολύ δυσκολία έβρισκαν νερό να πιούν. Και άρχισε ο λαός του Ισραήλ να γογγύζει στον Θεό και τον Μωυσή, γιατί τους ξεσήκωσε από την Αίγυπτο. Και άναψε η οργή του Θεού εναντίον του λαού του Ισραήλ εξ αιτίας του γογγυσμού τους και τους τιμώρησε σκληρά.

Με διαταγή Του ήλθε ένα μεγάλο πλήθος δηλητηριωδών φιδιών, τα οποία τους δάγκωναν με αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να πεθαίνουν. Να το θυμόμαστε και εμείς αυτό, πόσο φοβερό και ολέθριο πράγμα είναι να γογγύζει κανείς στον Θεό.

Ο λαός, τρομοκρατημένος από τα φίδια, ικέτευε τον Μωυσή να προσευχηθεί στον Θεό να απαλλαγεί από την σκληρή αυτή τιμωρία. Ο Κύριος τους σπλαχνίστηκε και διέταξε τον Μωυσή να φτιάξει ένα μεγάλο χάλκινο φίδι και να το βάλει σ’ ένα κοντάρι που έμοιαζε με σταυρό, «Όποιος δαγκώνεται από κάποιο φίδι και κοιτάξει με ελπίδα αυτό το χάλκινο όφι δεν θα πεθάνει αλλά θα ζήσει», είπε ο Κύριος.

Ο Μωυσής κατασκεύασε από χαλκό ένα μεγάλο φίδι και το έβαλε πάνω σ’ ένα κοντάρι όμοιο με σταυρό. Αυτό αποτελούσε μία ολοκάθαρη προτύπωση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος σώζει από το θάνατο της αμαρτίας όλους αυτούς, που με βαθειά πίστη στρέφονται σ’ Αυτόν και με δάκρυα προσκυνούν το σταυρό Του, με τον οποίο έσωσε τον κόσμο στον φοβερό Γολγοθά. Αυτός βάσταξε το υπερβολικά μεγάλο βάρος των αμαρτιών όλου του κόσμου επάνω στο σταυρό.

Σκεφθείτε ποιός, όχι μόνο από τους θνητούς ανθρώπους αλλά ακόμα και από τις επουράνιες ασώματες αγγελικές δυνάμεις, θα μπορούσε να βαστάξει τις αμαρτίες όλου του κόσμου και να μην ισοπεδωθεί από αυτές. Ποιός; παρά μόνος Εκείνος, τον οποίο ακαταπαύστως υμνούν όλες οι επουράνιες δυνάμεις, κράζοντας σ’ Αυτόν: Άγιος ο Θεός, Άγιος Ισχυρός, Άγιος Αθάνατος! Ποιός παρά μόνο εκείνος, τον οποίο στον πανηγυρικό εκείνο ύμνο «Μεθ’ ημών ο Θεός, γνώτε έθνη και ηττάσθε, ότι μεθ’ ημών ο Θεός», ονομάζει η Εκκλησία «Θεό ισχυρό, εξουσιαστή, άρχοντα ειρήνης». Ο όφις, τον οποίο έφτιαξε ο Μωυσής και έβαλε σε ξύλο όμοιο με σταυρό, κατασκευάστηκε από χαλκό, επειδή τα παλαιά εκείνα χρόνια ο χαλκός εθεωρείτο ο ισχυρότερος από όλα τα μέταλλα. Μήπως γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο χάλκινος όφις υπήρξε η προτύπωση του κρεμασμένου επάνω στο σταυρό Σωτήρα του κόσμου;

Δεν ήταν μόνο μία η φορά που ο Θεός τιμώρησε τον λαό του Ισραήλ εξαιτίας του γογγυσμού. Και άλλες δύο φορές κατά την διάρκεια των σαράντα ετών, κατά την οποία ο λαός περιπλανιόταν στην έρημο, ξέσπασε ο Θεός οργισμένος εναντίον του σκληροτράχηλου και χοντροκέφαλου λαού. Ήταν τόσο μεγάλη η οργή του Θεού, ώστε ήθελε να εξολοθρέψει τελείως όλον αυτόν τον λαό και να δημιουργήσει από τον Μωυσή ένα άλλο πιστό λαό. Μόνο μετά τις ικεσίες του μεγάλου Μωυσή δεν πραγματοποίησε ο Θεός το σχέδιο Του.

Πρώτη φορά αυτό έγινε στο Όρος Σινά, όπου ο Μωυσής έλαβε από τον Θεό το θεόγραφο νόμο. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες βρισκόταν ο Μωυ­σής πάνω στο όρος. Ο λαός έχασε την υπομονή του και είπε στον Ααρών, τον αδελφό του Μωυσή, να κατασκευάσει ένα χρυσό μοσχάρι. Αυτό το μοσχάρι το ονόμασαν θεό, ο οποίος τους έβγαλε από την Αίγυπτο και τον αληθινό Θεό τον αρνήθηκαν.

Δεύτερη φορά αιτία της οργής του Θεού ήταν η ανταρσία των Κορέ, Δαθάν και Αβιρών και της ομάδας τους, που επαναστάτησαν εναντίον του προφήτη Μωυσή και του αδελφού του Ααρών. Αυτή η ανταρσία ήταν ανταρσία εναντίον του ίδιου του Θεού, ο οποίος επέλεξε τον Μωυσή να εκτελέσει το θέλημά Του στο λαό του Ισραήλ. Αυτό το αμάρτημα είχε σχεδόν ίδιο βάρος με την προσκύνηση του χρυσού μόσχου στο όρος Σινά, επειδή δεν υπάρχει αμαρτία μεγαλύτερη από την εξέγερση εναντίον του Θεού και των εντολών Του.

Αν ο Μέγας Θεός διά των πρεσβειών του προφήτη Μωυσή τρεις φορές λυπήθηκε τον σκληροτράχηλο και χοντροκέφαλο λαό του Ισραήλ, αυτό δεν σημαίνει ότι οι πρεσβείες των μεγάλων αγίων ενώπιον του Θεού μπορούν να μεταβάλλουν τα σχέδια και τις αποφάσεις Του. Αυτά είναι δυνατόν να αλλάζουν. Όμως ας μην τολμήσει κανένα τολμηρό και βλάσφημο στόμα να πει, ότι το θείο θέλημα είναι ασταθές.

Ο Θεός μας είναι η ζωντανή αγάπη, όπως μας το αποκάλυψε ο μέγας απόστολος Ιωάννης ο Θεολόγος στην πρώτη καθολική επιστολή του. Όμως Αυτός είναι και ο Ήλιος της Δικαιοσύνης. Και αυτό, που στους αναιδείς ανθρώπους μπορεί να φανεί αστάθεια της θείας βουλήσεως, στην πραγματικότητα είναι, είτε ταυτόχρονη, είτε διαδοχική φανέρωση των δύο αυτών μεγάλων γνωρισμάτων του Θεού, της απέραντης αγάπης του και της ακριβούς δικαιοσύνης Του. Και το καλύτερο παράδειγμα γι’ αυτήν την περίπτωση είναι η διήγηση για το χάλκινο φίδι.

Ο σκληροτράχηλος λαός, ο οποίος γόγγυσε ενώπιων του Θεού, τιμωρήθηκε σκληρά με τα φίδια, όπως το απαιτούσε η δικαιοσύνη του Θεού. Αμέσως όμως τον κάλυψε το τεράστιο κύμα της ασύλληπτης αγάπης Του, επειδή το χάλκινο φίδι αποτελούσε προτύπωση του ασύγκριτα μεγάλου γεγονότος, της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους από την εξουσία του διαβόλου και από τον αιώνιο θάνατο της αμαρτίας και της ανομίας, διά του Υιού του Θεού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

Ας αφήσουμε τώρα τον σκληροτράχηλο λαό του Ισραήλ σ’ αυτό τον φοβερό αλλά ταυτόχρονα και μακάριο τόπο, όπου υψώθηκε ο χάλκινος όφις. Για πολλά ακόμα χρόνια θα περιπλανάται αυτός ο λαός στην έρημο της Αραβίας. Ας τον αφήσουμε για άλλα χίλια χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο λαός αυτός, αν και έφτασε στη Γη της Επαγγελίας, δεν έπαψε να παροργίζει τον Θεό, εγκαταλείποντάς Τον και λατρεύοντας θεούς των εθνών, τον Βάαλ και τήν Αστάρτη. Ας τον αφήσουμε και μέχρι την Βαβυλώνια αιχμαλωσία, και από την σκοτεινή ιστορία αυτού του απίστου λαού, ας πάμε στη γεμάτη χάρη νέα εποχή, αρχή της οποίας υπήρξε το μεγάλο γεγονός της Γεννήσεως του Χριστού, το οποίο εορτάζουμε σήμερα.

Δεν λησμόνησε ο Θεός, ο οποίος ποτέ δεν ανακαλεί το λόγο Του, το χάλκινο φίδι, το οποίο ύψωσε μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου και το οποίο αποτελούσε την προτύπωση της σωτηρίας της ανθρωπότητας από τον αιώνιο θάνατο διά της αμαρτίας.

Ας πάρουμε, αδελφοί μου, μία βαθιά ανάσα, διαβάζοντας στο κατά Ιωάννη Ευαγγέλιο τα λόγια του ίδιου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού: «Και καθώς Μωυσής ύψωσε τον όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τον Υιόν του ανθρώπου, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον. Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχει ζωήν αιώνιον. Ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’ ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού» (Ιω. 3, 14-17).

Μετά απ’ αυτή τη μεγάλη επαγγελία ας στρέψουμε το βλέμμα μας σ’ ένα άλλο σημείο, στην πρώτη καθολική επιστολή του αποστόλου Ιωάννου, όπου διαβάζουμε τον χαρμόσυνο ευαγγελικό λόγο του:

«Εν τούτω εφανερώθη η αγάπη του Θεού εν ημίν, ότι τον υιόν αυτού τον μονογενή απέσταλκεν ο Θεός εις τον κόσμον ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού. Εν τού­τω εστίν η αγάπη, ουχ ότι ημείς ηγαπήσαμεν τον Θεόν, αλλ’ ότι αυτός ηγάπησεν ημάς και απέστειλε τον υιόν αυτού ιλασμόν περί των αμαρτιών ημών» (Α’ Ιω. 4, 9-10).

Γι’ αυτή την μεγάλη και λαμπρότατη γιορτή των Χριστουγέννων προετοιμαστήκαμε με νηστεία σαράντα ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας ακούσαμε πολλές φορές τους ευλογημένους και χαρμόσυνους ειρμούς του κανόνα των Χριστουγέννων. Ας σταθούμε λίγο στον πρώτο και ας προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε το νόημά του:

«Χριστός γεννάται, δοξάσατε· Χριστός εξ ουρανών, απαντήσατε».

Γεννιέται ο Θεάνθρωπος Χριστός και κατεβαίνει στη γη, δοξαζόμενος από τους αγγέλους. Είναι έτοιμος να πατήσει στη γη… Ας τρέξουμε να Τον συναντήσουμε.

«Χριστός επί γης, υψώθητε».

Τώρα το θείο βρέφος βρίσκεται ήδη στη φάτνη σ’ ένα σπήλαιο της Βηθλεέμ. Με μεγάλη χαρά και αγαλλίαση ας υψωθούμε με το πνεύμα και τον νου μας στους ουρανούς.

«Άσατε τω Κυρίω, πάσα η γη, και εν ευφροσύ­νη ανυμνήσατε, λαοί, ότι δεδόξασται».

Πιστεύουμε ότι τη χαρά της Γεννήσεως του Χριστού με ένα τρόπο ακατανόητο για μας, την αισθάνεται και όλη η κτήση. Μαζί με τους βοσκούς και τους μάγους ας προσκυνήσουμε και εμείς το θείο βρέφος και ας Του προσφέρουμε ως δώρο τις γεμάτες πίστη και σεβασμό καρδιές μας. Με τα ίδια μας τα χέρια ας Του προσφέρουμε μετά φόβου και αγάπης τις καρδιές μας για να μας δοξάσει και Αυτός στη ζωή την αιώνια, της οποίας δεν θα υπάρχει τέλος. Αμήν.

(Αγ. Λουκά, Αρχιεπ. Κριμαίας, «Λόγοι και ομιλίες», τ. Γ΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, σ. 46-52) Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως - Προσμονή Χριστουγέννων

αναρτήθηκε στις 22 Δεκ 2018, 11:05 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 22 Δεκ 2018, 11:05 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Ματθ. α΄ 1-25
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : Εβρ. ια΄ 9-10, 32-40

1. ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος ξεκινᾷ τὴν ἀφήγησι τοῦ ἱεροῦ του Εὐαγγελίου μὲ τὴν παρουσίασι τοῦ γενεαλογικοῦ καταλόγου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιατί ὅμως ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς κάνει αὐτὴ τὴν ἀναφορὰ τῶν ὀνομάτων; Τί σημασία ἔχουν ὅλα αὐτά; 
Ὁ ἅγιος Ματθαῖος πρωτίστως θέλει νὰ δείξῃ ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς εἶναι ὁ ἐπηγγελμένος Μεσσίας, ἐφ’ ὅσον εἶναι υἱὸς τοῦ Δαβὶδ καὶ υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ. Διότι ὁ Μεσσίας κατὰ τοὺς προφῆτες ἔπρεπε νὰ κατάγεται ἀπὸ τὸν Δαβίδ, ὅπως ἐπὶ αἰῶνες Τὸν περίμεναν οἱ Ἰουδαῖοι· ἀλλὰ νὰ εἶναι καὶ υἱὸς τοῦ Ἀβραάμ, διότι ἀπὸ τὸν ἀπόγονο αὐτὸν τοῦ Ἀβραὰμ θὰ εὐλογοῦντο ὅλοι οἱ ἐθνικοί, ὅλες οἱ φυλὲς τῆς γῆς. Ταυτόχρονα ὅμως ὁ κατάλογος αὐτὸς ἀποτελεῖ καὶ μία περίληψι τῆς ἰουδαϊκῆς ἱστορίας, ἕνα σύντομο σκιαγράφημα τῶν γεγονότων τῆς θαυμαστῆς παρουσίας καὶ προνοίας τοῦ Θεοῦ στὸν περιούσιο λαό του. Μία ἱστορία ποὺ κορυφώνεται στὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου μὲ τὴν γέννησι τοῦ Μεσσίου. Ὅλη αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἀναφορὰ τῶν ὀνομάτων ἔχει κάποιο τελικὸ σκοπό. Διότι ὅλα αὐτὰ τὰ πρόσωπα μὲ ἕνα θαυμαστὸ τρόπο συντελοῦν στὴν δικαίωσι τῆς ἱστορίας, στὴν θεία Ἐνανθρώπησι.
2. ΤΡΕΙΣ ΠΕΡΙΟΔΟΙ
Ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος χωρίζει τὸν γενεαλογικὸ κατάλογο τοῦ Κυρίου μας σὲ τρεῖς περιόδους. Γιατί τὸ κάνει αὐτό; Διότι οἱ τρεῖς αὐτὲς ἐποχὲς ἀντιστοιχοῦν σὲ τρεῖς ἱστορικὲς περιόδους διαφορετικῶν διακυβερνήσεων στὸν Ἰσραήλ. Μέχρι τὸν Δαβίδ, οἱ Ἰουδαῖοι ἐκυβερνῶντο ἀπὸ κριτάς. Ἀπὸ τὸν Δαβὶδ μέχρι τὴν βαβυλώνια αἰχμαλωσία, ἀπὸ βασιλεῖς. Καί ἀπὸ τὴν βαβυλώνια αἰχμαλωσία μέχρι τὴν ἐποχὴ τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ ἀρχιερεῖς. Μὲ αὐτὴν τὴν διαίρεσι κατ’ οὐσίαν ξεσκεπάζεται ἡ ἀδυναμία ὅλων αὐτῶν τῶν ἕως τότε συστημάτων νὰ ἀνορθώσουν τὸν ἰουδαϊκὸ λαὸ ἀπὸ τὴν ἠθικὴ πτῶσι. Καὶ καθίσταται σαφὴς ἡ ἐπείγουσα καὶ ἀπόλυτη ἀνάγκη τοῦ Μεσσίου. Διότι μὲ καμμία διακυβέρνησι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν ἔγιναν καλύτεροι. Ὅσο κι ἂν τοὺς νουθετοῦσαν οἱ κριταί, οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ἱερεῖς τους, αὐτοὶ ἔμεναν βυθισμένοι στὰ ἴδια πάθη καὶ δὲν εἶχαν τὴν διάθεσι νὰ βγοῦν ἀπὸ τὸ σκοτάδι καὶ νὰ στραφοῦν πρὸς τὸ φῶς. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ ὁ Θεὸς ἄνθρωπος γιὰ νὰ ἀνορθώσῃ τὸν πεσόντα ἄνθρωπο. Ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ὁ μόνος ἀληθινὸς κριτής, βασιλεὺς καὶ ἀρχιερεὺς τῆς οἰκουμένης γιὰ νὰ καταργήσῃ ὅλες αὐτὲς τὶς προσωρινὲς διακυβερνήσεις, καὶ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ μία βασιλεία πνευματικὴ καὶ αἰώνια.
3. ΔΥΟ ΟΝΟΜΑΤΑ
Ὁ Κύριός μας εἶχε δύο ὀνόματα: «Ἰησοῦς» καὶ «Ἐμμανουήλ». Τὸ πρῶτο τὸ ἀπεκάλυψε ὁ ἄγγελος στὸν Ἰωσήφ, τὸ δεύτερο τὸ προανήγγειλε ὁ προφήτης Ἡσαΐας. Γιατί ὅμως ὁ Θεὸς διὰ τοῦ ἀγγέλου καὶ διὰ τοῦ προφήτου δίνει δύο ὀνόματα στὸν Κύριό μας; 
Τὸ πρῶτο ὄνομα Ἰησοῦς, ποὺ σημαίνει σωτήρ, λυτρωτής, ἐλευθερωτής, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Μεσσίας δὲν θὰ εἶναι μόνον βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ἀλλὰ ὁ σωτήρ καὶ ἐλευθερωτὴς ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐλευθερωτὴς ὄχι ἀπὸ τὴν κυριαρχία κάποιων αἰσθητῶν ἐχθρῶν, ἀλλὰ ἀπὸ μία στυγνὴ τυραννία, τὴν σκλαβιὰ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στοὺς δαίμονες καὶ τὴν ἁμαρτία. Ὅμως ἐδῶ ἀκριβῶς προκύπτει ἕνα μεγάλο ἐρώτημα: Ποιὸς ἄνθρωπος θὰ μποροῦσε νὰ λυτρώσῃ τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτία; Κανείς! Κανεὶς ἄνθρωπος δὲν εἶχε μιὰ τέτοια δύναμι παρὰ μόνον ὁ Θεός. Ἄρα λοιπὸν τὸ ὄνομα Ἰησοῦς συνεσκιασμένα φανερώ-νει ὅτι ὁ Ἰησοῦς δὲν εἶναι μόνον ἄνθρωπος ἀλλὰ καὶ Θεός.
Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ προφήτης Ἡσαΐας προαναγγέλλει καὶ τὸ δεύτερο ὄνομα τοῦ Μεσσίου, τὸ ὄνομα Ἐμμανουήλ. Διότι τὸ ὄνομα αὐτὸ σημαίνει «μεθ’ ἡμῶν ὁ Θεός», δηλαδὴ ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ εἶναι Θεάνθρωπος. Οὔτε μόνον Θεὸς οὔτε μόνον ἄνθρωπος. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ὁ Θεὸς ποὺ θὰ κατέλθῃ στὴ γῆ μας καὶ θὰ γίνῃ ἄνθρωπος καὶ θὰ περιπατῇ ἀνάμεσά μας. Τὰ δύο λοιπὸν ὀνόματα συμπληρώνουν τὸ ἕνα τὸ ἄλλο. Καὶ μᾶς ἀποκαλύπτουν «τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν» (Κολασ. α΄ 26)· ὅτι Αὐτὸς ποὺ γεννᾶται ἐκ τῆς Παρθένου, δὲν εἶναι ἄνθρωπος οὔτε ἄγγελος, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ, ποὺ γίνεται ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς λυτρώσῃ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Ἂς προετοιμασθοῦμε λοιπὸν τὶς ἡμέρες αὐτές, ὥστε νὰ προσέλθουμε κι ἐμεῖς νοερὰ στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ μὲ φόβο καὶ δέος. Διότι μέσα σ’ αὐτὸ γεννᾶται ὡς ἄνθρωπος ὁ ἄπειρος Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς. Καὶ ἂς Τοῦ προσφέρουμε τὰ δάκρυά μας, τὴν μετάνοιά μας, τὶς ἁμαρτίες μας· ἀλλὰ καὶ τὴν βαθειὰ εὐγνωμοσύνη μας γιὰ τὴν λύτρωσι ποὺ μᾶς ἐχάρισε. Ἔτσι θὰ νιώσουμε ἀληθινὰ Χριστούγεννα!

Κυριακή ΙΑ’ Λουκά- Το ουράνιο πανηγύρι

αναρτήθηκε στις 15 Δεκ 2018, 7:23 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 15 Δεκ 2018, 7:23 π.μ. ]

 


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ιδ΄ 16-24)
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : ΚΘ΄ Κυριακῆς: Κολασ. γ΄ 4-11

1. «ΔΕΙΠΝΟΝ ΜΕΓΑ»
Στὴν Παραβολὴ αὐτὴ ὁ Κύριός μας ὀνομάζει τὴν οὐράνια Βασιλεία του «δεῖπνον μέγα», στὸ ὁποῖο καλεῖ ὅλους μας νὰ προσέλθουμε. Γιατί ὅμως ἆραγε τὴν ὀνομάζει ἔτσι; Τὴν ὀνομάζει δεῖπνο, διότι στὴ Βασιλεία του ὁ Θεὸς θὰ μᾶς παραθέτῃ πνευματικὴ καὶ ὑπερφυσικὴ τράπεζα μὲ τὰ θεῖα καὶ αἰώνια ἀγαθά του. 

Μιὰ τράπεζα ἀτελεύτητη στὸν Οὐρανό, ὅπου ὁ Ἴδιος θὰ μᾶς προσφέρῃ ἀπὸ τὸν ἄπειρο πλοῦτο τῶν ἀγαθῶν του. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ὀνομάζει τὸ δεῖπνο αὐτὸ μέγα! Διότι τὸ πανηγύρι αὐτὸ θὰ εἶναι μεγαλοπρεπέστατο, ἐφ’ ὅσον τὰ πνευματικὰ ἀγαθὰ ποὺ θὰ μᾶς προσφέρῃ εἶναι ἀσύλληπτης ἀξίας. Ποιὰ εἶναι αὐτά; Ὅ,τι ἀνώτερο μπορεῖ νὰ σκεφθῇ ἢ νὰ ἐπιθυμήσῃ κανείς: ἡ μετοχή μας στὸ φῶς καὶ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ, στὴν ἁγιότητα καὶ μακαριότητά του, ἡ ἀνέκφραστος ἡδονὴ ποὺ θὰ αἰσθανώμαστε καθὼς θὰ ἀτενίζουμε τὴν ἀπερίγραπτη ὡραιότητα τοῦ θείου προσώπου του. Ὅλα τὰ πλούτη τοῦ Χριστοῦ, οἱ ἀνεξερεύνητοι καὶ ἀνεξάντλητοι θησαυροί του, ποὺ θὰ μᾶς παρατίθενται, θὰ χορταίνουν τὴν ψυχή μας καὶ θὰ μᾶς γεμίζουν μὲ ἀνείπωτη εὐφροσύνη. Στὸ οὐράνιο ὅμως αὐτὸ δεῖπνο ὁ Κύριός μας θὰ μᾶς προσφέρῃ καὶ κάτι ἀσυγκρίτως ἀνώτερο, τὸ «καινὸν ποτήριον», τὸν ἴδιο τὸν Ἑαυτό του, τὴν θεία Κοινωνία μ’ ἕναν ὅμως διαφορετικὸ τρόπο, «καινόν», ποὺ δὲν μποροῦμε οὔτε νὰ φαντασθοῦμε οὔτε νὰ ἐννοήσουμε. Καὶ θὰ μᾶς τὸ προσφέρῃ ὁ ἴδιος ὁ Οἰκοδεσπότης τοῦ δείπνου, ὁ Ὁποῖος καὶ θὰ εὐφραίνεται μαζί μας καὶ θὰ μᾶς διακονῇ. Ποιός; Ὁ Μέγας, ὁ Ὕψιστος, ὁ Αἰώνιος, ἐμᾶς τοὺς μικροὺς καὶ ἐλαχίστους. Τὸ δεῖπνο αὐτὸ θὰ εἶναι ἐπιπλέον μεγάλο, τὸ μεγαλύτερο ποὺ ὑπῆρξε ποτέ, διότι εἶναι πανηγύρι οἰκουμενικό, πανηγύρι ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος. Εἶναι καλεσμένοι σ’ ατὸ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅλων τῶν λαῶν καὶ τῶν ἐποχῶν. Διότι ὁ Θεὸς ὅλους θέλει νὰ μᾶς εἰσαγάγῃ στὴν Βασιλεία του μὲ τὸ ἀνεξιχνίαστο ἔλεός του καὶ τὸν ἄπειρο πλοῦτο τῆς θείας του ἀγαθότητος. Ἀλλὰ τὸ πανηγύρι αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ αἰώνιο, δεῖπνο ποὺ θὰ ἔχῃ ἀρχὴ ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ τέλος. Ἄχ, καὶ νὰ μπορούσαμε νὰ καταλάβουμε ἔστω καὶ λίγο πῶς θὰ εἶναι τὸ οὐράνιο αὐτὸ πανηγύρι, πῶς θὰ ζοῦμε ἐκεῖ, τί θὰ ἀπολαμβάνουμε, τί θὰ βλέπουμε, τί θὰ αἰσθανώμαστε! Πῶς θὰ ἐπικοινωνοῦμε μὲ τὶς θεῖες καὶ ἀγγελικὲς δυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ, ἀλλὰ καὶ μὲ τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, πολὺ δὲ περισσότερο πῶς θὰ ἀτενίζουμε τὸ ἄπειρο κάλλος τοῦ Θεοῦ καὶ πῶς θὰ συνομιλοῦμε μαζί του! Κι αὐτὸ ἀτελεύτητα, ἀκόρεστα, αἰώνια. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὑπερφυὲς καὶ ἀσύλληπτο δεῖπνο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ νὰ τὸ σκεπτώμαστε. Νὰ τὸ ποθοῦμε καὶ νὰ τὸ περιμένουμε.
2. Η ΚΛΗΣΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ
Σ’ αὐτὸ τὸ οὐράνιο δεῖπνο καλεῖ ὁ Θεὸς τὸν καθένα μας καθημερινά. Μᾶς καλεῖ ἄλλοτε μέσα ἀπὸ τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς, μὲ ἀνθρώπους ποὺ φέρνει δίπλα μας, μὲ κάποιο οἰκοδομητικὸ ἀνάγνωσμα, μὲ τὴν ἀκρόασι κάποιας ἀφυπνιστικῆς καὶ κατανυκτικῆς ὁμιλίας, μ’ αὐτὴ τὴν Παραβολὴ ποὺ ἀναλύουμε, κι ἄλλοτε μὲ κάποιες ἐσωτερικὲς μυστικὲς φωνὲς ποὺ ἀντηχοῦν στὰ μύχια τῶν καρδιῶν μας.
–Ἐλᾶτε κοντά μου, μᾶς λέγει ὁ Θεός. Ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Τὰ πάντα ἔχω ἑτοιμάσει γιὰ σᾶς. Ἐλᾶτε. Κανεὶς μὴ λείψῃ. Δεχθῆτε τὴν πρόσκλησι. Πόσο φοβερὸ λοιπὸν καὶ τραγικὸ θὰ εἶναι νὰ μοιάσουμε μὲ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους τῆς Παραβολῆς πού, ἐνῶ ἄκουσαν τὸ κάλεσμα τοῦ Θεοῦ, ἄρχισαν νὰ ὑποβάλλουν παραιτήσεις, προ-φασιζόμενοι ὡς ἐμπόδια ἄλλοι οἰκονομι-κὲς ὑποθέσεις, ἄλλοι γεωργικές, ἄλλοι οἰκογενειακές. Ὅλοι ζήτησαν νὰ καταστή-σουν δικαιολογημένη τὴν ἀπουσία τους. Βέβαια νόμιμες ἦσαν οἱ ἀπασχολήσεις τους. Ὅμως δὲν ἄξιζαν περισσότερο ἀπὸ τὴν συμμετοχή τους στὸ βασιλικὸ μέγα δεῖπνο. Κι ὅλες αὐτὲς ἔγιναν αἰτία νὰ χάσουν τελικῶς τὸ οὐράνιο πανηγύρι. Αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ μᾶς διδάξῃ πολύ. Ὅταν προσκολληθοῦμε ἀκόμη καὶ σὲ νόμιμες δραστηριότητές μας, τότε αὐτὲς γίνονται σοβαρὰ ἐμπόδια γιὰ τὴν πνευματική μας ζωὴ καὶ τὴν κληρονομία τῆς ἐπουρανίου Βασιλείας. Μὴ προσκολλώμαστε λοιπὸν στὰ καθημερινὰ καὶ προσωρινά. Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς στὰ μεγάλα καὶ αἰώνια. Μὴ κλείνουμε τ’ αὐτιά μας στὴν πρόσκλησι τοῦ Θεοῦ, στὴν καμπάνα τῆς Ἐκκλησίας, στὴν φωνὴ τοῦ Εὐαγγελίου. Μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς στὴν θεία Λατρεία, στὴν τακτικὴ ἱερὰ Ἐξομολόγησι, σὲ μία πνευματικὴ ὁμιλία. Βέβαια πάντοτε κάποιο ἐμπόδιο θὰ βρίσκεται μπροστά μας γιὰ νὰ ἀπουσιάζουμε: οἱ νέοι γονεῖς τὰ παιδιά τους καὶ τὶς πολλὲς ἐργασίες τους, οἱ μεσήλικες ἄλλες ἀσχολίες τους, οἱ μεγαλύτεροι τὴν φύλαξι τῶν ἐγγο-νῶν καὶ μύριες ἄλλες ὑποχρεώσεις. Ἐὰν ὅμως ἔτσι χάνουμε τὶς εὐκαιρίες ποὺ μᾶς δίνει ὁ Χριστός, κινδυνεύουμε νὰ σκληρυν-θοῦμε, νὰ ἀγριεύσουμε, νὰ ἀλλοτριωθοῦμε καὶ τελικῶς νὰ χαλάσουμε τὰ πνευματικά μας αἰσθητήρια καὶ νὰ χάσουμε τὸν Χριστὸ γιὰ πάντα. Ἂς μάθουμε λοιπὸν νὰ ἱεραρχοῦμε σωστὰ τὶς προτεραιότητες τῆς ζωῆς. Νὰ ἐκτιμήσουμε τὴν ἀξία τῆς θείας προσκλήσεως. Νὰ συναισθανθοῦμε ποιὸς μᾶς καλεῖ καὶ ποῦ μᾶς καλεῖ! Καὶ νὰ ποῦμε μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά μας: Μὲ καλεῖ ὁ Θεὸς σήμερα στὴν ἐκκλησία του, αὔριο στὴ Βασιλεία του! Πῶς μπορῶ νὰ πῶ ὄχι στὸν Θεό; Πῶς μπορῶ νὰ στερηθῶ τὸ οὐράνιο μέγα δεῖπνο τοῦ Παραδείσου;

Κυριακή Ι’ Λουκά – Ο εκκλησιασμός της Κυριακής

αναρτήθηκε στις 8 Δεκ 2018, 7:23 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 8 Δεκ 2018, 7:23 π.μ. ]


Αποτέλεσμα εικόνας για συγκύπτουσα

1. Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή, ἀδελφοί χριστιανοί, μᾶς μίλησε γιά μιά γυναίκα συγκύπτουσα, ἐντελῶς συγκύπτουσα, «μή δυναμένη ἀνακῦψαι εἰς τό παντελές», λέγει τό κείμενο. Δέν μποροῦσε, δηλαδή, νά σηκώσει καθόλου ὄρθιο τό κεφάλι της. Καί αὐτή τήν γυναίκα τήν θεράπευσε ὁ Χριστός, στήν Συναγωγή, ἐκεῖ ὅπου πῆγε γιά νά κηρύξει τόν λόγο Του. Τῆς ἔβαλε πάνω της τά πανάχραντα χέρια Του καί ἡ γυναίκα «ἀνωρθώθη». Σᾶς εἶπα καί ἄλλοτε, ἀδελφοί, μιλώντας σ᾽ αὐτή τήν εὐαγγελική περικοπή, ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή συμβολίζει τήν ἀνθρωπότητα, πῶς ἦταν πρίν ἀπό τόν ἐρχομό τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀνθρωπότητα ἦταν «συγκύπτουσα». Ὁ ἄνθρωπος λέγεται «ἄνθρωπος» γιατί πρέπει νά «θρώσκει» «ἄνω». Νά βλέπει, δηλαδή, ὑψηλά, νά ζητάει τόν Θεό του, ἀπό τόν Ὁποῖο δημιουργήθηκε, καί τόν Ὁποῖον ἔχει ὡς σκοπό καί προορισμό τῆς ζωῆς του. Ἀλλά ξέπεσε ὁ ἄνθρωπος καί τά ἐνδιαφέροντά του καί οἱ ἀσχολίες του ἔγιναν ὅλο χωματώδεις. 

Ἔτσι πεσμένη βρῆκε ὁ Χριστός τήν ἀνθρωπότητα καί τήν ἀνόρθωσε. Τήν ἀνόρθωσε μέ τήν ὑψηλή Του διδασκαλία καί ὅλο τό οἰκονομικό Του ἔργο πού ἔκανε γιά ἡμᾶς: Τόν σταυρικό Του θάνατο, τήν ἀνάστασή Του καί τήν ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς. Καί γι᾽ αὐτό πιθανόν διαβάζεται αὐτή ἡ εὐαγγελική περικοπή τώρα πού πᾶμε γιά τά Χριστούγεννα, γιά νά νοήσουμε ὅτι ὁ ἐρχομός τοῦ Χριστοῦ ἔσωσε τόν ἄνθρωπο, τόν ἔκανε πραγματικά ἄνθρωπο· τοῦ ἔδειξε τόν δρόμο γιά τά ὕψη καί τοῦ ἔδωσε καί τήν δύναμη νά φθάσει πρός τά ὕψη, στήν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, δηλαδή στόν παράδεισο. «Χριστός ἐπί γῆς, ὑψώθητε», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας. 
2. Ἀλλά ἄλλο θά εἶναι τό θέμα τῆς σημερινῆς ὁμιλίας μου, ἀδελφοί χριστιανοί. Μᾶς κάνει ἐντύπωση τό ὅτι ἡ συγκύπτουσα γυναίκα, ἄν καί ἦταν σ’ αὐτή τήν τόσο ἀνήμπορη κατάσταση, ἀφοῦ τό κεφάλι της ἦταν πολύ σκυμμένο πρός τά κάτω, σάν νά περπατοῦσε μέ τά «τέσσερα», ὅμως σ᾽ αὐτή τήν κατάστασή της καί μέ τόση δυσκολία, τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου – πού τήν θεωροῦσαν ἱερή οἱ Ἰουδαῖοι – πῆγε ἀπό τό σπίτι της στήν Συναγωγή, γιά νά ἀκούσει τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Γιατί κάθε Σαββάτο ἑρμηνευόταν στήν Συναγωγή ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ καί συνέρχονταν ὅσοι εὐσεβεῖς Ἰουδαῖοι, γιά νά τόν ἀκούσουν. Καί ἡ θεραπεία τῆς συγκύπτουσας γυναίκας ἀπό τόν Χριστό ἦταν μιά βράβευση γιά τήν θεοσέβειά της, γιά τήν εὐλάβειά της πρός τό Σάββατο, πού καθόρισε ὁ Θεός στούς Ἰουδαίους γιά νά λατρεύουν τόν Θεό καί νά ἀκούουν τόν λόγο Του. «Ἕξ ἡμέρας ἐργᾷ καί ποιήσεις πάντα τά ἔργα σου· τῇ δέ ἡμέρᾳ τῇ ἑβδόμῃ σάββατα (δηλ. ἀνάπαυσις) Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου».
Αὐτό γιά ἐμᾶς τούς χριστιανούς ἰσχύει γιά τήν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Καί ἡ γυναίκα αὐτή ἐλέγχει ἐμᾶς τούς χριστιανούς, γιατί, ἐνῷ αὐτή τόσο ἀνήμπορη περπάτησε μέ πολύ δυσκολία γιά νά πάει στήν Συναγωγή, πολλοί χριστιανοί δέν σέβονται τήν Κυριακή ἡμέρα, δέν ἐκκλησιάζονται κατ᾽ αὐτήν, ἀλλά ἀντίθετα τήν ἔχουν ὡς ἡμέρα κοσμικῶν διαχύσεων καί ἁμαρτωλῶν ἐκδηλώσεων. Γιά τήν τιμή τῆς Κυριακῆς καί τόν ἐκκλησιασμό αὐτή τήν ἡμέρα, θέλω νά σᾶς πῶ λίγα λόγια στό κήρυγμά μου σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί, καί παρακαλῶ νά τά ἀκούσετε.
3. Κατά πρῶτον, θέλω νά σᾶς πῶ ὅτι ἡ ἡμέρα αὐτή εἶναι ἱερή, γιατί αὐτή τήν ἡμέρα ἀναστήθηκε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Χριστός μας ἀναστήθηκε τήν «μία τῶν Σαββάτων», τήν πρώτη, δηλαδή ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος. Αὐτή τήν ἡμέρα, ἡμέρα πάλι κατά τήν ὁποία ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης ἔγραψε τήν Ἀποκάλυψη, αὐτή τήν ἡμέρα τήν τιμοῦσε ἡ Ἐκκλησία μας ἀπό τήν ἀρχή, τήν καθόρισε ὡς πρώτη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος καί αὐτή τήν ἡμέρα μόνο γινόταν ἡ θεία Λειτουργία. Ναί! Στήν ἀρχή, στά πρῶτα χρόνια, ἡ θεία Λειτουργία γινόταν μόνο μιά φορά τήν ἑβδομάδα, τήν Κυριακή ἡμέρα. Καί γι᾽ αὐτό, νομίζω, ὀνομάστηκε «Κυριακή» ἡ ἡμέρα αὐτή, γιά τήν θεία Λειτουργία πού γινόταν κατ᾽ αὐτήν. Αὐτό τό παλαιό ἔθος, τό νά γίνεται ἡ θεία Λειτουργία μόνο τήν Κυριακή, τό βλέπουμε ἐμεῖς σήμερα τήν Μ. Τεσσαρακοστή, πού ἡ θεία Λειτουργία δέν ἐπιτρέπεται νά γίνει ἄλλη ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος, παρά μόνον Σάββατο καί Κυριακή.
Κάθε ἡμέρα βέβαια, ἀλλά ἰδιαίτερα τήν Κυριακή πρέπει νά τήν ἔχουμε ἀφιερωμένη στόν Κύριο τόν Θεό μας, ὅπως τό λέει καί τό ὄνομά της «Κυριακή». Καί πρέπει τήν ἡμέρα αὐτή νά πηγαίνουμε στήν Ἐκκλησία, γιά νά λειτουργηθοῦμε.
4. Στήν θεία Λειτουργία, ἀδελφοί, βρίσκουμε τόν Θεό. Ἡ θεία Λειτουργία εἶναι ὁ οὐρανός κάτω στή γῆ. Τό πιό ὡραῖο, τό πιό γλυκό καί τό πιό ἱερό καί θεῖο πού γίνεται στήν γῆ εἶναι ἡ θεία Λειτουργία. Καί ὄχι μόνο κάτω στή γῆ, ἀλλά καί πάνω στόν οὐρανό. Γιατί, ὅταν ὁ ἱερεύς τελεῖ τήν θεία Λειτουργία, τότε, κατά ἕνα μυστηριώδη-θεῖο τρόπο, ἡ θεία αὐτή Λειτουργία διαβαίνει στόν οὐρανό καί τελεῖται καί στό οὐράνιο θυσιαστήριο. Στήν θεία Λειτουργία ὅμως δέν βρίσκουμε μόνο τόν Θεό, ὅπως εἶπα προηγουμένως, ἀλλά καί ἑνωνόμαστε μέ τόν Θεό μέ τήν θεία Κοινωνία πού λαμβάνουμε. Γι΄ αὐτό καί λέγεται «κοινωνία» ἡ μετάληψη τοῦ Σώματος καί Αἵματος τοῦ Χριστοῦ, πού λαμβάνουμε, γιατί μέ αὐτή, πραγματικά – ἄν ἔχουμε βέβαια καθαρή τήν ψυχή μας –, ἐρχόμαστε σέ σχέση, σέ κοινωνία μέ τόν Ἴδιο τόν Ἰησοῦ Χριστό. Γιατί αὐτό πού λαμβάνουμε εἶναι πραγματικά τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Στήν θεία Λειτουργία ἔρχονται πάνω μας πολλές εὐλογίες. Παίρνουμε τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Γι᾽ αὐτό καί ὅταν τελειώνει ἡ θεία Λειτουργία λέγει ὁ ψάλτης: «Εἴδομεν τό Φῶς τό ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον»!
5. Καί ὅμως! Ὑπάρχουν πάρα πολλοί χριστιανοί, πού δέν ἐκκλησιάζονται τίς Κυριακές. Γιατί; Ἀπό ἀδιαφορία! Ἀπό ἄγνοια τοῦ τί εἶναι ἡ θεία Λειτουργία καί τοῦ τί χάνουν ὅσοι δέν μετέχουν σ᾽ αὐτήν! Καί ἀφοῦ ὑπάρχει ἡ ἄγνοια καί ἡ ἀδιαφορία αὐτή φθάσαμε στά χρόνια μας, στά ἀποκαλυπτικά αὐτά χρόνια, στό ἐλεεινό κατάντημα νά θέλουν νά θεσπίσουν διά νόμου τήν κατάργηση τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Νά γίνει, δηλαδή, ἡ ἡμέρα αὐτή ὡς μία κοινή ἡμέρα, ὄχι ὡς ἱερή ὅπως τήν ξέρουμε, ὄχι ὡς «Κυριακή», ὅπως τήν λέγουμε.
Ἀλλά καί ὅσοι ἄθεοι ἄν μᾶς κυβερνήσουν, καί ὅσους νόμους ἀντίχριστους καί ἄν ψηφίσουν καί τήν Κυριακή ἄν τήν καταργήσουν, ὅμως γιά πεῖσμα τῶν ἀθέων καί τῶν ἀπίστων, θά ὑπάρχουν εὐσεβεῖς χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι θά τιμοῦν τήν Κυριακή ἡμέρα καί θά ἐκκλησιάζονται καί θά κοινωνοῦν ἀπ᾽ τοῦ παπᾶ τό χέρι τό Σῶμα καί τό Αἷμα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
6. Χριστιανοί μου, νά τιμᾶτε τήν Κυριακή ἡμέρα καί νά ἐκκλησιάζεστε τήν ἡμέρα αὐτή. Νά ἐκκλησιάζεστε οἰκογενειακά. Τό νά μήν τιμᾶμε τήν Κυριακή ἡμέρα, τήν ἡμέρα τοῦ Κυρίου, καί νά τήν θεωροῦμε καί αὐτή, ὅπως τίς ἄλλες ἡμέρες, εἶναι τουλάχιστον ἀγνωμοσύνη στόν Θεό. Θά τελειώσω τό ταπεινό μου κήρυγμα μέ ἕνα παλαιό παράδειγμα, πού τό ἀνάγουν στόν ἅγιο Ἰωάννη τόν Χρυσόστομο. Ἀκοῦστε: Ἦταν κάποτε ἕνας ζητιάνος. Καθόταν στήν ἄκρη τοῦ δρόμου καί ζήταγε βοήθεια. Περνοῦσαν οἱ ἄνθρωποι καί τοῦ ἔδιναν βοήθεια, ἄλλος μικρή καί ἄλλος μεγαλύτερη βοήθεια. Πέρασε ὅμως κάποιος μία ἡμέρα καί τοῦ ἔδωσε ἕξι λῖρες. Ξαφνιάστηκε ὁ ζητιάνος. Ἕξι λῖρες! Πέστε μου χριστιανοί, τί ἔπρεπε νά κάνει στόν φιλάνθρωπο ἄγνωστο κύριο, πού τοῦ ἔδωσε μία τόση μεγάλη βοήθεια; Τό λιγώτερο πού ἔπρεπε νά κάνει ἦταν νά πεῖ ἕνα μεγάλο «εὐχαριστῶ» γιά τήν τόση μεγάλη προσφορά του σ᾽ αὐτόν. Ὅμως, ἀκοῦστε. Ὁ ζητιάνος σκέφτηκε καί εἶπε: Γιά νά μοῦ δώσει ἐμένα αὐτός ὁ ἄνθρωπος τόσα πολλά χρήματα, γιά φαντάσου πόσα ἔχει!.. Δέν εἶναι καλά νά τόν σκοτώσω, γιά νά τοῦ πάρω καί τά ὑπόλοιπα; Αὐτό σκέφτηκε καί αὐτό ἔκανε. Ἐκεῖ στήν ἄκρη πού ἦταν μόνοι τους, μέ μία πέτρα στό κεφάλι ὁ ζητιάνος ξάπλωσε κατά γῆς τόν φιλάνθρωπο κύριο καί τόν ἔψαξε καί τοῦ βρῆκε μία λίρα. Δηλαδή, ὁ καλός αὐτός κύριος εἶχε ἑπτά λῖρες, ἔδωσε ἕξι τοῦ ζητιάνου καί κράτησε γιά τόν ἑαυτό του μία λίρα. Ἀγνώμονας καί κακός πού φάνηκε ὁ ζητιάνος!...
Χριστιανοί μου, τό ἴδιο ἀγνώμονες στόν Θεό εἴμαστε καί ἐμεῖς, ὅταν δέν ἐκκλησιαζόμαστε. Ἀκοῦστε: Ζητιάνος εἴμαστε ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. «Δεηθῶμεν», λένε. Δηλαδή, ὅλο ζητιανεύουμε ἀπό τόν Θεό! Καί μᾶς δίνει ὁ καλός Θεός μας τόν ἀέρα πού ἀναπνέουμε, τό νερό πού πίνουμε, μᾶς δίνει ὅλα τά ἀγαθά, μᾶς δίνει τά χρόνια τῆς ζωῆς μας, τίς ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος. Καί οἱ ἡμέρες καί ὁ χρόνος εἶναι χρῆμα. Μᾶς δίνει, λοιπόν, ὁ Θεός ἕξι λῖρες. Ἡ Δευτέρα εἶναι ἡ μία λίρα. Ἡ Τρίτη, δύο. Τετάρτη τρεῖς λῖρες. Πέμπτη τέσσερις. Παρασκευή πέντε, Σάββατο ἕξι λῖρες. Καί κρατάει ὁ Θεός γιά τόν Ἑαυτό Του μόνο μία λίρα, τήν Κυριακή ἡμέρα! Ἐμεῖς, σάν τό κακό ζητιᾶνο, ἀντί νά ποῦμε εὐχαριστῶ στόν Θεό γιά τίς ἕξι λῖρες, τίς ἕξι ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος, παίρνουμε ἀπό τόν Θεό καί τήν μία λίρα, καί τήν Κυριακή ἡμέρα καί τήν δίνουμε σέ κοσμικές καί ἁμαρτωλές πολλές φορές ἐκδηλώσεις.
Χριστιανοί μου! Σεβασμός στήν Κυριακή ἡμέρα, γιατί εἶναι ἡμέρα τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ μας. Καί ἄν τό χωριό σας δέν ἔχει παπᾶ, νά ξεκινᾶτε ἀπό τό χωριό σας νά πᾶτε στό ἄλλο χωριό πού ἔχει θεία Λειτουργία. Μήν μένετε ἀλειτούργητοι τήν Κυριακή! Παράδειγμά μας ἡ συγκύπτουσα γυναίκα.

Κυριακή ΙΔ’ Λουκά- Ὁ τυφλός τῆς Ἱεριχοῦς

αναρτήθηκε στις 1 Δεκ 2018, 8:03 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 1 Δεκ 2018, 8:03 π.μ. ]


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ιη΄ 35-43
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ :  κζ΄ ἐπιστολῶν (Ἐφεσ. ς΄ 10-17) 
Ὁ τυφλός τῆς Ἱεριχοῦς
Ἕνας ἀξιολύπητος τυφλὸς περίμενε ὧρες πολλὲς καὶ σκοτεινὲς ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη τῆς Ἱεριχοῦς στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε. Κάθε φορὰ ποὺ ἄκουγε βήματα ἀνθρώπων κοντά του, ἄνοιγε τὸ στόμα του καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη, λίγα χρήματα ἢ τρόφιμα, γιὰ νὰ ζήσῃ, νὰ μὴ πεθάνῃ. 

Μιὰ μέρα ὅμως, καθὼς ἄκουσε θόρυβο μεγάλου πλήθους ἀνθρώπων ποὺ περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ, μὲ ἀπορία μεγάλη ρωτᾷ τοὺς γύρω του τί συμβαίνει. Καὶ μόλις ἔμαθε ὅτι περνάει ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος μὲ τὴ συνοδεία του, ὁ τυφλὸς ἄρχισε νὰ φωνάζῃ δυνατά: Ἰησοῦ, ἀπόγονε τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ με. Κι ἐνῶ πολλοὶ τὸν ἐπέπλητταν καὶ τὸν ἀνάγκαζαν νὰ σιωπήσῃ, νομίζοντας ὅτι μὲ τὶς φωνές του ἐνωχλοῦσε τὸν Διδάσκαλο, αὐτὸς πολὺ περισσότερο ἐκραύγαζε: Υἱὲ τοῦ Δαβίδ, ἐλέησέ με.
Γιατί ὅμως ὁ τυφλὸς φώναζε τόσο πολύ; Μήπως ἐπειδὴ ἦταν μακριὰ ὁ Κύριος καὶ ἤθελε νὰ ἀκουστῇ ἡ φωνή του; Ἴσως καὶ γι’ αὐτό. Ὅλες ὅμως αὐτὲς οἱ ἀσταμάτητες κραυγές του ἀπεκάλυπταν ὅτι ὁ τυφλὸς ἐκείνη τὴν ὥρα κάτι διαφορετικὸ αἰσθανόταν, ὁ τυφλὸς ἔβλεπε. Ἐκείνη τὴν ὥρα ἄνοιξαν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του γιὰ νὰ δῇ ποιὸς ἦταν ὁ Ἰησοῦς καὶ τί μποροῦσε νὰ περιμένῃ ἀπὸ Αὐτόν. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν ἐκραύγαζε γιὰ νὰ λάβῃ χρήματα, ἀλλὰ γιὰ νὰ λάβῃ ἔλεος. Ἴσως βέβαια νὰ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὶς ἀμέτρητες θεραπεῖες ποὺ ἔκανε ὁ Κύριος, καθὼς καὶ γιὰ τὴν ἀνάστασι τοῦ Λαζάρου, ποὺ εἶχε συντελεσθῆ λίγο μακριὰ ἀπὸ τὴν Ἱεριχώ.
Ἐπιπλέον ὅμως, ἂν καὶ ἦταν τυφλός, εἶχε θρησκευτικὲς γνώσεις. Ἤξερε ἀπὸ τὶς προφητεῖες ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ προερχόταν ἀπὸ τὴ γενιὰ τοῦ Δαβίδ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζει ἐπιμόνως τὸν Κύριο υἱὸ τοῦ Δαβίδ, διότι ἀναγνωρίζει μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς του καὶ πιστεύει ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Μεσσίας, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ περίμεναν γενεὲς γενεῶν. Ἀλλὰ καὶ ἡ κραυγὴ ποὺ ἔβγαζε διαρκῶς, «ἐλέησόν με», ἀποκαλύπτει πὼς ὁ τυφλὸς πίστευε ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν ἦταν ἕνας ἁπλὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ εἶχε θεϊκὰ γνωρίσματα. Γι’ αὐτό, ἐνῶ τὰ πλήθη τοῦ ἔλεγαν νὰ σωπάση γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλῇ τὸν Διδάσκαλο, αὐτὸς ὅλο καὶ περισσότερο ἐκραύγαζε μὲ φωνὴ πολὺ δυνατὴ καὶ πίστι ἀταλάντευτη.
Μιὰ τέτοια πίστι μᾶς διδάσκει ὁ τυφλὸς τῆς Ἱεριχοῦς νὰ ἔχουμε κι ἐμεῖς. Νὰ βλέπουμε τὰ ἀόρατα, τὰ πνευματικά, τὰ θεῖα καὶ ἀπρόσιτα μὲ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας. Ἀκόμη κι ὅταν ὅλα γύρω μας μᾶς φαίνωνται σκοτεινὰ καὶ ἀπέλπιδα, ἐμεῖς νὰ πιστεύουμε στὴν θεία παντοδυναμία τοῦ Κυρίου μας. Καὶ νὰ κραυγάζουμε μὲ πίστι μέσα ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μας: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Ὁ Ἰησοῦς μετὰ ἀπὸ τὶς ἐπίμονες κραυγὲς πίστεως τοῦ τυφλοῦ, διέκοψε τὴν πορεία του καὶ διέταξε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Κι ὅταν ἐκεῖνος πλησίασε, τὸν ρώτησε: Τί θέλεις νὰ σοῦ κάνω; Καὶ ὁ τυφλὸς ἀπάντησε μὲ λαχτάρα: Κύριε, θέλω νὰ ἀποκτήσω τὸ φῶς μου. 
Ἐδῶ ὅμως προκύπτει ἕνα εὔλογο ἐρώτημα: Γιατί ὁ Κύριος ἐρώτησε τὸν τυφλὸ τί θέλει; Ἀγνοοῦσε ὁ Κύριος τὸν πόθο τοῦ τυφλοῦ; Ποιὸς τυφλὸς δὲν θέλει τὸ φῶς του, τὴν σωτηρία του;
Ἀσφαλῶς ὁ Κύριος ἐγνώριζε τὰ πάντα. Ἔκαμε ὅμως αὐτὴ τὴν ἐρώτησι ὄχι διότι δὲν ἐγνώριζε ὁ Ἴδιος, ἀλλὰ διότι δὲν τὸ καταλάβαιναν τὰ πλήθη. Ἦταν λογικὸ νὰ νομίζουν ὅλοι οἱ παρόντες ὅτι ὁ τυφλὸς ζητοῦσε χρήματα, ἐνῶ ἐκεῖνος ζητοῦσε τὸ φῶς του. Ἤθελε λοιπὸν ὁ Κύριος νὰ κάμῃ γνωστὸ σ’ ὅλα τὰ παρευρισκόμενα πλήθη ὅτι ὁ ζητιάνος τῆς πόλεως αὐτῆς δὲν ζητοῦσε χρήματα ἢ τροφή, ἀλλὰ ζητοῦσε κάτι τὸ ὑπερφυσικό, τὸ ἀκατόρθωτο σὲ ἀνθρώπινες δυνάμεις· ὅτι ὁ τυφλὸς δὲν ἦταν ἕνας ζητιάνος ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε πίστι μεγάλη καὶ ζητοῦσε ἀπὸ τὴν παντοδυναμία του τὸ θαῦμα, τὸ φῶς του.
Ὑπάρχει ὅμως κι ἕνας ἄλλος λόγος τῆς ἐρωτήσεως τοῦ Κυρίου: Ὁ Κύριος γνώριζε τὸν πόθο τοῦ τυφλοῦ, ἤθελε ὅμως νὰ τὸν ἀκούσῃ κι ἀπὸ τὸν ἴδιο. Γιὰ νὰ διδάξῃ σὲ ὅλους ἐμᾶς ὅτι ἂν καὶ γνωρίζῃ ὁ Θεὸς ὅλες τὶς ἀνάγκες μας, θέλει νὰ τὶς ἀκούῃ καὶ ἀπὸ τὸ δικό μας στόμα κατὰ τὶς ὧρες τῶν προσευχῶν μας. Διότι ἐκθέτοντας τὶς ἀνάγκες μας στὸν Κύριο, ταπεινωνόμαστε ἐνώπιόν του, μαθαίνουμε στὴν ὑπομονὴ καὶ τὴν ἐπιμονή, ζυμωνόμαστε μὲ τὰ δάκρυα καὶ τὸν πόνο. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ περάσουμε ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ στάδια, διότι ἀλλιῶς εἴμαστε ἀνάξιοι νὰ λάβουμε τὸ θεῖο ἔλεος.
Ἂς ἐκφράζουμε λοιπὸν στὸν Κύριο ὅλους τοὺς πόθους τῆς καρδιᾶς μας, τὰ βάσανα καὶ τὶς πίκρες μας, τὰ προβλήματα καὶ τὰ ὄνειρά μας, κι Ἐκεῖνος θὰ ἀπαντᾷ στὰ αἰτήματα τῶν καρδιῶν μας. Ὅπως ἔδωσε τότε τὸ φῶς στὸν τυφλὸ τῆς Ἱεριχοῦς, θὰ χορηγῇ καὶ σὲ μᾶς κατὰ τὸ πλούσιο ἔλεός του ὅ,τι ἔχουμε ἀνάγκη καὶ θὰ μᾶς ὠφελήσῃ. Ἀρκεῖ νὰ μάθουμε νὰ ζητοῦμε, νὰ κραυγάζουμε, νὰ ἐπιμένουμε καὶ νὰ περιμένουμε μὲ πίστι στὴν δύναμί του καὶ στὴν ἀγαθωσύνη του.

Κυριακή ΙΓ΄Λουκά- Στό δρόμο γιά τήν τελειότητα

αναρτήθηκε στις 24 Νοε 2018, 12:37 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Νοε 2018, 12:37 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λουκ. ιη΄ 18-27
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ :  τῆς Ἁγίας (Γαλ. γ΄ 23 – δ΄ 5) 

Δὲν εἶχε εὐτυχὴ κατάληξη ἡ συνάντηση τοῦ πλούσιου ἐκείνου νεανίσκου μὲ τὸν Κύριο, τὴν ὁποία μᾶς περιγράφει τὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο. Ἔφυγε λυπημένος ὁ νέος ὅταν ὁ Κύριος τοῦ ζήτησε νὰ ἀποχωριστεῖ αὐτὸ τὸ ἕνα ποὺ κρατοῦσε αἰχμάλωτη τὴν ψυχή του: τὸ χρῆμα.

Γιατί ὅμως νὰ συμβεῖ ἔτσι; Γιατί ὁ Κύριος νὰ μὴ δεχθεῖ κοντά του τὸν πλούσιο νέο, ἔστω μὲ αὐτὴν τὴν ἀδυναμία ποὺ εἶχε στὸν πλοῦτο; Μὰ ὁ Κύριος δὲν θέλει οἱ μαθητές του νὰ Τὸν ἀκολου­θοῦν μὲ ἐπιπολαιότητα ἀλλὰ μὲ σταθερότητα καὶ ἀπόφαση θυσίας. Θέλει νὰ ἀγωνίζονται, ὥστε νὰ μὴν ὑστεροῦν σὲ τίποτε. Νὰ γίνονται τέλειοι! Αὐ­τὸς εἶναι ὁ τελικὸς στόχος γιὰ κάθε χριστιανό.
Ἂς δοῦμε λοιπὸν πῶς κι ἐμεῖς μπο­ροῦ­με νὰ ἐπιτύχουμε αὐτὴν τὴν τελειότητα.
1. Μὲ αὐτογνωσία καὶ ἀγώνα
Πρῶτον, ὀφείλουμε νὰ ἀποκτήσουμε καλὴ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Νὰ ἀνακρίνουμε τὴ ζωή μας καὶ νὰ βαθμολογήσουμε τὴ σχέση μας μὲ τὸν Κύριο ­Ἰησοῦ Χριστό. Ὁ πλούσιος νέος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου νόμιζε ὅτι εἶναι κα­λὸς ἐπειδὴ τηροῦσε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Ὅπως ἀποδείχθηκε ὅμως, ἡ θρησκευτικότητά του ἦταν μᾶλλον τυπικὴ καὶ ἐξωτερική. Νόμιζε ὅτι ἡ σχέση του μὲ τὸν Θεὸ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα ­σύνολο καλῶν πράξεων. Ἀπέφευγε τὶς σοβαρὲς ­παραβάσεις τοῦ νόμου καὶ περίμενε νὰ μάθει ἂν χρειάζεται καὶ κάτι ἄλλο νὰ κάνει γιὰ νὰ εἶναι τελείως ἐντάξει. Γι’ αὐτὸ καὶ ρώτησε «τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;»· δηλαδή: Τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;
Τὸ ἴδιο λάθος ἐπαναλαμβάνουν πολλοὶ ἄνθρωποι ­σήμερα. Σκέπτονται μὲ ἀφέλεια: «Ἐγὼ δὲν ἔχω σκοτώσει κανένα, δὲν κλέβω, δὲν λέω ψέματα, δὲν ἔχω βλάψει κανένα ἄνθρωπο. Τί χρειάζεται λοιπὸν νὰ ἐξομολογηθῶ;». Τὰ πράγματα ὅμως δὲν εἶναι ἔτσι. Κάθε ἄνθρωπος, ἂν ἐρευνήσει βαθιὰ μέσα στὴν ψυχή του, θὰ ἀνακαλύψει πολλὰ ἀγκάθια ποὺ οὐσιαστικὰ τὸν κρατοῦν μακριὰ ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεό. Ἀγκάθια ποὺ ἂν δὲν τὰ ξεριζώσει, μεγαλώνουν λίγο-λίγο καὶ καταπνίγουν κάθε καλὸ σπόρο, κάθε καλὴ διάθεση καὶ προσπάθεια.
Ἂς κάνει λοιπὸν ὁ καθένας μας τὴν αὐτοκριτική του μὲ εἰλικρίνεια καὶ εἰς βάθος. Ὄχι ἐπιφανειακά. Ὄχι μόνο τί κάνουμε, ἀλλὰ καὶ τὸ τί σκεπτόμαστε, τί ἐπιθυμοῦμε. Ἂς ἐξετάζουμε σὲ κάθε μας ἐνέργεια ἂν εἶναι καθαρὰ τὰ κίνητρά μας. Μήπως αὐτὸ ποὺ ἔκανα κρύβει κάποια ζήλεια ἢ θυμό; Μήπως ἔχω μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό μου; Μήπως ἐσωτερικὰ κατακρίνω ἢ ἀδικῶ τοὺς ἄλ­λους;
Ἔτσι θὰ ἐντοπίσουμε ὅτι ὄχι μόνο «ἓν» ἀλλὰ πολλά, πάρα πολλὰ μᾶς λεί­πουν γιὰ νὰ εἴμαστε τέτοιοι ποὺ μᾶς θέλει ὁ Θεός. Καὶ ἑπομένως θὰ πρέπει νὰ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὶς πολλὲς ἀδυναμίες καὶ τὰ πάθη μας. Καὶ μάλιστα νὰ ἀγωνιστοῦμε πολύ, διότι τὸ κακὸ εἶναι ριζωμένο βαθιὰ μέσα μας καὶ μᾶς κρατάει ὑποδουλωμένους, μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Χριστό.
2. Μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ
Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕνα δεύτερο ἀπαραίτητο στοιχεῖο, γιὰ νὰ γίνουμε ­τέλειοι καὶ πιστοὶ μαθητές του: ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὁ δρόμος τῆς χριστιανικῆς ζω­ῆς, ὁ δρόμος γιὰ τὴν τελειότητα δὲν εἶ­ναι εὔκολος. Ἀπαιτεῖ θυσίες καὶ αὐταπάρνηση. Γιὰ τὸν πλούσιο ὁ Κύριος εἶπε ὅτι εἶναι εὐκολότερο νὰ περάσει μία καμήλα ἀπὸ τὴ μικρὴ τρύπα ποὺ ἀνοίγει ἡ βελόνα παρὰ νὰ εἰσέλθει ὁ πλούσιος στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Κι ὅταν οἱ μαθητὲς ρώτησαν μὲ ἔκπληξη «τότε λοιπὸν ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ;», ὁ Κύριος ἀπάντησε: «Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν». Δηλαδή: Ἐ­­­κεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνουν μὲ τὶς ἀσθενικὲς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι κατορθωτὰ μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ.
Κι ἐμεῖς λοιπὸν ἂς καταφεύγουμε στὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν προσευχή μας καὶ τὴ συμμετοχή μας στὰ ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Εἰδικὰ στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως ἔχουμε τὴν εὐκαιρία νὰ ἐκδηλώσουμε τὴν εἰλικρινή μας μετάνοια καὶ νὰ καταθέσουμε στὸν Κύριο ὅ,τι ­νομίζουμε ὅτι στέκεται πρόσκομμα στὸ δρόμο γιὰ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε. Νὰ Τοῦ ἐμπιστευθοῦμε τὶς ἀδυναμίες μας καὶ μὲ τὶς εὐχὲς καὶ συμβουλὲς τοῦ πνευματικοῦ μας καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ συνεχίσουμε τὸν πνευματικό μας ἀγώνα. Τὸν ἀγώνα γιὰ τὴν τελειότητα.
 «Ἔτι ἕν σοι λείπει», μᾶς λέει ὁ ­Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Μπορεῖ νὰ εἶσαι κα­λὸς ἄνθρωπος, ἀλλὰ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Ὁ Κύριος δὲν μᾶς θέλει ἁπλῶς «καλοὺς ἀνθρώπους» ἀλλὰ πιστοὺς καὶ ἀφοσιωμένους μαθητές του. Θέλει νὰ γίνουμε τέλειοι, διότι αὐτὲς εἶναι οἱ προδιαγραφὲς ποὺ μᾶς ἔδωσε, ὅταν μᾶς δημιούργησε. Μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα» καὶ «καθ’ ὁμοίωσίν» του. Ἔχουμε λοι­πὸν τὴ δυνατότητα γιὰ πολὺ περισσότερα. Ἔχουμε τὶς προϋποθέσεις ν’ ἀνεβοῦμε ψηλότερα. Ἀρκεῖ νὰ ἀνακαλύψουμε αὐτὸ τὸ «ἓν» ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπὸ κοντά του καὶ νὰ τὸ ξεπεράσουμε μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ βοήθειά του. Τότε θὰ εἴμαστε ἄξιοι μαθητές του!

Κυριακή Θ΄Λουκά- Ὅλα τά πλούτη δικά μου…

αναρτήθηκε στις 17 Νοε 2018, 1:26 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 17 Νοε 2018, 1:26 π.μ. ]

 



ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ : Λκ. ιβ΄ 16-21
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : ΚΕ΄ ἐπιστολῶν, Ἐφεσ. δ΄ 1-7

1. ΜΑΣ ΑΡΡΩΣΤΑΙΝΟΥΝ
Ὁ πλούσιος τῆς Παραβολῆς δὲν μποροῦσε νὰ βρῇ τὴν ἠρεμία του, εἶχε χάσει τὸν ὕπνο του. Διότι ἐκείνη τὴν χρονιὰ τὰ κτήματά του ἀπέδωσαν πάρα πολλὰ ἀγαθά. Κι αὐτὸς ἤθελε νὰ τὰ κρατήσῃ ὅλα δικά του, νὰ μὴ χάσῃ ἀπολύτως τίποτε. Κι ἐπειδὴ δὲν ἤξερε πῶς νὰ τὸ ἐπιτύχῃ αὐτό, βασανιζόταν καὶ ὑπέφερε. Ἀντὶ νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν Θεὸ γιὰ τὴν εὐφορία τῆς γῆς καὶ γιὰ τὴν δυνατότητα ποὺ τοῦ ἔδωσε νὰ βοηθήσῃ τοὺς πεινασμένους, αὐτὸς βυθίζεται σὲ βασανιστικὲς σκέψεις. «Τί ποιήσω;» Πῶς θὰ τὰ κρατήσω ὅλα δικά μου;… Τί κέρδισε ὁ πλούσιος;
Γέμισε ἄγχος καὶ ἀγωνία.
Τί κερδίζουμε λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι, ὅταν θέλουμε μὲ τὴν πλεονεξία νὰ αὐξάνουμε καθημερινὰ τὰ περιουσιακά μας ἀγαθὰ καὶ νὰ τὰ κρατήσουμε ὅλα γιὰ τὸν ἑαυτό μας; Καὶ χρήματα καὶ σπίτια, αὐτοκίνητα, ἀνέσεις, καταθέσεις; Ὅσο περισσότερα ἀποκτοῦμε, τόσο περισσότερα θέλουμε. Καὶ βυθιζόμαστε σὲ συλλογισμοὺς καὶ ἀνησυχίες. Τί κερδίζουμε; Τὸ μόνο ποὺ ἀποκομίζουμε σίγουρα εἶναι τὸ ἄγχος καὶ ἡ ἀγωνία, ἀνήσυχες καὶ βασανιστικὲς φροντίδες.

2. ΔΕΝ ΔΙΝΟΥΝ ΕΥΤΥΧΙΑ
Ὁ πλούσιος ἀγωνιοῦσε πῶς θὰ διατηρήσῃ τὰ ἀγαθά του. Καὶ βρῆκε τὴ λύσι: νὰ οἰκοδομήσῃ μεγαλύτερες ἀποθῆκες, νὰ χωροῦν περισσότερα ἀγαθά, γιὰ νὰ τὰ ἀπολαμβάνῃ ὅλα μόνος του. Κι ἔτσι πίστευε ὅτι θὰ εὐτυχοῦσε, θὰ ἀναπαυόταν καὶ θὰ εὐφραινόταν, θὰ χόρταινε ἡ ψυχή του, θὰ ἔβρισκε αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε.
Θὰ ἦταν ὅμως ὁ πλούσιος πράγματι ἔτσι εὐτυχισμένος; Πῶς θὰ εὐτυχοῦσε, ὅταν θὰ ἔβλεπε τόσους ἀνθρώπους γύρω του νὰ πεινοῦν καὶ νὰ δυστυχοῦν; Πῶς θὰ εὐτυχοῦσε, ἐὰν καὶ τὶς ἑπόμενες χρονιὲς εὐφοροῦσε ἡ χώρα; Τί θὰ ἔκανε; Θὰ γκρέμιζε καὶ πάλι τὶς ἀποθῆκες του, ποὺ μόλις εἶχε κτίσει, γιὰ νὰ ξαναχτίσῃ καινούργιες; Καὶ θὰ γινόταν εὐτυχισμένος; Πόσους φόβους θὰ εἶχε μήπως ληστὲς τὶς πυρπολήσουν ἢ τὶς λεηλατήσουν; Ἐνῶ ἐὰν ἐμοίραζε μερικὰ ἀγαθά του στοὺς πτωχούς, πόσο εὐτυχισμένος θὰ ἦταν!
Πόσο δυστυχισμένοι λοιπὸν γινόμαστε κι ἐμεῖς ὅταν στηρίζουμε τὴν εὐτυχία μας στὰ ὑλικὰ ἀγαθά. Δὲν σκεπτόμαστε τὸ πιὸ ἁπλὸ καὶ λογικό: Τί νὰ τὰ κάνουμε ὅλα τὰ πλούτη, ἐὰν μᾶς ἐπισκεφθῇ μία ἀνίατος ἀσθένεια, ἐὰν στὸ κρεββάτι τοῦ πόνου ὑποφέρουμε φρικτά; ἢ ἐὰν ἔχουμε σοβαρὰ οἰκογενειακὰ προβλήματα; Τί νὰ τὰ κάνουμε τὰ πλούτη, ἐὰν ἔχουμε ταραγμένη συνείδησι, ποὺ δὲν μᾶς ἀφήνει νὰ ἡσυχάσουμε; Τὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ λοιπὸν δὲν μᾶς κάνουν εὐτυχισμένους. Δὲν χορταίνουν τὴν ψυχή μας, ἄλλα ἀγαθὰ ποθεῖ ἡ ψυχή!
3. ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑ ΜΑΣ
Ὁ πλούσιος τῆς Παραβολῆς κάνει ἕνα τραγικὸ λάθος. Ἐπαναλαμβάνει πολλὲς φορὲς τὴν κτητικὴ ἀντωνυμία «μου». Λέγει: «τοὺς καρπούς μου, τὶς ἀποθῆκες μου, τὰ γενήματά μου, τὰ ἀγαθά μου». Μιλάει γιὰ ὅλα αὐτὰ σὰν νὰ ἦσαν ἀποκλειστικὰ μόνο δικά του, λησμονῶντας ὅτι ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ τοῦ τὰ χάρισε ὅλα. Τοῦ Θεοῦ ἦσαν. Αὐτὸς ἦταν ἁπλὸς διαχειριστής, καὶ νόμιζε ὁ ταλαίπωρος πὼς ἦταν ἰδιοκτήτης. Ὅλα αὐτὰ ὅμως τὰ ἀγαθὰ σὲ λίγο δὲν θὰ ἦσαν δικά του, διότι δὲν σκεπτόταν ὁ ἀξιολύπητος ὅτι κάποια νύκτα, τὴν ἴδια νύκτα, ὅσα θησαύρισε θὰ τὰ χάσῃ ὅλα, ἄλλοι θὰ τὰ πάρουν. Κι αὐτὸς δὲν θὰ ξέρῃ σὲ ποιὸν θὰ ἀνήκουν πλέον, σὲ κληρονόμο ἢ σὲ ξένο, σὲ φίλο ἢ ἐχθρό. Θὰ τὰ ἔχανε ὁ ἄμυαλος ὅλα ἐκεῖνα, ποὺ μὲ πολὺ μόχθο καὶ ἀγωνία συγκέντρωσε.
Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ τραγικὸ λάθος κάνουμε πολλοὶ ἄνθρωποι. Μὲ ἀρρωστημένη πλεονεξία προσκολλώμεθα στὰ ὑλικὰ ἀγαθὰ καὶ ξεχνοῦμε ὅτι ὅσα κι ἂν ἔχουμε δὲν εἶναι δικά μας, κάποτε θὰ τὰ χάσουμε ὅλα, διότι εἴμαστε διαχειρισταί τους καὶ ὄχι ἰδιοκτῆται τους. Μὴ ζοῦμε λοιπὸν μὲ ψευδαισθήσεις. Ὅλα τὰ ὑλικὰ ἔχουν ἡμερομηνία λήξεως. Καὶ κάποτε τόσο κοντινή!
4. Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΜΑΣ ΝΥΚΤΑ
Ξέχασε λοιπὸν ὁ πλούσιος τὸ σημαντικώτερο, ὅτι μία νύκτα, τὴν ἴδια νύκτα θὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτή. Τὰ ἔτη τὰ πολλὰ δὲν θὰ ἔρχονταν ποτέ. Δὲν ἔμεναν παρὰ λίγες ὧρες. Τὴν ἴδια νύκτα δαίμονες φοβεροὶ καὶ ἀποτρόπαιοι ἀπαιτοῦσαν νὰ πάρουν τὴν ἄθλια ψυχή του. Ποιὰ νύκτα; Ἡ νύκτα ἐκείνη ποὺ ὀνειρευόταν ὡς νύκτα τῆς εὐτυχίας του, ἡ νύκτα ποὺ νόμιζε ὅτι θὰ τελείωνε ἡ ἀγωνία του καὶ θὰ κοιμόταν πλέον ἥσυχος, αὐτὴ ἡ νύκτα γίνεται νύκτα ἀγωνίας καὶ τρόμου.
Πῶς θὰ εἶναι ἆραγε ἡ δική μας τελευταία νύκτα στὴ γῆ; Νύκτα ἀγωνίας ἢ νύκτα χαρᾶς; Θὰ μᾶς ὑποδεχθοῦν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ, ἢ θὰ ἀπαιτοῦν τὴν ψυχή μας οἱ φοβεροὶ δαίμονες; Πόσο σκεπτόμαστε αὐτὴν τὴν τελευταία μας νύκτα, καὶ πόσο ἑτοιμαζόμαστε γι’ αὐτήν; Ἂς ξυπνήσουμε λοιπὸν συνειδητοποιῶντας ὅτι τὰ πραγματικὰ ἀγαθὰ δὲν βρίσκονται στὴν γῆ ἀλλὰ στὸν οὐρανό. Ἀγαθὰ ποὺ δὲν χάνονται, ποὺ διαρκοῦν ὄχι ἁπλῶς «εἰς ἔτη πολλά», ἀλλὰ «εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». Ἂς γεμίζουμε λοιπὸν τὶς ἀποθῆκες μας μὲ οὐράνιους θησαυρούς, μὲ ἔργα ἀγάπης καὶ φιλανθρωπίας· γιὰ νὰ γίνῃ ἡ τελευταία μας νύκτα τὸ γλυκοχάραμα μιᾶς νέας ἡμέρας, τῆς πανευφρόσυνης ἡμέρας τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

1-10 of 1074