Επίκαιρα

Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ

αναρτήθηκε στις 12 Μαΐ 2018, 11:33 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 12 Μαΐ 2018, 11:33 π.μ. ]

 
Αποτέλεσμα εικόνας για Κυριακή τοῦ Τυφλοῦ
Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 13 Μαΐου 2018, τοῦ Τυφλοῦ (Ἰωάν. θ΄ 1-38)

1. ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Στὸ σημερινὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο ὁ Κύριος θεραπεύει ἕναν τυφλὸ πολὺ γνωστὸ στοὺς κατοίκους τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὅμως στὸ συγκεκριμένο θαῦμα δὲν προσέρχεται ὁ τυφλὸς πρὸς τὸν Κύριο, ἀλλὰ ὁ Κύριος πρὸς τὸν τυφλό. Δὲν παρακαλεῖ ὁ τυφλὸς τὸν Κύριο νὰ θεραπεύσῃ τὰ μάτια του, ἀφοῦ ἄλλωστε δὲν μποροῦσε νὰ δῇ τὸν Χριστό. Γι’ αὐτὸ ἔρχεται πρὸς τὸν τυφλὸ πρῶτος ὁ Χριστὸς καὶ τὸν θεραπεύει, προτοῦ ὁ τυφλὸς προλάβῃ νὰ ἐκφράσῃ τὶς παρακλήσεις του γιὰ τὸ θαῦμα.

Αὐτὸ συμβαίνει συχνὰ καὶ στὴν ζωὴ κάθε ἀνθρώπου. Ὁ Κύριος, ποὺ γνωρίζει τὴν πνευματική μας ἀδυναμία καὶ τύφλωσι, ἔρχεται πρῶτος νὰ μᾶς συναντήσῃ καὶ νὰ θεραπεύσῃ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε ὁ Χριστὸς ἦλθε στὸν κόσμο, γιὰ νὰ φωτίσῃ τοὺς «ἐν σκότει καὶ σκιᾷ θανάτου καθημένους». Ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μεταδώσῃ φῶς σ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἦσαν πνευματικῶς τυφλοὶ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.
Διότι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ πνευματικὸ φῶς, «τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον». Εἶναι ὁ ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, ποὺ σκορπίζει τὶς πνευματικές του ἀκτῖνες ὄχι μόνο στοὺς σωματικὰ τυφλούς, ἀλλὰ πολὺ περισσότερο σ’ ὅλους ὅσοι ἔχουμε τὰ μάτια μας καὶ βλέπουμε, ἀλλ’ εἶναι κλειστὰ τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μας. Ὁ Ἴδιος τὸ διακήρυξε: «Ἐγώ εἰμι τὸ φῶς τοῦ κόσμου» (Ἰω. η΄ 12). Αὐτὸς μᾶς φωτίζει μὲ τὴν διδασκαλία του, μὲ τὰ θαύματά του, μὲ τὴν ἁγία ζωή του. Τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ τυφλοῦ εἶναι καὶ σύμβολο τοῦ πνευματικοῦ φωτισμοῦ, τὸν ὁποῖο μεταδίδει ὁ Κύριος. Ὁ τυφλὸς ἐκείνη τὴ στιγμὴ σὰν νὰ ἐκπροσωποῦσε ὅλο τὸν κόσμο, ποὺ ἦταν βυθισμένος στὸ πνευματικὸ σκοτάδι. Καὶ μᾶς παρακινεῖ αὐτὸ τὸ θαύμα νὰ προσερχώμαστε στὸ φῶς τὸ ἀληθινό, στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Μόνο σ’ Αὐτὸν θὰ βρίσκουμε τὸ φῶς μας, τὸν δρόμο πρὸς τὴν σωτηρία μας, τὴν ζωή μας καὶ τὴν εὐφροσύνη μας.

2. ΜΕ ΠΗΛΟ

Πῶς ἐθεράπευσε ὁ Κύριος τὸν τυφλό; Μ’ ἕναν τρόπο ποὺ φαίνεται ἀρχικῶς πολὺ παράδοξος. Ἐπιχρίει τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ μὲ πηλό. Ὅταν ὅμως τοποθετῆται πηλὸς σὲ ὑγιῆ μάτια, τυφλώνεται γιὰ κάποιο διάστημα ὁ ἄνθρωπος. Γιατί λοιπὸν ὁ Κύριος προχώρησε στὴν θεραπεία μὲ τὴν μέθοδο αὐτή; Βέβαια ὅλοι μας καταλαβαίνουμε ὅτι ἐγνώριζε Ἐκεῖνος ὅτι ἔπειτα ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρακτικὴ θὰ ἀκολουθοῦσε θεραπεία θαυμαστή.

Ὅμως πίσω ἀπὸ αὐτὴ τὴν πρακτικὴ τοῦ Κυρίου κρύβεται κάτι ἀκόμη βαθύτερο, κρύβεται ἕνα μυστήριο. Μὲ τὴν μέθοδο αὐτὴ ὁ Κύριος συνεσκιασμένα μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι ὁ Ἴδιος εἶναι ὁ Δημιουργός μας. Χρίει μὲ πηλὸ τὰ κατεστραμμένα μάτια τοῦ ἐκ γενετῆς τυφλοῦ, γιὰ νὰ μᾶς δείξῃ ὅτι μόνον Αὐτὸς μπορεῖ νὰ δημιουργῇ ἐξ ἀρχῆς μάτια, διότι εἶναι ὁ Ἴδιος ποὺ ἔπλασε καὶ τὰ μάτια ὅλων τῶν ἀνθρώπων· εἶναι ὁ Ἴδιος ποὺ ἔπλασε ἀπὸ πηλὸ ὅλο τὸ σῶμα τοῦ Ἀδὰμ κατὰ τὴν δημιουργία τοῦ κόσμου· εἶναι ὁ κτίστης καὶ δημιουργὸς ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὅλης τῆς κτίσεως. Εἶναι σὰν νὰ μᾶς λέγῃ: Ἀπὸ πηλὸ τότε ἔπλασα τὸν Ἀδάμ, ἀπὸ πηλὸ καὶ τώρα πλάθω τὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ.

3. Η ΚΟΛΥΜΒΗΘΡΑ

Ἴσως ὅμως διερωτηθῇ κάποιος: Γιατί ὁ Κύριος δὲν ἐθεράπευσε ἀμέσως τὸν τυφλό, ἀλλὰ τὸν ἔχρισε μὲ πηλὸ καὶ κατόπιν τὸν ἔστειλε στὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ; Δὲν μποροῦσε ὁ Κύριος ἀμέσως νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ θαῦμα; Ἀσφαλῶς καὶ μποροῦσε! Ὁ Χριστὸς κάνει τὸ πρῶτο βῆμα πρὸς τὸ θαῦμα, ζητεῖ ὅμως κι ἀπὸ τὸν τυφλὸ νὰ Τοῦ δείξῃ ἐμπιστοσύνη καὶ νὰ κάνῃ τὸ δεύτερο βῆμα γιὰ νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ θαῦμα. Ἡ τοποθέτησι τοῦ πηλοῦ στὰ μάτια τοῦ τυφλοῦ ἦταν τὸ πρῶτο βῆμα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ ὅμως θὰ ἔμενε χωρὶς ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲν ἐπακολουθοῦσε τὸ δεύτερο βῆμα, τὸ βῆμα τοῦ ἀνθρώπου: ἡ πορεία δηλαδὴ τοῦ τυφλοῦ πρὸς τὴν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ ἡ νίψις τῶν ματιῶν του. Διότι ἔπρεπε νὰ φανῇ καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ ὑπακοὴ τοῦ τυφλοῦ. Ὅπως κι ἔγινε. Θὰ μποροῦσε πολὺ λογικὰ νὰ σκεφθῇ ὁ τυφλός: Γιὰ ποιὸ λόγο νὰ πάω στὴν κολυμβήθρα νὰ νιφθῶ; Ἀλλὰ ὁ τυφλὸς δὲν ἀν-τιδρᾷ, ὑπακούει καὶ προχωρεῖ. Καὶ τὸ θαῦμα ἀκολουθεῖ.

Ὁ Θεὸς λοιπὸν ἀποστέλλει τὴν Χάρι του στὸν καθένα μας καὶ κάνει τὴν πρώτη κίνησι. Ἀλλὰ θέλει κι ἐμεῖς νὰ κάνουμε τὴν δεύτερη κίνησι, δηλαδὴ νὰ ἀνταποκρινώμαστε στὶς ἐπισκέψεις του καὶ νὰ ἀποδεχώμαστε τὴν Χάρι του. Νὰ γινώμαστε συν-εργάται του, νὰ προσφέρουμε καὶ τὴν δική μας μικρὴ συμβολή. Τότε ὁ Χριστὸς θὰ ἔρχεται καὶ θὰ θεραπεύῃ τὴν πνευματική μας τύφλωσι καὶ θὰ γεμίζῃ τὴν ζωή μας μὲ φῶς καὶ χαρά.

Κυριακή της Σαμαρείτιδος - «Ὕδωρ ζῶν»

αναρτήθηκε στις 5 Μαΐ 2018, 11:16 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Μαΐ 2018, 11:40 π.μ. ]

 

Ο άνθρωπος, ἀγαπητοί μου, δὲν εἶνε αὐτάρκης. Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ ἀφήνει τὴν ὑστάτη του πνοή, χρειάζεται γιὰ νὰ ζήσῃ ὡρισμένα πράγματα. Πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ εἶνε χρήσιμα καὶ κάνουν τὴ ζωή του εὐχάριστη, ὅπως εἶνε λ.χ. ἕνα καλὸ σπίτι, ἕνα ὑγιεινὸ ροῦχο, ἕνα μέσο μεταφορᾶς. Ὡρισμένα ὅμως δὲν εἶνε ἁπλῶς χρήσιμα, εἶνε κυριολεκτικῶς ἀπαραίτητα· χωρὶς αὐτὰ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσῃ. Ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἀπαραίτητα εἶνε καὶ τὸ νερό. Χωρὶς νερὸ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ. Ἡ δίψα εἶνε ἀνάγκη ἐπιτακτική. Καὶ αὐτὸς ὁ Θεάνθρωπος ἀκόμα, ὅπως ἀκούσαμε στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο, αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη αὐτή.


Ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀνάγκες μόνο τὸ σῶμα· ἀνάγκες ἔχει καὶ ἡ ψυχή. Ἔχει ἐφέσεις, ἐπιθυμίες, πόθους, λαχτάρες. Ἑλκύεται ἀπὸ ἀξίες, ὀνειρεύεται ὕψη, ἀναζητεῖ τὴν εἰρήνη καὶ τὴ γαλήνη, ποθεῖ τὴ χαρὰ καὶ τὴν ἀνάπαυσι… Καὶ ἂν αὐτὰ ἀναζητῇ ἡ ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ ψυχὴ τοῦ Θεανθρώπου τί ἐπιθυμεῖ ἆραγε;
Τὴν ἀπάντησι στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δίδει ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Σαμαρείτιδος.
  Ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί, ὅπως μᾶς διηγεῖται στὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο ὁ «ἠγαπημένος» μαθητής του, ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν πόλι τῶν Ἰεροσολύμων καὶ κατευθύνεται πρὸς βορρᾶν. Εἶνε Μάιος, καὶ ὁ ἥλιος ῥίχνει τὶς καυστικές του ἀκτῖνες· ἐπικρατεῖ μεγάλη ζέστη. Ἀλλὰ ὁ Κύριος μὲ τὴ συνοδεία τῶν μαθητῶν του βαδίζει· δὲν ὑπολογίζει τὴ ζέστη, τὸν κόπο καὶ τὸν ἱδρῶτα. Ἄρχοντες καὶ μεγιστᾶνες τῆς γῆς, πλούσιοι μὲ τὶς ἀστραφτερές σας λιμουζίνες, ἰδέστε καὶ θαυμάστε τὴν ἁπλότητα τῆς ζωῆς Ἐκείνου! Δὲν ἔχει ἅμαξα ποὺ τὴν σύρουν ὑπερήφανα ἄλογα. Αὐτὸς ποὺ εἶπε ὅτι «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ» (Ματθ. 8,20· Λουκ. 9,58), πεζοπορεῖ σὰν τὸν πιὸ φτωχὸ ἄνθρωπο. Βαδίζει δεκάδες χιλιόμετρα, διασχίζει κατὰ μῆκος τὴν ἐπαρχία τῆς Ἰουδαίας, περνάει τὰ σύνορα καὶ μπαίνει στὴν ἄλλη ἐπαρχία, τῆς Σαμαρείας. Νά τώρα φαίνεται ἀπὸ μακριὰ ἡ πόλι τῆς Συχάρ. Ἐκεῖ, λίγο ἔξω ἀπὸ τὴν πόλι, σὲ μία πηγή, στὸ ἱστορικὸ φρέαρ (πηγάδι) τοῦ πατριάρχου Ἰακώβ, κάθεται ὁ Κύριος.
Γιατί κάθεται ἐδῶ ὁ Χριστός; Ἁπλῶς γιὰ ν᾿ ἀναπαυθῇ; Καὶ γιατί δὲν κάθησε σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο τῆς μακρᾶς καὶ κουραστικῆς ὁδοιπορίας του; Ἔχει τὸ λόγο του. Κάθεται στὸ πηγάδι τοῦ Ἰακώβ, γιὰ νὰ δροσίσῃ κάποια διψασμένη πνευματικῶς ψυχή, ποὺ θὰ ἐρχόταν νὰ πάρῃ νερὸ ὡδηγημένη ἐκεῖ ἀπὸ τὴ σωματική της δίψα. Κάθησε δηλαδὴ ἐκεῖ ὁ Κύριος, γιὰ νὰ τραβήξῃ μέσα ἀπὸ τὸ βόρβορο τῆς ἁμαρτίας μία ψυχὴ ποὺ χρόνια ὁλόκληρα ἐκυλίετο στὴ σαρκικὴ ἀκαθαρσία, νὰ τὴν καθαρίσῃ καὶ νὰ τὴν κάνῃ, ἀπὸ μαύρη – κατάμαυρη ποὺ ἦταν, λευκὴ σὰν τὸ χιόνι. Γιὰ μία ψυχὴ λοιπὸν σηκώθηκε ὁ Κύριος μαζὶ μὲ τοὺς μαθητάς του ἀπὸ τὰ Ἰεροσόλυμα καὶ ἦρθε στὴ Σαμάρεια. Ἀλλὰ τί λέω; Ἡ ἀπόστασι αὐτὴ εἶνε μικρὴ ἐμπρὸς στὴν ἄλλη ἐκείνη, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπόστασι ποὺ διήνυσε ὅταν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ἦρθε στὴ γῆ νὰ γίνῃ ἄνθρωπος, ὅταν «ἔκλινεν οὐρανοὺς καὶ κατέβη» (Β΄ Βασ. 22,10· Ψαλμ. 17,10· πρβλ. 143,5). Ἐνανθρώπησε, καὶ ἔπαθε καὶ σταυρώθηκε, γιὰ νὰ σώσῃ ἔστω καὶ μία ψυχὴ ἁμαρτωλή. Δηλαδή, καὶ ἂν ἀκόμη κάτω ἐδῶ στὴ γῆ ὑπῆρχε μία μόνο ψυχὴ ἁμαρτωλή, γι᾿ αὐτὴν καὶ μόνο θὰ ὑπέφερε προθύμως τὰ πάντα (τοὺς ἐμπτυσμούς, τὴ μαστίγωσι, τὸ ἀγκάθινο στεφάνι, τὴν κόκκινη χλαμύδα καὶ πρὸ πάντων τὸ σταυρικὸ θάνατο), γιὰ νὰ τὴν πάρῃ ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ σατανᾶ καὶ νὰ τῆς χαρίσῃ τὴ σωτηρία.
Καὶ ποιά εἶνε ἡ ψυχὴ αὐτή, τὴν ὁποία ἐκεῖ παρὰ τὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ ἦρθε νὰ σώσῃ ὁ Θεάνθρωπος; Εἶνε, ὅπως επαμε, μιὰ δυστυχισμένη ἁμαρτωλὴ ὕπαρξι, στὴν ὁποία κανείς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους τῆς πρὸ Χριστοῦ ἐποχῆς δὲν ἔδινε σημασία. Εἶνε μία γυναίκα τῆς Σαμαρείας, ποὺ μέρα μεσημέρι, ὅταν κανείς δὲν ἐκινεῖτο ἀπὸ τὴν πολλὴ ζέστη, ἔρχεται στὸ φρέαρ τοῦ Ἰακὼβ μὲ τὰ δοχεῖα στὰ χέρια, γιὰ νὰ πάρῃ νερό.
Καθὼς πλησιάζει στὸ πηγάδι, ἀντικρύζει κάποιον ποὺ καθόταν δίπλα ἐκεῖ. Ἦταν ὁ Κύριος. Εἶχε μείνει μόνος, διότι οἱ μαθηταί του εἶχαν μεταβῆ στὴν κωμόπολι γιὰ ν᾿ ἀγοράσουν τρόφιμα. Ἀφήνει λοιπὸν τὴ στάμνα ἡ Σαμαρεῖτις, βγάζει νερὸ καὶ τὴ γεμίζει. Τῆς λέει ὁ Κύριος· ―«Δός μοι πιεῖν» (Ἰωάν. 4,7), δός μου λίγο νερὸ νὰ πιῶ. Ἐκείνη, ἀντὶ νὰ δώσῃ νερὸ στὸ διψασμένο, ἐξέφρασε ἔκπληξι πῶς τῆς ζητάει νερό, καὶ τοῦ λέει· ―Πῶς ζητᾷς νερὸ ἀπὸ μιὰ γυναῖκα Σαμαρείτιδα, ἐνῷ σὺ εἶσαι Ἰουδαῖος;… Τὸ εἶπε αὐτό, διότι οἱ Ἰουδαῖοι δὲν εἶχαν καμμία ἐπικοινωνία καὶ καμμία σχέσι μὲ τοὺς Σαμαρεῖτες. Οἱ Ἰουδαῖοι μισοῦσαν θανασίμως τοὺς Σαμαρεῖτες καὶ οἱ Σαμαρεῖτες τοὺς Ἰουδαίους· κι ἂν ἀκόμα καιγόταν κανεὶς ἀπὸ τὴ δίψα, ὁ ἄλλος δὲν τοῦ ἔδινε νερό. Ἔτσι ὅμως, μὲ τὸ νὰ ζητήσῃ ὁ Κύριος νερό, ἀρχίζει μία διαλογικὴ συζήτησι μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς γυναικός. Ὁ Κύριος τῆς λέει· ―Ἂν γνώριζες ποιός εἶν᾿ αὐτὸς ποὺ σοῦ ζητάει νερό, ἐσύ θὰ τοῦ ζητοῦσες κ᾿ ἐκεῖνος θὰ σοῦ ἔδινε «ὕδωρ ζῶν». ―Πῶς εἶνε δυνατόν, ρωτᾷ ἡ γυναίκα, ἐφ᾿ ὅσον οὔτε ἄντλημα ἔχεις καὶ τὸ πηγάδι εἶνε βαθύ, νὰ βγάλῃς νερὸ καὶ νὰ δώσῃς καὶ σ᾿ ἐμένα; ―Ὅποιος πίνει ἀπ᾿ τὸ νερὸ αὐτό, τῆς ἀπαντᾷ ὁ Κύριος, θὰ διψάσῃ πάλι· ὅποιος ὅμως πιῇ ἀπ᾿ τὸ νερὸ ποὺ θὰ τοῦ δώσω ἐγώ, δὲν θὰ ξαναδιψᾴσῃ ποτέ πιά… Ἡ καημένη ἡ γυναίκα δὲν εἶχε ἐννοήσει γιὰ ποιό νερὸ τῆς μιλοῦσε ὁ Χριστός, καὶ λέει· ―Κύριε, δός μου αὐτὸ τὸ νερό!… Γνωρίζοντας ὁ Κύριος τί κατὰ βάθος ζητοῦσε ἡ ψυχή της, μὲ ἄριστο παιδαγωγικὸ τρόπο τὴ διαφωτίζει. Τὴ μεταφέρει ἀπὸ τὴν ὕλη στὸ πνεῦμα, ὑψώνει τὸ νοῦ της στὶς ἰλιγγιώδεις κορυφὲς τῶν θείων ἀποκαλύψεων. Καὶ τέλος ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούει ἀπὸ τὸν Κύριο τὴν ὑψίστη ἀποκάλυψι· ὅτι αὐτός, μὲ τὸν ὁποῖο συνομιλεῖ, εἶνε ὁ διος ὁ Μεσσίας Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου.
Ἡ ἡμέρα αὐτή, ποὺ ἡ Σαμαρεῖτις ἀκούει καὶ πιστεύει στὸ Χριστό, εἶνε ἡ σπουδαιοτέρα ἡμέρα τῆς ζωῆς της, ἡμέρα ἀσυγκρίτως ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τῆς γεννήσεώς της. Παίρνει τὸ ὄνομα Φωτεινή, καὶ ἕνας νέος κόσμος ἀνατέλλει τώρα μπροστά της. Ἡ μοιχαλίδα, ἡ ἁμαρτωλὴ ἐκείνη γυναίκα, γίνεται εὐαγγελίστρια – ὤ τῶν θαυμάτων σου, Χριστέ! Αὐτὴ τώρα θὰ καλέσῃ σὲ μετάνοια ὅλο τὸν κόσμο τῆς πόλεώς της καὶ ὅλη τὴν οἰκογένειά της. Θὰ τρέξῃ καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν πατρίδα της, σὲ ἄλλες χῶρες, γιὰ νὰ κηρύξῃ παντοῦ τὰ μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ. Καὶ πράγματι περιώδευσε ἐν συνεχείᾳ ὅλη τὴ Μικρὰ Ἀσία μέχρι τὶς ἀκτὲς τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Ἔφθασε μάλιστα καὶ στὴν ὡραία ἑλληνικὴ πόλι τῆς Σμύρνης, ἡ ὁποία πρὸς τιμὴν τῆς εὐαγγελιστρίας αὐτῆς τοῦ Χριστοῦ εἶχε ἀνεγείρει κατόπιν μεγαλοπρεπέστατο ναὸ ἐπ᾿ ὀνόματί της, τὸ μητροπολιτικὸ ναὸ τῆς Ἁγίας Φωτεινῆς. Ἡ Ἐκκλησία μας τὴν ἑορτάζει σήμερα, τετάρτη Κυριακὴ μετὰ τὸ Πάσχα.
 Καταλάβατε, ἀγαπητοί μου, ποιά εἶνε ἡ δίψα τοῦ Θεανθρώπου; Ὁ Κύριος βάδισε χιλιόμετρα ὁλόκληρα γιὰ νὰ σώσῃ μία ψυχή. Κ᾿ ἐμεῖς; Δυστυχῶς ἀδρανοῦμε. Τί θά ᾿πρεπε νὰ κάνουμε; Μποροῦμε ὅλοι νὰ γίνουμε κήρυκες, ὁ καθένας στὸν κύκλο του, μέσα στὸ σπίτι μας, στὴ γειτονιά μας, στὴν ἐργασία μας, ἐκεῖ ποὺ περιμένουν ἀναρίθμητες ψυχὲς περιφρονημένες ἀπὸ τὸν κόσμο, κουρασμένες ἀπὸ τὶς θλίψεις καὶ τὰ βάσανα τῆς ζωῆς. Ἂς τὶς πλησιάσουμε καὶ ἂς τὶς ἀνακουφίσουμε μὲ τὰ ὡραῖα λόγια τοῦ Εὐαγγελίου.
Νὰ τοὺς ποῦμε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ἡ πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, καὶ ἂν κάποιος πιῇ ἀπ᾿ τὸ δικό του τὸ νερό, δὲν θὰ ξαναδιψάσῃ ποτέ.
Ἀλλὰ γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχουμε αὐτό, πρέπει νὰ πιοῦμε ἐμεῖς πρῶτοι ἀπ᾿ τὸ νερὸ τοῦ Χριστοῦ. Καὶ θὰ πιοῦμε – πότε; Ὅταν ἐκτελοῦμε τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔχουμε ζωντανὴ σχέσι μὲ τὴν Ἐκκλησία, μὲ τὰ μυστήριά της, ὅταν διαδίδουμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ βοηθοῦμε τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα ποὺ ἐργάζονται γιὰ τὴ διάδοσι τοῦ εὐαγγελίου. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἐλπίδα νὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ καὶ θὰ μπορέσουμε κι ἄλλους νὰ σώσουμε, ὥστε ὅλοι νὰ κληρονομήσουμε τὴν οὐράνιο βασιλεία, τὴν ὁποία κληρονόμησε καὶ ἡ ἁγία Φωτεινή. Γένοιτο.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

αναρτήθηκε στις 21 Απρ 2018, 12:14 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Απρ 2018, 12:15 μ.μ. ]





Η ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕ ΠΡΩΤΗ ΤΟΝ ΑΝΑΣΤΑΝΤΑ ΚΥΡΙΟ*
1. Ἑορτάζουμε, ἀδελφοί χριστιανοί, τό λαμπρό γεγονός τῆς πίστης μας, τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ μας εἶναι και δική μας ἀνάπλαση καί ἐπαναφορά στήν ἀθάνατη ζωή τοῦ πρώτου Ἀδάμ, πού εἶχε στόν παράδεισο, προτοῦ νά ἁμαρτήσει. Κανείς δέν εἶδε τόν Ἀδάμ τότε ὅταν τόν δημιουργοῦσε ὁ Θεός, ἀλλά ὅταν ἔλαβε τήν πνοή τῆς ζωῆς μέ τό θεῖο φύσημα, πρώτη ἀπ᾽ ὅλους τόν εἶδε μία γυναίκα. Ἡ Εὔα! Ἔτσι θά ποῦμε σήμερα, τήν Κυριακή τῶν Μυροφόρων, ὅτι ἡ πρώτη πού εἶδε τόν ἀναστάντα Κύριο, τόν δεύτερο Ἀδάμ, ἦταν μία γυναῖκα, ἡ Μητέρα Του Παναγία, ἡ Θεοτόκος. 

Αὐτό βέβαια δέν φαίνεται καθαρά στά Εὐαγγέλια, λέγεται ὅμως «συνεσκιασμένως», ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς· καί μέ τήν ἑρμηνεία πού κάνει τό πράγμα γίνεται φανερό. Ὅπως λέγει ὁ ἅγιος, «πρώτη ἀπ᾽ ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅπως ἦταν σωστό καί δίκαιο, τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου τό δέχθηκε ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο ἡ Θεοτόκος καί αὐτή εἶδε πρίν ἀπ᾽ ὅλους τόν ἀναστάντα καί ἀπήλαυσε τήν θεία Του ὁμιλία. Καί ὄχι μόνο τόν εἶδε μέ τούς ὀφθαλμούς Της καί Τόν ἄκουσε, ἀλλά καί πρώτη καί μόνη ἄγγιξε τά ἄχραντα πόδια Του, ἔστω καί ἄν οἱ Εὐαγγελιστές δέν τά λέγουν φανερά ὅλα αὐτά, μή θέλοντας νά φέρουν ὡς μάρτυρα τήν Μητέρα, γιά νά μή δώσουν ἀφορμή στούς ἀπίστους».
2. Κυριακή τῶν Μυροφόρων σήμερα, ἀδελφοί χριστιανοί! «Μυροφόρες» εἶναι οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες πού ἀκολουθοῦσαν τόν Κύριο μαζί μέ τήν Μητέρα Του, ἔμειναν μαζί Της κατά τήν ὥρα τοῦ σωτηρίου Πάθους, καί φρόντισαν νά ἀλείψουν μέ μύρα τό Σῶμα τοῦ Κυρίου. Τήν ὥρα πού ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος κατέβασαν ἀπό τόν Σταυρό τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως μᾶς εἶπε σήμερα τό Εὐαγγέλιο, καί τυλιγμένο μέ καθαρή σινδόνα καί ἐκλεκτά ἀρώματα τό τοποθέτησαν σέ λαξευτό μνημεῖο, παρευρίσκονταν ἐκεῖ καί παρατηροῦσαν ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή καί ἡ ἄλλη Μαρία, πού καθόταν ἀπέναντι τοῦ τάφου. Αὐτή, «ἡ ἄλλη Μαρία», λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ἀποδεικνύοντάς το μάλιστα, εἶναι ἡ Θεομήτωρ, ἡ Παναγία. Δέν παρευρίσκονταν δέ μόνο αὐτές παρατηρώντας ὅταν ἐνταφιαζόταν ὁ Κύριος, ἀλλά καί ἄλλες γυναῖκες, ὅμως μᾶς τό λέει ὁ Εἀυγγελιστής Λουκᾶς (βλ. 23,35) καί μάλιστα καί κάποιες γυναῖκες ἀπό τήν Γαλιλαία. Ἦταν πολλές, λοιπόν, oἱ Μυροφόρες, καί ἦρθαν στόν τάφο ὄχι μιά φορά, ἀλλά καί δυό καί τρεῖς φορές. Ἔρχονταν σέ συντροφιές, ἀλλά ὄχι οἱ ἴδιες· στόν ὄρθρο ἦρθαν ὅλες, ἀλλά ὄχι τόν ἴδιο χρόνο ἀκριβῶς. Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή ἦρθε πάλι μόνη της καί ἔμεινε περισσότερο. Κάθε Εὐαγγελιστής λέγει γιά τόν ἐρχομό μερικῶν μόνο Μυροφόρων και παραλείπει τίς ἄλλες. Γι᾽ αὐτό φαίνεται ἡ κάποια ἀσάφεια στούς Εὐαγγελιστές. Λέγει ὅμως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὅτι, ὅπως τό ὑπολογίζει καί συνάγει ἀπό ὅλους τούς Εὐαγγελιστές, πρώτη ἀπ᾽ ὅλες ἦρθε στόν τάφο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ ἡ Θεοτόκος, ἔχοντας μαζί Της τήν Μαγδαληνή Μαρία. Καί τό συμπεραίνει πάλι ἀπό τήν ἔκφραση τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ματθαίου (βλ. 28,1-10), «ἦλθε ἡ Μαγδαληνή Μαρία καί ἡ ἄλλη Μαρία», γιά νά ἰδοῦν τόν τάφο. Καί λέγει πάλι ὅτι, «ὁπωσδήποτε» («πάντως») Αὐτή “ἡ ἄλλη Μαρία” ἦταν ἡ Θεομήτωρ. Ἡ Θεοτόκος. Ὅπως γνωρίζουμε ἔγινε μέγας σεισμός καί ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό και κύλισε τόν μέγα λίθο ἀπό τήν θύρα τοῦ μνημείου καί καθόταν πάνω σ᾽ αὐτόν μέ μορφή ἀστραφτερή. Ὅλες οἱ ἄλλες Μυροφόρες γυναῖκες ἦρθαν μετά τον σεισμό καί βρῆκαν τόν τάφο ἀνοιγμένο καί τήν πέτρα ἀποκυλισμένη. Ἡ Θεοτόκος ὅμως Παναγία ἔφθασε στόν τάφο τήν στιγμή πού γινόταν ὁ σεισμός καί ἀνοιγόταν ὁ τάφος. Ἀπό τόν σεισμό τρόμαξαν οἱ φύλακες τοῦ τάφου καί ἔφυγαν, ἐνῶ ἡ Παναγία καθόταν ἐκεῖ καί ἐντρυφοῦσε στήν θέα («ἡ δέ Θεομήτωρ ἀδεέστερον ἐνετρύφα τῇ θέᾳ»)! «Ἐγώ πάντως νομίζω – λέγει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς – ὅτι γιά τήν Θεοτόκο ἀνοίχθηκε ὁ ζωηφόρος ἐκεῖνος τάφος. Καί ὅτι γι᾽ αὐτήν ἄστραπτε ἔτσι ὁ ἄγγελος, ὥστε, ἄν καί ἡ ὥρα ἦταν ἀκόμη σκοτεινή, Αὐτή, μέ τό πλούσιο φῶς τοῦ ἀγγέλου, εἶδε ὄχι μόνο τόν τάφο κενό, ἀλλά καί τά ἐντάφια νά εἶναι τακτοποιημένα καί νά μαρτυροῦν τήν ἔγερση τοῦ ἐνταφιασθέντος».
3. Αὐτός ὁ ἄγγελος, λέγει μέ βεβαιότητα ὁ ἅγιος Γρηγόριος, ἦταν ὁ ἀρχάγγελος Γαβριήλ. Γιατί ἐπειδή αὐτός κατά τόν Εὐαγγελισμό εἶχε πεῖ στήν Παρθένο Μαριάμ, «μή φοβᾶσαι, Μαρία, γιατί βρῆκες Χάρη ἀπό τόν Θεό» (Λουκ. 1,30), ἔπρεπε καί πάλι τώρα αὐτός νά ἔλθει καί νά Τῆς ἀναγγείλει τήν ἀπό τούς νεκρούς ἀνάσταση τοῦ σαρκωθέντος ἀφράστως ἀπ᾽ Αὐτήν Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ἔφυγαν ἀπό τό μνημεῖο οἱ Μυροφόρες ἔφυγαν «μετά φόβου καί χαρᾶς μεγάλης», σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής (Ματθ. 28,8). Κατά τήν ἑρμηνεία πάλι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ μέν φόβος ἁρμόζει γιά τήν Μαγδαληνή Μαρία καί γενικά γιά τίς ἄλλες Μυροφόρες, πού εἶχαν ἔρθει ἕως τότε μαζί, ἐνῶ ἡ Παναγία εἶχε τήν μεγάλη χαρά, γιατί κατενόησε τά λόγια τοῦ ἀγγέλου καί παραδόθηκε ὁλόκληρη στό Φῶς, ὡς τελείως καθαρή καί θείως χαριτωμένη, πού ἦταν. Μετά τόν εὐαγγελισμό αὐτό γιά τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, ἡ μέν Μαρία ἡ Μαγδαληνή σάν νά μήν ἄκουσε κἄν τόν ἄγγελο, ἀφοῦ ἄλλωστε οὔτε ἐκεῖνος μίλησε γι᾽ αὐτήν. Διαπίστωσε μόνο τον κενό τάφο καί ἔτρεξε πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί τόν ἄλλο μαθητή, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης. Ἡ Θεομήτωρ ὅμως Παναγία, μαζί καί μέ ἄλλες Μυροφόρες, ἔφευγε ἀπό τόν τάφο. Καί ἰδού, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ματθαῖος, «τίς συνάντησε ὁ Ἰησοῦς λέγοντας, “χαίρετε”»!
Βλέπουμε, λοιπόν, ὅτι πρίν ἀπό τήν Μαρία τήν Μαγδαληνή ἡ Θεοτόκος Παναγία μας εἶδε τόν Υἱό Της τόν Ἰησοῦ καί ὅταν σταυρώθηκε καί ὅταν ἐτάφη καί μάλιστα θά δοῦμε τώρα ὅτι Τόν εἶδε πρώτη καί ὅταν ἀναστήθηκε. Ναί! Ἡ Παναγία ἦταν πού συνάντησε πρώτη ἀπό τίς ἄλλες τόν ἀναστάντα Κύριο καί τόν ἀναγνώρισε καί τοῦ ἔπιασε τά πόδια Του καί ἔγινε Ἀπόστολός Του πρός τούς Ἀποστόλους καί ὄχι ἡ Μαγδαληνή Μαρία. Αὐτή δέν ἦταν μαζί μέ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ καί τίς ἄλλες Μυροφόρες ὅταν τίς συνάντησε ὁ Ἰησοῦς ἐπιστρέφοντας ἀπό τόν τάφο καί Τόν προσκύνησαν. Ἡ Μαγδαληνή Μαρία, ὅπως μᾶς τό λέει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης, ἔτρεξε πρός τόν Σίμωνα Πέτρο καί πρός τόν ἄλλο μαθητή, τόν ὁποῖο ἀγαποῦσε ὁ Ἰησοῦς, καί εἶπε σ᾽ αὐτούς, «ἐσήκωσαν τόν Κύριο ἀπό τό μνῆμα καί δέν γνωρίζουμε ποῦ τόν ἔβαλαν». Δέν γνωρίζει, δηλαδή, τίποτε ἀκόμη γιά τήν ἀνάσταση, ἐνῶ ἡ Μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ἡ Θεοτόκος, καί οἱ ἄλλες Μυροφόρες, πού ἦταν μαζί Της, εἶχαν δεῖ καί εἶχαν προσκυνήσει τόν ἀναστάντα Κύριο. Ἡ Μαγδαληνή Μαρία ἀργότερα, ἀφοῦ πῆγε στόν Πέτρο καί τόν Ἰωάννη, ἔπειτα ἦρθε πάλι μόνη στόν τάφο καί τότε ἀξιώθηκε νά δεῖ τόν ἀναστάντα Κύριο καί ἐστάλη καί αὐτή ὡς ἀπόστολος πρός τούς Ἀποστόλους, καί λέγει σ᾽ αὐτούς, «ὅτι εἶδε τόν Κύριο, πού εἶπε σ᾽ αὐτήν αὐτά» (Ἰωάν. 20,18).
Σύμφωνα μέ τήν παραπάνω πατερική ἑρμηνεία εἶναι συντεθημένος καί ὁ ὕμνος, πού ψάλλουμε τήν περίοδο αὐτή: «Ὁ ἄγγελος ἐβόα τῇ Κεχαριτωμένῃ, Ἁγνή Παρθένε, Χαῖρε καί πάλιν ἐρῶ Χαῖρε, ὁ Σός Υἱός ἀνέστη τριήμερος ἐκ τάφου»

Κυριακή τοῦ Θωμᾶ

αναρτήθηκε στις 14 Απρ 2018, 11:19 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 14 Απρ 2018, 11:19 π.μ. ]



 


Εὐαγγελικό Ἀνάγνωσμα Κυριακῆς 15 Ἀπριλίου 2018, τοῦ Θωμᾶ (Ἰωάν. κ΄ 19-31)

1. ΠΙΣΤΙ ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ

Ἀργὰ τὸ ἀπόγευμα τῆς Ἀναστάσεως ὁ νικητὴς τοῦ θανάτου καὶ καθαιρέτης τοῦ ἅδου Κύριος ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Κι ἐνῶ αὐτοὶ ἦσαν τρομοκρατημένοι «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων», εἰσέρχεται «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων». Καὶ ἐμφανίζεται περίλαμπρος μὲ τὴν θεοπρεπῆ του δύναμι καὶ λάμψι. Δείχνει τὰ χέρια του καὶ τὴν πλευρά του, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι εἶναι ὁ Ἴδιος, Αὐτὸς ποὺ θυσιάσθηκε ἐπάνω στὸν Σταυρὸ καὶ ἀναστήθηκε.

«Ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον». Μετὰ ἀπὸ τὸν ἀβάσταχτο πόνο τοῦ θανάτου του, στὸ πρόσωπό τους ἀκτινοβολεῖ ἡ ἀνέκφραστη χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως. Ἡ μεγαλύτερη χαρὰ ποὺ ἔνιωσαν ποτὲ στὴ ζωή τους.


Ὁ Θωμᾶς ὅμως δὲν γεύτηκε αὐτὴν τὴν χαρά. Διότι ἀπουσίαζε καὶ διότι εἶχε ἕναν ἰδιαίτερο συναισθηματικὸ κόσμο. Ἦταν χαρακτήρας εὐαίσθητος, μελαγχολικός. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ θάνατος τοῦ διδασκάλου του τὸν βύθισε σὲ θλῖψι καὶ ἀπογοήτευσι. Ξέχασε τὰ προφητικὰ λόγια τοῦ Κυρίου γιὰ τὴν Ἀνάστασί του καὶ δὲν ἔδωσε σημασία στὶς διαβεβαιώσεις τῶν μαθητῶν. Ἔπρεπε νὰ πεισθῇ. Βέβαια καὶ οἱ ὑπόλοιποι Ἀπόστολοι εἶχαν ἀπιστήσει στὶς Μυροφόρες. Ἀλλὰ ἡ ἀπιστία τοῦ Θωμᾶ ἦταν περισσότερο ἀδικαιολόγητη, ἀφοῦ εἶχε τώρα τὴν πρόσθετη μαρτυρία τῶν δέκα Ἀποστόλων. Αὐτὸς ζητεῖ νὰ ψηλαφήσῃ τὶς οὐλὲς τῶν πληγῶν τοῦ παναχράντου σώματος τοῦ Κυρίου. Αὐτή του ὅμως ἡ ἀξίωσι δὲν εἶναι σωστή. Ἐὰν κάθε Χριστιανὸς μέσα στοὺς αἰῶνες ἀπαιτῇ νὰ πληροφορηθῇ μὲ τὶς αἰσθήσεις του γιὰ τὴν θεότητα τοῦ Κυρίου ἢ μὲ κάποιο θαῦμα, τότε ἡ πίστι θὰ ἔχανε τὴν ἀξία της.

Μὴ ζητοῦμε λοιπὸν κι ἐμεῖς μὲ δυσπιστία θαύματα γιὰ νὰ πιστεύσουμε. Ἄλλωστε ὁ Κύριος μακαρίζει αὐτοὺς ποὺ δὲν ζητοῦν ἀποδείξεις: «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Εἴμαστε λοιπὸν εὐτυχέστεροι ὅλοι ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν, ὅταν αἰσθανώμαστε τὴν παρουσία τοῦ Ἀναστάντος μὲ τὰ πνευματικά μας μάτια καὶ τὴν ἀγγίζουμε μὲ τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς μας. Ἀρκεῖ νὰ ἔχουμε μάτια πνευματικὰ νὰ βλέπουμε καὶ αἰσθητήρια καθαρά. «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς Ἀναστάσεως». Ἂς καθαρίσουμε λοιπὸν τὶς πνευματικές μας αἰσθήσεις καὶ θὰ δοῦμε κι ἐμεῖς τὸ ἀπλησίαστο φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Θὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ μᾶς μεταδίδῃ τὴν χαρὰ τῆς Ἀναστάσεως.

2. ΟΚΤΩ ΜΕΡΕΣ ΜΑΡΤΥΡΙΚΕΣ

Ὀκτὼ μέρες ὁ Θωμᾶς πάλευε μὲ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ἀπιστία του. Οἱ ἄλλοι μαθηταὶ τὸν συμβούλευαν. Τὸν διαβεβαίωναν «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον» (Ἰω. κ΄ 25). Αὐτοὶ πανηγύριζαν, ζοῦσαν σὲ πελάγη εὐτυχίας, κι ὁ Θωμᾶς θλιβόταν. Βρισκόταν σὲ κρίσιμη θέσι, ἀνάμεσα στοὺς δύο δρόμους, τῆς τελείας πίστεως καὶ τῆς τελείας ἀπιστίας. Καὶ ὁ πόνος του ἀλλὰ καὶ ὁ πόθος του κάθε ἡμέρα μεγάλωνε. Μετὰ ἀπὸ ὀκτὼ ἡμέρες ὁ Κύριος ἐμφανίζεται καὶ πάλι στούς μαθητάς παρόντος τοῦ Θωμᾶ. Πόση συγκατάβασι δείχνει ὁ Κύριος! Ὁ θριαμβευτὴς τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου ἐμφανίζεται καὶ ταπεινώνεται καὶ ἐκπληρώνει ὅλους τοὺς ὅρους ποὺ ἔθεσε ὁ Θωμᾶς. Δὲν ἤθελε νὰ τὸν ἀφήσῃ περισσότερο στὴν θλῖψι του καὶ στὸ μαρτύριο τῆς ἀμφιβολίας. Ἡ ἀνοχὴ καὶ ἡ τρυφερότητα τοῦ Κυρίου εἶναι μοναδικὴ καὶ ἀσύγκριτη. Ἔλα λοιπόν, τοῦ λέγει, νὰ δῇς, νὰ ψηλαφήσῃς. Καὶ ἀποκαλύπτει τὶς σκέψεις του καὶ τὰ λόγια του, γιὰ νὰ δείξῃ ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ «ἐτάζων νεφροὺς καὶ καρδίας» (Ψαλ. ζ΄ 10), γιὰ νὰ τὸν βοηθήσῃ νὰ αἰσθανθῇ ντροπὴ καὶ ἔλεγχο καὶ νὰ μετανοήσῃ.

Ὁ ἀναστὰς Κύριος συγκαταβαίνει στὴν δυσπιστία ὄχι μόνο τοῦ Θωμᾶ ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν παιδιῶν του. Ὅταν δείχνουμε ἀπιστία καὶ ἀπογοητευώμαστε καὶ ταλαιπωρούμαστε ἀπὸ σκέψεις ἐφιαλτικές, ποὺ μᾶς βυθίζουν στὸ ἀπαίσιο σκοτάδι τῆς ἀμφιβολίας, ὁ Κύριος ταπεινώνεται κι ἔρχεται στὴν ταραγμένη καρδιά μας. Ἔρχεται νὰ θέσῃ τέλος στὶς ἀμφιβολίες μας, νὰ μᾶς γεμίσῃ μὲ θάρρος κι ἐλπίδα. Νὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ στὸν δρόμο τῆς πίστεως. Ἔρχεται νὰ θεραπεύσῃ τὴν καρδιά μας καὶ νὰ μᾶς διορθώσῃ λέγοντας: «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες».

Χριστός Ανέστη

αναρτήθηκε στις 10 Απρ 2018, 3:39 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 10 Απρ 2018, 3:39 π.μ. ]


ΕΙ ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΥΚ ΕΓΕΙΓΕΡΤΑΙ….
                                             ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού
        Η βεβαία πίστη της Εκκλησίας στην λαμπροφόρο ανάσταση του Χριστού αποτελεί αυτή την ίδια την ύπαρξή Της. Το μέγα και ανεπανάληπτο αυτό γεγονός είναι το ακράδαντο θεμέλιο πάνω στο οποίο είναι θεμελιωμένη και εδραιωμένη. Το Θείο πρόσωπο του Αναστάντα Ιδρυτή Της είναι η ακατανίκητη δύναμη, που τη συγκροτεί, τη συντηρεί και την οδηγεί με ασφάλεια στο σωτήριο προορισμό Της. Οι άγιοι Πατέρες αποφάνθηκαν «εν ενί στόματι» πως η ζωή της Εκκλησίας είναι η ακατάπαυτη βίωση του υπερτάτου γεγονότος της Αναστάσεως του Κυρίου. Είναι μια διαρκής συμμετοχή και πρόγευση της Βασιλείας του Θεού, η οποία απορρέει από το ζωοδόχο Τάφο του Χριστού.   

        Όμως υπάρχει και ο κακόδοξος αντίλογος γι’ αυτή την πίστη της Εκκλησίας. Υπάρχουν άνθρωποι, οι οποίοι αρνούνται την Ανάσταση του Χριστού και κάνουν υπεράνθρωπες προσπάθειες να πείσουν για τις μικρόνοες απόψεις τους. Υπάρχουν δυστυχώς και κατ’ όνομα χριστιανοί, οι οποίοι ερμηνεύουν το ύψιστο γεγονός ως δήθεν συμβολικό λόγο! Όλοι αυτοί καλλιεργούν την προσωπική τους «αδιάληπτον οδύνην» (Ρωμ.9,2) και «τίσουσιν όλεθρον αιώνιον από προσώπου του Κυρίου» (Β΄,Θεσ.1,8), διότι σφραγίζουν εθελούσια τους οφθαλμούς τους να μην αντικρύσουν το αναστάσιμο φως.        
       Φαίνεται πως αρνητές της Αναστάσεως του Χριστού υπήρχαν και στην αρχαία Εκκλησία και μάλιστα στην εκκλησία της Κορίνθου. Ο απόστολος Παύλος αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην Α΄ προς Κορινθίους Επιστολή του, για να πείσει για το αδιαμφισβήτητο γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου «Ει δε Χριστός κηρύσσεται ότι εκ νεκρών εγήγερται, πως λέγουσί τινες εν υμίν ότι ανάστασις νεκρών ουκ έστιν΄ ει δε ανάστασις νεκρών ουκ έστιν, ουδέ Χριστός εγήγερται΄ ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα το κήρυγμα ημών, κενή δε και η πίστις υμών. Ευρισκόμεθα δε και ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι εμαρτυρήσαμεν κατά του Θεού ότι ήγειρε τον Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται΄ ει γαρ νεκροί ουκ εγείρονται, ουδέ Χριστός εγήγερται. Ει δε Χριστός ουκ εγήγερται, ματαία η πίστις υμών΄ ότι εστέ εν ταις αμαρτίαις υμών. Άρα και οι κοιμηθέντες εν Χριστώ απώλοντο. Ει εν τη ζωή ταύτη ηλπικότες εσμέν εν Χριστώ μόνο, ελεεινότεροι πάντων ανθρώπων εσμέν» (Α΄Κορ.15,12-18).
       Είναι όντως φοβερός ο λόγος του αποστόλου των Εθνών. Παράλληλα  ξεχειλίζει από τη βεβαία πίστη του στην Ανάσταση του Χριστού, αποπνέοντας άρρητο άρωμα αισιοδοξίας. Δε διστάζει να χαρακτηρίσει τον εαυτό του ψεύτη, απατεώνα και ελεεινό άνθρωπο αν το κήρυγμά του ήταν απογυμνωμένο από την πίστη στην ανάσταση του Χριστού. Αυτή η πίστη του απορρέει από το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι μόνο άνθρωπος, αλλά ο σαρκωμένος Θεός. Είναι ο «Υιός του Θεού εν δυνάμει» (Ρωμ.8,1,4). Είναι ο Υιός «της αγάπης αυτού… εικών του Θεού του αοράτου, πρωτότοκος πάσης κτίσεως… αυτός εστιν προ πάντων, και τα πάντα εν αυτώ συνέστηκε» (Κολ.1,13-17).  Φύσει Θεός αληθινός, εκ Θεού αληθινού. Αρχηγός και δοτήρ  της ζωής, έχοντας τη ζωή αφ’ εαυτού. Ο θάνατος όχι μόνο δεν έχει καμιά σχέση με τη θεία φύση Του, αλλά είναι το φρικτό και ολέθριο αποτέλεσμα αλλότριας επιλογής των κτισμάτων Του από το δικό Του θέλημα. Κατά συνέπεια η ανάστασή Του ήταν η πιο αναγκαστική νομοτέλεια όλων των εποχών. Από αυτή την πίστη απορρέει η βεβαιότητα του αποστόλου Παύλου για την ανάσταση του Κυρίου, διακηρύττοντας πως η πίστη αυτή «καταγγέλεται εν όλω τω κόσμω. Μάρτυς μου (δε) εστιν ο Θεός, ω λατρεύω εν τω πνεύματί μου εν τω ευαγγελίω του Υιού αυτού» (Ρωμ.1,8-9).   
         Ο άγιος απόστολος του Χριστού περιγράφει με τον πιο απαισιόδοξο τρόπο την άρνηση κάποιων στην ανάσταση του Χριστού. Απογυμνωμένο το κήρυγμα του Ιησού από την πίστη στην ανάσταση το θεωρεί όχι μόνον ανώφελο αλλά και επιζήμιο για την ανθρωπότητα, διότι έτσι ο Χριστός υποβιβάζεται στην κατηγορία των πάμπολλων άλλων ιδρυτών θρησκειών, στην κατηγορία των θνητών νομοθετών και κοινωνικών αναμορφωτών και η Εκκλησία Του εντάσσεται στις τόσες άλλες θρησκείες του κόσμου. Λησμονούν όμως πως παρά την παρουσία πλειάδων θρησκειών στον προχριστιανικό κόσμο, η κακοδαιμονία ήταν η μόνιμη τραγική κατάσταση. «Ουκ έστιν αλήθεια, ουδέ έλεος, ουδέ επίγνωσις Θεού επί της γης. Αρά και ψεύδος και φόνος και κλοπή και μοιχεία κέχυται επί της γης, και αίματα αφ’ αίμασιν μίσγουσιν» (Ωσ.4,2. βλ. Ησ.1,17.Αμώς41.Μιχ.2,1). Η θρησκείες δε μπορούσαν να προσφέρουν τίποτε το ουσιαστικό στο ταλαίπωρο ανθρώπινο γένος.
       Ο Ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού δεν ήρθε στη γη να ιδρύσει μια ακόμη θρησκεία, έστω την πιο τέλεια διότι. ο κόσμος είχε χορτάσει από θρησκείες, τελετουργικά, ηθικιστικές διδασκαλίες  και κοινωνικές αναμορφώσεις. Δεν αποζητούσε πια νέα θρησκεία, αλλά καθολική σωτηρία, την οποία προσέφερε μόνον ο Χριστός. 
      To γεγονός της Αναστάσεως του Κυρίου αποτελεί το θριαμβευτικό πέρας του επί γης σωτηριώδους έργου Του. Ο Χριστός έγινε άνθρωπος, όχι απλά να γίνει κοινωνός της ανθρωπίνης φύσεως και να προσφέρει βοήθεια στον πεσόντα άνθρωπο, αλλά ήρθε στον κόσμο να σώσει ολοκληρωτικά την ανθρωπότητα από τη δίνη του κακού και τα τραγικά αποτελέσματα της αμαρτίας. Ήρθε προπάντων να ελευθερώσει τον άνθρωπο από το χειρότερο εχθρό του, τον πικρό θάνατο, ο οποίος κατέστη, μετά την πτώση, νομοτέλεια στη θεία δημιουργία (Γεν.2,17). Ο απόστολος Παύλος θέλοντας να εκφράσει δυναμικά το φοβερό γεγονός του θανάτου, αναφώνησε: «ταλαίπωρος εγώ άνθρωπος, τις με ρύσεται εκ του σώματος του θανάτου τούτου(Ρωμ.7,24). Προορισμός όλων των ανθρώπων ήταν ο Άδης, η κοινή «οικία παντί θνητώ» (Ιώβ30,23), «το σκότος το εξώτερον, (όπου) εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Ματθ.25,30). Ο απαράβατος νόμος της θνητότητας και ο απόλυτος προορισμός κάθε ανθρωπίνης ύπαρξης στον παμφάγο Άδη, καθιστούσε τον άνθρωπο ως το τραγικότερο ον της δημιουργίας.
       Μοναδικό αντίδοτο κατέστη ο θάνατος του Θεού, ο οποίος θανάτωσε το δικό μας θάνατο, αφού «έσχατος εχθρός καταργείται ο θάνατος» (Α΄Κορ.15,26). Ο Χριστός «ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου, γενώμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ.3,13). Δηλαδή υποτάχτηκε εθελούσια στην νομοτέλεια του θανάτου, για να καταργήσει το θάνατο. Δέχτηκε να κατέβη στον ανήλιο τόπο της βασάνου, τον Άδη, για να καταλύσει το αιώνιο βασίλειό του. «Ο Θεός ερρύσατο ημάς εκ της εξουσίας του σκότους, και μετέστησεν εις την βασιλείαν του υιού της αγάπης αυτού, εν ω έχομεν την απολύτρωσιν» (Κολ.1,13). Μετά την τιτάνια μάχη και την περιφανή νίκη Του κατά του Άδη, ανέστη θριαμβευτικά διαλύοντας την αχλή και τη σκοτοδίνη της αμαρτίας και ανοίγοντας μια καινούρια σελίδα στην ιστορία του κόσμου. «Ο Θεός αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο αυτώ όνομα το υπέρ πάν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψη επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός» (Φιλιπ.2,9-11).
      Ο θάνατος δεν έχει πια καμιά δύναμη και επιβολή στους πιστούς χάρη στην Ανάσταση του Χριστού, διότι πιστεύουμε ότι «ο εγείρας τον Χριστόν εκ των νεκρών ζωοποιήσει και τα θνητά σώματα ημών» (Ρωμ.8,11). Μας διαβεβαίωσε ο Ίδιος ο Κύριος: «Αμήν αμήν λέγω υμίν ότι ο τον λόγον μου ακούων και πιστεύων τω πέμψαντί με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν ουκ έρχεται, αλλά μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν» (Ιωαν.5,24). Πιο ελπιδοφόρος λόγος από αυτόν δεν υπάρχει! Ο φυσικός μας θάνατος είναι ένα ασήμαντο πια γεγονός, το οποίο δεν έχει καμιά ουσιαστική επίπτωση στην ύπαρξή μας. Είναι ένας μεγάλος ύπνος, ώσπου να μας ξυπνήσει ο Αναστημένος Κύριός μας, καθ’ ότι «οι νεκροί ακούσονται της φωνής του Υιού του Θεού, και οι ακούσαντες ζήσονται» (Ιωάν.5,25)!
       Η άρνηση της Αναστάσεως του Κυρίου είναι η πιο εκφραστική όψη της τραγικότητας, την οποία συνεχίζει να βιώνει η αποστατούσα ανθρωπότητα. Άνθρωποι θλιβεροί, οι οποίοι αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται «προοδευτικοί» και «θεραπευτές του ορθού λόγου», βασανίζονται να απογυμνώσουν τον Ιησού Χριστό από τη θεία του φύση και ως εκ τούτου πασχίζουν να «αποδείξουν» ότι η ένδοξη Ανάστασή Του είναι μύθος! Στην πραγματικότητα όμως φανερώνουν την εμμονή τους στην προχριστιανική κακοδαιμονία και ομολογούν  την πορεία τους στον μηδενιστικό αφανισμό. Χαίρονται να υποστηρίζουν ότι το πέρας του βίου τους είναι ο υγρός τάφος και συνένοικοί τους τα αδηφάγα σκουλήκια!  Πιο ακραίος παραλογισμός από αυτόν δεν υπάρχει! Σε τέτοιες έσχατες μορφές κατάντιας οδηγεί τον άνθρωπο η παραζάλη της αμαρτίας!
        Η πνευματική τους μυωπία τους εμποδίζει να δουν την υπέρτατη κοσμοϊστορική ανατροπή που συντελέσθηκε χάρις στην Ανάσταση του Χριστού. Αφού νικήθηκε κατά κράτος ο διάβολος, η πηγή και ο αίτιος του κακού, «ο θεός του αιώνος τούτου» (Β΄Κορ.4,4), ήρθη από τον κόσμο το κακό και θεμελιώθηκε η ατέρμονη Βασιλεία του Θεού (Εφεσ.5,5), η «καινή ανθρωπότης» (Εφεσ.2,15), η νέα κοινωνία της αγάπης και της συναδελφώσεως των ανθρώπων, ο λαός ο άγιος «πάσης φυλής και γλώσσης και λαού και έθνους» (Αποκ.5,9).
     Στη μεταναστάσιμη ιστορική περίοδο του κόσμου το κακό υπάρχει και διαιωνίζεται χάρη στους αρνητές του Χριστού, οι οποίοι ως εντολοδόχοι του «άρχοντος του κακού» (Ιωάν.16,11), δίνουν παράταση στην ανθρώπινη κακοδαιμονία. Αυτοί «ου δύνανται ακούειν τον λόγον» του Χριστού (Ιωάν.8,44) και «μη υπακούοντες τω ευαγγελίω» (Β΄Θεσσ.1,8). Στρέφουν το πρόσωπό τους από το άσβεστο αναστάσιμο φως, διότι η εκτυφλωτική πνευματική λαμπρότητα καταδεικνύει την ολοσκότεινη ψυχική τους κατάσταση.
       Για μας τους πιστούς του αναστημένου Χριστού δεν τίθεται ούτε ως απλή σκέψη το δίλημμα «ει Χριστός ουκ εγείγερται» (Α΄Κορ.15,13), διότι η πίστη μας στον  αναστημένο Λυτρωτή μας  είναι τόσο φυσική και απαραίτητη για την ύπαρξή μας, όσο η αναπνοή μας! Μαρτυρούμε στο σύγχρονο αποστατημένο κόσμο  πως «εν αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν… γένος ουν υπάρχοντες του Θεού» (Πράξ.17,28) και κατά συνέπεια διακηρύττουμε με σθένος πως καμιά δύναμη δε μπορεί να μας «χωρίσει από της αγάπης του Χριστού, (ούτε) θλίψις ή στενοχωρία, ή διωγμός, ή λιμός, ή γυμνότης ή κίνδυνος ή μαχαίρα… υπερνικώμεν δια του αγαπήσαντος ημάς», διότι ο «Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και εγερθείς, ος και εστιν εν δεξιά του Θεού… εντυγχάνει υπερ ημών» (Ρωμ.8,34-38).    

Κυριακή των Βαΐων – Η θριαμβευτική είσοδος

αναρτήθηκε στις 31 Μαρ 2018, 10:53 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 31 Μαρ 2018, 10:53 π.μ. ]

 


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ  Ἰωάν. ιβ΄ 1-18
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Φιλιπ. δ΄ 4-9

1. ΚΛΑΔΟΙ ΒΑΪΩΝ
Ὁ Κύριος πορεύεται πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ, πρὸς τὸ ἑκούσιο πάθος του. Καὶ ἕξι ἡμέρες πρὶν ἀπὸ τὸ Πάσχα φθάνει στὴ Βηθανία. Ἐκεῖ οἱ ἀδελφὲς τοῦ Λαζάρου ἀπὸ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριο γιὰ τὴν ἀνάστασι τοῦ ἀδελφοῦ τους Τοῦ παραθέτουν δεῖπνο, ὅπου ἡ ἀδελφὴ τοῦ Λαζάρου Μαρία ἄλειψε μὲ μύρο τὰ πόδια τοῦ Κυρίου.

Τὴν ἄλλη ἡμέρα ὁ Κύριος εἰσέρχεται στὴν Ἁγία Πόλι. Ἡ εἴδησι τῆς παρουσίας του στὴ Βηθανία εἶχε ἤδη κυκλοφορήσει ἀστραπιαῖα σ’ ὅλη τὴν Ἱερουσαλήμ. Ἀμέτρητα πλήθη λαοῦ τρέχουν μὲ ἐνθουσιασμὸ νὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν κρατῶντας στὰ χέρια τους κλαδιὰ φοινίκων, ποὺ ἦταν σύμβολα νίκης. Ὁ τρόπος ὑποδοχῆς ἦταν ἐντυπωσιακός, θερμὸς καὶ ἐνθουσιώδης. Τὸν ὑποδέχθηκαν ὡς τὸν Μεσσία ποὺ ἐπὶ αἰῶνες περίμεναν οἱ πρόγονοί τους κι αὐτοί. Ἔδειχναν μὲ τοὺς κλάδους τῶν βαΐων ὅτι δὲν τιμοῦσαν ἁπλῶς ἕναν προφήτη, ἀλλὰ ἀπέδιδαν τιμὲς στὸν Νικητὴ καὶ Μεσσία. Σὲ ποιὰ νίκη ὅμως ἀναφέρονταν οἱ πανηγυρισμοί; Στὴν νίκη τοῦ Κυρίου ἐπὶ τοῦ θανάτου στὴν πε-ρίπτωσι τῆς ἀναστάσεως τοῦ Λαζάρου. Ἐξαιτίας αὐτῆς ἐντυπωσιάσθηκαν καὶ βγῆκαν μὲ ἐνθουσιασμὸ νὰ ὑποδεχθοῦν τὸν Χριστὸ ὑμνῶντας Τον ὡς νικητὴ τοῦ θανάτου. Καὶ χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν ὑμνοῦσαν τὴν νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τοῦ θανάτου ὄχι μόνο τοῦ Λαζάρου ἀλλὰ καὶ ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος.
Ζητωκραύγαζαν Ἐκεῖνον ποὺ θὰ ἐχάριζε τὴν νίκη ἐπὶ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ διαβόλου· ἀλλὰ καὶ τὴν νίκη τοῦ κάθε πιστοῦ. Κάτι ἀνάλογο βλέπουμε καὶ στὴν «Ἀποκάλυψι». Ὁ ἅγιος Ἰωάννης εἶδε ἕνα ὅραμα ἀντίστοιχου θριαμβευτικοῦ πανηγυρισμοῦ, ὄχι βέβαια στὴν ἐπίγεια Ἱερουσαλὴμ ἀλλὰ στὴν ἐπουράνια. Ἐκεῖ νέφη μαρτύρων κρατοῦν στὰ χέρια τους βαΐα ὡς ἔμβλημα τῆς νίκης τους κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ διαβόλου.
Τὰ πλήθη τῆς Κυριακῆς τῶν Βαΐων ἦταν μιὰ ἀμυδρὰ προεικόνισι τῆς ἔνδοξης ἐκείνης συνοδείας τῆς «Ἀποκαλύψεως» «ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου» (Ἀποκ. ζ΄ 9). Ἐδῶ τὰ πλήθη τῆς Ἱερουσαλὴμ δὲν ἦταν ἐνώπιον τοῦ θρόνου, ἦταν ὅμως ἐνώπιον τοῦ Ἀρνίου, τὸ Ὁποῖο πορευόταν γιὰ νὰ θυσιασθῇ καὶ νὰ γίνῃ ἡ ἀπαρχὴ ὅλων τῶν πιστῶν ποὺ θὰ νικήσουν τὴν ἁμαρτία καὶ θὰ πανηγυρίζουν ἐνδόξως στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ. Μιὰ τέτοια δόξα περιμένει τὸν κάθε νικητή, περιμένει κι ἐμᾶς.
2. ΟΙ ΕΠΕΥΦΗΜΙΕΣ
Οἱ ἐπευφημίες τοῦ πλήθους «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» ἦταν τμῆμα τοῦ 117ου μεσσιακοῦ Ψαλμοῦ (στίχ. 26). Κάθε Ἰσραηλίτης ἐγνώριζε ἀπ’ ἔξω τοὺς στίχους τοῦ Ψαλμοῦ αὐτοῦ, διότι τοὺς ἔψαλλαν κατὰ τὶς λιτανεῖες τῶν μεγάλων ἑορτῶν. Ἦταν μιὰ ἐπίκλησις τῶν Ἰουδαίων πρὸς τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἔλευσι τοῦ Μεσσία. Ὁ συγκεκριμένος στίχος φανερώνει ὅτι ὁ Μεσσίας θὰ ἦτο ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ. Καὶ μάλιστα οἱ Ἰσραηλῖτες προσέθεσαν τὴν φράσι «ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ», δείχνοντας ὅτι περίμεναν τὸν Μεσσία ὡς ἐπίγειο ἔν-δοξο καὶ νικητὴ βασιλέα. Νόμιζαν ὅτι Αὐτὸς θὰ ἐγκαθίδρυε μιὰ ἐπίγεια βασιλεία καὶ θὰ τοὺς ἀπελευθέρωνε ἀπὸ τὴν δουλεία τῶν Ρωμαίων. Καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου χαιρετοῦσαν καὶ ἐπευφημοῦσαν τὸν ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀποσταλέντα Μεσσία· Αὐτὸν ποὺ θὰ εἶχε ἀδιαμφισβήτητη βασιλικὴ ἰδιότητα καὶ κυριαρχία.
Ὅμως ὁ Κύριος θὰ διακηρύξῃ ὅτι ἡ βασιλεία του εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴν ποὺ περίμεναν τὰ πλήθη. Ὁ Χριστὸς γνωρίζει ὅτι εἶναι ὁ βασιλεὺς τῆς Σιών, τοῦ ὄρους δηλαδὴ τῆς Ἱερουσαλήμ, τὸ ὁποῖο ὅλοι θεωροῦσαν ὡς πρωτεύουσα τοῦ Μεσσία. Ὅμως πορεύεται πρὸς τὴν ἐπίγεια Σιὼν γιὰ νὰ δείξῃ ὅτι εἶναι ὁ βασιλεὺς ὄχι μόνο τῆς ἐπίγειας ἀλλὰ καὶ τῆς ἐπουράνιας Σιών. Ὁ βασιλεὺς τοῦ Οὐρανοῦ εἰσέρχεται στὴν ἐπίγεια Ἱερουσαλὴμ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, γιὰ νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεώς του καὶ νὰ εἰσέλθῃ πλέον στὴν ἄνω Ἱερουσαλήμ, στὴ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐκείνη εἶναι ἡ πραγματικὴ θριαμβευτική του εἴσοδος, ἡ εἴσοδός του στοὺς Οὐρανούς, ὅπου Τὸν ὑποδέχονται ἀμέτρητες στρατιὲς τῶν Ἀγγέλων ὡς τὸν μόνο πραγματικὸ Βασιλέα, τὸν «βασιλέα τῶν βασιλευόντων καὶ κύριον τῶν κυριευόντων» (Α΄ Τιμ. Ϛ΄ 15). Σὲ μία βασιλεία πνευματική, αἰώνια. Ὁ Κύριος λοιπὸν κατὰ τὴν εἴσοδό του στὴν Σιὼν πίσω ἀπὸ τὴν πτωχεία του καὶ τὴν ταπείνωσί του ἀποκαλύπτει σὲ ὅλους μας ὅτι δὲν εἶναι μόνον Αὐτὸς ποὺ ἐπιβαίνει «ἐπὶ πῶλον ὄνου» ἀλλὰ καὶ «ὁ ἐπιβαίνων ἐπὶ τὸν οὐρανόν… ὁ μεγαλοπρεπὴς τοῦ στερεώματος» (Δευτ. λγ΄ 26). Ἐκεῖ καλεῖ καὶ ὅλους μας, γιὰ νὰ μᾶς κάνῃ συμ-βασιλεῖς του. Μᾶς περιμένει.

25 Μαρτίου: Το νόημα και η σημασία της Εθνικής Επετείου

αναρτήθηκε στις 24 Μαρ 2018, 1:03 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Μαρ 2018, 1:04 μ.μ. ]





του Αρχιμ. Γρηγορίου Κωνσταντίνου Διδάκτωρος Θεολογίας
“Ο Άγγελος εστάθηκε διπλώνει τα φτερά του,
ξύπνα ταράξου μη φοβού, χαίρε, παρθένε χαίρε
ο κύριός μου είναι με σε, χαίρε, Μαρία χαίρε”.
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης

“Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει
φιλελεύθερη λαλιά
ένα κτύπαε τ’ άλλο χέρι
από την απελπισιά.”
Διονύσιος Σολωμός

Μέσα στην ανθοστόλιστη άνοιξη της φύσης γιορτάζουμε χαρούμενοι και εθνικά υπερήφανοι με υψωμένα τα λάβαρα της νίκης, την άνοιξη της λευτεριάς μας. Απ’ άκρη σ’ άκρη όλη η Ελλάδα θα γιορτάσει για μια ακόμη φορά τη μεγάλη επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821, την ημέρα της έναρξης του μεγάλου, ηρωικού και αιματηρού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των γενναίων προγόνων μας για την αποτίναξη του βάρβαρου και καταθλιπτικού τουρκικού ζυγού.

Όσο και αν κυλούν τα χρόνια, η μέρα αυτή θα στέκεται, πάντα, σαν ένα φωτεινό ορόσημο, σαν ένα μαγικό αστέρι, για να μας δείχνει το δρόμο του εθνικού χρέους, να μας εμπνέει το ιδανικό της ελευθερίας και να μας θυμίζει τη διπλή μας λύτρωση από τα δεσμά της σκλαβιάς και της αμαρτίας. Διπλή, μοναδική γιορτή γιορτάζουν όλοι οι Έλληνες στα πέρατα του κόσμου. Η 25η Μαρτίου μας θυμίζει το τέλος δυο δραμάτων. Πανανθρώπινο το ένα, εθνικό το άλλο. Χαράς ευαγγέλια για τον χριστιανό που έλαβε το μήνυμα του Θεού για την λύτρωσή του από την αμαρτία και χαράς ευαγγέλια για τον έλληνα ραγιά που πήρε το μήνυμα της απελευθέρωσής του από τον ανελέητο τουρκικό ζυγό.

Έτσι η 25η Μαρτίου είναι μια λαμπρή μέρα της πατρίδας μας και της θρησκείας μας: «Έχουνε σχόλη η Παναγιά και η Ελλάς μεγάλη, η μια τον κρίνο δέχεται, δάφνης κλωνάρι η άλλη», τραγουδάει ο ποιητής. Η φαντασία μας πλανιέται την ημέρα αυτή από την Μυροβόλο Ναζαρέτ ως την τρισένδοξη αγία Λαύρα. Στην πρώτη ακούμε τον αρχάγγελο με το χαρμόσυνο μήνυμα και στη δεύτερη, τα γενναία μας παλικάρια, να ορκίζονται ενώπιον Θεού και ανθρώπων: «Ελευθερία η θάνατος». Ήταν το ξέσπασμα μιας θείας επιταγής η κραυγή αυτή, που έβγαινε εκείνη τη στιγμή, μέσα από τον πόνο και δυστυχία από το πυκνό σκοτάδι της μακρόχρονης σκλαβιάς.

Αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα ότι κάθε λαός, για να ζήσει και να διατηρηθεί στο προσκήνιο της ιστορίας πρέπει να συνδέεται αναπόσπαστα με την κληρονομιά των προγόνων του, διαφορετικά λαοί που δεν έχουν μνήμη γρήγορα χάνονται και εξαφανίζονται από την ιστορία. Ο Έλληνας όμως έχει βαθιά ριζωμένη μέσα του την κληρονομιά των προγόνων του και απόδειξη το μεγαλειώδες γεγονός του ξεσηκωμού του μετά από τα τετρακόσια χρόνια σκλαβιάς και καταφρόνιας.

Τούτη τη χρονιά συμπληρώνονται 195 χρόνια αφ’ ότου ξύπνησε μέσα στην ψυχή των σκλαβωμένων αδελφών μας ιερός πόθος της λευτεριάς για να ριχτούν όλοι στον αγώνα, «Για του Χριστού την πίστη την Αγία και της πατρίδας την ελευθερία». Αυτό ήταν σύνθημα του αγώνα των σκλαβωμένων ραγιάδων, το ίδιο συμβολίζει και ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου, που είναι για μας όλους η εθνική κολυμβήθρα, στην οποία βαπτίζεται το έθνος μας συνεχίζοντας τη θριαμβευτική και νικηφόρα πορεία του. Πολλές φορές στη μακρόχρονη ιστορία της τούτη η μικρή γωνιά της γης με το γαλάζιο ουρανό της και τα δαντελωτά της ακρογιαλιά, δέχτηκε τις βάρβαρες επιθέσεις λαών, που ονειρεύτηκαν να γίνουν κοσμοκράτορες. Πέρσες, Ρωμαίοι, Τούρκοι, Βούλγαροι, Ιταλοί, Γερμανοί, ξεπουλήθηκαν σα θεϊκή μάστιγα και από καιρό σε καιρό έπαιξαν το ρόλο του αφέντη και προσπάθησαν να κάνουν ραγιά το λαό μας. Στη χώρα όμως που γεννήθηκε και μεγαλούργησε η δημοκρατία βλαστάνει και το δέντρο της λευτεριάς. Η εθνική πείρα των Ελλήνων έχει δημιουργήσει σ’ αυτούς την πεποίθηση, πως όσα η ψυχρή λογική θεωρεί αδύνατα, γι’ αυτούς είναι κατορθωτά. Η 25η Μαρτίου υπήρξε ένα τέτοιο μεγαλειώδες γεγονός ένα θαύμα, που έκαμε ολόκληρη την ανθρωπότητα να στραφεί προς το χιλιοβασανισμένο, αλλά ένδοξο αυτό τόπο την ελληνική γη.

Οι λαοί της Ευρώπης είχαν λησμονήσει ότι μια χούφτα ανθρώπων ανέπνεαν ακόμη σκορπισμένοι πάνω σ’ αυτή τη γη που δεν είχε πλέον γι’ αυτούς τίποτα άλλο παρά μόνο παρελθόν, ένα ένδοξο παρελθόν χαμένο στα βάθη της ιστορίας, που ακτινοβολούσε όμως ακόμα προς όλα τα σημεία της οικουμένης. Δεν έβλεπαν πλέον σ’ αυτή τη γη ούτε παρόν ούτε μέλλον. Αυτό είναι το σημείο από το οποίο αρχίζει το μεγαλούργημα του 21 που δημιούργησε η αδούλωτη ελληνική ψυχή. Μόνο στη φιλελεύθερη κληρονομιά μας, που είναι χαρακτηριστικό της φυλής μας, μπορούμε να στηρίξουμε την παράτολμη απόφαση του ξεσηκωμού. «Εμείς αν δεν ήμασταν τρελοί, δεν κάναμε την επανάσταση» γράφει Κολοκοτρώνης. Και σε κάποιο άλλο σημείο επίσης μας λέει: «Όταν αποφασίσαμε να κάνουμε την επανάσταση δεν συλλογιστήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχουμε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι ε βαστούσαν τα κάστρα και τις πόλεις, αλλά ως μια βροχή έπεσε σ’ όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας και όλοι και οι κληρικοί και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι έμποροι, μικρή και μεγάλοι, όλοι ε συμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και κάμαμε την επανάσταση».

Η επανάσταση λοιπόν δεν ήταν αποτέλεσμα της λογικής. Ήταν ενθουσιασμός, φλόγα, αγάπη για την λευτεριά και την πατρίδα. Βασίστηκε στην ακράδαντη πίστη πως ο Θεός, που είναι αληθινός και δίκαιος, θα βοηθήσει των αγώνα τους, γιατί ήταν τίμιος, αγώνας σωτηρίας, αγώνας κατά των απίστων. Δεν τους φοβίζει ο παγωμένος βοριάς που σαρώνει την Ευρώπη και κοκαλώνει κάθε φιλελεύθερο και δημοκρατικό κίνημα. Και δε σκέφτηκαν το φοβερό Μέτερνιχ, ρυθμιστή της πολιτικής των αυτοκρατοριών της Ευρώπης που ήταν φίλος και υποστηρικτής της Τουρκίας.

Το τραγούδι του Ρήγα «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή, παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή» έγινε σπόρος που βλάστησε στην ψυχή κάθε Ραγιά, έδιωξε το φόβο κι έδωσε τη δύναμη για μεγάλη απόφαση. Λευτεριά ή θάνατος. Σείστηκε το μνήμα του Ραγιά. Ξεπετάχτηκε η ψυχή του σκλάβου ξανανιωμένη και σαν πρώτα ανδρειωμένη, για να διαλαλήσει «Εγώ είμαι η ακατάλυτη ψυχή των Σαλαμίνων στην Επτάλοφη έφερα το σπαθί των Ελλήνων δε χάνομαι στα τάρταρα, μονάχα ξαποσταίνω στη ζωή ξαναφαίνομαι και λαούς ανασταίνω».

Όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες δίδαξαν με τις πράξεις τους, τις θυσίες τους και τις προσφορές τους ότι η νίκη δεν ανήκει πάντα στους πολλούς, ούτε στους τέλειους εξοπλισμούς. Ανήκει σ’ αυτούς που έχουν το δίκιο, γιατί αυτούς προστατεύει ο Θεός. Ανήκει σ’ αυτούς που έχουν τη δύναμη να αψηφούν το θάνατο και να προσφέρουν τη ζωή τους θυσία στο Θεό και στην Πατρίδα. Αυτούς τους ήρωες τιμούμε σήμερα. Το 21 ολοένα βγαίνει από την αιωνόβια Εθνική μας παράδοση. Δεν υπάρχει τίποτα το ξενικό μέσα στο μεγάλο του Γένους ξεσηκωμό.

Είναι αδύνατο με λόγια να αποδοθεί ένα μεγαλούργημα, μια ασύγκριτη σε δράση και δόξα ιστορική εποχή, ένα θαύμα όπως είναι το μεγαλείο του 21. Κάθε λέξη είναι φτωχή και κάθε φωνή είναι ψίθυρος απαλός, που μόλις χαϊδεύει τις γρανιτώδεις ψυχές εκείνων, που τίμησαν με το αίμα τους το δέντρο της λευτεριάς.
Ας στρέψουμε λοιπόν όλοι εμείς τούτη την ημέρα ευγνώμονα τη σκέψη μας προς όλους εκείνους που θυσιάστηκαν ποτίζοντας με το αίμα τους τον ιερό αγώνα της λευτεριάς αναφωνώντας όλοι μαζί τα λόγια του εθνικού μας ποιητή.

«Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε ω χαίρε ελευθεριά».

Κυριακή Δ΄ Νηστειών - (Οσίου Ιωάννου της Κλίμακος)

αναρτήθηκε στις 17 Μαρ 2018, 3:31 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 17 Μαρ 2018, 3:31 π.μ. ]



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἑβρ. ς΄ 13-20
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ:Μάρκ. θ΄ 17-31
1. ΕΜΕΙΣ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΟΥΜΕ
Μόλις ὁ Κύριος κατέβηκε ἀπό τό ὄρος Θαβώρ, ἀπό τό φῶς τῆς Μεταμορφώσεως κάτω στόν κόσμο ἕ­νας πατέρας ἔτρεξε κο­ν­τά του νά τοῦ πεῖ τό δρά­μα του: Δι­δάσκαλε, σοῦ ἔφερα τό γιό μου, πού τό κυρίευσε δαι­μο­νι­κό πνεῦμα καί τοῦ πῆ­ρε τή φωνή. 

Ὑπο­φέρει πολύ! Ὅ­ταν τόν πιάσει, τόν ρίχνει στή γῆ, τόν κάνει ν’ ἀ­φρί­ζει, νά τρίζει τά δό­ν­τια του καί τόν ἀφήνει ξερό καί ἀ­ναί­­σθητο. Πολλές φορές τόν ἔριξε στή φωτιά καί στό νε­ρό γιά νά τόν ἐξοντώσει. Παρακάλεσα τούς μα­­θη­τές σου νά τόν ἐλευθε­ρώ­σουν, ἀλλά δέν μπό­ρε­σαν.
Τότε ὁ Κύριος γεμᾶτος παράπονο ἀναφωνεῖ:
Ὦ γενεά πού παραμένεις ἄπιστη καί δι­ε­στραμμένη ἐνῶ τόσα θαύματα εἶδες! Μέχρι πότε θά εἶμαι μαζί σας καί θά σᾶς ἀνέχομαι; Φέρτε τον μου ἐδῶ.
Μόλις ὅμως ἔφεραν τό νεό μπροστά στόν Κύριο, τό θέαμα ἔγινε φοβερό. Τό πο­νη­ρό πνεῦμα ἄρχισε νά συνταράζει μέ σπασμούς τόν νέο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἔπεσε στή γῆ, κυλιόταν κι ἔβγαζε ἀ­φρούς ἀπό τό στόμα του.
ΔΕΝ μποροῦσε ὅμως νά πεῖ οὔτε λέξη. Μόνο κραυ­γές μποροῦσε νά βγάζει πολλές, πού συγκλόνιζαν τίς καρδιές ὅσων τόν ἔβλεπαν. Ὁ νέος αὐτός δέν μποροῦ­σε νά μιλήσει, νά ἐκφράσει τήν ἱκε­σί­α του στόν Κύριο, νά ζητήσει τή σωτηρία του. Κι ἀ­ντί γι’ αὐτόν ἐκφράζει τόν μύ­χι­ο πόθο τοῦ νέου ὁ πα­τέ­ρας του. Παρακαλεῖ ὁ πα­τέ­ρα­ς ἐπειδή δέν μπορεῖ νά παρακαλέσει τό παιδί.
Βέβαια ἐδῶ ἔχουμε μία περίπτωση δαιμονισμένου παιδιοῦ. Ὅμως ὁ διάβολος καί μέ πολλούς ἄλλους τρό­πους ἐξουσιάζει τους ἀνθρώπους. Ἰδιαιτέρως στή δαι­μο­νο­κρα­τού­μενη ἐποχή μας, πόσοι νέοι ζοῦν μακριά ἀπ’ τόν Θεό καί ὑποφέρουν κυριευ­μέ­νοι ἀπό τά δαιμο­νι­κά τους πά­θη. Μαζί τους βα­­σα­νί­ζο­ν­ται καί οἱ γονεῖς τους. Κι ὅταν αὐ­­τοί εἶναι ἄν­θρω­ποι τοῦ Θεοῦ ὑποφέ­ρουν ἀκό­μη περισ­σότερο κα­τα­νοώντας τήν κατάσταση τῶν παι­διῶν τους.
Ὁ πατέρας ὅμως τοῦ εὐαγγελίου δίνει σ’ὅλους αὐ­τούς τούς γονεῖς καί σ’ὅλους τούς πιστούς ἕνα μεγάλο δί­­δαγμα. Ὅταν τά παιδιά μας δέν μποροῦν ἤ δέν θέ­λουν νά προ­σευ­χη­θοῦν γιά τόν ἑαυτό τους, νά προ­σ­ευχόμαστε ἐμεῖς γι’ αὐτά. Κάθε φορά πού βλέ­πουμε στούς ἱερούς ναούς μας, ὅτι ἀπουσιάζουν ἀπό τή θεί­α λα­­τρεία χιλιάδες νέοι, νέοι πού ξενύχτησαν στά σκο­τει­νά κέν­­τρα τοῦ κόσμου, καί πολλοί ἔχασαν τή νεα­νι­κή τους δρο­σιά καί καθαρότητα ἄς προ­­­σευχόμαστε ἐμεῖς γι’ αὐ­τούς. Ἄς πονέσουμε ἐ­μεῖς γιά τό δικό τους μαρτύριο. Ἄς κλά­ψου­με  ἐμεῖς γιά τό δι­­­κό τους δράμα. Καί νά εἴμαστε βέβαιοι ὅτι τά δικά μας δάκρυα, οἱ δικές μας ἱκεσίες, θά μαλα­κώ­σουν τίς ψυχές πολλῶν παι­δι­ῶν, θά φέρουν τή μετάνοια καί τήν ἐπιστροφή τους.
2. ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΚΑΙ ΝΗΣΤΕΙΑ
Ὁ πατέρας συνεχίζει τήν ἱκεσία του. Κύριε, ἐάν μπο­­ρεῖς νά κάνεις κάτι, λυπήσου μας καί βοήθησέ μας.
Ὅμως ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀποκρίθηκε: Ἐσύ ἐάν μπορεῖς νά πι­στεύ­σεις, τότε ὅλα εἶναι δυνατά σ’ἐκεῖνον πού πιστεύ­ει. Κι ἀμέσως ὁ πατέρας γεμᾶτος δάκρυα φωνά­ζει: Πι­στεύ­ω Κύριε, βοήθησε με στήν ὀλιγοπιστία μου.
Τότε ὁ Ἰησοῦς Χριστός μέ θεϊκή ἐξουσία λέει: Πνεῦ­μα ἄλαλο καί κου­φό, ἐγώ σέ δια­τά­ζω, βγές ἀπό αὐτόν, καί μή ξα­να­μπεῖς ποτέ μέσα του. Καί τό πονηρό πνεῦ­μα ἀφοῦ ἔ­κρα­ξε καί συντάραξε τό νέο ἔφυγε ἀφήνο­ν­τάς τον κάτω στή γῆ σάν νεκρό. Τότε ὁ Κύριος τόν ἔ­πι­­ασε ἀπό τό χέρι καί τόν σήκωσε. Οἱ μα­θητές τώ­ρα ἔκ­πλη­κτοι τόν ρωτοῦν ἰδιαιτέ­ρως: Γιατί Κύριε ἐμεῖς δέν μπο­ρέσαμε νά βγάλουμε τό πονηρό πνεῦμα; Κι ἐ­κεῖ­νος ἀπαντᾶ: Αὐτό τό εἶδος τοῦ δαιμο­νί­ου δέν φεύγει ἀ­πό τόν ἄν­θρωπο παρά μόνο μέ προ­σευχή καί νη­στεί­α.
ΓΙΑΤΙ ὅμως τό σκληρό αὐτό εἶδος τοῦ δαι­μο­νίου δέν μπο­ρεῖ νά βγεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο πα­ρά μόνο μέ προ­σ­ευχή καί νηστεία; Ἀλλά κάι γενικότερα γιατί ἡ προ­­σευχή μαζί μέ τή νη­στεί­α ἔχουν τόση μεγάλη δύ­να­μη;
Διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται ἔπειτα ἀπο νη­στεία τροφῶν καί παθῶν, ἡ προσευχή του ἔχει τό στοι­χεῖο τῆς ἀσκήσεως, τῆς θυσίας καί τῆς προσφορᾶς. Τό­τε ὁ ἄν­θρω­πος δέν δυσκολεύεται νά προσευχηθεῖ, δέν κουράζεται ἀπό τό βάρος τῶν φαγητῶν ἤ ἀπό τό βάρος τῶν τύ­ψεων, ἀλλά εἶ­ναι ἀνάλαφρος, ἀβαρής. Ἡ νη­στεί­α πού ὁρίζει ἡ ἐκκλησία μας δίνει φτερά στήν προ­σ­ευχή διότι τα­πει­νώνει τόν ἄν­θρω­πο. Τόν ἐξασκεῖ σω­ματικά καί ψυ­χι­κά. Ἀπο­νε­κρώ­νει τίς σα­ρ­κικές ἐπι­θυ­μίες καί ἠδονές, καί προ­­­ε­τοι­μά­ζει τό σῶμα κατάλληλα γιά νά μήν κα­ταστεῖ ἐμ­πό­διο ἀλλά νά ὑπηρε­τή­σει τήν ψυχή τήν ὥρα τῆς προσευχῆς. Μιά τέτοια προσευχή, πού γίνεται μέ νηστεία τροφῶν καί παθῶν, ἐπειδή ἔχει τό στοιχεῖο τῆς ταπει­νώ­σε­ως αὐ­­ξά­νει καί τήν πίστη. Καί γίνεται ἔτσι μιά ζωντανή ἐμπειρία, αὐξάνει τή θέρμη τῆς καρδιᾶς μας, μᾶς κά­νει νά αἰ­σθα­νό­μαστε τόν Θεό ὁλο­ζώντανο μπροστά μας. Καί φέρ­νει τή χάρη τοῦ Θεοῦ καί τό θαῦμα.
Αὐτά ἀκριβῶς τά δύο πνευματικά ὅπλα, τήν προ­σ­ευχή συνδυασμένη μέ τή νηστεία, μᾶς καλεῖ ἡ Ἐκ­κλη­σία μας νά χρησιμοποιήσουμε περισσότερο τώρα κατά τήν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσ­σα­ρακοστῆς. Τώρα πε­­ρισ­σό­τε­ρη προσευχή, μεγα­λύτ­ε­ρες ἀκολουθίες, ἀλλά καί αὐ­στη­ρότερη νη­στε­ί­α, ἐντατικότερη ἄσκηση. Ἄς συ­­νεχίσουμε λοιπόν τόν ἀγώνα μας στόν πνευματικό στί­βο μέ τά ὅ­πλα αὐτά καί θά ἔχουμε μαζί μας τήν ἀ­κα­τανίκητη δύναμη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.

Κυριακή Γ΄ Νηστειῶν (Σταυροπροσκυνήσεως ) - Ο θρόνος της χάριτος

αναρτήθηκε στις 11 Μαρ 2018, 1:43 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 11 Μαρ 2018, 1:43 π.μ. ]

 


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἑβρ. δ΄ 14 - ε΄ 6
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Μάρκ. η΄ 34 - θ΄ 1

Φθάσαμε μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ στὸ μέσον τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Σήμερα, τρίτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ἡ Ἐκκλησία προβάλλει ἐνώπιόν μας τὸν Τίμιο Σταυρό, γιὰ νὰ τὸν προσ­κυνήσουμε καὶ νὰ συνεχίσουμε ἀνανεωμένοι τὸν ἀγώνα μας μέχρι τέλους. Στὸ ἀποστολικὸ Ἀνάγνωσμα ἀκούσαμε ὅτι ὁ Μέγας Ἀρχιερεύς μας Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς ἔχει περάσει τοὺς οὐρανούς, ἔχει καθίσει στὸν θεϊκό Του θρόνο, καὶ γι᾿ αὐτὸ μποροῦμε νὰ καταφεύγουμε μὲ θάρρος στὸν θρόνο Του, θρόνο τῆς Χάριτος.

Ἂς δοῦμε λοιπὸν σήμερα ποιὸς εἶναι αὐτὸς ὁ θρόνος τῆς Χάριτος καὶ τί σημασία ἔχει αὐτὸ γιὰ τὴ ζωή μας.
1. Ἡ δόξα τοῦ Ἀρχιερέως μας
«Ὁ θρόνος τῆς χάριτος» εἶναι ὁ βασιλικὸς θρόνος στὸν οὐρανὸ στὸν ὁποῖο κάθεται ὁ Λυτρωτής μας Κύριος Ἰησοῦς μετὰ τὴν Ἀνάληψή Του. Ὀνομάζεται δὲ θρόνος «χάριτος», διότι ἀπὸ αὐτὸν ἐκπηγάζει ἡ λυτρωτικὴ Χάρις.
Τὸ ἀνθρώπινο γένος μὲ τὸ προπατορι­κὸ ἁμάρτημα ἔχασε τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἐξορίστηκε ἀπὸ τὸν Παράδεισο. Ὁ οὐρανὸς ἔκλεισε γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ὁ ὁ­ποῖος ἔγινε δοῦλος τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου. Ὅταν ὅμως ἦλθε «τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου», ἡ κατάλληλη στιγμή, ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὴ γῆ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Στὸ ἀποκορύφωμα τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ Του ἔργου ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε «ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ»· ἔκανε ὑ­πακοὴ στὸ θέλημα τοῦ οὐρα­­νίου Πατρὸς καὶ σταυρώθηκε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου. Ὡς ὁ Μέγας Ἀρχιερεὺς προσ­έφερε τὴ μία μοναδικὴ θυσία ὑπὲρ τοῦ κόσμου, προσέφερε θύμα τὸν Ἑαυτό Του, ὥστε ἡ ἀνθρωπότητα νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴν ἐξ­ουσία τοῦ θανάτου.
«Διὸ καὶ ὁ Θεὸς αὐτὸν ὑπερύψωσε» (Φιλιπ. β´ 8-9). Γι᾿ αὐτό, γιὰ τὴ μοναδική Του ὑπακοή, ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸν Κύριο καὶ ὡς ἄνθρωπο ἐπάνω ἀπὸ ὁλόκληρη τὴ Δημιουργία. Τὸν ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν, ποὺ σημαίνει ὅτι ἔκανε δεκτὴ τὴ θυσία Του, ἐξασφαλίστηκε ἡ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, ἡ αἰώνια ζωὴ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ μὲ τὴν Ἀνάληψή Του Τὸν ὕψωσε στὸν οὐρανὸ καὶ Τὸν ἔβαλε νὰ καθίσει στὰ δεξιά Του· δηλαδὴ Τὸν περιέβαλε καὶ ὡς ἄνθρωπο μὲ θεία δόξα καὶ ἐξουσία.
2. Πίστη καὶ μετάνοια
Τί σημαίνουν ὅμως ὅλα αὐτὰ γιὰ τὴ ζωή μας; Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος μᾶς προτρέπει: «Κρατῶμεν τῆς ὁμολογίας». Νὰ κρατᾶμε σταθερὰ τὴν πίστη μας, νὰ δώσουμε ὅλη τὴν ἐμπιστοσύνη τῆς καρδιᾶς μας στὸν Κύριό μας, ποὺ μᾶς ἀγάπησε μέχρι θανάτου, σταυρώθηκε γιὰ μᾶς καὶ τώρα στὸν οὐρανό, ὡς δοξασμένος Μέγας Ἀρχιερεύς μας, μεσιτεύει γιὰ μᾶς.
Συνιστᾶ ὅμως καὶ νὰ «προσερχώμεθα μετὰ παρρησίας»· νὰ καταφεύγουμε μὲ θάρρος, μὲ ἄφοβη πεποίθηση, στὸν «θρόνο τῆς χάριτος». Γιατί μὲ θάρρος; Διότι καταφεύγουμε στηριζόμενοι ὄχι σὲ τυχὸν δική μας ἀρετή, ἀλλὰ στὴ σταυρικὴ θυσία τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ζωῆς μας, τὴ μόνη ἁγία προσφορὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό, τὴν πανάσπιλη καὶ τελείως θεάρεστη. Νὰ καταφεύγουμε μὲ εἰλικρινὴ μετάνοια, καὶ ὁπωσδήποτε θὰ βρίσκουμε ἔλεος, ὅποιες κι ἂν εἶναι οἱ ἁμαρτίες μας· διότι ἡ δύναμη τῆς σταυρικῆς θυσίας εἶναι ἄπειρη, ἀφοῦ Ἐκεῖνος ποὺ θυσιάστηκε, ἦταν Θεάνθρωπος. Τὰ πελάγη τῶν ἁμαρτιῶν ὅλων τῶν ἀνθρώπων δὲν μποροῦν νὰ νικήσουν τὴν ἀπύθμενη ἄβυσσο τῶν οἰκτιρμῶν τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἐκχύθηκαν στὸν κόσμο ἀπὸ τὸν ματωμένο Σταυρὸ τοῦ Γολγοθᾶ.
Ἐπίσης νὰ καταφεύγουμε στὸν θρόνο τῆς Χάριτος, προσθέτει ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ὥστε νὰ λαμβάνουμε «χάριν εἰς εὔκαιρον βοήθειαν»· πλούσια δηλαδὴ Χάρι, δύναμη καὶ ἐνίσχυση στὸν ἀγώνα γιὰ τὸν ἁγιασμὸ καὶ τὴ σωτηρία μας, εἰδικὰ δὲ βοήθεια στὴν κατάλληλη περίσταση, στὴν κρίσιμη ὥρα τοῦ κάθε πειρασμοῦ.
Ἀσάλευτη πίστη στὸν Σωτήρα μας καὶ τὴ θυσία Του, σταθερὸς πνευματικὸς ἀ­γώνας, εἰλικρινὴς μετάνοια γιὰ τὶς ἁμαρτίες μας, πυκνὴ καταφυγὴ στὸν θρόνο τοῦ φιλανθρωπότατου Ἀρχιερέως μας, γιὰ νὰ ἀντλοῦμε ἔλεος ἐπάνω στὸ ἔλεος καὶ νὰ λαμβάνουμε «χάριν ἀντὶ χάριτος» (Ἰω. α´ 16), νά τί ἀπομένει νὰ κάνουμε ἐμεῖς γιὰ νὰ γευθοῦμε τὴν ἐν Χριστῷ σωτηρία.
************
«Δεῦτε, πιστοί, τὸ ζωοποιὸν Ξύλον προσ­­κυνήσωμεν», ἀκοῦμε αὐτὴ τὴν ἡμέρα στοὺς Ναούς μας! Ἐλᾶτε, πιστοί, νὰ προσκυνήσουμε τὸ Ξύλο μὲ τὸ ὁποῖο μᾶς χαρίστηκε ἡ ζωή. Καὶ νὰ θαυμάσουμε τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ: τί σοφία, τί δύναμη, τί ἀγάπη κρύβεται σ᾿ αὐτὴ τὴ θυσία! Τόσο πλατιά, τόσο μεγάλη ὅσο ἡ αἰωνιότητα. Στὴν ἀτελεύτητη πανευφρόσυνη αἰωνιότητα συνεχῶς θὰ μᾶς ἀποκαλύπτονται πτυχὲς τοῦ μυστηρίου τοῦ Σταυροῦ, καὶ αὐθόρμητα θὰ ξεσποῦμε σὲ ἀέναη, ὁλόψυχη δοξολογία τοῦ ἁγίου ὀνόματός Του!

Κυριακή Β΄ Νηστειών- (Αγίου Γρηγορίου Παλαμά)

αναρτήθηκε στις 3 Μαρ 2018, 8:40 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 3 Μαρ 2018, 8:40 π.μ. ]



ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἑβρ. α΄ 10 – β΄ 3
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΝ: Μάρκ. β΄1 – 12
Ο ΑΝΑΛΛΟΙΩΤΟΣ
«Πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται… σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ, καὶ τὰ ἔτη σου οὐκ ἐκλείψουσι»
Σήμερα, Β´ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, τιμοῦμε τὴ μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος κατατρόπωσε τὸν αἱρετικὸ Βαρλαὰμ καὶ τοὺς ὁμόφρονές του καὶ στερέωσε τὴν Ὀρθοδοξία τὸν 14ο αἰώνα… 

Στὴν ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀκούσαμε μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν 101ο Ψαλμό, ὅπου ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς παρουσιάζει τὸν Θεὸ Πατέρα νὰ ἀπευθύνεται στὸν Μεσσία, δηλαδὴ στὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, καὶ νὰ Τοῦ λέει: Ὅλος ὁ κόσμος σὰν ἔνδυμα θὰ παλιώσει· καὶ σὰν ἐξωτερικὸ φόρεμα θὰ τὸν περιτυλίξεις καὶ θὰ ἀλλάξει, θὰ γίνει καινούργιος. «Σὺ δὲ ὁ αὐτὸς εἶ»· Ἐσὺ ὅμως, ὁ Θεάνθρωπος Μεσσίας, εἶσαι πάντοτε ὁ ἴδιος, καὶ τὰ ἔτη Σου θὰ εἶναι ἀτελείωτα. 
Ἂς δοῦμε λοιπὸν σήμερα τί σημαίνει ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι πάντα ὁ ἴδιος, «ὁ αὐτός ἐστι», καὶ πόσο ἐπηρεάζει αὐτὸ τὴ ζωή μας.
1. Ὁ μόνος ἀναλλοίωτος
Ὅλος ὁ ὁρατὸς κόσμος, τὰ ἔμψυχα καὶ τὰ ἄψυχα, ἀλλάζουν, μεταβάλλονται, εἶναι ὑποδουλωμένα στὴ φθορά. Οἱ ἄνθρωποι γεννιοῦνται, μεγαλώνουν, γερνοῦν καὶ πεθαίνουν. Ὁμοίως τὰ ζῶα καὶ τὰ φυτά. Ἀκόμη καὶ τὰ αἰωνόβια ὄρη καὶ οἱ ἐκτεταμένες πεδιάδες, οἱ ἀπέραντες θάλασσες ὑφίστανται μεταβολές – ἀπὸ σεισμούς, καθιζήσεις, διαβρώσεις, ἡφαιστειακὴ δραστηριότητα… Καὶ οἱ ἀπειράρι­θμοι ἀστέρες, ποὺ ἡ ἡλικία τους ἀριθμεῖ ἑκατομμύρια ἔτη ζωῆς, κάποτε καὶ αὐτοὶ πεθαίνουν, σβήνουν. 
Ὅμως τελικὰ ὅλα θὰ ἀλλάξουν· θὰ τὰ μεταβάλει ὁ Κύριος στὸ τέλος τῆς ἱστορίας, θὰ γίνουν καινούργια. 
Ἀντίθετα ὁ Μεσσίας, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ἀναλλοίωτος, ὁ μόνος ἀναλλοίωτος. Ἀλλὰ ἡ ἰδιότητα αὐτὴ εἶναι γνώρισμα τοῦ Θεοῦ: «Ἐγὼ Κύριος ὁ Θεὸς ὑμῶν, καὶ οὐκ ἠλλοίωμαι». Ἐγὼ εἶμαι Κύριος ὁ Θεός σας, καὶ δὲν ὑπόκειμαι σὲ μεταβολή, διακηρύσσει ὁ Ἴδιος στὴν Π. Διαθήκη (Μαλαχ. γ´ 6). Παρομοίως ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ποὺ τιμοῦμε σήμερα τὴ μνήμη του, γράφει: Στὸν Θεὸ δὲν ὑπάρχει μείωση οὔτε αὔξηση, οὔ­­­τε προσθήκη, οὔτε ἀφαίρεση(*).
Ἀπὸ τὰ παραπάνω γίνεται φανερὸ ὅτι ὁ Μεσσίας δὲν ἀλλάζει, διότι εἶναι Θεός. Αὐτὸ τονίζει μὲ δύναμη ὁ θεό­πνευστος συγγραφέας τῆς πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς, γι᾿ αὐτὸ καὶ συγκρίνον­τάς Τον μὲ τοὺς ἀγγέλους ὑπογραμμίζει ὅτι εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ αὐτούς. Ἄρα οἱ πιστοὶ ὀφείλουν νὰ πιστέψουν ὁλοκληρωτικὰ στὸν Κύριο Ἰησοῦ ὡς Θεὸ καὶ νὰ μὴν εἶναι προσκολλημένοι στὸ γράμμα τῆς Παλαι­ᾶς Διαθήκης. 
Γιὰ τὴ δική μας ζωὴ ὅμως τί σημαίνει ὅτι ὁ Μεσσίας εἶναι ὁ ἀναλλοίωτος Θεός; 
2. Ἀναλλοίωτο δόγμα καὶ ἦθος
Ὁ Μεσσίας εἶναι ὁ ἀναλλοίωτος Θεός, ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ τὴ σωτηρία μας! Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Πίστη μας δὲν εἶναι θρησκεία ὅπως οἱ ἄλλες, ἀλλὰ θεία ἀποκάλυψη. Ἑπομένως γιὰ μᾶς τοὺς Ὀρθόδοξους Χριστιανοὺς εἶναι τελείως ἀπαράδεκτη ἡ πανθρησκεία, ἡ ἄποψη δηλαδὴ ὅτι ὅλες οἱ θρησκεῖες εἶναι ἀποδεκτές, διότι ἀποτελοῦν διαφορετικοὺς δρόμους ποὺ ὅλοι ὁδηγοῦν στὸν Θεό. Δὲν ἐπιτρέπεται ἑπομένως νὰ συμπροσευχόμαστε μὲ αἱρετικοὺς καὶ ἀλλόδοξους, οὔτε νὰ θεω­­ροῦμε ὅτι δὲν ἔχουμε διαφορὲς μὲ ἐκείνους. Ὀφείλουμε νὰ φυλάττουμε τὴν Ὀρθόδοξη Πίστη μας ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ ἀναλλοίωτη.
Σημαίνει ἐπίσης ὅτι εἶναι ἀναλλοίωτο ὄχι μόνο τὸ δόγμα ἀλλὰ καὶ τὸ ἦθος ποὺ Ἐκεῖνος μᾶς δίδαξε, ὁ Νόμος Του, οἱ ἐντολές Του. Δὲν ἔχουμε δικαίωμα νὰ ἐφαρμόζουμε μόνο ὅποιες ἐντολὲς θέλουμε, οὔτε νὰ θεωροῦμε ὅτι τὸ Εὐαγγέλιο εἶναι ξεπερασμένο καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκσυγχρονισθεῖ. Διότι δὲν εἶναι διδασκαλία ἀνθρώπου μιᾶς περασμένης ἐποχῆς, ἀλλὰ τοῦ αἰώνιου, ἀναλλοίωτου ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ. 
Ἀντίθετα, ὅταν κάνουμε τέλεια ὑπακοὴ στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ, ὁμολογοῦμε ἔμπρακτα τὴν πίστη μας στὴ θεότητά Του, ἀλλὰ καὶ μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ μετάσχουμε κατὰ χάριν στὴ θεϊκὴ δόξα, νὰ κληρονομήσουμε τὴν ἄφθαρτη Βασιλεία Του! Διαβάζουμε σχετικὰ στὴν Α´ Καθολικὴ Ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου Ἰωάννου: Ὁ μάταιος κόσμος φεύγει καὶ χάνεται, «ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα»· ἐνῶ ἐκεῖνος ποὺ ἐπιτελεῖ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μένει αἰώνια (Α´ Ἰω. β´ 17).
***************
Ὁλοζώντανο τέτοιο παράδειγμα εἶναι ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ποὺ σήμερα ἑορτάζουμε. Ὑπέβαλε τὸν ἑαυτό του σὲ πολὺ σκληρὴ ἄσκηση, ὥστε νὰ ἐφαρμόζει ἐπακριβῶς τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ στὴ ζωή του. Ἀλλὰ ἔδειξε καὶ ἰδιαί­τερη εὐ­αισθησία στὸ Ὀρθόδοξο δόγμα καὶ ὑπερ­ασπίσθηκε μὲ ἐπιτυχία τὴν Ὀρθόδοξη Πί­στη. Γι᾿ αὐτὸ ζεῖ δοξασμένος στοὺς αἰ­ῶνες κοντὰ στὸν Κύριο. Ἂς ἐμ­πνευ­σθοῦ­με ἀπὸ τὸ παράδειγμά του ἐμεῖς οἱ μέτριοι καὶ ἀδύναμοι Χριστιανοὶ καὶ φιλότιμα ἂς προσ­παθοῦμε νὰ τὸ μιμηθοῦμε κατὰ τὸ δυνατόν, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς τῆς ἄ­φθαρ­της Βασιλείας τῶν οὐρα­νῶν κατὰ τὸ μέγα ἔλεός Του.
(*) Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Περὶ θείας καὶ θεοποιοῦ μεθέξεως 26, ΕΠΕ 3, 254.

1-10 of 1042