Επίκαιρα

Κυριακή Ι΄ Λουκά -«Υποκριτά… ταύτην θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, ην έδησεν ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη, ούκ έδει λυθήναι από του δεσμού τούτου τη ημέρα του σαββάτου;»

αναρτήθηκε στις 7 Δεκ 2019, 6:57 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 7 Δεκ 2019, 6:57 π.μ. ]


Ευαγγέλιον: Λουκ. ιγ΄ 10 - 17
Απόστολος: Εφες. δ΄1-7


Όσο στοργικός και συμπαθής υπήρξε σήμερα ο Χριστός προς τη συγκύπτουσα, άλλο τόσο αυστηρός και επικριτικός υπήρξε προς τον αρχισυνάγωγο. Αναγνωρίζει ότι η γυναίκα πάσχει αναίτια. Η κύρτωσή της δεν ήταν αποτέλεσμα αμαρτιών της, για τούτο και δεν κάνει καμία αναφορά σε ύπαρξη αμαρτιών. Αντίθετα αναγνωρίζει ο Χριστός την ασθένειά της ως σατανική παρέμβαση «ην έδησεν ο σατανάς ιδού δέκα και οκτώ έτη» Μέσα από την παρουσία της όμως στη συναγωγή διακρίνει την πραγματική της πίστη καθώς και την ευσέβειά της σαν πράξη ελευθερίας και αγάπης προς το Θεό και όχι σαν εκπλήρωση τυπικά ενός θρησκευτικού καθήκοντος.
 Δικαιολογημένα, λοιπόν, ο Χριστός επιβραβεύει τη συγκύπτουσα θεραπεύοντάς την, έστω και αν δεν το ζήτησε η ίδια. Δικαιολογημένα όμως επικρίνει με αυστηρότητα τον αρχισυνάγωγο, γιατί αρνήθηκε να διακρίνει στο θαύμα την υπερφυσική παρέμβαση του Χριστού. Αντίθετα θεώρησε τη θεραπεία σαν αποτέλεσμα εργασίας και άρα και τον Χριστό παραβάτη της αργίας του Σαββάτου.
 Είναι στ’ αλήθεια παράδοξο το σκεπτικό του αρχισυνάγωγου που έλεγε: «Υπάρχουν έξι μέρες που επιτρέπεται να εργάζεται κανείς, μέσα σ’ αυτές, λοιπόν, να έρχεστε και να θεραπεύεστε και όχι το Σάββατο». Είναι πραγματικά εξωφρενικό ένας θρησκευτικός άρχοντας να υπερτιμά τον τύπον και να αγνοεί στην ουσία την αγάπη και τη συγκατάβαση του Θεού. Είναι ακόμα πιο εξωφρενικό να προβάλει τον ισχυρισμό, ότι το θαύμα γίνεται «κατά παραγγελία», φτάνει να μη γίνεται το Σάββατο και να παραβιάζεται η σημαντικότητα της αργίας αυτής της ημέρας! Είναι ακόμα πιο εξωφρενικό το να υποτιμούν τον άνθρωπο σε σχέση με τα ζώα. Αφού, για να ευεργετήσουν το βόδι τους ή το γαϊδούρι τους το λύνουν από το παχνί το Σάββατο και το πάνε για να το ποτίσουν.
 Σχολιάζοντας αυτή την παραδοξότητα απάντησε ο Χριστός στον αρχισυνάγωγο: «Υποκριτή! ο καθένας σας δε λύνει το βόδι του ή το γαϊδούρι του από το παχνί το Σάββατο και πάει να το ποτίσει; κι αυτή, που είναι απόγονος του Αβραάμ, κι ο σατανάς την είχε δεμένη δεκαοχτώ χρόνια, δεν έπρεπε να λυθεί απ’ αυτά τα δεσμά το Σάββατο;».
 Αν για την αποτροπή της υλικής ζημιάς επιτρέπεται να κάμει κάποιος εξαίρεση της αργίας του Σαββάτου, για να μη κινδυνεύσουν τα ζώα του, πόσο μάλλον όταν πρόκειται να ευεργετηθεί ένας αδελφός σας. Αν το πρώτο είναι ευεργεσία, τότε το δεύτερο γιατί να θεωρείται ασέβεια;
Τόσο ο Χριστός, όσο και συγκύπτουσα στέκουν με σεβασμό μπροστά στην αργία του Σαββάτου. Παρά το ότι ο Χριστός είναι και Θεός, θέλοντας να δώσει και σαν άνθρωπος το τέλειο παράδειγμα της λατρείας του Θεού και της σωστής ερμηνείας της αργίας του Σαββάτου, πηγαίνει στη συναγωγή και προσεύχεται. Συμπροσεύχεται με τους ανθρώπους και χωρίς να σταματά ως εδώ γίνεται κοινωνός των προβλημάτων τους. Έτσι, αναγνωρίζοντας την πίστη τους, εκδηλώνει την ευσπλαχνία του μέσα από τη θεραπεία όπως σήμερα της συγκύπτουσας και σε άλλη περίπτωση ενός παράλυτου. Όπως σήμερα αναγνωρισε την ανωτερότητα του ανθρώπου έναντι των ζώων, έτσι και στην περίπτωση του παράλυτου υπογράμμισε ότι: «Ένας άνθρωπος είναι πολύ ανώτερος από ένα πρόβατο. Ο νόμος, λοιπόν, επιτρέπει να κάνουμε το καλό την ημέρα του Σαββάτου» (Ματθ. ιβ΄12).
 Για τούτο και ο Χριστός καθορίζει με έργα ότι «αργία του Σαββάτου» δε σημαίνει ούτε τυπική λατρεία του Θεού, αλλά ούτε και απραξία. Ο αγιασμός της έβδομης ημέρας επιτυγχάνεται, από τη μια, μέσα από τη λατρεία του Θεού και από την άλλη μέσα από την «ενεργουμένη» αγάπη.
 Η αληθινή ευσέβεια δεν εκφράζεται και δεν εξαντλείται στην τυπική και κατ’ επέκταση υποκριτική εκπλήρωση των εντολών του Θεού. Η αληθινή ευσέβεια είναι πρώτιστα εσωτερική και αθόρυβη κι όταν εξωτερικεύεται, εκδηλώνεται με διπλό τρόπο, με την αγάπη προς το Θεό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. «Σ’αυτές τις δύο εντολές συνοψίζεται όλος ο νόμος και οι Προφήτες», είπε ο ίδιος ο Χριστός στο νομικό (Ματθ. κβ΄40).
Μέσα από αυτή τη διπλή μορφή της αγάπης, οδηγείται ο άνθρωπος στην αληθινή γνώση του Θεού. Κατά τον ευαγγελιστή Ιωάννη, «ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν ότι ο Θεός αγάπη εστιν» (Α΄Ιωαν. δ΄8).
 Δυστυχώς ο αρχισυνάγωγος αγνόησε αυτή τη μεγάλη αλήθεια του ελέους και της αγάπης. Προσκολλήθηκε στον τύπο και μετέτρεψε την ευσέβεια από θεοφιλή σε θεομίσητη πράξη,αφού την επένδυσε με εμπάθεια,αγανάκτηση και κατ’επέκταση με υποκρισία.
Αδελφοί μου, όσοι έχουμε την ψευδαίσθηση του αρχισυναγώγου ας προσγειωθούμε. Ας επιβεβαιώσουμε την ευθύτητα και την καθαρότητα των λόγων μας με την αρμονία των έργων μας και ιδιαίτερα των έργων της αγάπης . Γιατί, αν μέσα από τη λατρεία γινόμαστε κοινωνοί των αγαθών και της χάριτος της αγάπης του Θεού, τότε μέσα από τη δική μας αγάπη ας γίνουμε συγκοινωνοί αυτών των αγαθών της αγάπης του Θεού με το συνάνθρωπο. Ας γίνουμε, λοιπόν, πειστικοί στους γύρω μας για το σεβασμό του νόμου του Θεού, μέσα από την πραγματική μας πίστη και αγάπη, που θα καθρεφτίζεται όμως στον τρόπο της καθημερινής ζωής μας. Σε ότι αφορά δε τον αγιασμό της δικής μας Κυριακής ας παραδειγματιστούμε από τη συγκύπτουσα, ιδιαίτερα όμως από τον ίδιο τον Χριστό. Αμήν.

Κυριακή ΙΔ΄ Λουκά - Ο Χριστός, η ειρήνη μας

αναρτήθηκε στις 30 Νοε 2019, 8:17 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 30 Νοε 2019, 8:17 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Κυρ. κδ΄ ἐπιστολῶν (Ἐφεσ. β΄ 14-22)
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. Ιη΄ 35-43

1. Ἡ εἰρήνη
Στὸ σημερινὸ ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ εἰρήνη μας. «Αὐτὸς γάρ ἐστιν ἡ εἰρήνη ἡμῶν», λέει. Αὐτὸς ἔκανε τοὺς δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους, τὸν Ἰουδαϊσμὸ καὶ τὸν Ἐθνισμό, ἕνα λαό. Γκρέμισε τὸν τοῖχο ποὺ δημιουργοῦσε ὁ φραγμὸς τοῦ νόμου, ποὺ ὀρθωνόταν ἀνάμεσα στοὺς δύο λαούς. Δηλαδὴ κατέλυσε τὴν ἔχθρα τῶν δύο λαῶν, ἀφοῦ κατήργησε μὲ τὸ αἷμα του τὸ νόμο τῶν ἐντολῶν ποὺ ἐνῶ πε­ρι­εῖχε ἐπιβλητικὲς προσταγές, δὲν ἔδινε ὅ­μως καὶ τὴ χάρη γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ καὶ τὴν τήρηση τῶν προσταγμάτων αὐτῶν. Καὶ ἑνώνοντας τοὺς δύο λαοὺς μὲ τὸν Ἑαυτό του δημιούργησε μιὰ νέα ἀνθρωπότητα, κι ἔτσι ἔφερε εἰρήνη μεταξύ τους. Καὶ μὲ τὸ σταυρικό του θάνατο ἕνωσε σ’ ἕνα σῶμα τοὺς δύο λαοὺς καὶ τοὺς συμφιλίωσε καὶ μὲ τὸν Θεό, ἀφοῦ προηγουμένως θανάτωσε τὴν ἔχθρα μὲ τὸ θάνατό του. Κι ἀφοῦ ἦλθε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ, κήρυξε χαρμόσυνο μήνυμα εἰρήνης σὲ σᾶς τοὺς ἐθνικούς, ποὺ ἤσασταν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, καὶ σὲ μᾶς τοὺς Ἰουδαίους, ποὺ ἤμασταν κοντά του. Διότι ὁ Χριστὸς μᾶς ἔφερε καὶ τοὺς δύο λαοὺς διὰ τοῦ ἑνὸς Ἁγίου Πνεύματος­ κοντὰ στὸν Πατέρα. Διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἡ προσέγγισή μας αὐτὴ μὲ τὸν Θεό.

Ἐπιγραμματικὰ λοιπὸν ὁ ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἐξηγεῖ πῶς ὁ Θεὸς ἕνωσε τοὺς δύο ἀντιμαχόμενους κόσμους, τοὺς Ἰου­δαίους καὶ τοὺς εἰδωλολάτρες. Ὑπῆρχε, λέει, μία μεσοτοιχία ἀνάμεσα στοὺς δύο λαούς, ὑπῆρχε μεγάλη ἐχθρότητα ἀνά­μεσά τους. Τὴν ἔχθρα αὐτὴ τὴν κατήργησε ὁ Κύριος ὄχι μόνο μὲ τὴ διδασκαλία του ἀλλὰ κυρίως καὶ προπαντὸς μὲ τὴ θυσία του. Δὲν ἀνέμειξε τοὺς δύο λαούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς δύο τοὺς ἀνύψωσε σὲ μιὰ ὑψηλότερη πνευματικὴ κατάσταση. Ὁ Ἰησοῦς Χρι­στὸς ἔφερε τοὺς δύο λαοὺς κοντὰ στὸν Πατέρα του καὶ ἔτσι τοὺς ἕνωσε καὶ μεταξύ τους. Καὶ ἀπὸ τοὺς δύο λαοὺς προῆλθε ἕνας νέος λαός, ἡ Ἐκκλησία, μιὰ νέα κοινωνία πιστῶν ποὺ λατρεύει τὸν ἴδιο Θεό, καὶ ἔχει τὸν ἴδιο Σωτήρα. Σώθηκε ἀπὸ τὴν ἴδια θυσία, ἐλπίζει στὴν ἴδια ἐλπίδα, ἀποβλέπει στὸν ἴδιο οὐρανό.
Ὁ Χριστὸς λοιπὸν δὲν ἔγινε μόνο ὁ εἰρηνοποιὸς ὅλων τῶν πιστῶν ἀλλὰ καὶ ὁ δεσμὸς τῆς εἰρήνης τους, ἡ ἴδια ἡ εἰρήνη τους. Τί ἔχει νὰ πεῖ ὅμως αὐτὸ γιὰ μᾶς σήμερα; Ὅτι ὁ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ εἰρηνεύσουμε οἱ ἄνθρωποι μεταξύ μας εἶναι τὸ νὰ ἑνωθοῦμε μὲ τὸν Κύριο. Ὅταν οἱ ἄνθρωποι πλησιάζουμε τὸν Χριστὸ καὶ ζοῦμε μέσα στὴν ἀγάπη του, πλησιάζου­με καὶ μεταξύ μας. Ὅσο περισσότερο ἀγα­ποῦμε τὸν Κύριο, τόσο περισσότερο ἀγα­ποῦμε καὶ τοὺς συνανθρώπους μας καὶ συνδεόμαστε στενότερα μαζί τους. Φεύγει κάθε ἀποξένωση καὶ ψυχρότητα. Μέσα στὴν ἁγία μας Ἐκκλησία γινόμαστε ὅλοι ἕνα σῶμα.
2. Λίθοι ζωντανοί
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στὴ συνέχεια τονίζει συμπερασματικά: Δὲν εἶστε λοιπὸν πλέον ξένοι καὶ προσωρινοὶ κάτοικοι στὴ Βασι­λεία τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ εἶστε συμπολίτες τῶν ἁγίων καὶ μέλη τῆς οἰκογένειας τοῦ Θε­οῦ. Μέσα στὸ πνευματικὸ οἰκοδόμημα τῆς Ἐκκλησίας εἶστε ζωντανοὶ λίθοι ποὺ κτισθήκατε πάνω στὰ θεμέλια τῶν Ἀπο­στόλων καὶ τῶν Προφητῶν. Καὶ ὁ ἀκρο­­γωνιαῖος λίθος – τὸ γωνιακὸ ἀγκωνάρι ποὺ πιάνει καὶ δένει τοὺς δύο τοίχους – καὶ στηρίζει ὅλο τὸ οἰκοδόμημα εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Ἔτσι ὅλη ἡ οἰκοδομὴ τῆς Ἐκκλη­σίας ἑνώνεται ἁρμονικὰ καὶ στερεὰ καὶ αὐξάνει, ὥστε νὰ γίνεται ναὸς ἅγιος. Μὲ τὴν ἕνωσή σας λοιπὸν μὲ τὸν Κύριο «καὶ ὑμεῖς συνοικοδομεῖσθε εἰς κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ», κι ἐσεῖς οἰκοδομεῖσθε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους πιστοὺς γιὰ νὰ γίνετε ναὸς στὸν ὁποῖο κατοικεῖ ὁ Θεός.
Στὸ ἱερὸ αὐτὸ κείμενο ὁ ἅγιος Ἀπόστο­λος παρουσιάζει τὴν Ἐκκλησία ὡς ἕνα πνευματικὸ οἰκοδόμημα ποὺ τὸ ἔκτι­σε ὁ ἴδιος ὁ Κύριός μας. Θεμέλιο στὸ οἰκο­δόμη­μα αὐτὸ καὶ ἀκρογωνιαῖο λίθο ἔθεσε τὸν ἴδιο τὸν Ἑαυτό του. Πρῶτοι λίθοι στὰ θεμέλιά του τέθηκαν οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ οἱ Προφῆτες. Αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὸ πνευμα­τι­κὸ ὑπόβαθρο τῆς Ἐκκλησίας μας. Καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ εἴμαστε οἱ λίθοι ποὺ κτίζον­ται πά­νω στὸ πνευματικὸ αὐτὸ θεμέλιο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἀκρογωνιαῖος λίθος συγκρατεῖ καὶ δένει τοὺς τοίχους καὶ τὰ θεμέλια. Ἑνώνει ὅλους μας. Αὐτὴ ἡ οἰ­­­­κο­δόμηση συνεχίζεται ἀκόμη. Καθένας πιστὸς προστίθεται στὴν οἰκοδομὴ αὐτή. Καὶ ὅλοι μαζὶ ἑνωνόμαστε ὑπερφυσικὰ καὶ ἀδιάσπαστα σὲ μία στέρεη ἑνότητα. Καθὼς ἑνωνόμαστε μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μεταξύ μας μὲ τὴ Χάρη τῶν Μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ μὲ μία ἀγάπη πνευματική, ἀποτελοῦμε ἕνα ναὸ ἅγιο, μέσα στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔχει ἀδιά­κοπη κοινωνία μὲ τὸ λαό του. Μέσα στὸ ναὸ αὐτὸ οἱ πιστοὶ λατρεύουμε τὸν Θεὸ καὶ ὁ Θεὸς φανερώνεται μέσα μας καὶ ἐπι­δαψιλεύει σὲ μᾶς τὶς εὐλογίες του καὶ τὶς δωρεές του. Πόσο ἅγιοι πρέπει νὰ εἴμαστε μέσα στὸ ναὸ αὐτό! Σὲ ποιὰ ἁγνότητα καὶ καθαρότητα ὀφείλουμε νὰ διατηροῦμε τὸν ἑαυτό μας, ὥστε νὰ ἐνοικεῖ μέσα μας τὸ Ἅγιον Πνεῦμα! Πόσο ἁγιασμένη καρδιὰ πρέπει νὰ ἔχουμε! Καὶ πόσο θὰ πρέπει νὰ ἀγωνιζόμαστε, ὥστε νὰ μὴ διώχνουμε τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἀπὸ μέσα μας! Γι’ αὐτὸ ἂς προσέχουμε πολύ. Καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μεγάλα καὶ ἱερὰ ἂς τὰ σκεπτόμαστε καὶ ἂς τὰ ζοῦμε. Μὲ συναίσθηση καὶ δέος. Μὲ πίστη καὶ ἁγιασμό.

Κυριακή ΙΓ΄Λουκά- Ο πλούσιος νεανίσκος

αναρτήθηκε στις 23 Νοε 2019, 1:52 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 23 Νοε 2019, 1:52 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιη΄ 18-27
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Εφεσ. β΄ 4-10

1. Τὸ πιὸ σημαντικὸ ἐρώτημα
Ἀκούσαμε στὴν Εὐαγγελικὴ Περικοπὴ αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ὅτι ἕνας ἄρχοντας πλησίασε τὸν Κύριο καὶ Τὸν ρώτησε:

–«Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;». Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;
Πολλοὶ πλησίαζαν τὸν Κύριο ζητώντας κυρίως τὴ θεραπεία τους ἢ δικῶν τους ἀνθρώπων ἀπὸ ἀσθένειες τοῦ σώματος, ἢ τὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ δαιμόνια. Ὁ νεαρὸς αὐτὸς ζήτησε ἀπὸ τὸν Κύριο κάτι ἀνώτερο· Τὸν ρώτησε πῶς νὰ κερδίσει τὴν αἰώνια ζωή. Εἶχε εὐσεβεῖς πόθους αὐτὸς ὁ νέος, εἶχε πνευματικὰ ἐνδιαφέρον­τα· τὸν ἀπασχολοῦσε πῶς θὰ σώσει τὴν ψυχή του, καὶ ὡς πρὸς αὐτὸ εἶναι ἀξιέπαινος.
Τὸ ἐρώτημα τοῦ πλουσίου νεανίσκου σ᾿ ἐμᾶς τοὺς πιστοὺς τοῦ σήμερα δὲν ἀκούγεται πρωτότυπο. Ὅμως ἔχουμε ἀνάγκη νὰ τὸ ἀκοῦμε συχνά, διότι εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο ἐρώτημα τῆς ζωῆς μας καὶ διότι καθημερινὰ παρουσιάζον­ται πολλὲς ἀφορμὲς γιὰ νὰ τὸ παραβλέπουμε καὶ νὰ τὸ λησμονοῦμε.
Πῶς θὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή; Ἂς ἐπαναλαμβάνουμε αὐτὸ τὸ ἐρώτημα στὸν ἑαυτό μας κάθε πρωί. Καὶ τὸ βράδυ μὲ ἄλλη μορφή: Σήμερα τί ἔκανα γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια Βασιλεία; Γιατὶ ὅλα τὰ ἄλλα θὰ περάσουν καὶ θὰ τελειώσουν, καὶ θὰ μᾶς μείνει μόνο τὸ τί κάναμε γιὰ τὴν ψυχή μας. Πραγματικὰ μακάριος καὶ εὐτυχὴς ὅποιος ἔβαλε αὐτὸν ὡς πρῶτο σκοπὸ τῆς ζωῆς του.
2. Ὑπακοὴ στὸν Θεό!
Ὁ Κύριος δὲν ἀπαντᾶ ἀμέσως στὸ ἐρώτημα τοῦ νεαροῦ ἄρχοντα, ἀλλὰ πρῶτα τὸν διορθώνει:
–«Τί με λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰ μὴ εἷς ὁ Θεός». Γιατί μὲ ὀνομάζεις ἀγαθό; Κανεὶς δὲν εἶναι ἀγαθὸς παρὰ μόνο ἕνας, ὁ Θεός.
Ὁ Κύριος ἔκανε αὐτὴ τὴν ὑπόδειξη, διότι ὁ νεαρὸς ἄρχοντας θεωροῦσε τὸν Κύριο ἁπλὸ ἄνθρωπο, ἐνῶ στὴν πρα­γματικότητα δὲν ἦταν μόνο ἄνθρωπος, ἀλλὰ καὶ Θεός· καὶ αὐτὸ οὐσιαστικὰ ἐννοεῖ ἐδῶ. Εἶναι σὰν νὰ λέει στὸν νεανίσκο: «Γιατί μὲ λὲς ἀγαθό; Ἂν μὲ ὀνομάζεις ἀγαθό, σημαίνει ὅτι μὲ θεωρεῖς Θεό, ἐφόσον μόνο ὁ Θεὸς εἶναι τέλεια ἀγαθὸς καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἀγαθότητος. Καὶ ἐφόσον μὲ θεωρεῖς Θεό, ὀφείλεις νὰ δείξεις τέλεια ὑπακοὴ σ᾿ αὐτὸ ποὺ εὐθὺς θὰ σοῦ πῶ».
Ὅμως ὁ λόγος αὐτὸς τοῦ ­Κυρίου ἀ­φορᾶ σὲ ὅλους μας. Ἐφόσον Τὸν ὁμολογοῦμε ὡς τὸν Κύριό μας, ὡς τὸν ἐν­ανθρωπήσαντα Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ὁμοούσιο μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, Τοῦ ὀφείλουμε τέλεια ὑπακοὴ σὲ ὅλα τὰ παραγγέλματά Του. Γιὰ νὰ ἔλθει ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς στὴ ζωή μας καὶ νὰ τὴ μεταβάλει, δὲν ἀρκεῖ ἕνας ἁπλὸς θαυμασμὸς πρὸς τὸ πρόσωπό Του, κάποια εὐλάβεια ἢ ἀκόμη ἐπιλεκτικὴ τήρηση τῶν ἐντολῶν Του, ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἡ εἰλικρινὴς ἀπόφαση νὰ Τοῦ δώσουμε τὴν καρδιά μας, νὰ Τοῦ παραδώσουμε ἐλεύθερα ὁλόκληρη τὴ ζωή μας. Εἴμαστε ἀληθινοὶ Χριστιανοὶ ὄχι ὅταν μόνο κάποιες φορὲς συμβουλευόμαστε τὸν Νόμο Του, ἀλλὰ ὅταν πάντοτε ἐφαρμόζουμε ὅλες τὶς ἐντολές Του καὶ ὅταν τὶς ἐπιλογές μας τὶς καθορίζει σταθερὰ τὸ θέλημά Του.
Αὐτὸ τόνισε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος καὶ στὴν ἐπὶ τοῦ Ὄρους ὁμιλία Του: Δὲν θὰ εἰσέλθει στὴ Βασιλεία μου ὅποιος ἁπλῶς μὲ ἀποκαλεῖ «Κύριε, Κύριε», ἀλλὰ αὐτὸς ποὺ τηρεῖ τὸ θέλημα τοῦ ἐπουρανίου Πατρός μου (Ματθ. ζ´ 21).
3. Ὅλα δυνατὰ μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ!
Ὁ Κύριος ἀπάντησε τελικὰ στὸν νεαρὸ ὅτι μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἐντολῶν θὰ σωθεῖ, καὶ ἀπαρίθμησε τὶς βασικότερες. Ἐκεῖνος ἀπόρησε· αὐτὰ τὰ ἐφάρμοζε ἀπὸ τὴν πρώτη νεότητά του. Τότε ὁ Κύριος τοῦ ὑπέδειξε μιὰ μοναδικὴ πρόταση καὶ κλήση: νὰ δωρίσει ὅλα τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχοὺς καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσει, ὥστε νὰ γίνει Μαθητής Του ὅπως οἱ Δώδεκα. Ὁ νέος ὅμως δὲν ἀνταποκρίθηκε· ἔφυγε λυπημένος, διότι ἡ καρδιά του ἦταν προσκολλημένη στὰ πλούτη του.
Ὁ Κύριος ἀναφώνησε: «Πόσο δύσκολα θὰ εἰσέλθουν στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ὅσοι ἔχουν τὰ χρήματα, καὶ εἶναι ἡ καρδιά τους ὑποδουλωμένη σ᾿ αὐτά»! «Καὶ τότε ποιὸς μπορεῖ νὰ σωθεῖ;», ρώτησαν οἱ Μαθητές. Ὁ Κύριος τοὺς ἀπάντησε:
–«Τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστι». Ἐκεῖνα ποὺ εἶναι ἀδύνατα μὲ τὴν ἀσθενικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι δυνατὰ καὶ κατορθωτὰ μὲ τὴν Χάρι καὶ δύναμη τοῦ Θεοῦ.
Ἡ σημερινὴ περικοπὴ περιέχει ἀρχικὰ κάτι τὸ λυπηρό: τὸν ὡραῖο πόθο ἑνὸς νέου ποὺ δὲν ἔφθασε ποτὲ στὴν ἡρωικὴ ἀπόφαση τῆς ἀφιερώσεως. Κλείνει ὅμως μὲ ἕνα μήνυμα γεμάτο ἐλπίδα: Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὅλα εἶναι δυνατά. Ἂς μὴν ποῦμε λοιπὸν ποτὲ «δὲν μπορῶ»· «δὲν μπορῶ νὰ νικήσω αὐτὸ τὸ πάθος, δὲν μπορῶ νὰ σηκώσω αὐτὴ τὴ δοκιμασία». Ναί, ἐμεῖς εἴμαστε ἀδύναμοι, ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶναι δυνατός, παν­τοδύναμος· καὶ εἶναι Πατέρας μας. Μᾶς δίνει τὸ θάρρος νὰ καταφεύγουμε σ᾿ Ἐ­κεῖνον, ὥστε νὰ ἐπιτύχουμε μὲ τὴ δική Του Χάρι καὶ δύναμη αὐτὸ ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε μόνοι μας.

Κυριακή Η΄ Λουκά - Αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο

αναρτήθηκε στις 9 Νοε 2019, 9:11 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Νοε 2019, 9:11 π.μ. ]

 


Σχετική εικόνα
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ι΄ 25-37
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Γαλ. β΄ 16-20

1. Πόσο ἀγαπᾶμε τὸν Θεό;
Τὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς περιλαμβάνει τὴν ὑπέροχη Παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀφορμὴ ποὺ ἔλαβε ὁ Κύριος γιὰ νὰ τὴ διδάξει. Κάποιος «νομικός», δηλαδὴ διδάσκαλος τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, ὑπέβαλε στὸν Κύριο ἐρώτημα ὄχι γιὰ νὰ μάθει, ἀλλὰ γιὰ νὰ Τὸν φέρει σὲ δύσκολη θέση:
–Διδάσκαλε, τί πρέπει νὰ κάνω γιὰ νὰ κληρονομήσω τὴν αἰώνια ζωή;
–Στὸν Νόμο τί εἶναι γραμμένο; ἀπάν­τησε ὁ Κύριος. Ἐσὺ ποὺ τὸν μελετᾶς, τί ἔχεις καταλάβει ὅτι λέει σχετικά;
Τότε ὁ «νομικὸς» ἀνέφερε τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸ καὶ πρὸς τὸν πλησίον:
–«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς ἑαυτόν».
Δηλαδή: Νὰ ἀγαπᾶς τὸν Κύριο καὶ Θεό σου μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά, ὥστε σ᾿ Αὐτὸν νὰ εἶσαι ὁλοκληρωτικὰ παραδομένος, μὲ ὅλα τὰ βάθη τῆς ἐσωτερικῆς καὶ πνευματικῆς ὑπάρξεώς σου· καὶ μὲ ὅλη σου τὴν ψυχή, ὥστε Αὐτὸν νὰ ποθεῖς μὲ ὅλο τὸ συναίσθημά σου· καὶ μὲ ὅλη τὴ θέληση καὶ τὴ δύναμή σου, ὥστε καθετὶ ποὺ θὰ κάνεις, νὰ εἶναι σύμφωνο μὲ τὸ θέλημά Του. Καὶ μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη καὶ μὲ δραστηριότητα ἀκούραστη νὰ ἐργάζεσαι γιὰ τὴν ἐφαρμογὴ τοῦ θελήματός Του. Νὰ Τὸν ἀγαπᾶς καὶ μὲ τὸν νοῦ σου ὁλόκληρο, ὥστε Αὐτὸν πάντοτε νὰ σκέπτεσαι. Νὰ ἀγαπᾶς ἐπίσης καὶ τὸν πλησίον σου, τὸν συνάνθρωπό σου, ὅσο καὶ ὅπως ἀγαπᾶς τὸν ἑαυτό σου.
Τοῦ εἶπε τότε ὁ Κύριος:

–Σωστὰ ἀπάντησες. Αὐτὸ κάνε καὶ θὰ ζήσεις στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἂς σκεφθοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας: Πόσο ἐφαρμόζουμε αὐτὴ τὴν ἐντολή, ποὺ εἶχε δοθεῖ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀκόμη; Πόσο σκεπτόμαστε τὸν Θεὸ κάθε μέρα; Πόσο λαχταροῦμε τὴ συνάντηση μαζί Του στὴν καθημερινὴ προσευχή, στὴν ἐκκλησία, στὴ Θεία Κοινωνία; Πόσο διψᾶμε ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνή Του, νὰ μελετήσουμε τὸν λόγο Του; Πόσο συχνὰ ἀφήνουμε τὸ δικό μας θέλημα γιὰ νὰ ἐφαρμόσουμε τὸ θέλημά Του; Τί ζῆλο ἔχουμε νὰ νεκρώσουμε τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μέσα μας, νὰ ἀποστραφοῦμε τὴν ἁμαρτία, ἡ ὁποία τόσο λυπεῖ τὸν Θεὸ καὶ γιὰ τὴν ἐξάλειψη τῆς ὁποίας σταυρώθηκε ὁ Κύριός μας; Πόσο ποθοῦμε τὴ Βασιλεία Του; Ἂς τὰ σκεφθοῦμε αὐτὰ καὶ ἂς λάβουμε τὶς ἀποφάσεις μας.
2. Ἡ ἀληθινὴ εὐσέβεια
Ὁ νομοδιδάσκαλος στὴ συνέχεια ρώτησε ποιὸς εἶναι «ὁ πλησίον» του. Τότε ὁ Κύριος δίδαξε τὴν Παραβολὴ τοῦ Καλοῦ Σαμαρείτη. Σ᾿ αὐτὴν βλέπουμε ὅτι τὸν τραυματισμένο Ἰουδαῖο ποὺ εἶχε πέσει θύμα ληστῶν, δὲν τὸν βοήθησαν οἱ συμπατριῶτες του, ὁ ἱερέας καὶ ὁ Λευΐ­της, ποὺ ἦταν καὶ θρησκευόμενοι Ἰουδαῖοι, ἀλλὰ ἕνας ἀλλοεθνής, ἕνας Σαμαρείτης.
Χρησιμοποιώντας αὐτὰ τὰ πρόσωπα ὁ Κύριος, γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ ἀποδοκιμάζει τὴν ἐξωτερικὴ εὐσέβεια, ποὺ παρουσιάζονται νὰ ἔχουν ὁ Ἰουδαῖος ἱερέας καὶ ὁ Λευΐτης. Ἴσως ἦταν πολὺ ἀκριβεῖς στὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα, γνώριζαν τὸν Νόμο καὶ τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης· ἀλλὰ δὲν ἔδειξαν ἀγάπη στὸν τραυματισμένο.
Ἀγάπη ἔδειξε ὁ Σαμαρείτης, παρόλο ποὺ ἡ πίστη του ἦταν ἀναμεμιγμένη μὲ πλάνες. Αὐτός, ὁ λιγότερο φωτισμένος, ὁ ἐχθρὸς τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ἐμφανίζεται νὰ ἐφαρμόζει τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης, τὴ μεγαλύτερη ἐντολὴ τοῦ Νόμου (μετὰ τὴν ἐντολὴ τῆς πρὸς τὸν Θεὸ ἀγάπης). Ὁ Σαμαρείτης ἔγινε «πλησίον τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς»· μὲ τὴν ἀγάπη του πλησίασε τὸ θύμα τῶν ληστῶν πολὺ περισσότερο ἀπὸ τοὺς ὁμοεθνεῖς του, τοῦ φέρθηκε σὰν ἀδελφός του. Ἦταν «ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ᾿ αὐτοῦ»· τοῦ ἔδειξε ἔλεος, κατὰ μίμηση τοῦ πολυεύσπλαχνου Θεοῦ.
Γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριος τὸν προέβαλε ὡς πρότυπο: «Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως», προέτρεψε ὁ Κύριος τὸν «νομοδιδάσκαλο». Δεῖχνε συμπάθεια σὲ κάθε ἄνθρωπο ποὺ πάσχει, χωρὶς νὰ ἐξετάζεις ἂν εἶναι συγγενὴς ἢ συμπατριώτης σου, καὶ χωρὶς νὰ λογαριάζεις τὶς θυσίες καὶ τοὺς κόπους ποὺ θὰ ὑποστεῖς γιὰ νὰ τὸν βοηθήσεις, ἔστω κι ἂν εἶναι ἐχθρός σου.
Ὁ Κύριος λοιπὸν μὲ τὴν Παραβολὴ αὐτὴ μᾶς καλεῖ νὰ ξεπεράσουμε τὴν τυπικὴ θρησκευτικὴ ζωή. Ἡ Πίστη μας δὲν συνίσταται στὴν ἐκπλήρωση κάποιων τυπικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ στὴν καρδιακὴ μετάνοια καὶ ἀγάπη. Ὅταν ζοῦμε τὴν Πίστη μας σωστά, μεταμορφωνόμαστε ἐσωτερικά, ἡ καρδιά μας μαλακώνει καὶ αὐθόρμητα σπλαχνίζεται ὅλο καὶ περισσότερο τὸν κάθε συνάνθρωπο. Ἡ πνευματική μας καλλιέργεια, τὸ πόσο πραγματικοὶ Χριστιανοὶ εἴμαστε, φαίνεται στὴ δύσκολη ὥρα, ὅταν χρειάζεται νὰ δείξουμε αὐταπάρνηση γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ θυσιαστοῦμε γιὰ χάρη τῶν συνανθρώπων μας.
Ὁ Κύριος νὰ μᾶς ἀξιώσει νὰ γίνουμε ἄνθρωποι αὐταπαρνήσεως καὶ ἔμπρακτης εὐσπλαχνίας, σύμφωνα μὲ τὸ δικό Του ἅγιο καὶ τέλειο παράδειγμα.

Κυριακή Ε΄ Λουκά - Η παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου

αναρτήθηκε στις 2 Νοε 2019, 7:59 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 2 Νοε 2019, 7:59 π.μ. ]

 


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ις΄ 19-31
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Γαλατ. α΄ 11-19

1. Ζήτημα ἐπιλογῆς
Πολὺ διδακτικὴ Παραβολὴ ἀκούσαμε σήμερα στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα, τὴν Παραβολὴ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ Λαζάρου. Σ᾿ αὐτὴν παρουσιάστηκαν δύο ἄνθρωποι, ἕνας πλούσιος καὶ ἕνας φτωχός· ὁ φτωχὸς ὀνομαζόταν Λάζαρος. Ὁ πλούσιος στὴν παρούσα ζωὴ ζοῦσε εὐτυχισμένος. Ὁ Λάζαρος ἀντίθετα ἦταν πολὺ δυστυχισμένος, ἐγκαταλελειμμένος καὶ ἄρρωστος. Μετὰ τὸν θάνατό τους ὅμως τὰ πράγματα ἀντιστράφηκαν: Ὁ πλούσιος βασανιζόταν στὸν Ἅδη, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀναπαυόταν κοντὰ στὸν πατριάρχη Ἀβραάμ.
Ὅταν ὁ πλούσιος ζήτησε ἀπὸ τὸν δίκαιο Ἀβραὰμ νὰ στείλει τὸν Λάζαρο γιὰ νὰ τοῦ χαρίσει λίγη ἀνακούφιση – μιὰ σταγόνα νερό! – ὁ Πατριάρχης τοῦ ἀρνήθηκε:
–«Τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι». Παιδί μου, θυμήσου ὅτι ἐσὺ ἀπόλαυσες μὲ τὸ παραπάνω τὰ ἀγαθά σου, ὅταν ζοῦσες στὴ γῆ, ἐνῶ ὁ Λάζαρος ἀντίστοιχα ὑπέμεινε τὴ δυστυχία του. Τώρα ὅμως ἐδῶ παρηγορεῖται συνεχῶς, ὅπως ὑπέφερε τότε συνεχῶς· ἐνῶ ἐσὺ βασανίζεσαι ἀδιάκοπα, ὅπως ἀδιάκοπη ἦταν ἡ εὐτυχία σου στὴ γῆ.

Ἀλλὰ δημιουργεῖται ἡ ἀπορία: Ἂν στὴν παρούσα ζωὴ ἀξιώθηκε κάποιος νὰ εἶναι ἔστω κάπως εὐκατάστατος καὶ νὰ χαίρεται τὴ ζωή του μαζὶ μὲ τοὺς συγγενεῖς καὶ φίλους του, στὴν ἄλλη ζωὴ θὰ πάει στὴν Κόλαση;… Ἡ ἀπάντηση βρίσκεται στοὺς λόγους τοῦ δικαίου Ἀβραὰμ πρὸς τὸν πλούσιο: «Ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου». «Τὰ ἀγαθά σου»: αὐτὰ ποὺ ἐσὺ θεώρησες ὡς ἀληθινὰ ἀγαθά, καὶ τὰ ἀπήλαυσες στὴ ζωή σου. Κανόνισες τὴ ζωή σου ὅπως ἐσὺ θέλησες, περιφρονώντας τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ, καταπατώντας τὴν ἐντολὴ τῆς ἀγάπης.
Συνεπῶς ὁ πλούσιος κατέληξε στὸν Ἅδη ὄχι διότι ἦταν πλούσιος, ἀλλὰ διότι προσκολλήθηκε στὸν πλοῦτο του καὶ κυρίως – συνέπεια αὐτοῦ – διότι ἔδειξε σκληρότητα ἀπέναντι στὸν Λάζαρο. Ὁ πλούσιος θεώρησε ὅτι τὴν εὐτυχία τὴ δίνουν τὰ ὑλικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα θέλησε νὰ ἀπολαύσει μόνο μὲ τοὺς δικούς του ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ δείξει τὴ στοιχειώδη εὐσπλαχνία στὸν φτωχό, ποὺ ἦταν παραπεταμένος ἔξω ἀπὸ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ του. Τὸ πᾶν ἔγκειται στὴ δική μας ἐπιλογή: θὰ ζητήσουμε ἐγωιστικὰ τὶς ψεύτικες ἀπολαύσεις τῆς παρούσας ζωῆς ἢ τὸν ἀληθινὸ Παράδεισο, τὴν ἐπουράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἐφαρμόζοντας ἐδῶ τὸ θέλημά Του καὶ δείχνοντας ἀγάπη στοὺς συνανθρώπους μας;
2. Ἀδιαπέραστο χάσμα
Ὁ πατριάρχης Ἀβραὰμ ἀναφέρει καὶ ἄλλον λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Λάζαρος δὲν μποροῦσε νὰ τὸν δροσίσει:
–«Ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται…». Ἐκτὸς ἀπὸ ὅλα αὐτά, ὑπάρχει ἀνάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ὥστε αὐτοὶ ποὺ θέλουν νὰ πᾶνε ἀπὸ ἐδῶ σ᾿ ἐσᾶς νὰ μὴν μποροῦν, οὔτε τὸ ἀντίστροφο.
Ἀνάμεσα στοὺς κολασμένους καὶ στοὺς λυτρωμένους ὑπάρχει ἕνα μεγάλο χάσμα, ἕνας μεγάλος γκρεμός, ποὺ εἶναι τόσο μεγάλος, ὥστε δὲν μπορεῖ νὰ τὸν περάσει κανείς.
Αὐτὸ βέβαια εἶναι εἰκόνα μὲ τὴν ὁποία ὁ Κύριος μᾶς ἀποκαλύπτει μεγάλη ἀλήθεια: ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν καμία ψυχὴ νὰ πάει ἀπὸ τὸν Παράδεισο στὴν Κόλαση καὶ τὸ ἀντίστροφο. Μετὰ θάνατον δὲν ἀλλάζει ἡ κατάσταση τῆς ψυχῆς καν­ενὸς ἀνθρώπου.
Ἂς μὴ δίνουμε λοιπὸν σημασία σὲ ὅσους ἀμφισβητοῦν τὴν πραγματικότητα τῆς ἄλλης ζωῆς καὶ κυρίως σὲ ὅσους λένε: «Δὲν ὑπάρχει Κόλαση, ἀφοῦ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη. Κι ἂν ὑπάρχει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι αἰώνια;». Καὶ ὅμως ὑπάρχει Κόλαση καὶ εἶναι αἰώνια καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταπηδήσει κανεὶς ἀπὸ αὐτὴν στὸν Παράδεισο.
Αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ὁ Κύριος τὴ δίδαξε σαφῶς καὶ ἐπανειλημμένως. Ὑπεύθυνος ὅμως γιὰ τὴν κατάληξη στὸν Ἅδη καὶ τὴν Κόλαση δὲν εἶναι ὁ Θεός, ἀλλὰ οἱ κακὲς ἐπιλογὲς τῶν λογικῶν δημιουργημάτων Του. Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη καὶ θέλει ὅλοι νὰ σωθοῦμε, ἀλλὰ δὲν παραβιάζει τὸ αὐτεξούσιο, τὴν ἐλευθερία καν­ενός. Θὰ δεχόταν τὴ μετάνοια ἀκόμη καὶ τοῦ διαβόλου. Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα εἶναι ὅτι ἐκεῖνος, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ κολασμένοι, δὲν θέλουν καὶ δὲν μποροῦν πλέον νὰ μετανοήσουν, διότι εἶναι παγιωμένοι στὴν πνευματικὴ κατάσταση ποὺ ἐπέλεξαν.
Ὁ δὲ Κύριος μᾶς ἀποκάλυψε αὐτὴ τὴν ἀλήθεια, ὅτι ὑπάρχει ἀδιαπέραστο χάσμα μεταξὺ τῶν δύο καταστάσεων, ὄχι γιὰ νὰ ἀπελπισθοῦμε, ἀλλὰ γιὰ νὰ φοβηθοῦμε τὸν καλὸ φόβο καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴ μετάνοια καὶ τὸν ἁγιασμό μας χωρὶς καμία ἀναβολὴ καὶ μὲ ἀκλόνητη ἐλπίδα στὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ φιλάνθρωπος καὶ πολυεύσπλαχνος Θεὸς θὰ ἀξιώσει τῆς Βασιλείας Του καθέναν ποὺ ἀγωνίζεται φιλότιμα γιὰ τὴ σωτηρία του.

Κυριακή Ζ΄ Λουκά - Η θεραπεία της αιμορροούσης

αναρτήθηκε στις 26 Οκτ 2019, 9:01 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 26 Οκτ 2019, 9:01 π.μ. ]



ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. η΄ 41-56
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Β΄ Κορ. ια΄ 31-33, ιβ΄ 1-9

1. «Κάποιος μὲ ἄγγιξε»
Ἀκούσαμε στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα ὅτι ὁ Κύριος περνώντας ἀνάμεσα ἀπὸ πλήθη λαοῦ ποὺ Τὸν στριμώχνουν, κατευθύνεται στὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου Ἰαείρου γιὰ νὰ θεραπεύσει τὴν κόρη του. Κάποια στιγμὴ ἐρωτᾶ:
–«Τίς ὁ ἁψάμενός μου;». Ποιὸς εἶναι αὐτὸς ποὺ μὲ ἄγγιξε;
Ἐνῶ ὅλοι ἀρνοῦνται, ὁ Πέτρος λέει:
–Κύριε, τὰ πλήθη Σὲ ἔχουν περικυκλώσει καὶ Σὲ πιέζουν ἀσφυκτικά, κι Ἐσὺ λές, «ποιὸς μὲ ἄγγιξε;»;
–«Ἥψατό μού τις», ἐπιμένει ὁ Κύριος. Κάποιος μὲ ἄγγιξε. «Ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ᾿ ἐμοῦ». Ἐγὼ κατάλαβα ὅτι βγῆκε ἀπὸ πάνω μου δύναμη θαυματουργική.
Τότε ἡ αἱμορροούσα γυναίκα ποὺ εἶχε ἀκουμπήσει «τὸ κράσπεδον», τὴν ἄκρη τοῦ χιτώνα Του, καὶ εἶχε θεραπευθεῖ, ἦλθε μπροστά Του καὶ ὁμολόγησε μπροστὰ σὲ ὅλους τὸ θαῦμα ποὺ ἔζησε. Ὁ Κύριος τὴν εὐλόγησε:
–Ἔχε θάρρος, κόρη μου! Ἡ πίστη σου σὲ ἔχει σώσει. Πήγαινε στὸ καλὸ εἰρηνική!
Ὁ Κύριος εἶχε τὴν αἴσθηση ὅτι μόνο ἕνας Τὸν ἄγγιξε· ὅλοι ὅσοι Τὸν στρίμωχναν, ἀρνήθηκαν ὅτι Τὸν ἄγγιξαν· μόνο μία γυναίκα εἶχε τὴ συνείδηση ὅτι Τὸν ἄγγιξε οὐσιαστικά, μὲ πίστη καὶ ταπείνωση!…
Ἀπὸ τότε ἑκατοντάδες χιλιάδες πλησιάζουν τὸν Κύριο: ὅταν προσεύχον­ται, ὅταν μελετοῦν τὴν Ἁγία Γραφή, ὅταν προσέρχονται στὸ Μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ κυρίως ὅταν κοινωνοῦν. Πλήθη πιστῶν! Πλήθη πιστῶν Τὸν πλησιάζουν, ἀλλὰ ποιὸς πραγματικὰ Τὸν ἀγγίζει ὅπως ἡ αἱμορροούσα γυναίκα καὶ νιώθει θεία δύναμη νὰ πλημμυρίζει τὴν ὕπαρξή του, καὶ τὴν θεία Χάρι νὰ τὸν ἀναγεννᾶ; Γιὰ ποιὸν ὁ Κύριος μπορεῖ νὰ πεῖ: Σήμερα «ἥψατό μού τις»; Σήμερα κάποιος μὲ ἄγγιξε, ἦλθε σὲ ἀληθινὴ κοινωνία μαζί μου.

Εὐτυχὴς ὅποιος προσέρχεται στὸν Κύριο μὲ πίστη καὶ ταπείνωση, μὲ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του στραμμένη σ᾿ Ἐκεῖνον, μὲ ὅλη του τὴν ἀγάπη, μὲ ὅλη του τὴν εὐγνωμοσύνη! Ἐκεῖνος θὰ θεραπεύεται ἀπὸ τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς του καὶ θὰ λαμβάνει τὴν εἰρήνη καὶ τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ!
2. Ἀσάλευτη πίστη
Ἐκείνη τὴν ὥρα ὅμως ἔρχεται κάποιος ἀπὸ τὸ σπίτι φέρνοντας τὴ θλιβερὴ εἴδηση στὸν Ἰάειρο ὅτι ἡ κόρη του ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωή· νὰ μὴν κουράζει τὸν Διδάσκαλο. Ὁ Κύριος ὅμως εἶπε στὸν συντετριμμένο πατέρα:
–«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται». Μὴ φοβᾶσαι· μόνο συνέχισε νὰ πιστεύεις, καὶ θὰ σωθεῖ ἡ κόρη σου ἀπὸ τὸν θάνατο.
Εἶναι κάποιες στιγμὲς στὴ ζωή μας κατὰ τὶς ὁποῖες νιώθουμε ὅτι δὲν ἀντέχουμε, ὅτι λυγίζουμε κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν θλίψεων καὶ τῶν πειρασμῶν· θύελλα λογισμῶν σηκώνεται μέσα μας καὶ μᾶς συνταράζει: Τί δυστυχία! Πῶς θὰ τὸ σηκώσω αὐτό; Λοιπὸν χάθηκαν ὅλα;».
«Μὴ φοβοῦ, μόνον πίστευε», λέει τότε καὶ σ᾿ ἐμᾶς ὁ Κύριος. Μὴν καταποντίζεσαι στὸ πέλαγος τῶν φόβων καὶ τῆς ἀγωνίας· κράτα σταθερὴ καὶ ἀσάλευτη τὴν ἐμπιστοσύνη σου σ᾿ Ἐμένα. Δὲν θὰ σὲ ἀφήσω μόνο…
Τέτοιες δύσκολες ὧρες νὰ μὴ σβήσει μέσα μας ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα.
Ὁ ἅγιος Δωρόθεος ἔγραφε κάποτε σὲ Μοναχὸ ποὺ περνοῦσε μεγάλο πειρασμό, ἀπαντώντας σὲ ἐπιστολή του:
«Παιδί μου, ἄφησε κάθε δικό σου λογισμό, ἀκόμη κι ἂν εἶναι συνετός, καὶ κράτα τὴν ἐλπίδα στὸν Θεό… νὰ στερεωθεῖς στὸν δρόμο τῆς ἐλπίδας στὸν Θεό· γιατὶ εἶναι ὁ πιὸ ἀσφαλὴς καὶ ἀμέριμνος δρόμος»(*).
3. Πένθος μετρημένο
Στὸ σπίτι τοῦ ἀρχισυναγώγου ὅλοι ἔκλαιγαν καὶ θρηνοῦσαν γιὰ τὴ νεκρὴ κόρη τοῦ Ἰαείρου χτυπώντας τὸ κεφάλι καὶ τὸ στῆθος τους, κατὰ τὴ συνήθεια τῆς ἐποχῆς. Τότε ὁ Κύριος τοὺς εἶπε:
–«Μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν, ἀλλὰ καθεύδει». Μὴν κλαῖτε· δὲν πέθανε, ἀλλὰ κοιμᾶται.
Ἐκεῖνοι ὅμως Τὸν περιγελοῦσαν, ἐπει­δὴ γνώριζαν καὶ εἶχαν βεβαιωθεῖ ὅτι τὸ κοριτσάκι εἶχε πεθάνει.
Ὁ Κύριος περιγελάσθηκε τὴν ὥρα ποὺ ἔδινε μιὰ πολύτιμη συμβουλὴ σὲ βαρυπενθοῦντες, ὅταν φανέρωνε τὴν πιὸ ἐλπιδοφόρα ἀλήθεια τῆς ζωῆς μας, ὅτι δηλαδὴ ὁ θάνατος εἶναι ὕπνος. Εἶπε τὰ λόγια αὐτὰ σ᾿ ἐκείνους, διότι σὲ λίγο θὰ ξαναχάριζε στὴν κόρη τὴ ζωή, θὰ τὴν ἀνέσταινε. Ἀπευθύνει ὅμως τὰ ἴδια λόγια καὶ σὲ μᾶς γιὰ νὰ μᾶς βεβαιώσει γιὰ τὴν τελικὴ ἀνάσταση.
Μὲ τὰ λόγια Του αὐτὰ ὁ Κύριος δὲν μᾶς ἀποτρέπει νὰ πενθοῦμε τὸν νεκρό μας· μᾶς ἀποτρέπει νὰ τὸν πενθοῦμε ἀπαρηγόρητοι καὶ ἀπελπισμένοι· διότι δὲν χάθηκε γιὰ πάντα, οὔτε ἰσχύει ὅτι δὲν θὰ τὸν ξαναδοῦμε ποτέ. Στὴν κοινὴ ἀνάσταση θὰ «ξυπνήσει», θὰ ἀναστηθεῖ καὶ ἐκεῖνος ὅπως ὅλοι οἱ νεκροί, «οἱ κεκοιμημένοι», καὶ ἔτσι ὅλοι μαζὶ ἀχώριστοι γιὰ πάντα θὰ ὑμνοῦμε τὴν Ἁγία Τριάδα στὴν ἀπέραντη αἰωνιότητα. Μακάρι ὅλοι νὰ ἀξιωθοῦμε νὰ ἀποκτήσουμε τέτοια πίστη στὸν Νικητὴ τοῦ θανάτου, τὸν Κύριο καὶ Λυτρωτή μας, ὥστε νὰ ζήσουμε ἀπὸ τώρα τὴν ἀλήθεια ὅτι ὁ θάνατος εἶναι κοίμηση, ὕπνος.
(*) «Τέκνον, ἄφες πάντα λογισμὸν ἴδιον, κἂν συνετὸς ᾖ, καὶ κράτει τὴν εἰς Θεὸν ἐλπίδα, τὸν ἐκ περισσοῦ ποιοῦντα ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν. Ἠδυνάμην πᾶσιν οἷς εἶπας ἀντιθῆναι, ἀλλ᾿ οὐ θέλω ἀντιστῆναί σοι οὐδὲ ἐμαυτῷ, εἰ μὴ μᾶλλον ἐμμεῖναί σε τῇ ἐπὶ τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ ὁδῷ· αὕτη γὰρ ἀμεριμνοτέρα καὶ ἀσφαλεστέρα ἐστίν. Ὁ Κύριος μετὰ σοῦ» (Ἀββᾶ Δωροθέου, Ἔργα ἀσκητικά, ἐκδ. «Ἑτοιμασία», Καρέας 20006, Ἐπιστ. η´, § 193, σελ. 418).

Κυριακή Στ΄ Λουκά- Στη χώρα των Γαδαρηνών

αναρτήθηκε στις 19 Οκτ 2019, 8:36 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 19 Οκτ 2019, 8:37 π.μ. ]

 

Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΤ΄ Λουκά
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. η΄ 27-39
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : Εφεσ. β' 4 - 10
1. «Καμία σχέση μ᾿ Ἐσένα»!
Στὸ Εὐαγγελικὸ Ἀνάγνωσμα αὐτῆς τῆς Κυριακῆς ἀκοῦμε τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας τοῦ δαιμονιζομένου τῶν Γαδαρηνῶν. Στὴ χώρα αὐτὴ ὑπῆρχε ἕνας δαιμονισμένος ποὺ εἶχε κυριευθεῖ ἀπὸ πολλὰ δαιμόνια καὶ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς: Γύριζε γυμνὸς καὶ κατοικοῦσε στὰ μνήματα. Τὸν ἔδεναν μὲ ἁλυσίδες καὶ δεσμά, ἀλλὰ αὐτὸς τὰ ἔσπαζε καὶ ἔφευγε στὴν ἔρημο. Μόλις λοιπὸν εἶδε τὸν Κύριο, ἔπεσε στὰ πόδια Του καὶ φώναξε – δηλαδὴ φώναξαν τὰ δαιμόνια ποὺ ἦταν μέσα του:

–«Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς». Τί σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σ᾿ ἐμένα καὶ σ᾿ Ἐσένα, Ἰησοῦ Υἱὲ τοῦ ὕψιστου Θεοῦ; Σὲ παρακαλῶ, μὴ μὲ βασανίσεις. Δηλαδή: Μὴ μοῦ ἐπιβάλεις ἀπὸ τώρα τὴν τιμωρία νὰ κλειστῶ στὸν Ἅδη.
Τὸ εἶπε αὐτό, διότι ὁ Κύριος εἶχε δώσει ἐντολὴ νὰ βγοῦν τὰ δαιμόνια ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο.
Οἱ δαίμονες ἀναγνωρίζουν τὴ θεότητα τοῦ Κυρίου καὶ τὴν ἀπόλυτη κυριαρχία Του ἐπάνω τους· γνωρίζουν ὅτι τελικὰ θὰ τιμωρηθοῦν· καὶ ὅμως δὲν μετανοοῦν, ἀλλὰ ἀναφωνοῦν: «Τί ἐμοὶ καὶ σοί;». Τί σχέση ἔχουμε μὲ Σένα; Δηλαδὴ δὲν θέλουμε νὰ ἔχουμε καμία σχέση μαζί Σου. Μὲ αὐτὴ τὴν κραυγή τους ἐκφράζουν τὴν ἀθεράπευτη πλέον ἀμετανοησία καὶ ὑπερηφάνειά τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπελπισία τους. Γνωρίζουν, ἀλλὰ δὲν διορθώνονται.
Τὸ ἴδιο φρόνημα – ἀλίμονο! – ἔχουν καὶ ὅσοι συνειδητὰ ἀρνοῦνται τὸν Θεὸ καὶ τὸν Νόμο Του. «Ἀπόστα ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὁδούς σου εἰδέναι οὐ βούλομαι», λέει ὁ ἀσεβὴς στὴν Παλαιὰ Διαθήκη (Ἰὼβ κα´ [21] 14). Φύγε ἀπὸ μένα, Θεέ· δὲν θέλω νὰ ξέρω τὸ θέλημά Σου.
Ἐμεῖς μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ δὲν εἴμαστε ἄθεοι οὔτε ἀσεβεῖς· πέφτουμε ὅμως καθημερινὰ σὲ ἁμαρτίες, καὶ εἶναι δυνατὸν κάποτε, ἂν δὲν προσέξουμε, νὰ ἐπιμείνουμε στὴν πτώση μας, εἴτε εἶναι αὐτὴ ὁ θυμός ἢ ἡ μνησικακία, ἡ κατάκριση, ἡ ἀδικία, ἡ κλοπή, ἡ ἔκτρωση… Τὸ συντομότερο νὰ μετανοοῦμε γιὰ τὴν πτώση μας καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὴ διόρθωσή μας, μὴν τυχὸν ἡ πληγή μας γίνει ἀθεράπευτη.
2. Ἡ θαυμαστὴ μεταβολὴ
Ὁ Κύριος ἔδωσε ἄδεια στὰ δαιμόνια νὰ κυριεύσουν τοὺς χοίρους, οἱ ὁποῖοι ἐκτρέφονταν παρὰ τὴ ρητὴ ἀπαγόρευση τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου. Πράγματι, ἐκεῖνα μπῆκαν σ᾿ αὐτούς, καὶ οἱ χοῖροι ὅρμησαν στὸν γκρεμό, ἔπεσαν στὴ λίμνη καὶ πνίγηκαν. Οἱ βοσκοὶ ἀνήγγειλαν παντοῦ τὸ γεγονός. Ὅλοι ἔτρεξαν ἐκεῖ· καὶ εἶδαν τὸν γνωστὸ σὲ ὅλους δαιμονισμένο «ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα», ντυμένο καὶ σωφρονισμένο, νὰ κάθεται κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου· «καὶ ἐφοβήθησαν».
Αὐτὸ ποὺ δὲν μπόρεσαν νὰ ἐπιτύχουν οἱ ἁλυσίδες καὶ τὰ σιδερένια δεσμὰ τῶν κατοίκων, τὸ ἐνήργησε ἡ θεία Χάρις. Μόνο ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ μεταβάλει τὸν ἄνθρωπο: τὸν δαιμονισμένο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴ δαιμονικὴ ἐπήρεια, ἀλλὰ καὶ τὸν ἁμαρτωλὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει ἀπὸ τὴν ἁμαρτία του καὶ νὰ τὸν καταστήσει Ἅγιο. Καμία ἄλλη δύναμη, οὔτε ἡ φιλοσοφία, οὔτε ἡ ψυχολογία, οὔτε ἄλλη ἐπιστήμη, οὔτε ἡ βία καὶ τὰ ὅπλα μποροῦν νὰ ἀλλάξουν τὸν ἄνθρωπο, νὰ τὸν ἐλευθερώσουν ἀπὸ τοὺς φόβους, τὰ πάθη, τὶς προκαταλήψεις του καὶ νὰ τὸν καταστήσουν ἀληθινὰ εὐτυχισμένο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ οἱ κάτοικοι ὅταν εἶδαν τὴ θαυμαστὴ μεταβολή, φοβήθη­καν. Αἰσθάνθηκαν τὴν παρουσία καὶ ἐνέργεια ὑπερφυσικῆς δυνάμεως.
Αὐτὴ ἂς εἶναι καὶ ἡ δική μας ἐλπίδα: ὁ Κύριος, ἡ Χάρις Του· ἡ μόνη δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ μεταμορφώσει καὶ νὰ ἀνακαινίσει τὸ ἐσωτερικό μας.
3. Μάρτυρες τῶν θαυμασίων Του
Ἡ θεία Χάρις εἶναι βέβαια παντοδύναμη, δὲν παραβιάζει ὅμως τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Οἱ κάτοικοι τῆς χώρας τῶν Γαδαρηνῶν παρακάλεσαν τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο τους. Ἔδιωξαν τὸν Φιλάνθρωπο, ἀπώθησαν τὴν Χά­ρι, τὴν ἀνεκτίμητη εὐκαιρία ν᾿ ἀλλάξει ριζικὰ ἡ ζωή τους! Τί φοβερό! Ἀπὸ τὴν ἄλλη, αὐτὸς ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς, ὁ πρώην δαιμονισμένος, παρακαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ τὸν πάρει μαζί Του. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἀπάντησε:
–«Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Γύρισε πίσω στὸ σπίτι σου καὶ νὰ διηγεῖσαι ὅσα σοῦ ἔκανε ὁ Θεός.
Πράγματι, ἐκεῖνος ἔφυγε καὶ διακήρυττε ὄχι μόνο στοὺς δικούς του ἀλλὰ σὲ ὁλόκληρη τὴν πόλη ὅσα τοῦ ἔκανε ὁ Κύριος. Κι ἐμεῖς μαζὶ μὲ ἐκεῖνον νὰ μὴ διστάζουμε νὰ διακηρύττουμε ταπεινὰ τὰ θαυμαστὰ ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Κύριος, κάποιο θαῦμα ποὺ ζήσαμε, τὴν ἐμπειρία τῆς θείας Πρόνοιας στὴ ζωή μας ἢ τὸ πόσο ζωντανὴ εἶναι ἡ Πίστη μας, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν στὴ ζωή μας καὶ ὅλους μᾶς καλεῖ καὶ μᾶς θέλει κοντά Του. Ἴσως κάποια συνείδηση ἔτσι ξυπνήσει, κάποια ψυχὴ ἴσως βρεῖ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴ σωτηρία της.

Κυριακή Γ΄ Λουκά- Μιά κηδεία που δεν ολοκληρώθηκε

αναρτήθηκε στις 5 Οκτ 2019, 3:16 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Οκτ 2019, 3:16 π.μ. ]

 

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ζ´ 11-16
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ : Β΄ Κορ. στ΄1-10
1. Συμμετοχὴ στὸ πένθος
Δὲν ἦταν μιὰ συνηθισμένη κηδεία. Ὁ νεκρὸς ἦταν νέος· καὶ ἦταν τὸ μονάκριβο παιδὶ τῆς μητέρας του, ἡ ὁποία μάλιστα ἦταν χήρα. Ὁ γιός της ἦταν τὸ μόνο στήριγμά της, ἡ παρηγοριά της· ἀλλὰ τώρα δὲν ὑπάρχει πλέον στὴ ζωή… 

Ὁ πόνος ἦταν μεγάλος, τὸ πένθος βαρύ. Ὁλόκληρη ἡ κωμόπολη τῆς Ναῒν εἶχε συγ­κλονισθεῖ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν θάνατο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ «ὄχλος ἱκανός», πολὺς λαός, ἔλαβε μέρος στὴν κηδεία συμπαριστάμενος στὴν πονεμένη μάνα. Καὶ τώρα, νά, τὸ σκήνωμα μεταφέρεται γιὰ τὴν ταφή. Τὰ πλήθη ἀκολουθοῦν σιωπηλά…
Πόσο ἀνθρώπινη σκηνή! Πόσο σημαντικὸ εἶναι, ὅταν οἱ συνάνθρωποί μας δοκιμάζουν πένθος, μάλιστα βαρύ, νὰ συμμετέχουμε στὸ πένθος τους, δίνοντας λίγο βάλσαμο παρηγοριᾶς μὲ τὴν παρουσία μας! «Κλαίειν μετὰ κλαιόντων», προτρέπει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. ιβ´ 15), ἐνῶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη διαβάζουμε: «Ἀγαθὸν πορευθῆναι εἰς οἶκον πένθους ἢ ὅτι πορευθῆναι εἰς οἶκον πότου» (Ἐκκλ. ζ´ 2). Εἶναι ὠφελιμότερο νὰ πορευθεῖ κανεὶς σὲ σπίτι ποὺ πενθεῖ παρὰ σὲ σπίτι ὅπου γίνεται συμπόσιο· ὠφελιμότερο καὶ γιὰ ἐμᾶς καὶ γιὰ τοὺς ἄλλους. Ἂς ἔχουμε λοιπὸν τὴν εὐαισθησία νὰ μετέχουμε στὸ πένθος τῶν ἄλλων, διότι «ἡ μοιρασμένη λύπη εἶναι μισὴ λύπη», ὅπως λέει ὁ λαός μας.
Βέβαια εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ὑπογραμμίσουμε ὅτι δὲν πηγαίνουμε γιὰ νὰ ποῦμε λόγια καὶ εὐχὲς ἀψυχολόγητες, καὶ ἔτσι νὰ δυσκολέψουμε ἀκόμη περισσότερο τοὺς πενθοῦντες. Ἡ συμπαράστασή μας νὰ εἶναι πολὺ διακριτική, χωρὶς πολλὰ λόγια, μὲ σεβασμὸ καὶ κατανόηση στὸν μεγάλο πόνο τῶν δοκιμαζομένων.
2. Θεὸς εὔσπλαχνος
Ἡ θλιβερὴ πομπὴ βγαίνει ἀπὸ τὴ μοναδικὴ πύλη τῆς κωμοπόλεως. Ἐκεῖ ὅ­μως συναντᾶται μὲ ἄλλη πομπή. Εἶναι ὁ Κύριος, οἱ Μαθητές Του καὶ τὰ πλήθη ποὺ Τὸν ἀκολουθοῦν.
«Καὶ ἰδὼν αὐτὴν ὁ Κύριος ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε». Τὸ βλέμμα τοῦ Θεανθρώπου ἔπεσε ἐ­πάνω στὴ βαρυπενθούσα καὶ τὴ συμ­πόνεσε. Ἔνιωσε βαθιὰ συμπάθεια γιὰ τὴ συντετριμμένη μητέρα.
Ὢ, τί παρηγοριὰ μᾶς δίνουν αὐτοὶ οἱ λόγοι τῆς Ἁγίας Γραφῆς! Στέκεται μπροστὰ στὸ φέρετρο ὁ ἐνανθρωπήσας Υἱὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ στέκεται μὲ συμ­πάθεια, «σπλαγχνιζόμενος» τὴν πενθούσα. Ὅταν λοιπὸν ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει κάποιον θάνατο, δὲν τὸ κάνει ἀδιαφορώντας γιὰ τὸν πόνο ποὺ αὐτὸς θὰ προκαλέσει στοὺς οἰκείους τοῦ ἀπερχομένου, ἀλλὰ ἐνεργεῖ μὲ ἀγάπη, ὡς ἐλεήμων καὶ πάνσοφος καὶ παντοδύναμος Θεός. Γιὰ νὰ τὸ ἐπιτρέψει, σημαίνει ὅτι αὐτὸ ἦταν τὸ καλύτερο καὶ γιὰ τὸν κεκοιμημένο καὶ γιὰ ὅσους ἐκεῖνος ἄφησε πίσω του. Ὁ Θεὸς παίρνει ὅλους μας στὴν καλύτερη στιγμή, ὥστε νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς αἰωνίου μακαριότητος. Ἐπιπλέον ὡς Πατέρας χαρίζει πολλὴ παρηγοριὰ σὲ ὅσους πενθοῦντες καταφεύγουν σ᾿ Ἐκεῖνον καὶ ζητοῦν τὴ βοήθειά Του.
«Ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾿ αὐτῇ»! Λόγος ποὺ δροσίζει τὴν ψυχὴ τοῦ πενθοῦντος πιστοῦ.
3. Θεὸς παντοδύναμος
Ὁ Κύριος ἄγγιξε τὸ φέρετρο· οἱ ἄν­θρωποι ποὺ μετέφεραν τὸν νεκρὸ σταμάτησαν, καὶ μαζί τους ὅλη ἡ πομ­πή. Καὶ ἀφοῦ παρηγόρησε τὴ χαροκαμένη μάνα, στράφηκε στὸν νεκρὸ νέο καὶ εἶπε:
–«Νεανίσκε, σοὶ λέγω, ἐγέρθητι». Νεαρέ, σ᾿ ἐσένα μιλάω· σήκω ἐπάνω!
Ἀμέσως ὁ νεκρὸς ἀνασηκώθηκε καὶ ἄρχισε νὰ μιλάει.
Ὁ Κύριος μ᾿ ἕναν Του λόγο ἀνέστησε τὸν νεκρό. Διότι εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁμοούσιος μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, ὁ Κύριος τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου. Κανεὶς δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀντισταθεῖ στὸ παντοδύναμο πρόσταγμά Του.
«Σοὶ λέγω»! Σ᾿ ἐσένα μιλάω. Ὁ Ἅδης καὶ ὁ θάνατος ἔφριξαν στὸ ἄκουσμα τῆς θεϊκῆς προσταγῆς καὶ ἄφησαν ἀμέσως τὴν ψυχὴ τοῦ νέου ἐλεύθερη νὰ ἐπιστρέψει στὸ νεκρὸ σῶμα.
Ὁ Κύριος παρέδωσε τὸν νέο στὴ μητέρα του…
Δύο πομπὲς συναντήθηκαν σήμερα στὴν πύλη μιᾶς ἄσημης πόλεως τῆς Γαλιλαίας· ἡ μία ἦταν πένθιμη, πομπὴ θανάτου, καὶ στὴν ἄλλη ἡγεῖτο Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ Αὐτοζωή. Ἡ Ζωὴ καὶ ὁ θάνατος συναντήθηκαν σήμερα, καὶ νίκησε ἡ Ζωή, νίκησε ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Στὴν πύλη τῆς Ναῒν ἀκούσθηκε τὸ ζωοποιὸ πρόσταγμα τοῦ Θεανθρώπου, καὶ σείσθηκαν οἱ πύλες τοῦ Ἅδη, ὡς προανάκρουσμα τῆς ὁλοκληρωτικῆς συντριβῆς του!

Το Ευαγγέλιο της Κυριακής 22 Σεπτεμβρίου 2019 – Άγιος Φωκάς

αναρτήθηκε στις 21 Σεπ 2019, 10:56 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Σεπ 2019, 10:57 π.μ. ]

– Κατά Λουκάν (5΄ 1-11): Αγιος Φωκάς
Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ,

καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα.
ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους.
ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν.
καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον.
καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διεῤῥήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν.
καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά.
ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε·
θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον,
ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν.
καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Μετάφραση:

Ενώ δε τα πλήθη τον περιτριγύριζαν εις πυκνάς μάζας και τον εστρίμωχναν, δια να ακούουν τον λόγον του Θεού, αυτός εστέκετο πλησίον της λίμνης Γεννησαρέτ.
Και είδε δύο πλοία αραγμένα και ακίνητα εκεί κοντά εις την λίμνην· οι ψαράδες είχαν βγη από αυτά και έπλυναν τα δίκτυα εις την παραλίαν.
Και αφού εμπήκε εις ένα από αυτά, που ανήκε στον Σιμωνα, τον παρεκάλεσε να προχωρήση εις μικράν απόστασιν από την ξηράν. Και καθίσας εδίδασκε από το πλοίον τα πλήθη του λαού.
Οταν δε έπαυσε να ομιλή, είπε στον Σιμωνα· “ξαναφέρε το πλοίον πάλιν εις τα ανοικτά της λίμνης και ρίξτε τα δίκτυά σας για ψάρεμα”.
Και αποκριθείς ο Σιμων του είπε· “διδάσκαλε, όλην την νύκτα, που είναι κατάλληλες οι ώρες για ψάρεμα, εκοπιάσαμε ρίχνοντες τα δίκτυα και δεν επιάσαμε τίποτε. Αλλά, θα υπακούσω στον λόγον σου και θα ρίξω το δίκτυ”.
Και αφού έκαμαν τούτο, έκλεισαν πολύ πλήθος ιχθύων· ήρχισε δε να σχίζεται το δίκτυον από το πολύ βάρος.
Και επροσκάλεσαν με νεύματα τους συνεταίρους των, που ήσαν στο αλλο πλοίον, να έλθουν, δια να πιάσουν μαζή με αυτούς τα δίκτυα με τα ψάρια. Και εκείνοι ήλθαν και εγέμισαν και τα δύο πλοία τόσον πολύ, ώστε εκινδύνευσαν να βυθισθούν.
Οταν δε ο Σιμων είδε το θαυμαστόν αυτό γεγονός, έπεσε κάτω εμπρός εις τα γόνατα του Ιησού και είπε· “Κυριε, έβγα από το πλοίον μου, διότι εγώ είμαι ένας άνθρωπος αμαρτωλός και δεν μου αξίζει να ευρίσκομαι τόσον κοντά σου”.
Τα είπε δε αυτά, διότι κατέλαβε αυτόν και όλους εκείνους, που ήσαν μαζή του, μεγάλη έκπληξις, δια το πλήθος των ψαριών, που είχαν κλείσει εις τα δίκτυα.
Η ίδια δε έκπληξις κατέλαβε τον Ιάκωβον και τον Ιωάννην, τα παιδιά του Ζεβεδαίου, που ήσαν συνεταίροι του Σιμωνος. Και είπεν ο Ιησούς προς τον Σιμωνα· “μη φοβάσαι· από τώρα θα πιάνης με τα δίκτυα του κηρύγματός σου ζωντανούς ανθρώπους και θα τους οδηγής εις την βασιλείαν των ουρανών”.
Και αφού έφεραν πάλιν εις την ξηράν τα πλοία, αφήκαν ολα, και ψάρια και δίκτυα και πλοία, και ηκολούθησαν ως πιστοί μαθηταί τον Χριστόν.

1η Σεπτεμβρίου- Αρχή της Ινδίκτου-«Κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν»

αναρτήθηκε στις 31 Αυγ 2019, 11:16 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 31 Αυγ 2019, 11:16 π.μ. ]

 


ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. δ΄ 16-22
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄Τιμ. β΄1-7

 Αρχή της Ινδίκτου σήμερα. Δηλαδή αρχή ενός νέου εκκλησιαστικού έτους ιδιαίτερα αγαπητού, αλλά και αποδεκτού, τόσο από τον Θεό, όσο και από τους ανθρώπους. Αγαπητού από τον Θεό, γιατί μέσα από αυτό εκδηλώνεται η αγαθότητα του Θεού με την προσφορά της συγχώρεσης και κατ’ επέκταση της λύτρωσης σε όλους τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα, όμως, αγαπητού και από εμάς τους ανθρώπους, νοουμενου ότι γινόμαστε αποδέκτες αυτής της προσφοράς και συγκατάβασης του Θεού.
Σήμερα, λοιπόν, εγκαινιάζεται από τον Χριστό μια νέα περίοδος. Είναι η περίοδος του λυτρωτικού και σωτηρίου έργου Του, όπως ακριβώς την κατέγραψε και προφητικά την εξήγγειλε οκτακόσια χρόνια πριν ο Προφήτης Ησαΐας. «Πνεύμα Κυρίου επ’ εμέ, ου είνεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους την καρδίαν, κηρύξαι αιχμαλώτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν, αποστείλαι τεθραυσμένους εν αφέσει, κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν».

Η περίοδος που εγκαινιάζεται σήμερα από τον Χριστό, είναι περίοδος ευαγγελισμού, μεταφέροντας στους ανθρώπους το διπλό μήνυμα, που είναι ο ερχομός του Μεσσία, του Λυτρωτή, στο πρόσωπο του Χριστού και της προσφοράς, μέσω Αυτού, της συγχώρεσης των αμαρτιών των ανθρώπων, που επιτεύχθηκε με τη Σταυρική Του θυσία. Το χαρμόσυνο μήνυμα της εξόδου των ανθρώπων από την πνευματική φτώχεια, στην οποία οδηγήθηκαν ένεκα της πτώσης και της αμαρτίας, εξαγγέλλει σήμερα ο ίδιος ο Χριστός με την υλοποίηση της Προφητείας στο πρόσωπό Του, λέγοντας «ότι σήμερον πεπλήρωται η γραφή αύτη εν τοις ωσίν υμών» «Σήμερα βρίσκει την εκπλήρωση της η Προφητεία που μόλις ακούσατε».
Ο Μεσσίας, κατά τον Προφήτη Ησαΐα, διαφέρει από τους ως τώρα απεσταλμένους του Θεού, τόσο ως προς τη φύση, όσο και ως προς την αποστολή. Σε αντίθεση με τους ως τώρα απεσταλμένους του Θεού, οι οποίοι ήταν άνθρωποι «κεχρισμένοι ελαίω » , ο Μεσσίας ως Θεός αληθινός, με την ενανθρώπηση «ατρέπτως» γίνεται για χάρη μας άνθρωπος. Μάλιστα, κατά τον Κύριλλο Αλεξανδρείας: «Μεθ’ ημών κέχρισται τω ελαίω της αγαλλιάσεως, του Πνεύματος αυτώ παρά τον Ιορδάνην επιφοιτήσαντος εν είδει περιστεράς».
Ως Χριστός, διαφέρει από τους «χριστούς Κυρίου» , όχι μόνο γιατί πάνω Του επαναπαύεται το «Πνεύμα Κυρίου» , αλλά και γιατί Αυτό εργάζεται για το σωτηριώδες έργο Του, ενώ το έργο των πιο πάνω απεσταλμένων του Θεού, ήταν να μεταφέρουν το μήνυμα του Θεού σαν αγγελιοφόροι Του, να προαναγγείλουν και να προετοιμάσουν τους ανθρώπους για τον ερχομό του Μεσσία. Ο ίδιος έρχεται και με διαφορετική αποστολή.
Ακούσαμε σήμερα να προαναγγέλλεται γι’ Αυτόν: «ότι ο Κύριος με έχρισε ως άνθρωπο και με έστειλε να κηρύξω το ευαγγέλιο της βασιλείας σ’ εκείνους που στερούνται τη χάρη του Θεού, δηλαδή τους εθνικούς και τους απίστους, να θεραπεύσω τους τσακισμένους ψυχικά, στους αιχμαλώτους από την αμαρτία να φέρω λευτεριά και ν’ αναγγείλω στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους, να αναγγείλω τον ερχομό του καιρού που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στον λαό Του».
Ο Χριστός, ως Μεσσίας, ήρθε για να μεταφέρει στους ανθρώπους το μήνυμα της συμφιλίωσης και να σαλπίσει τη σάλπιγγα του νέου Ιωβηλαίου. Του Ιωβηλαίου της συγχώρεσης των αμαρτιών των ανθρώπων. Αυτή την προσφορά της συγχώρεσης την πέτυχε με την σταυρική Του θυσία. Κι ενώ η προσφορά της σωτηρίας είναι γεγονός και μάλιστα καθολικό για όλους τους ανθρώπους, εκείνο που απομένει είναι να αποδεχθούμε οι άνθρωποι αυτή την προσφορά και να σωθούμε. Εμείς, όμως, θέλουμε και πολύ περισσότερο επιδιώκουμε αυτή τη σωτηρία; Αν ναι, τότε μπορούμε να προχωρήσουμε από το «θέλω» στο «μπορώ», γιατί βρισκόμαστε στη νέα εποχή που εγκαινίασε ο Χριστός συμφιλιώνοντας τον Θεό με τον άνθρωπο. Μια εποχή όπου η σωτηρία μπορεί να γίνει πραγματικότητα, αν ο κάθε ένας από εμάς την επιδιώξει ελεύθερα.
Γιατί, ναι μεν ο Θεός θέλει όλοι να σωθούμε, αλλά την ίδια στιγμή δεν μας αναγκάζει να σωθούμε. Ο Απόστολος Παύλος , θέλοντας να τονίσει ότι η σωτηρία υπάρχει ως δυνατότητα για όλους, αλλά την ίδια στιγμή είναι και προσωπική υπόθεση, μας καλεί να εκμεταλλευτούμε αυτή τη στιγμή για να σωθούμε. Γιατί, κανένας δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι θα υπάρξουν κι άλλες στιγμές εκτός από τη σημερινή. Για τούτο και ο Απόστολος Παύλος υπογραμμίζει «ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας». «Να τώρα είναι ο καιρός της χάρης, τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας». Και κάθε μέρα της ζωής θα πρέπει να την τοποθετούμε μέσα σ’ αυτή την προοπτική της ελπίδας και της αιωνιότητας.
Αδελφοί μου, η σημερινή αρχή της Ινδίκτου, ας γίνει για τον καθένα από μας η αφορμή μιας νέας ζωής. Μιας ζωής που θα τη χαρακτηρίζει η ευσέβεια και η ευπρέπεια από κάθε άποψη. Όσοι αρχίσαμε τον αγώνα ας τον εντείνουμε. Όσοι καθυστερήσαμε, ας αρχίσουμε από τώρα. Ο Θεός είναι τόσο φιλάνθρωπος που δεν θα μας απορρίψει. Γιατί, κατά τον υμνωδό, ο Θεός «δέχεται κοντά Του, τόσο εκείνον που εργάστηκε από την πρώτη ώρα, όπως κι εκείνον που έφτασε τη δωδεκάτη». Ο Θεός παρατείνοντας από φιλανθρωπία τη ζωή μάς περιμένει. Όμως, ως πότε; Η ζωή είναι όχι μόνο σύντομη, αλλά και απρόσμενη. Ας μην περιμένουμε μοιρολατρικά το τέλος. Ας αγωνιστούμε για να μας βρει αυτό το «τέλος» στις επάλξεις. Ο Χριστός, με τη συγκατάβαση, τη θυσία και την αγάπη Του, δημιούργησε τις προϋποθέσεις. Ας αξιοποιήσουμε αυτές τις ευνοϊκές προϋποθέσεις με μια ήρεμη και ειρηνική ζωή, με ευσέβεια, με ευπρέπεια, με ευχαριστία και προσευχή «υπέρ πάντων ανθρώπων». Αμήν. 

1-10 of 1111