Επίκαιρα

Κυριακή μετά τα Φώτα - Η Ανατολή του Φωτός

αναρτήθηκε στις 9 Ιαν 2021, 7:15 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Ιαν 2021, 7:15 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἐφεσ. δ΄ 7-13

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. δ΄ 12-17

Η ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ

Κυριακὴ μετὰ τὰ Φῶτα σήμερα καὶ ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ μᾶς διατηρεῖ στὴ φωτοπλημμύρα τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανίων, καθὼς μᾶς περιγράφει τὴν ἀνατολὴ τοῦ πνευματικοῦ Φωτὸς στὸν κόσμο. Μᾶς μεταφέρει στὴν ἀρχὴ τῆς δημόσιας δράσεως τοῦ Κυρίου.

1. Στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας

Ὁ Πρόδρομος Ἰωάννης εἶχε ὁδηγηθεῖ στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν βασιλιὰ Ἡρώδη, ἐπειδὴ τὸν ἤλεγξε γιὰ τὶς ἄνομες πράξεις του. Ὁ Ἰησοῦς πληροφορήθηκε τὸ γεγονὸς καὶ πηγαίνει στὴ Γαλιλαία γιὰ νὰ ξεκινήσει ἀπὸ ἐκεῖ τὸ κήρυγμά του. Κάνει κέντρο του τὴν Καπερναούμ, ποὺ ἦταν πόλη κτισμένη κοντὰ στὴν Τιβεριάδα θάλασσα. Ἐκεῖ κατοικοῦσαν μαζὶ Ἰουδαῖοι καὶ εἰδωλολάτρες, καὶ ὁ λαὸς τῆς περιοχῆς ἦταν βυθισμένος στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς ἄγνοιας καὶ τῆς πλάνης.

Ἐκπληρώθηκε ἔτσι ἡ προφητεία τοῦ προφήτη Ἡσαΐα, ὁ ὁποῖος πρὶν ἀπὸ ἑκατον­τάδες χρόνια προεῖδε καὶ εἶπε ὅτι ἡ χώρα τῆς φυλῆς Ζαβουλὼν καὶ ἡ χώρα τῆς φυλῆς Νεφθαλείμ, ποὺ ἐκτείνον­ται κοντὰ στὴ θάλασσα καὶ πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμό, στὰ ἀνατολικά του· ἡ Γαλιλαία, στὴν ὁποία κατοικοῦν πολλοὶ ἐθνικοί· ὁ λαὸς αὐτὸς ποὺ κάθεται καθηλωμένος καὶ ἀκίνητος στὸ πνευματικὸ σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης καὶ τῆς ἀσέβειας, εἶδε μεγάλο πνευματικὸ Φῶς, τὸν Χριστό. Ἔλαμψε φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ σ᾿ ἐκείνους ποὺ κάθονται στὴ χώρα ποὺ σκιάζεται ἀπὸ τὸ πυκνότατο σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.

«Ἐν σκότει… ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου». Μὲ τὶς λέξεις αὐτὲς ὁ μεγάλος Προφήτης περιγράφει τὴν κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸν κόσμο πρὶν ἔλ­θει ὁ Χριστός: ἀσέβεια, ἄγνοια, ἀνηθικότητα καὶ πλάνη. Οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ λάτρευαν τὰ εἴδωλα. Τὴ στιγμὴ ὅμως, ποὺ εἶχε πυκνώσει τόσο πολὺ τὸ σκοτάδι, αὔγασε τὸ πιὸ γλυκὸ Φῶς. Οὐράνιο φῶς, θεϊκό. Πολὺ ἀνώτερο ἀ­πὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου: τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ, τὸ κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου. Τὸ φῶς ποὺ ἄλλαξε τὴν πορεία τῶν ἀν­θρώπων.

Δύο χιλιάδες χρόνια μετὰ τὴν ἀνατολὴ ἐκείνη τὸ ὑπερκόσμιο φῶς τοῦ Χριστοῦ λάμπει στὸν κόσμο καὶ δὲν πρόκειται ποτὲ νὰ δύσει, ὅσο κι ἂν τὰ μαῦρα σύννεφα τῆς ἁμαρτίας τὸ κρύβουν πρὸς στιγμὴ ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων. Συνεχίζει νὰ λάμπει, νὰ δίνει χρῶμα καὶ ζωὴ στὴν κτίση, νὰ θερμαίνει τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Ὅπως δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ σβήσει τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ἀντίστοιχα κανένας πολέμιος τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Εὐαγγελίου του δὲν ἔχει τὴ δύναμη νὰ σκιάσει τὸ ἀνέσπερο φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ τὸ κρύψει ἀπὸ τὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων.

2. Ἡ οὐράνια Βασιλεία

Ἀπὸ τὴν Καπερναοὺμ λοιπὸν ξεκίνησε τὸ κήρυγμά του ὁ Χριστός. Καὶ ἦταν κήρυγμα μετανοίας, ἴδιο μὲ τὸ κήρυγμα τοῦ Προδρόμου: «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Μετανοεῖτε, διότι πλησίασαν οἱ ἡμέρες ποὺ ὁ Μεσσίας θὰ ἐγκαθιδρύσει καὶ στὴ γῆ τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν μὲ τὴ νέα, πνευματική, ἁγία καὶ οὐράνια ζωή, ἡ ὁποία θὰ μεταδίδεται μέσα στὴν Ἐκκλησία του.

Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐπάνω στὴ γῆ, ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία. Εἶναι πνευματικὴ Βασιλεία. Πολὺ ἀνώτερη ἀπὸ τὴ βασιλεία ποὺ προσδοκοῦσαν οἱ Ἑβραῖοι, νὰ ἐξουσιάζουν δηλαδὴ μὲ τὴ δύναμή τους ὅλο τὸν κόσμο. Τὴ Βασιλεία του τὴν ἵδρυσε ὁ Χριστὸς στὴ γῆ μὲ τὸ ἀπολυτρωτικό του ἔργο, καὶ ἀποστολή της εἶναι νὰ ἀνεβάζει τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους στὸν οὐρανό· νὰ τοὺς κάνει Ἁγίους. Εἶναι Βασιλεία οὐράνια· ἐγκατεστημένη μὲν στὴ γῆ, τελειούμενη ὅμως στοὺς οὐρανοὺς κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα, ὅπως σημειώνει ὁ ἱερὸς Αὐγουστῖνος (βλ. Παν. Τρεμπέλα, Δογματική, τόμος Β΄, σελ. 321). Μέσα στὴν Ἐκκλησία ὅλα θυμίζουν οὐρανό. Ὅλα εἶναι πλημμυρισμένα ἀπὸ τὸ οὐράνιο θεϊκὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Μέλη αὐτῆς τῆς Βασιλείας, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας, εἴμαστε ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἀπὸ τὴν ἱερὴ ὥρα τοῦ Βαπτίσματός μας. Γευόμαστε τὴν ἁγιαστικὴ Χάρι τῶν ἱερῶν Μυστηρίων. Κοινωνοῦμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Πλήρως ὅμως θὰ ἀπολαμβάνουμε τὰ ἀγαθά της μετὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, στὴν αἰωνιότητα. Ἐκεῖ θὰ εὐφραινόμαστε μὲ τὴν ἀπερίγραπτη σὲ κάλλος μορφὴ τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θὰ Τὸν βλέπουμε διαρκῶς ὅπως εἶναι, στὴν κατάσταση τῆς θείας δόξας του καὶ τῆς ὑπερκόσμιας λαμπρότητάς του. Ἐκεῖ καὶ οἱ σεσωσμένοι πιστοὶ θὰ ἀντανακλοῦμε σὰν ἄλλοι πνευματικοὶ καθρέπτες τὸ θεϊκὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ.

Η Γέννηση του Χριστού, το Μέγα Μυστήριον, του Φώτη Κόντογλου

αναρτήθηκε στις 24 Δεκ 2020, 7:34 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Δεκ 2020, 7:34 π.μ. ]




Μυστήριον ξένον, λέγει ο Υμνωδός, τη Γέννηση του Χριστού, το να γεννηθεί σαν άνθρωπος, όχι κανένας προφήτης, όχι κανένας άγγελος, άλλα ο ίδιος ο Θεός! Ο άνθρωπος, θα μπορούσε να φθάσει σε μία τέτοια πίστη; Οι φιλόσοφοι και οι άλλοι τετραπέρατοι σπουδασμένοι ήτανε δυνατὸ να παραδεχθούν ένα τέτοιο πράγμα; Απὸ την κρισάρα της λογικής τους δεν μπορούσε να περάσει η παραμικρὴ ψευτιά, όχι ένα τέτοιο τερατολόγημα! Ο Πυθαγόρας, ο Εμπεδοκλής κι άλλοι τέτοιοι θαυματουργοί, που ήτανε και σπουδαίοι φιλόσοφοι, δεν μπορέσανε να τους κάνουνε να πιστέψουνε κάποια πράγματα πολὺ πιστευτά, και θα πιστεύανε ένα τέτοιο τερατολόγημα; Γι᾿ αυτὸ ο Χριστὸς γεννήθηκε ανάμεσα σε απλοὺς ανθρώπους, ανάμεσα σε απονήρευτους τσοπάνηδες, μέσα σε μία σπηλιά, μέσα στο παχνί, που τρώγανε τα βόδια.
Κανένας δεν τον πήρε είδηση, μέσα σε εκείνον τον απέραντο κόσμο, που εξουσιάζανε οι ρωμαίοι, για τούτο είχε πει ο προφήτης Γεδεών, πως θα κατέβαινε ήσυχα στον κόσμο, όπως κατεβαίνει η δροσιὰ απάνω στο μπουμπούκι του λουλουδιού, «ὡς ὑετὸς ἐπὶ πόκον». Ανάμεσα σε τόσες μυριάδες νεογέννητα παιδιά, ποιος να πάρει είδηση το πιο πτωχὸ απὸ τα πτωχά, εκείνο που γεννήθηκε όχι σε καλύβι, όχι σε στρούγκα, αλλὰ σε μία σπηλιά; Και κείνη ξένη, γιατὶ την είχανε οι τσομπαναρέοι να σταλιάζουνε τα πρόβατά τους.
Το «ὑπερεξαίσιον καί φρικτὸν μυστήριον» της Γεννήσεως του Χριστού έγινε τον καιρὸ που βασίλευε ένας μοναχὰ αυτοκράτορας απάνω στη γη, ο Άγουστος, ο ανιψιὸς του Καίσαρα, ύστερα απὸ μεγάλη ταραχὴ και αιματοχυσία ανάμεσα στον Αντώνιο απὸ τη μία μεριά, και στον Βρούτο και τον Κάσσιο απὸ την άλλη. Τότε γεννήθηκε κι ο ένας και μοναχὸς πνευματικὸς βασιλιάς, ο Χριστός. Κι᾿ αυτὸ το λέγει η ποιήτρια Κασσιανὴ στο δοξαστικὸ που σύνθεσε, και που το ψέλνουνε κατὰ τον Εσπερινό των Χριστουγέννων: «Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ πολυαρχία τῶν ἄνθρωπων ἐπαύσατο. Καὶ Σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς ἁγνῆς ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται. Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον αἱ πόλεις γεγένηνται. Καὶ εἰς μίαν δεσποτείαν Θεότητος τὰ ἔθνη ἐπίστευσαν…».
Τη Γέννηση του Χριστού την προφητέψανε οι Προφήτες. Πρώτος απ᾿ όλους την προφήτεψε ο πατριάρχης Ιακώβ, τη μέρα που ευλόγησε τους δώδεκα υιούς του, και είπε στον Ιούδα «δεν θα λείψει άρχοντας απὸ τον Ιούδα μήτε βασιλιὰς απὸ το αίμα του, ως που να έλθει εκείνος, για τον όποιον είναι γραμμένο να βασιλεύει απάν᾿ απ᾿ όλους, κι αυτὸν τον περιμένουμε όλα τα έθνη». Ως τον καιρὸ που γεννήθηκε ο Χριστός, οι Ιουδαίοι, το γένος του Ιούδα, είχανε άρχοντες, δηλαδὴ κριτὲς και αρχιερείς, που ήτανε κ᾿ οι πολιτικοὶ άρχοντές τους. Αλλὰ τότε για πρώτη φορὰ έγινε άρχοντας της Ιουδαίας ο Ηρώδης, που ήτανε εθνικός και έβαλε αρχιερέα τον Ανάνιλον «αλλογενή», ενώ οι αρχιερείς είχανε πάντα μητέρα Ιουδαία. Τελευταίος Ιουδαίος αρχιερεὺς στάθηκε ο Υρκανός. Και οι άλλοι προφήτες προφητέψανε τη Γέννηση του Χριστού, προπάντων ο Ησαΐας. Τη Γέννηση του Χριστού τη λένε οι υμνωδοὶ «τὸ πρὸ αἰώνων ἀπόκρυφον καὶ Ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον», κατὰ τα λόγια του Παύλου που γράφει: «Ἐμοὶ τῷ ἐλαχιστοτέρῳ πάντων τῶν ἁγίων ἐδόθη ἡ χάρις αὐτὴ ἐν τοῖς ἔθνεσιν εὐαγγελίσασθαι τὸν ἀνεξιχνίαστον πλοῦτον τοῦ Χριστοῦ καὶ φωτίσαι πάντας τίς ἡ οἰκονομία τοῦ μυστηρίου τὸν ἀποκεκρυμμένου ἀπὸ τῶν αἰώνων ἐν τῷ Θεῷ, τῷ τὰ πάντα κτίσαντι διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἵνα γνωρισθῇ νῦν ταῖς ἀρχαῖς καὶ ταῖς ἐξουσίαις ἐν τοῖς ἐπουρανίοις διὰ τῆς ἐκκλησίας ἡ πολυποίκιλος σοφία τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. γ´ 8-10). Ο απόστολος Παύλος λέγει, πως αυτὸ το μυστήριο δεν το γνωρίζανε καθαρὰ και με σαφήνεια ούτε οι Άγγελοι, γι᾿ αυτὸ ο αρχάγγελος Γαβριὴλ με τρόμο το είπε στην Παναγία. Και στους Κολασσαείς γράφοντας ο θεόγλωσσος Παύλος, λέγει: «Τὸ μυστήριον τὸ ἀποκεκρυμμένον ἀπὸ τῶν αἰώνων καὶ ἀπὸ τῶν γενεῶν, νυνὶ ἐφανερώθη τοῖς ἁγίοις αὐτοῦ, οἷς ἠθέλησε ὁ Θεὸς γνωρίσαι τὶς ὁ πλοῦτος, τῆς δόξης τοῦ μυστηρίου τούτου ἐν τοῖς ἔθνεσιν, ὃς ἐστὶ Χριστὸς ἐν ἡμῖν ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης». Λέγει, πως φανερώθηκε αυτὸ το μυστήριο στους Αγίους, που θέλησε ο Θεὸς να το μάθουνε, και αυτοὶ θα το διδάσκανε στα έθνη; στους ειδωλολάτρες, που προσκυνούσανε για θεοὺς πέτρες και ζώα και διάφορα αλλὰ κτίσματα.
Εξακόσια χρόνια προ Χριστού ο βασιλιὰς Ναβουχοδονόσορ είδε στο όνειρό του, πως βρέθηκε μπροστά του ένα θεόρατο φοβερὸ άγαλμα, καμωμένο απὸ χρυσάφι, ασήμι, χάλκωμα, σίδερο και σεντέφι: Κι άξαφνα ένας βράχος ξεκόλλησε απὸ ένα βουνὸ και χτύπησε το άγαλμα και το ‘κανε σκόνη. Και σηκώθηκε ένας δυνατὸς άνεμος και σκόρπισε τη σκόνη, και δεν απόμεινε τίποτα. Ο βράχος όμως που τσάκισε το άγαλμα έγινε ένα μεγάλο βουνό, και σκέπασε όλη τη γη. Τότε ο βασιλιὰς φώναξε τον προφήτη Δανιὴλ και ζήτησε να τού εξηγήσει το όνειρο.
Κι ο Δανιὴλ το εξήγησε καταλεπτώς, λέγοντας πως τα διάφορα μέρη του αγάλματος ήτανε οι διάφορες βασιλείες, που θα περνούσανε απὸ τον κόσμο ύστερα απὸ τον Ναβουχοδονόσορα και πως στο τέλος ο Θεὸς θα αναστήσει κάποια βασιλεία που θα καταλύσει όλες τις βασιλείες, όπως ο βράχος που είχε δει στο ενύπνιο του εξαφάνισε το άγαλμα με τα πολλὰ συστατικά του: «Καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις τῶν βασελέων ἐκείνων, ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τοὺς αἰῶνας οὐ διαφθαρήσεται», «κάποιο βασίλειο, λέγει, που δεν θα καταλυθεί ποτὲ στους αιώνες των αιώνων».
Αυτή η βασιλεία η αιώνια, η άφθαρτη, είναι η βασιλεία του Χριστού, η βασιλεία της αγάπης στις ψυχὲς των ανθρώπων και ιδρύθηκε με την αγία Γέννηση του Κυρίου που γιορτάζουμε σήμερα. Και επειδή είναι τέτοια βασιλεία, γι᾿ αυτὸ θα είναι αιώνια, γι᾿ αυτὸ δεν θα χαλάσει ποτέ, όπως γίνεται με τις άλλες επίγειες και υλικὲς βασιλείες. Όπως ο βράχος μεγάλωνε κι έγινε όρος μέγα και σκέπασε τη γη, έτσι και το κήρυγμα του Ευαγγελίου ξαπλώθηκε σ᾿ όλη την οικουμένη, με το κήρυγμα των Αποστόλων: «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος αὐτῶν, καὶ εἰς τὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης τὰ ῥήματα αὐτῶν».
Ώστε βγήκε αληθινὴ η αρχαιότερη προφητεία του Ιακώβ, πως σαν πάψει η εγκόσμια εξουσία των Ιουδαίων, θα έρθει στον κόσμο εκείνος που προορίστηκε, «ἡ προσδοκία τῶν ἐθνῶν».
Σημείωσε πως οι Εβραίοι πιστεύανε πως η φυλή τους μονάχα ήταν βλογημένη, και πως ο Θεὸς φρόντιζε μονάχα γι᾿ αυτή, και πως οι άλλοι λαοί, «τα έθνη», ήταν καταραμένα και μολυσμένα κι ανάξια να δεχτούν τη φώτιση τού Θεού. Λοιπὸν είναι παράξενο να μιλά η προφητεία του Ιακώβ για τα έθνη, για τους ειδωλολάτρες θα περιμένουν τον Μεσσία να τους σώσει και μάλιστα να μη λέει καν πως τον αναμενόμενο Σωτήρα τον περιμένανε οι Ιουδαίοι μαζὶ με τα έθνη, αλλὰ να λέει πως τον περιμένανε μονάχα οι εθνικοί: «και αυτὸς προσδοκία εθνών». Όπως κι έγινε. Γιατί, τη βασιλεία που ίδρυσε ο Χριστὸς στον κόσμο, τη θεμελίωσαν μεν οι απόστολοι, που ήταν Ιουδαίοι, αλλὰ την ξαπλώσανε και την στερεώσανε με τους αγώνες τους και με το αίμα τους οι άλλες φυλές, «τα έθνη».
Είναι ολότελα ακατανόητο, για το πνεύμα μας, το ότι κατέβηκε ο Θεὸς ανάμεσά μας σαν άνθρωπος συνηθισμένος και μάλιστα σαν ο φτωχότερος απὸ τους φτωχούς. Αυτή τη μακροθυμία μονάχα άγιες ψυχὲς είναι σε θέση να τη νιώσουνε αληθινά, και να κλάψουνε απὸ κατάνυξη.

Κυριακή προ της Χριστού Γεννήσεως - Θεός και άνθρωπος

αναρτήθηκε στις 19 Δεκ 2020, 7:01 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 19 Δεκ 2020, 7:01 π.μ. ]


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ:  Ἑβρ. ια΄ 9-10, 32-40

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. α΄ 1-25


1. «ΙΗΣΟΥΣ»

Τήν Κυριακή πρίν ἀπό τήν Γέννηση τοῦ Κυρίου μας, ὁ εὐ­αγ­γε­λι­στής Μα­­τ­θαῖ­ος μᾶς πα­ρου­σιάζει ὅλη ἐκείνη τήν πο­ρεία τῶν κατά σάρκα προπα­τό­ρων τοῦ Κυρίου μας, οἱ ὁποῖοι ἔζη­σαν καί πέ­θα­ναν μέ τήν προσμονή τοῦ Μεσσία. Σύμ­φωνα μέ τόν γενεα­λο­γικό αὐτό κατά­λο­γο οἱ προ­πά­τορες χω­ρί­ζονται σέ τρεῖς περιόδους πού ἡ καθεμία περιέχει δεκα­τέσσερις γενιές. Ἡ πρώ­τη ἀπό τόν Ἀ­βρα­άμ μέχρι τόν Δα­βίδ, ἡ δεύ­­τερη ἀ­πό τόν Δαβίδ μέχρι τήν ἐποχή πού οἱ Ἰου­δαῖ­οι μετα­φέρ­θη­καν αἰχμά­λω­τοι στήν Βαβυλῶ­να, καί ἡ τρίτη ἀπό τήν αἰχμαλω­σί­α αὐτή μέ­χρι τή γέννηση τοῦ Χριστοῦ.

Στή συνέχεια ὁ ἱερός εὐαγγελιστής μᾶς παρου­σι­ά­ζει τό μέγα μυστήριο τῆς γεν­νήσεως τοῦ Κυ­ρίου μας. Μᾶς λέει ὅτι ὅταν ἡ Παρθένος Μαρία ἀρρα­βω­­νιά­σθη­κε τόν Ἰωσήφ πρίν ἀ­κό­μη συγκα­τοι­κή­σει στό σπίτι του, βρέ­θη­κε ἔγκυος μέ τήν ἐπ­ενέρ­γεια τοῦ Ἁγί­ου Πνεύ­μα­τος. Ὅ­ταν ὅμως ὁ Ἰωσὴφ ἀντιλή­φθη­κε τήν ἐγ­κυμο­σύ­νη της, ταράχθηκε πολύ. Ἐπειδή ὅμως ἦταν ἐνά­ρε­τος καί δέν ἤθελε νά τή διαπομπεύσει, σκέφθηκε νά τῆς δώ­σει μυ­στι­­κά διαζύγιο. Καθώς λοι­πόν βασανι­ζόταν ἀπ’ αὐ­τούς τούς φοβερούς λο­γι­σμούς, ἕνας ἄγ­γε­λος τοῦ Θεοῦ τοῦ ἐμ­φα­­νίστηκε σέ ὄνειρο καί τοῦ εἶ­πε: Ἰω­σὴφ ἀπό­γο­νε τοῦ Δαβίδ, μή διστά­σεις νά παρα­λάβεις στό σπίτι σου τή Μα­ρία, τή μνηστή σου. Διότι τό παιδί πού ἔχει μέσα της προέρχεται ἀπό τήν ἐπ­εν­­έρ­γεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Θά γεννήσει υἱό καί σύ θά τοῦ δώ­σεις τὸ ὄνομα «Ἰησοῦς», τό ὁποῖο ση­μαί­νει «σω­τή­ρ»· Καί θά τοῦ δώσεις αὐτό τό ὄνομα, διότι αὐτός θά σώ­σει τόν λαό του τόν Ἰσραήλ ἀπ’ τίς ἁμαρ­τίες του.

Γιατί ὅμως ὁ ἄγγελος δίνει ἐντολή στόν Ἰωσήφ νά ὀνο­μά­σει τόν υἱό τῆς Παρθένου Ἰησοῦ, δηλαδή Σω­τή­ρα; Διότι μέ τό ὄνομα αὐτό ὁ Θεός ἀπεκάλυπτε τό με­γα μυ­στή­ριο, πού ἦταν κρυμμένο μέσα στούς αἰῶ­νες: ὅτι ὁ Κύριος Ἰη­σοῦς δέν θά εἶναι ἕνας ἐπίγειος βα­σι­λεύς, πού θά λυτρώσει ἐθνικά καί πολιτικά τόν ἰσραη­λη­τικό λαό, ἀλλά Σωτήρ πού θά σώσει τήν ἀνθρω­πό­τητα ἀπό τή σκλαβιά τῆς ἁμαρτίας, τοῦ δια­βό­λου, καί τῆς φθορᾶς. Σωτήρ πού θά σηκώσει ἐπάνω του τό βά­ρος τῶν ἁμαρ­τι­ῶν τῆς ἀνθρωπότητος καί θά θυ­σι­α­σθεῖ προσφέ­ρον­τας τή ζωή του γιά νά λυ­τρώ­σει τό ἀνθρώπινο γένος. Μά πῶς ὅμως θά μπο­ροῦ­σε νά γίνει αὐτό; Ποιός ἄν­θρω­­πος θά μποροῦσε νά ἐπι­τελέσει ἕνα τόσο μεγάλο θεϊκό ἔργο; Τόσοι προφῆ­τες καί δίκαιοι στήν Παλαιά Διαθήκη δέν μπόρεσαν νά ἀναστήσουν καί νά σώσουν τό ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος. Πῶς λοιπόν θά μποροῦσε νά τό λυτρώσει ὁ «Ἰη­σοῦς»; Τήν ἀπάν­τη­ση τή δίνει κατόπιν ὁ ἱερός εὐ­αγ­­­γε­λι­στής.

2. «ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ»

Ὁ εὐαγγελιστής στή συνέχεια τονίζει ὅτι μέ τήν ὑπερ­φυσική σύλληψη τῆς Παρθένου, ἐπα­λη­θεύ­τη­κε πλή­ρως αὐτό πού εἶπε ὁ Θε­ός μέ τό στόμα τοῦ προ­φήτου Ἡ­σαΐα, πολλούς αἰῶ­νες πρίν: Ἰδού, ἡ παρθένος θά συλλά­βει καί θά γεννήσει υἱό, καί θά τόν ὀνο­μά­σουν Ἐμμα­νουήλ, ὄνομα πού σημαίνει: «ὁ Θεός εἶναι μαζί μας». Ὅταν λοιπόν ὁ Ἰωσήφ ση­κώ­θηκε ἀπό τόν ὕπνο του, ἔκανε ὅπως τοῦ εἶπε ὁ ἄγγελος τοῦ Κυ­ρίου. Πα­ρέλαβε τή μνηστή του στό σπίτι του. Καί δέν ἦλθε σέ σχέση συζυγική μαζί της ποτέ. Και ἦρθε ἡ με­γά­λη ὥρα πού ἡ παρ­θέ­νος γέν­­νησε τόν πρῶτο καί μο­νά­­κρι­βο γιό της. Καί ὁ Ἰω­σήφ τοῦ ἔδωσε τό ὄνομα Ἰη­σοῦς.

Γιά ποιό λόγο ὅμως ὁ προφήτης Ἡσαΐας ἀνα­φέρει ἀντί γιά τό ὄνομα «Ἰη­σοῦς» τό δεύτερο αὐτό ὄνομα, «Ἐμ­μα­νου­ήλ»; Διότι μέ τό ὄνομα αὐτό συνεσκι­α­σμέ­να μᾶς ἀποκαλύ­πτει ὅτι ὁ Μεσσίας δέν θά εἶ­ναι μόνον ἄν­θρωπος. Θά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θε­ός πού θά κατέλ­θει στή γῆ μας καί θά γίνει ἄν­θρω­πος. Αὐτός θά ἀφήσει τή δόξα τοῦ οὐρα­νοῦ καί θά κατεβεῖ στή γῆ μας.

Βέβαια τό μέγα αὐτό μυστήριο εὔκολα τό διακη­ρύτ­του­με. Ἐάν ὅμως τό σκε­φτό­μα­σταν λίγο βαθύτερα, θά σιωπούσαμε, δέν θά μπορούσαμε νά τό χωρέσουμε στό νοῦ μας. Ἀλλά καί στήν ἐποχή τοῦ Κυρίου μας, κανείς δέν θά μποροῦσε νά δια­νο­ηθεῖ μιά τέτοια ἀλήθεια. Οἱ Ἑβραῖοι μά­λι­στα πού δέν τολ­μοῦ­σαν οὔτε νά προφέ­ρουν τό ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ποῦ νά φαντασθοῦν ὅτι ὁ Θε­ός θά γινόταν ἄν­θρωπος. Καί οἱ μαθητές τοῦ Κυ­ρί­ου ἐπί τρία χρό­νια δέν εἶχαν κα­ταλάβει ποιόν εἶχαν ἀνά­με­σά τους. Μετά τήν Πεν­τη­­κοστή τό κατάλαβαν. Εἶ­χαν δί­πλα τους τόν ἴδιο τόν Θεό καί δέν εἶχαν πάρει εἴ­δηση. Ἀλλά κι ἐμεῖς σήμερα πῶς νά συλλάβουμε ὅτι ὁ ἴδι­ος ὁ Θεός, ὁ δημιουρ­γός τοῦ σύμ­παντος ἔγινε ἄν­θρω­πος; ὅτι φόρεσε τήν ἀνθρώπινη σάρκα γιά νά τήν ἀνα­και­­νί­σει καί νά μᾶς ἀνεβάσει ἐκεῖ πού εἶναι ὁ ἴδιος, νά μᾶς κάνει θεούς; Ἄν τό εἴχαμε κατα­νοήσει αὐτό θά ἄλ­λα­ζε ἠ ζωή μας. Θά ἀντιμετωπίζαμε διαφορετικά τά πάν­τα γύρω μας, τίς δυσκο­λί­ες καί τούς πειρασμούς καί τίς ἀποτυχίες καί τίς ἐπιτυχίες τῆς ζωῆς. Θά αἰ­σθα­νόμασταν καί θά ζού­σαμε τήν παρουσία τοῦ θεαν­θρώ­που Κυρίου μας δι­αρκῶς στή ζωή μας.

Καθώς λοιπόν πλησιάζουν Χριστούγεννα, ἄς προ­σ­πα­θήσουμε, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά αἰσθανθοῦμε τό μέγα αὐτό μυ­στή­ριο  τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Ἄς τό ζήσουμε φέτος βαθύτερα, πνευματι­κό­τε­ρα, ἁγιότερα. Μέ τή συναίσθηση ὅτι ὁ Ἐμμανουήλ, ὁ θεάνθρωπος Κύριος εἶναι μαζί μας, θέλει νά εἶναι μαζί μας. Γιά νά μᾶς λυτρώσει, νά μᾶς μεταμορφώσει καί νά μᾶς ἁγιάσει.

Κυριακή ΙΑ΄ Λουκά - Το ουράνιο Πανηγύρι

αναρτήθηκε στις 12 Δεκ 2020, 6:59 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 12 Δεκ 2020, 6:59 π.μ. ]


 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ:  Κολασ. γ΄ 4-11

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιδ΄ 16-24

1. «ΜΕΓΑ ΔΕΙΠΝΟ»

Στήν πα­ρα­βο­λή αὐ­τή ὁ Κύ­ριός μας ὀ­νο­μά­ζει τήν οὐ­ρά­νιο Βα­σι­λεί­α του ὡς «δεῖ­πνο μέ­γα» στό ὁ­ποῖ­ο κα­λεῖ ὅλους μας νά προσέλθουμε. Για­τί ὅ­μως ἇ­ρα­γε τήν ὀ­νο­μά­ζει ἔ­τσι;

Τήν ὀ­νο­μά­ζει Δεῖ­πνο, δι­ό­τι στή Βα­σι­λεί­α του ὁ Θε­ός θά μᾶς πα­ρα­θέ­τει πνευ­μα­τι­κή καί ὑ­περ­φυ­σι­κή τρά­πε­ζα μέ τά θεῖ­α καί αἰ­ώ­νια ἀ­γα­θά του. Μιά τρά­πε­ζα ἀ­τε­λεύ­τη­τη στόν Οὐ­ρα­νό ὅ­που ὁ ἴ­διος θά μᾶς προ­σφέ­ρει ἀ­πό τόν ἄ­πει­ρο πλοῦ­το τῶν ἀ­γα­θῶν του. Γι’αὐτό ἀ­κρι­βῶς καί ὀ­νο­μά­ζει τό δεῖ­πνο αὐ­τό Μέ­γα! Διότι τό πα­νη­γύ­ρι αὐ­τό θά εἶ­ναι τό πλέ­­ον με­γα­λο­πρε­πέ­στα­το, ἐφό­σον τά πνευ­μα­τι­κά ἀγαθά πού θά μᾶς προσφέρῃ εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτης ἀ­ξί­ας. Ποι­ά εἶ­ναι αὐ­τά; Ὅ,τι ἀ­νώ­τε­ρο μπο­­­­ρεῖ νά γευ­θῇ ἤ νά ἐ­πι­θυ­μή­σῃ κα­νείς: ἡ με­το­χή μας στό φῶς καί τή δό­ξα τοῦ Θε­οῦ, στήν ἁ­γι­ό­τη­τα καί μα­κα­ρι­ό­τη­τά του, ἡ ἀ­νέκ­φρα­στος ἠ­δο­νή πού θά αἰ­σθα­νώ­μα­στε κα­θώς θά ἀ­τε­νί­ζου­με τήν ἀπε­ρί­γραπτη ὡ­ραι­ό­τη­τα τοῦ θεί­ου προ­σώ­που του. Ὅλα τά πλού­τη τοῦ Χρι­­στοῦ, οἱ  ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τοι καί ἀ­νε­ξάν­τλη­τοι θη­σαυ­ροί του, πού θά μᾶς πα­ρα­τί­θεν­ται, θά χορ­ταί­νουν τήν ψυ­χή μας καί θά μᾶς γε­μί­ζουν μέ ἀ­νεί­πω­τη εὐ­φρο­σύ­νη. Στό οὐ­ρά­νιο ὅ­μως αὐ­τό δεῖ­πνο ὁ Κύ­ριός μας θά μᾶς προ­σφέ­ρῃ καί κά­τι ἀσυγκρίτως ἀνώτερο, τό και­νόν πο­τή­ριον, τόν ἴ­διο τόν Ἑ­αυ­τό του, τήν θεί­α Κοι­νω­νί­α μ’ ἕ­ναν ὅμως δι­α­φο­ρε­τι­κό τρό­πο, «καινόν», πού δέν μπο­ροῦ­­με νά συλ­λάβουμε, οὔ­τε νά φα­ν­­τα­σθοῦ­με οὔ­τε νά ἐν­νο­ή­σου­με. Καί θά μᾶς τό προ­σφέ­ρῃ ὁ ἴ­διος ὁ Οἰ­κο­δε­σπό­της τοῦ δεί­πνου, ὁ ὁποῖος καί θά συ­νευ­φραί­νε­ται μα­ζί μας καί θά μᾶς δι­α­κο­νεῖ. Ποιός; Ὁ Μέ­γας, ὁ Ὕ­ψι­στος, ὁ Αἰώ­νιος, ἐ­μᾶς τούς μι­κρούς καί ἐ­λα­χί­στους.

Τό δεῖ­πνο αὐ­τό θά εἶ­ναι ἐ­πι­πλέ­ον με­γά­λο, τό με­γα­λύ­τε­ρο πού ὑ­πῆρ­ξε πο­τέ, δι­ό­τι εἶ­ναι πα­νη­γύ­ρι οἰ­κου­με­νι­κό, πα­νη­γύ­ρι ὅ­λης τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος. Εἶ­ναι κα­λε­σμέ­νοι σ’­αὐ­τό ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅ­λων τῶν λα­ῶν καί τῶν ἐ­πο­χῶν. Δι­ό­τι ὁ Θε­ός ὅ­λους θέ­λει νά μᾶς εἰ­σά­γῃ στήν βα­σι­λεί­α του κα­τά τό ἀ­νε­ξι­χνί­α­στο ἔ­λε­ός του καί κα­τά τόν ἄ­πει­ρο πλοῦ­το τῆς θεί­ας του ἀ­γα­θό­τη­τος. Ἀλ­λά τό πα­νη­γύ­ρι αὐτό θά εἶναι καί αἰ­ώ­νιο, δεῖ­πνο πού θά ἔ­χει ἀρ­χή ἀλ­λά δέν θά ἔ­χει τέ­λος.

Ἄχ, καί νά μπο­ρού­σα­με νά κα­τα­λά­βου­με ἔ­στω καί λί­γο πῶς θά εἶ­ναι τό οὐ­ρά­νιο αὐ­τό πα­νη­γύ­ρι, πῶς θά ζοῦ­με ἐ­κεῖ, τί θά ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με, τί θά βλέ­που­με, τί θά αἰ­σθα­νώ­μα­στε! Πῶς θά ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με μέ τίς θεῖ­ες καί ἀγ­γε­λι­κές δυ­νά­μεις τοῦ οὐ­ρα­νοῦ, ἀλ­λά καί μέ τούς Ἁ­γί­ους τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας, πο­λύ δέ πε­ρισ­σό­τε­ρο πῶς θά ἀ­τε­νί­ζου­με τό ἄπειρο κάλ­λος τοῦ Θε­οῦ καί πῶς θά συ­νο­μι­λοῦ­με μα­ζί Του! Κι αὐ­τό ἀ­τε­λεύτητα, ἀ­κό­ρε­στα, αἰ­ώ­νια. Αὐ­τό λοι­πόν τό ὑ­περ­φυ­ές καί ἀ­σύλ­λη­πτο δεῖ­πνο τῆς Βα­σι­λεί­ας τοῦ Θε­οῦ νά σκε­πτό­μα­στε. Αὐ­τό νά πο­­θοῦ­με καί νά πε­ρι­μέ­νου­με.

2. Η ΚΛΗΣΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Σ’αὐ­τό τό οὐ­ρά­νιο δεῖ­πνο κα­λεῖ ὁ Θε­ός τόν κα­θέ­να μας κα­θη­με­ρι­νά. Μᾶς κα­λεῖ ἄλ­λο­τε μέ­σα ἀ­πό μέ τίς πε­ρι­στά­σεις τῆς ζω­ῆς, μέ ἀν­θρώ­πους πού φέρ­νει δί­πλα μας, μέ κά­ποι­ο οἰ­κο­δο­μη­τι­κό ἀ­νά­γνω­σμα, μέ τήν ἀ­κρό­α­σι κά­ποι­ας ἀ­φυ­πνι­στι­κῆς καί κα­τα­νυ­κτι­κῆς ὁ­μι­λί­ας κι ἄλ­λο­τε μέ κά­ποι­ες ἐ­σω­τε­ρι­κές μυ­στι­κές φω­νές πού ἀν­τη­χοῦν στά μύ­χια τῶν καρ­δι­ῶν μας.  

– Ἐ­λᾶ­τε κον­τά μου, μᾶς λέ­γει ὁ Θεός. Ὅ­λα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα. Τά πάν­τα ἔ­χω ἑ­τοι­μά­σει γιά σᾶς. Ἐ­λᾶ­τε. Κα­νείς μή λεί­ψῃ. Δε­χθῆ­τε τήν πρό­σκλη­σι.

Πό­σο φο­βε­ρό λοι­πόν καί τρα­γι­κό θά εἶ­ναι νά μοι­ά­σου­με μέ τούς ἀν­θρώ­πους ἐ­κεί­νους τῆς πα­ρα­βο­λῆς πού ἐ­νῶ ἄ­κου­σαν τό κά­λε­σμα τοῦ Θε­οῦ ἄρ­χι­σαν νά ὑ­πο­βάλ­λουν πα­ραι­τή­σεις, προφασιζόμενοι ὡς ἐμπόδιο ἄλλοι οἰ­κο­νο­μι­κές ὑ­πο­θέ­σεις, ἄλ­λοι γε­­ωρ­γι­κές, ἄλ­λοι οἰ­κο­γε­νεια­κές. Σάν νά ὑ­πῆρ­ξε μιά προ­­συμ­φω­νη­μέ­νη συ­νο­μω­σί­α, ὅ­λοι ζή­τη­σαν νά κα­τα­στή­σουν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη τήν ἀ­που­σί­α τους.

Βέ­βαι­α νό­μι­μες ἦ­ταν οἱ ἀ­πα­σχο­λή­σεις τους. Ὅ­μως δέν ἄξιζαν περισσότερο ἀπ’ τήν μετοχή τους στό βα­σι­λι­κό μέγα δεῖπνο. Κι ὅ­λες αὐ­τές ἔ­γι­ναν αἰ­τί­α νά χά­σουν τελικῶς τό οὐράνιο πανηγύρι. Αὐτό ἀκριβῶς θά πρέ­πει νά μᾶς δι­δά­ξῃ πο­λύ ὅ­τι: ὅ­ταν προ­σκο­λη­θοῦ­με ἀ­κό­μη καί σέ νό­μι­μες δρα­στη­ρι­ό­τη­τές μας, τό­τε αὐ­τές γί­νον­ται σο­βα­ρά ἐμ­πό­δια γιά τήν πνευ­μα­τι­κή μας ζω­ή καί τήν κλη­ρο­νο­μί­α τῆς ἐ­που­ρα­νί­ου βα­σι­λεί­ας.

Μήν προσκολλόμαστε λοιπόν στά καθημερινά καί προσωρινά. Μᾶς καλεῖ ὁ Θεός στά μεγάλα καί αἰώνια. Μήν κλεί­­νου­με λοιπόν τ’ αὐτιά μας στήν πρό­κλη­σι τοῦ Θε­οῦ, στήν καμ­πά­να τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στή φω­νή τοῦ εὐ­αγ­γε­λί­ου. Μᾶς καλεῖ ὁ Θεός, στή θεία λατρεία, στήν τακτική ἱερά ἐξομολόγησι, σέ μία πνευματική ὁμιλία. Βέβαια πάντοτε κάποιο ἐμπόδιο θά βρίσκεται μπροστά μας, γιά νά ἀπουσιάζουμε: οἱ νέοι γονεῖς τά παιδιά τους καί τίς πολλές ἐργασίες τους, οἱ μεσήλικες ἄλλες ἀσχολίες τους, οἱ μεγα­λύ­τε­ροι τή φύλαξι τῶν ἐγγονῶν καί μύριες ἄλλες ἀσχολίες. Ἐάν ὅμως ἔτσι χάνου­με τίς εὐ­και­ρί­ες πού μᾶς δί­νει ὁ Χρι­στός, κι­ν­­δυ­νεύ­ου­με νά σκληρυνθοῦμε, νά ἀγριέψουμε, νά ἀλλοτριωθοῦμε καί τελικῶς νά χά­σου­με τά πνευ­μα­τι­κά μας αἰσθητήρια, νά χά­σου­με καί τόν Χρι­στό γιά πά­ν­­τα.

Ἄς μάθουμε λοιπόν νά ἱεραρχοῦμε σωστά τίς προ­τε­ραιότητες τῆς ζωῆς. Νά ἐκτιμήσουμε τήν ἀ­ξί­α τῆς θείας προ­σ­κλή­­­σε­ως. Νά συναισθανθοῦμε ποι­ός μᾶς κα­λεῖ καί ποῦ μᾶς κα­λεῖ! Καί νά ποῦμε μέσα ἀπ’ τήν καρδιά μας: Μέ καλεῖ ὁ Θεός σήμερα στήν ἐκκλησία του, αὔριο στή βα­σι­λεί­α του! Πῶς μπορῶ νά πῶ ὄχι στόν Θεό; Πῶς μπο­­ρῶ νά στερηθῶ τό οὐράνιο Μέγα δεῖπνο τοῦ Παρα­δεί­σου;

Κυριακή Ι΄ Λουκά - Η θεραπεία της συγκύπτουσας

αναρτήθηκε στις 6 Δεκ 2020, 7:47 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Δεκ 2020, 7:48 π.μ. ]

  

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: του Αγίου Νικολάου Ἑβρ. ιγ΄ 17-21

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λκ. ιγ΄ 10-17


1. ΚΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ

Κά­ποι­ο Σάβ­βα­το ὁ Κύ­ριος, ὅπως συνήθιζε, δίδασκε σέ μία ἀπ’ τίς συναγωγές. Ἀνάμεσα στό πλῆθος μόλις πού ξεχώριζε μία γυναίκα σκυμμένη διαρκῶς μέ κυρ­τω­­­μένο τό σῶμα της τόσο πολύ πού δέν μποροῦσε κα­θό­λου νά σηκώσει ὄρθιο τό κεφάλι της. Βασανιζόταν ἡ δύστυχη δεκοκτώ ὁλόκληρα χρόνια ἀπό σατανική ἐν­έρ­γεια. Ὅταν λοιπόν τήν εἶδε ὁ Κύριος, τῆς φώναξε: Γυ­ναίκα, εἶσαι ἐλευθερωμένη ἀπό τήν ἀρ­ρώ­στι­α σου. Ἅπλωσε πάνω της τά χαριτόβρυτα χέρια του καί τήν ἴδια στιγμή ἔγινε καλά, σηκώθηκε ὁλόρθη καί εὐθυ­τε­νής καί δόξαζε τόν Θεό γιά τή θεραπεία της.

Γιατί ὅμως ὁ Κύριος σπλαγχνίσθηκε καί θεράπευσε τή γυναίκα αὐτή χωρίς ἡ ἴδια νά ζητήσει τή θεραπεία της; Διότι ἡ γυναίκα αὐτή ἦταν εὐσε­βής. Ἄν καί εἶχε μιά τό­σο βασανιστική καί παραμορφωτική ἀσθένεια, πού κα­θι­στοῦσε δύσκολη καί ἐπίπο­νη κι αὐτήν ἀκόμη τή μετα­κί­νησή της, αὐτή ὅμως δέν ἀ­πουσίαζε ἀπό τή συ­να­γωγή τήν ἡμέρα τοῦ Σαββά­του. Ἐπιπλέον ἡ γυ­ναί­κα αὐτή ἐνῶ ἦταν ἄρρωστη δε­καοκτώ ὁλόκληρα χρό­νια δέν τά ἔβαλε μέ τόν Θεό, δέν σκληρύνθηκε ἡ καρδιά της, δέν ἔγινε ἄπιστη. Ἀντίθετα μέσα στή δοκι­μα­σία της ἔμεινε σταθερή στήν πί­στη της. Καί προ­σῆλ­θε στή συναγωγή μέ τόσο κόπο, διότι εἶχε πόθο νά ἀκούει τό λόγο τοῦ Θεοῦ. Φαίνεται μά­λι­στα ὅτι ἄκουγε τό κήρυγμα τοῦ Κυρίου μέ ἐνδια­φέ­ρον πολύ κι ἐκδή­λω­νε βαθειά ἐμπιστο­σύ­νη σ’ αὐ­τόν. Γι αὐ­τό καί ὁ Χριστός μας δέν τῆς ζήτησε πί­στη γιά νά κάνει τό θαῦμα, διότι διέκρινε τήν ἐσω­τερική της διάθεση. Οὔτε τῆς εἶπε «σοῦ συγχω­ροῦ­νται οἱ ἁ­μαρ­τίες σου». Κατόπιν μάλι­στα τήν ὀνόμασε καί «κόρη τοῦ Ἀβραάμ», γιά νά ἀπο­κα­λύψει τήν εὐσέβειά της.

Φαίνεται λοιπόν ὅτι ἡ γυναίκα αὐτή εἶχε ἐξαγνισθεῖ μέ τήν ἀσθένεια της, εἶχε ἀποκτήσει βαθύτερη εὐσέ­βεια καί πίστη. Ἦλθε στή συναγωγή γιά νά διδαχθεῖ καί νά ὠφεληθεῖ πνευματικῶς κι ὁ Κύριος μαζί μέ τήν ὠφέλεια τῆς ψυχῆς της, τῆς χάρισε καί τή θερα­πεία τοῦ σώματός της. 

Καί ἡ γυναίκα αὐτή ἔγινε σ’ ὅ­λους παράδειγμα πού μᾶς διδά­σκει πολύ. Μᾶς διδάσκει νά συμμετέχουμε κά­θε Κυριακή στή λα­τρεία τοῦ Θεοῦ. Καί μάλιστα ἐμεῖς πού δέν πηγαίνουμε ἁπλῶς σέ μία συναγωγή γιά τήν ἀ­κρό­αση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλά πηγαίνουμε στούς ἱε­ρούς ναούς μας ὅπου τελεῖται ἡ φοβερή και ἀναίμα­κτη θυσία τοῦ Κυρίου μας, ἄγγελοι καί ἅγιοι καί ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι ἀνάμεσά μας. Πόσο ἀδικαιολόγητοι λοι­πόν εἴμαστε νά ἀπουσιάζουμε, ὅταν μιά συγκύπτουσα μέ τόσο κόπο δέν παρέλειπε τό ἱερό της καθῆκον σέ μία συναγωγή. Καί τί ἀπο­λο­γία θά δώ­σου­με στόν Θεό τήν ὥρα τῆς κρί­σε­ως ὅταν ὁ Κύριος θά κρίνει μπροστά μας κι ἐκείνη κι ἐ­μᾶς. Κάθε Κυ­ριακή λοιπόν στό ναό τοῦ Θεοῦ, γιά νά παίρ­νου­με χάρη καί δύναμη, φῶς καί ζωή. Κάποτε καί τό θαῦ­μα, ἐάν ὁ Θεός τό κρίνει. 

2. Ο ΦΘΟΝΟΣ ΟΔΗΓΕΙ ΣΕ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟ

Μόλις ἡ γυναίκα θεραπεύθηκε τά ἔκπληκτα μάτια ὅ­λων στράφηκαν πρόν τόν Κύριο. Ἕνας ὅμως δέν ἄν­τε­χε τήν κατάσταση αὐτή. Ὁ Ἀρχισυνάγωγος. Αὐτός δέν μπό­ρε­σε νά κρύψει τή ζήλεια του, καί γεμάτος ἀ­γα­­νάκτηση ἄρχισε νά διαμαρτύρεται: ἕξι ἡμέ­ρες μπο­ροῦμε νά ἐργαζόμαστε. Αὐτές τίς ἐργάσιμες ἡ­μέ­ρες νά ἔρχεστε νά θεραπεύεστε, κι ὄχι τό Σάββα­το. 

Ὁ Κύριος ὅμως βλέποντας τή φοβερή ὑποκρισία καί τό φθόνο τοῦ ἀρχισυναγώγου, τόν ξε­σκε­πάζει μπρο­στά σέ ὅλους: Ὑποκριτή, τοῦ λέει. Ὁ κα­θέ­νας σας τήν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου δέν λύνει τό βό­δι του ἤ τό γαϊ­δουράκι του ἀπό τή φάτνη καί δέν τό πη­γαίνει νά τό πο­­τίσει; Καί τό κάνει αὐτό χωρίς νά θεωρεῖται πα­ρα­­βά­της τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου. Αὐτήν ὅμως ἡ γυ­ναι­κα, πού εἶναι κόρη τοῦ Ἀβραάμ, καί τήν ἔδεσε ὁ σα­τα­νᾶς μέ τέτοια ἀρρώστια, ὥστε νά μή μπο­ρεῖ νά ση­κω­θεῖ ὄρθια δεκαοκτώ ὁλόκληρα χρόνια, δέν ἔπρεπε νά θεραπευθεῖ τήν ἡμέ­ρα τοῦ Σαββάτου; Κι ἐνῶ τά ἔλεγε αὐτά ὁ Κύ­ριος, ντρο­πιά­ζονταν ὅλοι οἱ ἀντίθετοί του καί ἰδιαι­τέ­ρως ὁ ἀρχι­συ­νάγωγος.

Διότι αὐτός ἦταν τόσο πολύ κυριευμένος ἀπό τό φθό­­νο, ὥστε παραλογίσθηκε. Ἐπειδή δέν τολμοῦ­σε νά ἐλέγξει κατευθείαν τόν Κύ­ρι­ο, τά ἔβαλε πονηρά και ὑποκριτικά μέ τό λαό. Τόν κατηγόρησε ὅτι παραβιάζει τό Σάββατο, ἐνῶ καμμία σχέση δέν εἶχε ὁ λαός μέ τή θεραπεία πού ἔγινε. Ἀλλά οὔτε ἡ γυναίκα πού θερα­πεύθηκε παρακάλεσε τόν Κύριο νά τήν θερα­πεύ­σει. Ἔπρεπε λοιπόν αὐτή νά διαμαρτυρηθεῖ καί νά ἀρνηθεῖ τήν θε­ρα­πεία της;  Τέλος ἀντί νά ἀνα­γνω­ρίσει ὁ ἀρχι­συ­νά­γω­γος τό θαῦμα πού ἔγινε τό παρουσιάζει ὡς μιά ἁπλή ἀνθρώπινη ἐνέρ­γει­α. Ἐάν ἦταν ὅμως μιά φυ­σική θεραπεία τότε γιατί δέν τήν ἔκανε ὁ ἴ­δι­ος κά­ποι­α ἄλλη ἡμέρα; Τό­σα χρόνια τήν εἶχε κοντά της.

Ὁ φθόνος λοιπόν παραλογίζει καί ἐξευτελίζει τόν ἄνθρωπο. Εἶναι μιά ἀσθένεια πού ὅταν μᾶς κυριεύσει μᾶς κάνει ἀνε­ξέ­λε­γ­κτους. Κάποτε ὁδηγεῖ καί σέ πρά­ξεις ἀπο­τρό­παιες καί ἐγκληματικές. Πάντοτε ὅμως ἀνα­­στα­τώνει καί συχνά διαλύει τίς ἀνθρώπινες σχέ­σεις. Γί­νε­ται τεῖχος ἀκόμη κι ἀνάμεσα σέ συγγενεῖς. Διαλύει οἰκογένειες, φιλίες, καταστρέφει ψυ­­χές. Χρειά­ζε­ται λοιπόν πολλή προσοχή. Ἐάν βλέ­που­με μέσα στήν ψυχή μας τό παραμικρό ἴχνος ζή­λειας, μήν τό ἀ­φή­νουμε νά ἐξελιχθεῖ. Ἀλ­λά νά προστρέχουμε στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στό μυστήριο τῆς ἱερᾶς Ἐξο­μολογή­σε­ως καί νά ζητοῦμε τή χάρη τοῦ Θεοῦ γιά νά τό κατα­πο­λεμήσουμε ἀμέσως πρίν νά ‘ναι ἀργά.

Κυριακή Θ΄ Λουκά - Ο άφρων πλούσιος

αναρτήθηκε στις 21 Νοε 2020, 6:58 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Νοε 2020, 6:58 π.μ. ]


 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ἐφεσ. β΄ 14-22

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιβ΄ 16-21


1. ΔΕΝ ΧΟΡΤΑΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

Ὁ με­γα­λο­κτη­μα­τί­ας τῆς παραβολῆς ἦταν πολύ εὐ­χα­ριστημένος· διότι ἐκείνη τήν χρονιά, «εὐ­φό­ρη­σεν ἡ χώ­­­ρα», ἦρ­θαν εὐ­νο­ϊ­κές οἱ και­ρι­κές συν­θῆ­κες καί τά χω­­­­ρά­φια ἀ­πέ­δω­σαν με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γή. Κι αὐτός ἔ­γι­νε πο­λύ πλου­σι­ό­τε­ρος. Ὅ­­μως τό γεγονός αὐτό, ἀν­τί νά τοῦ δώ­σῃ χα­ρά, τόν βυ­θί­ζει σέ πε­λά­γη ἀ­γω­νί­ας. «Τί ποι­ή­σω, ὅ­τι οὐκ ἔ­χω ποῦ συ­νά­ξω το­ύς καρ­πο­ύς μου;­». Τί νά κά­νω, ποῦ νά συ­γ­­κεν­τρώ­σω το­ύς καρ­πο­ύς πού μοῦ περισσεύουν γιά νά μή το­ύς χά­σω;

᾿Ε­πι­τέ­λους με­τά ἀ­πό τίς βα­σα­νι­στι­κές του σκέ­ψεις ὁ πλο­ύ­σιος β­ρί­σκει τή λύ­ση! «Τοῦτο ποι­ή­σω»! Θά γκρε­μί­σω τίς ἀ­πο­θῆ­κες μου καί θά χτί­σω με­γα­λύ­τε­ρες. Καί θά συγκεν­τρώ­σω ἐ­κεῖ ὅ­λους το­ύς καρ­­­­πο­ύς μου. Καί με­τά θά κα­θή­σω νά τά ἀ­πο­λα­ύ­σω. Καί θά πῶ στήν ψυ­χή μου· Ψυ­χή, ἔ­χεις πολ­λά ἀ­γα­θά, πού φθά­νουν γιά νά πε­ρά­σεις μέ­σα στή χλι­δή μιά ὁ­λό­κλη­ρη ζωή. Λοι­­πόν, και­ρός νά ξε­κου­ρα­σθεῖς. «Ἀ­­να­πα­ύ­ου, φά­γε, πί­­ε, εὐ­φρα­ί­νου». Ἀ­πό­λαυ­σε τή ζωή σου. Χόρ­τα­σε τόν πλοῦ­το σου.

ΤΙ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΣ! Πραγ­μα­τι­κά ἄ­φρων, ἄ­μυα­λος ὁ πλο­ύ­σιος τῆς πα­ρα­βο­λῆς. Φαν­τά­ζε­ται πώς μέ τήν ἐ­πέ­κτα­σι τῶν ἐ­πι­χει­ρή­σε­ών του θά χα­ρῇ, θά χορ­τά­σῃ τήν ψυ­χή του.

῞Ο­μως τό λά­θος αὐ­τό τοῦ ἄ­φρο­νος πλου­σί­ου ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται σέ κάθε ἐποχή καί ἰδιαιτέρως στή σύγ­χρο­­νη ἄ­πλη­στη κοι­νω­νί­α μας. Κι ὄχι μό­νο στο­ύς πλού­­σι­ους, ἀλ­λά στο­ύς πε­ρισ­σό­τε­ρους ἀν­θρώ­πους· ἀκόμη καί σέ πολλούς πι­στούς Χρι­στι­α­νούς. Δυστυχῶς οἱ πε­ρισ­σότεροι ἄν­θρω­ποι σήμερα στη­­­ρί­ζουμε τή ζωή μας στήν οἰ­κο­νο­μι­κή ἄ­νε­σι, τό χρῆ­μα, τήν ἐ­πί­δει­ξι. Ἀ­να­ζη­τοῦ­με ἐ­πι­τυ­χί­ες ἐγ­κό­σμι­ες καί μά­ται­ες. Θέ­λου­με νά ἔ­χουμε κά­θε τί πού προ­σφέ­ρει ἡ σύγ­χρο­νη ζωή. Ἐ­ξαρ­τοῦ­με λί­γο ἤ πο­λύ τή ζωή μας ἀ­πό τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Καί πι­στε­ύ­ουμε πώς ἔτσι θά εὐ­τυ­χή­σου­με.

Τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά ὅμως δέν μπο­ροῦν νά χορ­τά­σουν τήν ψυ­χή μας. Διότι ὁ ἄν­θρω­πος δέν εἶ­ναι μό­νον ὑ­λι­κό ὄν. ῎Ε­χει σῶ­μα, ἀλ­λά ἔ­χει καί ψυ­χή ἀ­θά­να­τη. Εἶ­ναι πο­τέ δυνατόν νά χορ­τά­σῃ ὁ ἄν­θρω­πος τήν ψυ­χή του μέ ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά; ῾Η ψυ­χή θέ­λει τό ἀ­νώ­τε­ρο, τό πνευ­μα­τι­κό, τό ἅ­γιο γιά νά χορ­­τά­σῃ, νά εὐ­τυ­χή­σῃ. Οἱ πό­θοι τῆς ψυ­χῆς εἶ­ναι ἄ­πει­ροι καί μό­νο μέ τόν ἄ­­πει­ρο Θεό μπο­ροῦν νά πλη­ρω­θοῦν, νά ἱκανοποιηθοῦν.

Ἀλ­λά ἐ­πι­πλέ­ον, μέχρι πότε μπο­ρεῖ νά δι­α­τη­ρή­σῃ κα­­νε­ίς τόν πλοῦ­το του; Κι ἄν δέν τόν χάσῃ κανείς ὅσο ζεῖ, ἔρ­χε­ται κά­πο­τε ξαφ­νι­κά καί ἀ­με­τά­κλη­τα νά τόν λη­στέ­ψῃ ὁ μεγάλος κλέ­φτης, ὁ θά­να­τος· ὅπως ἔγινε καί στόν πλούσιο τῆς πα­­ραβολῆς. 

2. Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ

Τήν ὥ­ρα πού ὁ πλο­ύ­σιος κα­λεῖ τήν τα­λαι­πω­ρη­μέ­νη ψυ­­χή του ν᾿ ἀ­πο­λα­ύ­σῃ τά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά, ­βρό­ντη­σε ξα­φ­νι­κά ἡ φω­νή τοῦ Θε­οῦ. «Ἄ­φρον». Ἀ­νό­η­τε ἄν­θρω­πε, πού στήριξες τήν εὐ­τυ­χί­α σου στίς ὑ­λι­κές σου ἀ­πο­λα­ύ­σεις. «Τα­ύ­τῃ τῇ νυ­κτί τήν ψυ­χήν σου ἀ­παι­τοῦ­σιν ἀ­πό σοῦ». Αὐ­τή τή νύ­κτα ἀ­παι­τοῦν τήν ψυ­χή σου οἱ σκο­τει­νοί καί ἀ­πα­ί­σιοι δα­ί­μο­νες, γιά νά τήν σύ­ρουν στόν ὄ­λε­θρο. Αὐ­τή τή νύ­κτα θά πε­θά­νεις. Κι ὅ­λα αὐ­τά πού μιά ζωή μέ κό­πο συγ­κέ­ντρω­νες, τά χά­νεις. Σέ ποι­όν πλέ­ον θά ἀ­νή­κουν; Καί ὁ Κύ­ριος σφρα­γί­ζει τήν πα­ρα­βο­λή λέγοντας: «Οὕ­­τως ὁ θη­σαυ­ρί­ζων ἑ­αυ­τῷ καί μή εἰς Θε­όν πλου­τῶν». Πα­ρό­μοι­ο τέ­λος θά ἔ­χῃ καί ὅποιος θησαυρίζει γιά τόν ἑ­αυ­τό του τόν ὑ­λι­κό πλοῦ­το καί δέν ἐνδιαφέρεται νά πλουτίζῃ «εἰς Θεόν».

ΠΟΙΟΣ ΟΜΩΣ εἶ­ναι αὐ­τός ὁ «εἰς Θε­όν πλοῦ­τος»; Οἱ θη­σαυ­ροί πού δέν χά­νον­ται, κα­θώς κα­νε­ίς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ αὐ­τή τή ζωή εἶ­ναι οἱ ἀ­ρε­τές. Διότι οἱ ἀρετές μᾶς συν­δέ­ουν μέ τόν Χριστό.  Κι ὅταν ἔχουμε τόν Χριστό, ἔχουμε τό πᾶν, ἔχουμε τόν πιό πολυτίμο θησαυρό μέσα μας. Βέ­βαι­α οἱ ἀ­ρε­­τές σ’ αὐτήν ἐ­δῶ τήν γῆ δέν ἐν­τυ­πω­σι­ά­ζουν το­ύς πολ­­λο­ύς. Εἶ­ναι ὅμως ὁ μο­να­δι­κός θη­σαυ­ρός, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξί­ζει νά δώ­σῃ κα­νε­ίς ὅ­λη του τήν ἀ­γά­πη, καί τή θέ­λη­σι. Για­τί ἡ ἀ­ξί­α τους εἶ­ναι με­γά­λη καί σ᾿ αὐ­τή τή ζωή, ἀλ­λά πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο στήν ἄλλη, τήν αἰ­ώνιο.

Σ᾿ αὐ­τή τήν ζωή ἡ ἀ­ρε­τή ἱ­κα­νο­ποι­εῖ πλή­ρως τήν ψυ­χή τοῦ ἀν­θρώ­που. Τόν ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἀ­πό τήν δου­λε­ί­α τῶν πα­θῶν καί ἐγ­κα­θι­δρύ­ει στήν ψυ­χή τήν εἰ­ρή­νη καί τήν χα­ρά, ἀ­γα­θά τά ὁ­ποῖ­α δέν μπο­ροῦν νά ἐ­ξα­γο­ρά­σουν ὅ­λοι οἱ θη­σαυ­ροί τοῦ κό­σμου. Πό­σο με­γά­λη εὐ­τυ­χί­α καί ἀ­νά­παυ­σι ἔ­χει ὁ ἄν­θρω­πος ὅταν ἔχῃ εἰ­ρη­νι­κή τήν συ­νε­ί­δη­σή του, ὅταν κά­νῃ τό κα­λό στόν συ­νάν­θρω­πο, ὅταν κάνῃ ἐλεημοσύνες καί ἀγαθοεργίες, ὅ­ταν ἀν­τι­στέ­κε­ται καί νι­κᾶ το­ύς πει­ρα­σμο­ύς! Ἀλλά καί στήν ἄλ­λη ζωή ὅποιος θησαυρίζει μέ ἀ­ρετές, θά ἀ­ξι­ω­θῇ νά κα­τοι­κῇ ὄ­χι σέ ἐ­πί­γεια πρό­σκαι­ρα πα­λά­­­τια, ἀλ­λά στήν πα­νέν­δο­ξη βα­σι­λε­ί­α τοῦ Θε­­οῦ. Ὁ Θε­­ός ἔ­χει ἑ­τοι­μά­σει γι᾿ αὐ­τόν στέ­φα­νο γιά νά τόν βραβε­ύ­σει, θρό­νο γιά νά τόν δο­ξά­σῃ, βα­σι­λε­ί­α γιά νά τόν κά­νῃ κλη­ρο­νό­μο Του.

Λοι­πόν, χρειαζόμαστε ὅλοι μας γκρέ­μι­σμα καί χτί­σι­­μο. Νά γκρε­μί­σου­με τίς πα­λι­ές ἀ­πο­θῆ­κες πού ἔ­χου­με μέ­σα μας, ὅ­που φω­λι­ά­ζουν τά πά­θη καί οἱ προ­σκολ­λή­σεις μας στά ὑ­λι­κά ἀ­γα­θά. Καί ν᾿ ἀ­γα­πή­σου­με τόν Χρι­στό καί τήν ἀ­ρε­τή. ῎Ε­τσι θά γί­νου­με πλού­σιοι. Πά­μπλου­τοι. Κά­τοι­κοι στό πα­λά­τι τοῦ Θε­οῦ.  

Κυριακή Η΄ Λουκά -Η παραβολή του καλού Σαμαρείτη

αναρτήθηκε στις 14 Νοε 2020, 7:46 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 14 Νοε 2020, 7:46 π.μ. ]


Σχετική εικόνα
ΤΟ “ΕΡΩΤΗΜΑ: “Διδάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;”, ρώτησε ένας νομοδιδάσκαλος τον Κύριο θέλοντας να Τον παγιδεύσει. Εκείνος τον παρέπεμψε στις εντολές του Μωσαϊκού Νόμου. Τότε ο νομοδιδάσκαλος ανέφερε τις δύο βασικότερες εντολές, την αγάπη προς το Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον.

 Θέλοντας όμως να δικαιολογηθεί, επειδή έθεσε ένα ερώτημα στο οποίο του ήταν γνωστή η απάντηση, έθεσε και δεύτερο: “Ποιον πρέπει να θεωρώ πλησίον μου;” Αυτό το ερώτημα στάθηκε η αφορμή να διηγηθεί ο Κύριος την υπέροχη παραβολή του καλού Σαμαρείτη.
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ: “Κάποιος άνθρωπος”, είπε, “κατέβαινε στην Ιεριχώ και έπεσε σε ενέδρα ληστών, οι οποίοι τον λήστεψαν, τον έγδυσαν, τον καταπλήγωσαν και τον εγκατέλειψαν μισοπεθαμένο. Κάποια στιγμή ένας ιερέας που κατέβαινε στο δρόμο εκείνο, ενώ τον είδε από μακριά, απομακρύνθηκε χωρίς να προσφέρει βοήθεια. Παρομοίως, κάποιος Λευίτης, υπηρέτης του ναού, έφθασε στο μέρος εκείνο. Αυτός φάνηκε ακόμη πιο άσπλαχνος. Πλησίασε, είδε την άθλια κατάσταση του πληγωμένου κι έφυγε”.
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: Ο ιερέας έφυγε από ενστικτώδη φιλαυτία, ενώ ο Λευίτης έπειτα από υπολογισμό. Και οι δυο όμως, είχαν αξίωμα και έργο ιερό, οπότε θα έπρεπε, περισσότερο από οποιονδήποτε, να είναι συμπονετικοί και ελεήμονες στον ετοιμοθάνατο διαβάτη. Αυτοί, από καθέδρας, δίδασκαν τους άλλους το καθήκον της αγάπης στον πλησίον! Κι όμως, αθέτησαν το καθήκον αυτό. Είναι θλιβερό, να γίνονται παραδείγματα σκληρότητος άνθρωποι του Θεού και να δυσφημούν τόσο πολύ το Θεό. Κάτι τέτοιο διαχρονικά επαναλαμβάνεται συχνά από «ανθρώπους του Θεού», και από εμάς τους ίδιους. Λεγόμαστε άνθρωποι της Εκκλησίας, κι αποδεικνυόμαστε εμπράκτως άσπλαχνοι, σκληροί, επιλήσμονες του ανθρωπίνου πόνου. Ο Κύριός ξεκαθαρίζει ότι χωρίς αγάπη στο συνάνθρωπο, Βασιλεία Ουρανών δεν πρόκειται να κληρονομήσουμε. Η αγάπη προς τον πλησίον είναι σφραγίδα γνησιότητάς και βασική προϋπόθεση σωτηρίας.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΩΣ ΣΑΜΑΡΕΙΤΗΣ: Κάποια στιγμή, επανερχόμενοι στην παραβολή, ένας Σαμαρείτης, που διάβαινε από το δρόμο εκείνο, είδε τον πληγωμένο, πλησίασε και τον σπλαχνίστηκε. Δεν φοβήθηκε μην πάθει τα ίδια, έσκυψε φιλάνθρωπα, έπλυνε τα τραύματά του, τα άλειψε με λάδι και κρασί, τα έδεσε με επιδέσμους. Κι αφού με κόπο τον ανέβασε στο ζώο του, τον μετέφερε σε κάποιο πανδοχείο και τον περιποιήθηκε ολονυχτίς. Την επομένη, έδωσε χρήματα στον ξενοδόχο λέγοντάς του: “Περιποιήσου τον. Και ό,τι άλλο ξοδέψεις θα σου το εξοφλήσω επιστρέφοντας στην πατρίδα μου. Λοιπόν”, ρώτησε ο Κύριος το νομοδιδάσκαλο, “ποιος από τους τρεις επιτέλεσε το καθήκον του προς τον πλησίον;” Κι εκείνος απάντησε: “Αυτός που τον συμπόνεσε και τον ελέησε”. Ο Κύριος τότε του είπε: “Πήγαινε και κάνε κι εσύ το ίδιο”. Αυτή την προτροπή δίνει και σε μας ο Κύριος. Η προτροπή Του δεν αφήνει υποψία εφησυχασμού του ανθρώπου, αδράνειας ή τύρβης μέσα στα δικά του πάθη. Εφησυχασμός και αδράνεια φανερώνουν καταστάσεις αλλοίωσης της φυσιολογίας του ανθρώπου, της κατ’ εικόνα Θεού δημιουργίας. Ο άνθρωπος είναι ενέργεια, πορεία προς τα εμπρός, δημιουργία. Αν υπάρχουν τόσοι συνάνθρωποί μας που ταλαιπωρούνται από ψυχολογικά κυρίως προβλήματα, είναι γιατί έπεσαν σε στασιμότητα λόγω της ανακύκλωσης των ίδιων πάντοτε παθών τους, κυρίως των λογισμών τους. Λειτουργούν με τρόπο «αυτιστικό», περιφερόμενοι αενάως γύρω από το “εγώ” τους. Ο Κύριος καλεί όλους σε πορεία προς τα εμπρός, δείχνοντας αγάπη σε κάθε πάσχοντα, χωρίς να εξετάζουμε αν είναι οικείος, ξένος, εχθρός, χωρίς να υπολογίζουμε θυσίες, κόπους, δαπάνες. Αυτό δίδαξε ο Κύριος κυρίως με τη ζωή Του. Ο Ίδιος έγινε ο καλός Σαμαρείτης για μας. Αγάπησε τους ανθρώπους “άχρι θανάτου”. Η αγάπη Του κορυφώθηκε στο Σταυρό. Δυστυχώς όμως στην εποχή μας, ενώ όλοι μιλούμε για αγάπη, πραγματική αγάπη δεν έχουμε. Κι αυτό φαίνεται στις σχέσεις μας με τους οικείους. Αλλά αν δυσκολευόμαστε να αγαπήσουμε τους δικούς μας, πόσο μάλλον τους ξένους; Πλησίον μας είναι συχνά συνάνθρωποι που μας μισούν, μας συκοφαντούν, μας αδικούν. Εμείς, όχι μόνο δε νοιαζόμαστε γι' αυτούς καθόλου, αλλά μάλιστα μνησικακούμε εναντίον τους! Συμβαίνει κάποτε να μένουμε στην ίδια πολυκατοικία ή να εργαζόμαστε στην ίδια εργασία και όμως να είμαστε ξένοι και άγνωστοι μεταξύ μας. Έτσι, υποφέρουμε γιατί η καρδιά μας είναι στεγνή από αγάπη, γιατί μας κυβερνά ο ατομισμός και η φιλαυτία. Αγάπη σημαίνει θυσία, να δίνουμε κι όχι να απαιτούμε να γίνουν οι άλλοι καλοί για να τους αγαπήσουμε, σημαίνει “πλάτυνση καρδίας”, για να χωράει όλους, ακόμη κι αυτούς που μας στενοχωρούν. Να προσφέρουμε αγάπη απαθώς και διακριτικώς, χωρίς να αισθανθούν ότι κάνουμε προσπάθεια να τους αγαπήσουμε. Να ακούμε εμπόνως τον πόνο τους, να τους ανακουφίζουμε στο πρόβλημά τους. Να διαισθανόμαστε κούρασή, δυσκολίες, επιθυμίες τους. Η αγάπη μας, ας εκδηλώνεται μ’ ένα στοργικό λόγο, με τη σιωπή μας, με τη διακονία μας, με θυσίες που κοστίζουν ίσως. Έτσι θα γίνουμε καλοί Σαμαρείτες. Άρα τό “ομοίως” του Κυρίου αφορά στον τρόπο ζωής του Σαμαρείτη, που επαινείται και θεωρείται ότι βρήκε την οδό της αιώνιας ζωής. Το γνώρισμα της οδού αυτής είναι η αγάπη προς τον συνάνθρωπο, που παραμερίζει κάθε διαφορά που χωρίζει. Η αγάπη συνιστά μονόδρομο: εκτός αγάπης ο άνθρωπος χάνεται σε δρόμους αλλότριους του Θεού. Έτσι, για να βρω τον Θεό: «την αιώνιον ζωήν», πρέπει να βρω τον συνάνθρωπό μου: να ποιώ «έλεος μετ’ αυτού».
ΑΓΑΠΗ: Η αγάπη πρέπει να “επιτίθεται” σε όλους τους συνανθρώπους. Ο πλησίον, δεν ανήκει σε μία συγκεκριμένη ομάδα, κατά τον καταδικασμένο τύπο του Ιουδαϊσμού, που θεωρούσε πλησίον μόνον τους Ιουδαίους και απέρριπτε την έννοια του πλησίον για τους “απερίτμητους”. Πλησίον, στο πρότυπο του Σαμαρείτη, είναι ο κάθε συνάνθρωπος, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας ή τάξης, διότι ο ίδιος ο αγαπών άνθρωπος, γίνεται πλησίον του άλλου. Απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι ο Κύριος αντιστρέφει το ερώτημα του νομοδιδασκάλου από την παθητική διατύπωσή: «τις εστί μου πλησίον;», θέττοντάς το με ενεργητική διάθεση: «γεγονέναι πλησίον». Εγώ να γίνομαι πλησίον του άλλου! Η αγάπη προς τον συνάνθρωπο έχει θυσιαστικό γνώρισμα. Στην ανάγκη του άλλου, το θείο θέλημα απαιτεί προσωπική στάση, απώλεια χρόνου, άνεσης και των δικών μας αναγκαίων μέσων, προσφορά, διαρκή έγνοια. 'Ο,τι επέδειξε ο Σαμαρείτης. Πρόκειται για την αληθινή αγάπη, για την οποία μίλησε ο Κύριος: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού»! Όμως, αν κάποιος μέινει στο θεωρητικό επίπεδο, ακόμη και με πραγματικά καλή διάθεση, δεν αγγίζει την αγάπη που δικαιώνει. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν του Θεού, αλλ’ ο ποιών το θέλημα του πατρός μου του εν ουρανοίς». Η αγάπη έχει διπλή διάσταση: προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Αγαπάμε τον Χριστό, εάν αγαπάμε και τους άλλους, όπως και αγαπάμε τους άλλους, εάν αγαπάμε τον Χριστό. Μονομερής αγάπη, επιλογή της μιας από την άλλη, σημαίνει διαστροφή και των δύο. Είναι τόσο καίριας σημασίας τούτο, ώστε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης σημειώνει: «όποιος ισχυρίζεται ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον συνάνθρωπό του, είναι ψεύτης». Όπως και το αντίστροφο: «αγαπάμε τον συνάνθρωπο, όταν αγαπάμε τον Θεό και τηρούμε τις εντολές Του», και όχι απλώς η αγάπη μας να είναι ο συνηθισμένος κοσμικός ανθρωπισμός, συχνά φαμφαρόνικα επιδεικτικός!

ΞΕΒΟΛΕΜΑ: Η μίμηση του Σαμαρείτη απαιτεί γενναιότητα ψυχής και απόφαση υπακοής μέχρι θανάτου. Όμως, κοινη είναι η διαπίστωση για τους “πιστούς” της τρίτης μ.Χ. χιλιετίας. Εφαρμογή ενός εύκολου και βολεμένου χριστιανισμού, που έχει πρότυπο τον τρόπο ζωής του ιερέα και του λευίτη της Παραβολής, όχι του Σαμαρείτη. Ο Κύριος δεν θέλει κάτι από τη ζωή μας. Θέλει ολόκληρη τη ζωή μας. Μας έδωσε και μας δίνει τη δική Του, κυρίως μέσω της Θείας Ευχαριστίας, μερίζεται από αγάπη για εμάς, και ζητεί αντίστοιχο τρόπο ζωής. Πόσοι άραγε αντέχουμε να είμαστε αληθινοί χριστιανοί; Πόσοι, έστω, βλέποντας τη μικρότητά μας, στρεφόμαστε μέσα μας και κλαίμε με δάκρυα αυτογνωσίας για την κατάντια μας; Πώς ανελεήμονες όντες προς τον πλησίον, ζητάμε θείο έλεος; Το μεγαλύτερο έργο που έχουμε να κάμουμε στη ζωή αυτή, δεν είναι η απόκτηση πλούτου, δόξας ή κοσμικών αγαθών. Η αγάπη είναι στοιχείο αναγνώρισης κάθε χριστιανού από τους άλλους ανθρώπους. Αυτή η αγάπη προς τον πλησίον, είναι και το βασικό κριτήριο της αιωνίου ευτυχίας μας. Αν θέλουμε να δούμε το πρόσωπον του Θεού, πρέπει να αγαπήσουμε το συνάνθρωπό μας με αγάπη Χριστού γνήσια και ουσιαστική. Γιατί, όπως μας λεει ο απόστολος Παύλος: “η αγάπη είναι η τέλεια εκπλήρωση των εντολών του Θεού” (Ρωμ.ιγ΄10).

Κυριακή Παμμεγίστων Ταξιαρχών

αναρτήθηκε στις 7 Νοε 2020, 8:36 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 7 Νοε 2020, 8:37 π.μ. ]


maxresdefault


Η πίστη ως τόλμη

«Και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος»

Πολλοί ήταν οι άνθρωποι που έτρεχαν κοντά στον Χριστό για να τον δουν, να τον ακούσουν και να δεχθούν κάποια ευεργετική δωρεά Του. Αρκετοί πίστευαν ότι και με ένα άγγιγμα στα ενδύματά Του, θα γίνονταν δέκτες της ευλογίας Του. Και πραγματικά «όσοι αν ήπτοντο αυτού εσώζοντο». Το βλέπουμε και στην αιμορροούσα γυναίκα του σημερινού Ευαγγελίου. Η δυστυχισμένη εκείνη ύπαρξη υπέφερε δώδεκα ολόκληρα χρόνια και ακόμα και η ίδια η επιστήμη ύψωνε τα χέρια στην περίπτωσή της. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να την θεραπεύσουν. Μόνο μια ελπίδα απέμενε. Ο παντοδύναμος Ιησούς για τον οποίο τόσα πολλά ακούγονταν, ότι δηλαδή θαυματουργούσε και πρόσφερε ζωή στους ανθρώπους.

Έτσι, λοιπόν, όταν ο Κύριος επισκέφθηκε τον τόπο της, αυτή δεν παρέλειψε να αδράξει την ευκαιρία. Αποφάσισε να τον πλησιάσει. Αυτή τολμούσε, αλλά το πλήθος του κόσμου που τον είχε κυκλώσει και συμπορευόταν μαζί Του, δεν της επέτρεπε να πλησιάσει πιο κοντά. Φάνταζε αδύνατο να μπορέσει να του μιλήσει. Η πίστη όμως πάντοτε και ιδιαίτερα σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, δίνει διεξόδους ζωής. Καθώς, λοιπόν, ο Χριστός βάδιζε ανάμεσα στο συνωθούμενο πλήθος, εκείνη κατάφερε να πλησιάσει και να αγγίξει στο πίσω μέρος ένα άκρο του ενδύματός Του. Τη στιγμή αυτή ένιωσε σαν να την άγγιξε ηλεκτροφόρο καλώδιο. Αισθάνθηκε κάτι παράξενο και κατάλαβε ότι έλαβε το ποθούμενο. Ότι θεραπεύθηκε. Ίσχυσε και στην περίπτωσή της το αποστολικό λόγιο «εγγίσατε τω Θεώ και εγγιεί υμίν». Αγγίζουμε τον Θεόν όταν έχουμε πίστη. Όταν εναρμονίζουμε τη ζωή μας με το θέλημά του. Όταν εκφράζουμε εμπιστοσύνη για τις δωρεές Του.

Το σωτήριο άγγιγμα

Όπως μας πληροφορεί ο ευαγγελιστής Λουκάς, καθώς πορευόταν ο Χριστός και τον «συνέθλιβε» πλήθος κόσμου, όλοι έμειναν σαστισμένοι όταν ρώτησε: «Ποιος με άγγιξε;». Το ερώτημά του, τη μεγάλη αυτή στιγμή του συνωστισμού, φάνηκε να ήταν μάλλον ακατανόητο. Και όμως ο Κύριος επέμενε: «Κάποιος με άγγιξε». Τότε η πιστή γυναίκα, έντρομη, πλησίασε, ομολόγησε την ενέργειά της και δημοσιοποίησε το θαυμαστό αποτέλεσμα που είχε.

Όμως κάτι που θα πρέπει να προσέξουμε, αγαπητοί αδελφοί, είναι ότι το άγγιγμά της στο ρούχο του Ιησού δεν ήταν μόνο εξωτερικό, αλλά ήταν κυρίως εσωτερικό. Τι σημαίνει αυτό; Ήταν άγγιγμα με πίστη. Γι’ αυτό, άλλωστε, προέκυψε και το θαυμαστό αποτέλεσμα. Η αιμορροούσα γυναίκα γίνεται αιώνιο παράδειγμα για κάθε άνθρωπο που καταλαμβάνεται από τον ευλογημένο πόθο να «αγγίξει» το πρόσωπο του Χριστού, η παρουσία του οποίου αποκαλύπτεται αυθεντικά στο Σώμα του, την Εκκλησία. Η μετοχή στη μυστηριακή ζωή της, μεταβάλλεται σ’ ένα σωτήριο «άγγιγμα» που αποκαθιστά την προσωπικότητα του ανθρώπου και τον αφήνει να γεύεται το χώρο της θείας θαυματουργίας στη ζωή του. Αρκεί ο άνθρωπος να μην μένει εγκλωβισμένος στον εαυτό του. Να μην εμπιστεύεται τις εγωτικές του δυνάμεις, αλλά να εγκολπώνεται την αγάπη και την χάρη του Χριστού. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του αποστόλου Παύλου, ο οποίος λέει ότι ο σκοπός του πνευματικού μας αγώνα στην Εκκλησία είναι «ίνα μη ώμεν πεποιθότες εφ’ εαυτοίς, αλλ’ επί τω Θεώ τω εγείροντι τους νεκρούς».

Αγαπητοί αδελφοί, η ευαγγελική αλήθεια υπαγορεύει στη ζωή μας να προσεγγίσουμε κι εμείς το Σωτήρα Χριστό για να δεχθούμε τη σωτήρια αλήθεια του. Ας μη λησμονούμε ότι και εμείς σήμερα, όπως η αιμορροούσα γυναίκα τότε, υποφέρουμε από διάφορες «ασθένειες» που δεν μας επιτρέπουν να ζούμε στην χάρη και την αγάπη του Θεού. Γι’ αυτό, ας τολμήσουμε όπως η γυναίκα τότε να πλησιάσουμε τον Κύριο για να καταστούμε και εμείς δέκτες της θεραπευτικής ενέργειάς Του, η οποία είναι η μόνη που μπορεί να μας απαλλάξει από τα σημερινά τραγικά αδιέξοδα που τόσο οδυνηρά βιώνουμε. Η ευαγγελική περικοπή σήμερα αναφέρεται και στο θαύμα της ανάστασης της θυγατέρας του Ιαείρου. Ο λόγος του Χριστού που απηύθυνε στον Ιάειρο «μη φοβού, μόνον πίστευε και σωθήσεται», ας γίνει ο πιο ισχυρός δείκτης και στη δική μας ζωή.

ΚΥΡΙΑΚΗ E΄ΛΟΥΚΑ Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΣΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ

αναρτήθηκε στις 31 Οκτ 2020, 9:31 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 31 Οκτ 2020, 9:31 π.μ. ]


 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Α΄ Κορ. ιβ΄ 27-ιγ΄ 8

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Λουκ. ιστ΄ 19-31

Στη σημερινή Ευαγγελική περικοπή, αγαπητοί μου αδελφοί, ο Ευαγγελιστής Λουκάς μέσω της παραβολής του Κυρίου μάς μεταφέρει από τον πρόσκαιρο τούτο κόσμο στην μετά θάνατο ζωή και μας παρουσιάζει τις συνέπειες του τρόπου ζωής μας αλλά και της συμπεριφοράς μας προς τους συνανθρώπους μας

. Μας παρουσιάζει, λοιπόν, δύο ανθρώπους, ο ένας ήταν πλούσιος και ο άλλος φτωχός. Ο πλούσιος ζούσε μέσα στη χλιδή, φορούσε πολυτελή και ακριβά ενδύματα, διασκέδαζε καθημερινά με πλούσια φαγοπότια, ξόδευε τα πλούτη του αδιαφορώντας για ότι συμβαίνει γύρω του, αλλά και για τους συνανθρώπους του. Με λίγα λόγια τον ενδιέφερε μόνο η δική του καλοπέραση.

Ο άλλος, ονομαζόταν Λάζαρος, ήταν πάμφτωχος και άστεγος και ζούσε συνεχώς μέσα στον πόνο και την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους. Όλα τούτα τα υπέμενε με παραδειγματική καρτερία και υπομονή. Δεν παραπονέθηκε ποτέ του κατά του πλουσίου αλλά ούτε και δυσφόρησε ποτέ του κατά του Θεού για την κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Ζητιανεύοντας ο Λάζαρος κατέληξε μπροστά στην πόρτα του πλουσίου περιμένοντας από αυτόν να τον ελεήσει με οποιονδήποτε τρόπο. Όμως ο πλούσιος δεν του έδωσε τίποτα. Ακόμα και την πείνα του προσπαθούσε να την χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν χάμω από το τραπέζι του πλουσίου. Σε αντίθεση με τον πλούσιο τα σκυλιά του έγλυφαν τις πληγές του από συμπόνια μη δυνάμενα να του προσφέρουν κάτι άλλο.

 Όταν, λοιπόν, ήρθε η ώρα της εξόδου του φτωχού Λαζάρου από την ζωή τούτη, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν εν “κόλποις Αβραάμ”, δηλαδή στον Παράδεισο όπου εκεί απολάμβανε τα ουράνια αγαθά. Αφού πέθανε και ο πλούσιος και κηδεύτηκε με δόξες και τιμές, αντί για τον Παράδεισο κατέληξε στον τόπο της βασάνου, στον Άδη. Ο πλούσιος στον Άδη βασανιζόταν υπέφερε και κατακαιγόταν από το άσβεστο πυρ ενώ ο Λάζαρος χαιρόταν και απολάμβανε τα παραδείσια αγαθά. Ο πλούσιος τότε μη υποφέροντας τον καύσωνα της κολάσεως ζητά από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο να του δροσίσει τη γλώσσα με το άκρο του δακτύλου του, αφού πρώτα το βρέξει με νερό. Όμως αντί αυτού ο Αβραάμ λέει στον πλούσιο ότι υπάρχει μια μεγάλη διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους και ότι είναι αδύνατο να εκπληρωθεί το αίτημά του. Παράλληλα του υπενθυμίζει τα αγαθά που απόλαυσε στη γη και τις στερήσεις και κακουχίες που πέρασε ο Λάζαρος.

 Μετά το διάλογο τούτο ο πλούσιος κατανόησε τα σφάλματά του και ζητά από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο πίσω στη γη για να προειδοποιήσει τα αδέρφια του να αλλάξουν τρόπο ζωής και να μετανοήσουν για τις πράξεις τους, ώστε να μην καταλήξουν και αυτοί στην Κόλαση. Τότε ο Αβραάμ του αποκρίνεται ότι “έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας, ακουσάτωσαν αυτών” δηλαδή να εφαρμόζουν την διδασκαλία και τον λόγο του Θεού για να σωθούν. Ο πλούσιος αγωνιώντας επιμένει ότι δεν αρκεί αυτό αλλά μόνο όταν κάποιος από τους νεκρούς αναστηθεί και τους μιλήσει θα πιστέψουν και θα βεβαιωθούν για την ύπαρξη της αιώνιας ζωής. Ο Αβραάμ όμως του απάντησε ότι αν δεν ακούσουν στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δεν πρόκειται να πειστούν ούτε από τα λόγια κάποιου νεκραναστημένου.

Ο πλούσιος δεν καταδικάστηκε για τον πλούτο του, αλλά για την φίλαυτη και εγωιστική χρήση του. Ο πλούτος είναι δωρεά του Θεού σε ορισμένους ανθρώπους. Αυτή την δωρεά ο πλούσιος καλείται να την αξιοποιήσει για την ευεργεσία του εαυτού του αλλά και των συνανθρώπων, όπως ο ίδιος ο Θεός ο οποίος ευεργετεί και ελεεί “δικαίους και αδίκους”, χωρίς να ζητά ανταλλάγματα. Εξάλλου όπως γράφει το βιβλίο των Παροιμιών αυτός που δίνει ελεημοσύνη σε αυτούς που την έχουν ανάγκη είναι σαν να δανείζει τον Θεό, γι’ αυτό ο Θεός κατά κάποιο τρόπο τού είναι οφειλέτης και για να ξεχρεώσει χαρίζει στον άνθρωπο την ουράνια βασιλεία του. Αυτός που βοηθά τους συνανθρώπους του από αγάπη, μοιάζει στον Θεό, ο οποίος από αγάπη και μόνο για τον άνθρωπο θυσιάστηκε για να τον σώσει από την φιλαυτία του που τον οδήγησε στην αμαρτία.

 Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι κατά την Δευτέρα παρουσία του Κυρίου, κριτήριο του θα είναι η αγάπη μας προς τους πάσχοντες συνανθρώπους μας, γι’ αυτό είπε ότι “ εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων εμοί εποιήσατε “. Και η πιο ελάχιστη ευεργεσία που κάνουμε στους ανθρώπους είναι σαν να την έχουμε κάνει για τον Κύριο .Ο Κύριος όμως δεν ζητά να ελεούμε με καταναγκασμό αλλά με χαρά. Ό,τι γίνεται από ανάγκη και όχι από ελεύθερη προαίρεση δεν είναι αποδεχτό από τον Θεό.

Αγαπητοί μου, ο πλούσιος δεν καταδικάστηκε στην κόλαση γιατί ήταν πλούσιος αλλά γιατί δεν έκανε σωστή χρήση της δωρεάς την οποία του εμπιστεύτηκε ο Θεός. Ο πλούτος από μόνος του δεν είναι καλός ή κακός, ο τρόπος διαχείρισής του τον κάνει να φαίνεται ένα από τα δύο.

 Η ελεημοσύνη ως απόρροια της αγάπης, μάς εξομοιώνει με τον ελεήμονα και φιλάνθρωπο Θεό. Όποιος, λοιπόν, δίνει χωρίς φειδώ, πλουσιοπάροχα θα του αποδοθούν εκατονταπλάσια στην αιώνια ζωή με την απόλαυση των άφθαρτων αιωνίων αγαθών. Η αρετή της ελεημοσύνης οδηγεί κατευθείαν στη βασιλεία των ουρανών. Ας στραφούμε προς τους έχοντες ανάγκη, προσφέροντάς τους από το περίσσευμά ή το υστέρημα μας, για να φανούμε καλοί οικονόμοι και διαχειριστές των αγαθών του Θεού. 

Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά - Ο Χριστός ανεπιθύμητος…

αναρτήθηκε στις 24 Οκτ 2020, 8:16 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Οκτ 2020, 8:16 π.μ. ]


 Αποτέλεσμα εικόνας για ΣΤ΄ Λουκά

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Γαλ. α΄ 11-19

ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ:Λουκ. η΄ 27-39


Ὁ δαιμονισμένος τῆς περιοχῆς τῶν Γαδαρηνῶν ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῆς περιοχῆς. Ροῦχα δὲν φοροῦσε καὶ σὲ σπίτι δὲν κατοικοῦσε· κατοικία του εἶχε τὰ μνήματα. Καθὼς ἀντικρύζει τὸν Κύριο, τὰ δαιμόνια ἀναστατώνονται, βάζει φωνὴ μεγάλη τὸ θύμα τους: 

«Τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου;»· ποιὰ σχέση ὑπάρχει ἀνάμεσα σὲ μένα καὶ σὲ σένα, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Ὑψίστου; Σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ βασανίσεις. Τὸ δαιμόνιο ποὺ μίλησε ἦταν φοβισμένο πολύ, διότι ὁ Κύριος εἶχε διατάξει νὰ φύγει ἀπὸ τὸν ταλαιπωρημένο ἄνθρωπο. Ταλαιπωρημένο μάλιστα φρικτά, διότι γιὰ πολλὰ χρόνια τὸν εἶχαν καταλάβει τὰ δαιμόνια. Καὶ ἦταν τόσο ἀγριεμένος, ὥστε τὸν ἔδεναν οἱ ἄνθρωποι μὲ ἁλυσίδες καὶ δεσμὰ στὰ πόδια, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ τὸν φυλᾶνε. Αὐτὸς ὅμως ἔσπαζε τὰ δεσμὰ καὶ καταδιωκόταν ἀπὸ τὰ δαιμόνια στὶς ἐρημιές.

Ὁ Κύριος ἀπευθύνει τώρα ἕνα ἐρώτημα στὸν δαιμονισμένο· τὸν ρωτάει ποιὸ εἶναι τὸ ὄνομά του. Ἀντὶ γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὅμως ἀπαντᾶνε τὰ δαιμόνια καὶ λένε: «Λεγεών». Λεγεὼνα ἦταν ρωμαϊκὸ τμῆμα στρατοῦ περίπου 6.000 ἀνδρῶν, σὰν τὸ σημερινὸ Σύνταγμα στρατοῦ ἤ τὴν Ταξιαρχία. Οἱ δαίμονες ἔδωσαν αὐτὴ τὴν ἀπάντηση, διότι ἦταν πλῆθος πολὺ μέσα στὸ σῶμα τοῦ δυστυχισμένου αὐτοῦ ἀνθρώπου.

Ταυτόχρονα αὐτὰ τὰ πλήθη τῶν δαιμόνων παρακαλοῦν τὸν Κύριο νὰ τοὺς ἐπιτρέψει νὰ εἰσέλθουν σὲ ἕνα κοπάδι χοίρων ποὺ ἔβοσκε ἐκεῖ κοντά. Ὁ Κύριος τοὺς τὸ ἐπέτρεψε. Καὶ ἀμέσως τὸ κοπάδι τῶν χοίρων καταλήφθηκε ἀπὸ μανία καὶ ὁρμώντας ἀπὸ τὸν κοντινὸ γκρεμὸ στὴ λίμνη πνίγηκε. Τρομαγμένοι οἱ βοσκοὶ ἔφυγαν καὶ ἀνήγγειλαν τὸ φοβερὸ γεγονὸς στοὺς κατοίκους τῆς πόλης καὶ τῶν γύρω χωριῶν.

Γιατί ὁ Κύριος ἔδωσε μία τέτοια ἄδεια ποὺ εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν καταστροφὴ τῶν χοίρων; Τὴν ἔδωσε γιὰ δύο λόγους. Πρῶτον, γιὰ νὰ γνωρίσουν οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς ἐκείνης ἀλλὰ κι ὅλοι ἐμεῖς τὴν καταστροφικὴ μανία τῶν δαιμόνων· καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ τιμωρήσει τοὺς ἰδιοκτῆτες τοῦ κοπαδιοῦ ποὺ ἔτρεφαν χοίρους παράνομα, ἀφοῦ τὸ χοιρινὸ κρέας ἦταν ἀπαγορευμένο στοὺς Ἑβραίους ἀπὸ τὸν Νόμο τοῦ Θεοῦ.

Ἡ εἴδηση προκάλεσε φόβο στὴν περιοχή. Οἱ κάτοικοι κατέφθασαν ἀπὸ παντοῦ κι ἔκπληκτοι ἔβλεπαν τὸν πρώην δαιμονισμένο νὰ κάθεται ἥσυχος κοντὰ στὰ πόδια τοῦ Κυρίου. Τὸ θέαμα τοῦ θεραπευμένου ἀνθρώπου καὶ τῶν πνιγμένων χοίρων τοὺς γέμισε μὲ τρόμο. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁμαδικὰ ζήτησαν ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο τους. Φοβήθηκαν, φαίνεται, μήπως χάσουν ὅλοι τὶς περιουσίες τους.

Τὴν ὥρα ὅμως ποὺ ἐκεῖνοι Τὸν ἔδιωχναν, ὁ πρώην δαιμονισμένος παρακαλοῦσε τὸν Κύριο νὰ τοῦ ἐπιτρέψει νὰ Τὸν ἀκολουθήσει. Ἀλλὰ ὁ Κύριος δὲν τοῦ τὸ ἐπέτρεψε. Τοῦ παράγγειλε νὰ μείνει στὸν τόπο του, γιὰ νὰ διηγεῖται στοὺς δικούς του τὸ μεγάλο θαῦμα. Καὶ ὁ εὐγνώμων ἄνθρωπος τὸ ἔκανε μέ ὅλες του τίς δυνάμεις. Διακήρυττε σὲ ὅλη τὴν πόλη τὴ θαυμαστή του θεραπεία.

ΕΚΤΟΣ ΣΥΝΟΡΩΝ

Ἡ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων τῆς περιοχῆς ἐκείνης ἔμεινε παραδειγματικὴ στὴν ἱστορία. Ἀπὸ τότε λέμε «Γαδαρηνούς» ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διώχνουν ἀπὸ τὴ ζωή τους τὸν Χριστό. Τὸν διώχνουν, δὲν θέλουν νὰ ἔχουν πολλὲς σχέσεις μαζί Του. Γιατί; Διότι Τὸν φοβοῦνται. Φοβοῦνται μήπως μὲ τὴν παρουσία Του βλάψει αὐτὰ στὰ ὁποῖα εἶναι δοσμένη ἡ ψυχή τους. Τὴν περιουσία τους, τὶς δραστηριότητές τους, τὴν ἐξέλιξή τους. Φοβοῦνται μήπως τοὺς ἐμποδίσει ἀπὸ τὰ ἁμαρτωλά τους ἔργα. Μήπως δὲν μπορέσουν νὰ πραγματοποιήσουν τὶς κοσμικὲς ἐφάμαρτες ἐπιδιώξεις τους, τὶς παράνομες καὶ ἔνοχες ἐπιθυμίες τους.

Τελικὰ ὁ Χριστὸς συχνὰ καθίσταται ἀνεπιθύμητος. Ἀκόμη κι ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους, τοὺς πιστοὺς Χριστιανούς. Θέλουμε νὰ μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ δαιμόνια, ἀλλὰ χωρὶς νὰ πειράξει τοὺς χοίρους τῶν παθῶν μας ποὺ παράνομα ἐκτρέφουμε. Θέλουμε δηλαδὴ νὰ μᾶς προστατέψει ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ διαβόλου (μαγεῖες, μαντεῖες κλπ.), δὲν συμφωνοῦμε ὅμως μὲ τὸ νὰ ἐγκαταλείψουμε τὰ πάθη μας, τὸν φιλήδονο καὶ σαρκικὸ τρόπο ζωῆς, καὶ νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημά Του.

Πόσο ἐπικίνδυνος εἶναι ὁ Χριστός!

Οἱ ἄνθρωποι θέλουμε τὴν προστασία Του, δὲν δεχόμαστε ὅμως ἐξίσου πρόθυμα τὴν ἑξαγιαστικὴ καὶ ἀνακαινιστικὴ παρουσία Του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτόν, χωρὶς νὰ τὸ πολυκαταλαβαίνουμε, γινόμαστε καὶ ἐμεῖς κάποιου εἴδους«Γαδαρηνοί». Τὸν Χριστὸ τὸν θέλουμε ἔξω ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς ζωῆς μας. Ἀλλὰ τότε τί νόημα καὶ ποιὰ χαρὰ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχει ἡ ζωή μας; Ἀφοῦ τὸ νόημα καὶ ἡ χαρὰ τῆς ζωῆς εἶναι ὁ Χριστός. Ὁ Χριστός, ἡ ζωή μας!

1-10 of 1170