Επίκαιρα

Κυριακή Δ΄Ματθαίου -«Προσήλθεν αυτώ εκατόνταρχος παρακαλών αυτόν…»

αναρτήθηκε στις 4 Ιουλ 2020, 1:25 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 4 Ιουλ 2020, 1:25 π.μ. ]

 

Η θεραπεία του δούλου του εκατόνταρχου
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Γαλ. ε΄22- στ΄2
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. η΄ 5-13

Άνθρωπος βαθιάς πίστης κι ελπίδας ήταν ο σπλαχνικός εκατόνταρχος της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Με βαθιά ταπείνωση και πλήρη συναίσθηση της σμικρότητάς του κατέφυγε στον Χριστό και τον παρακαλούσε για τον άρρωστο δούλο του. Στον διάλογο που ακολούθησε αποκαλύφθηκε το μεγαλείο της πιστεύουσας καρδιάς του και δικαίως επαινέθηκε από τον Χριστό. Τέτοια πίστη, είπε ο Κύριος, δεν συνάντησα ούτε στους εκλεκτούς του Θεού Ισραηλίτες.

Πίστη κι ελπίδα ήταν οι δυνάμεις που οδήγησαν τα βήματά του στον χορηγό της ζωής. Ήταν βέβαιος για το αποτέλεσμα και γι’ αυτό τόλμησε και κατέφυγε στον «Θεό της ελπίδος» (Ρωμ. ιε΄ 13). Στήριξε την ελπίδα του στην άπειρη φιλανθρωπία Του. Σαν θείο δώρο ήλθε η θεραπεία του δούλου του: «και ιάθη ο παις αυτού εν τη ώρα εκείνη».
Ο πόνος και οι δοκιμασίες της ζωής πολλούς ανθρώπους βυθίζουν στο πέλαγος της απελπισίας και της απογνώσεως. Μια απρόσμενη αποτυχία, ένας ξαφνικός πειρασμός, μια ανεξήγητη αρρώστια, ένας βίαιος παραγκωνισμός, μια απάνθρωπη συμπεριφορά μας σύρουν στην περιπέτεια της θλίψης και των δακρύων. Τότε αισθανόμαστε μόνοι και αβοήθητοι. Βλέπουμε τους φίλους, διακριτικά, να μας εγκαταλείπουν. Παρατηρούμε τους συγγενείς να αποσύρονται «στα ίδια». Εκείνοι που πριν ήταν δίπλα μας στις χαρές και στις επιτυχίες, τώρα απομακρύνονται. Μοναδικός σύντροφος μας μένει η μοναξιά. Μέσα στις ατέλειωτες ώρες της νύκτας, το σκοτάδι της απελπισίας μας σκεπάζει. Περίεργες ιδέες περνούν από τον νου. Κι αν δεν έχουμε θεμέλια, γρήγορα φτάνουμε στην απόγνωση και χάνουμε τα λογικά μας.
Μέσα στο σκοτάδι του πόνου, για τον άνθρωπο που πιστεύει, υπάρχει ένα φως. Είναι το φως της ελπίδας. Η ελπίδα ξεπερνά το σκοτάδι της θλίψης, οδηγεί την ψυχή στο χώρο του φωτός και ανακουφίζει τον κουρασμένο της ζωής από το βάρος του σταυρού του.
Δεν υπάρχει χειρότερη ψυχολογική κατάσταση από την απόγνωση. Μόνο με το σκοτάδι μπορεί να παρομοιαστεί. Την ώρα της απογνώσεως παραλύει η θέληση, σκοτίζεται η κρίση, θολώνει ο νους και μπορεί ο άνθρωπος να οδηγηθεί σε πράξεις αξιοθρήνητες για τη σωματική και πνευματική του υγεία. Η απόγνωση είναι διαβολικό δηλητήριο, που ο εχθρός σταλάζει στην ψυχή για να την καταστρέψει. Οι άγιοι ονομάζουν την απόγνωση «πειρασμό βαρύ, σκοτεινό, απαράκλητο, στένωση και πνιγμό» (Αββάς Δωρόθεος). Η θεραπεία της βρίσκεται μόνο στην πίστη και στην ελπίδα. Την ώρα της δοκιμασίας να μην αποκάνουμε, αλλά με ταπείνωση να εμπιστευθούμε στον Θεό τη ζωή μας. «Γενηθήτω το θέλημα σου» να πούμε. Εκείνος με την άπειρη σοφία Του γνωρίζει ποιους τρόπους πρέπει να μετέλθει, για να μας αγιάσει. Ας μη γογγύσουμε, αλλά ας προσευχηθούμε να μας ελεήσει. Να μας χαρίσει δύναμη, καρτερία και υπομονή.
Εκτός από την απόγνωση που έχει σχέση με τα βιοτικά πράγματα, υπάρχει και η πνευματική απόγνωση. Η απελπισία που αισθανόμαστε για τη σωτηρία μας. Η αμαρτία που στην αρχή μας κολακεύει, ύστερα μας κτυπά αλύπητα με την απόγνωση. Ο λογισμός που πριν μας ωθούσε στη διάπραξη της αμαρτίας, μετά την πράξη μας κατηγορεί, μας εξευτελίζει, μας καταδικάζει. Μας παρουσιάζει αδύναμη τη θέληση για επιστροφή και μας βομβαρδίζει με τις σατανικές σκέψεις: «Τώρα που έπεσες δεν μπορείς πια να σηκωθείς. Όσο κι αν αγωνιστείς, δεν μπορείς να ελευθερωθείς από το πάθος». Αποτέλεσμα της απελπισίας είναι οι συνεχείς πτώσεις και η υποδούλωση του ανθρώπου στην καταδυναστεία του διαβόλου.
Εδώ είναι που πρέπει να στηριχτούμε στην ελπίδα. Στην ελπίδα ότι ο Κύριος με τη θεία Χάρη Του θα μας ενισχύσει στον αγώνα. Όχι στην ελπίδα των δικών μας δυνάμεων, αλλά στην ελπίδα της θείας αγάπης που σώζει. Με τα δάκρυα της μετάνοιας στο λουτρό του Μυστηρίου της εξομολογήσεως, ας πλύνουμε τα έλκη της ψυχής. Μην απογοητευτούμε για τις καθημερινές πτώσεις. «Ου γαρ το πεσείν έστι χαλεπόν, αλλά το πεσόντα μη αναστήναι σατανικόν και ολέθριον» (Ιωάννης ο Νηστευτής). Ας προσφέρουμε στον Θεό «πνεύμα συντετριμμένον». Κι εκείνος που αγαπά τις συντετριμμένες και ταπεινωμένες καρδιές θα μας συγχωρέσει και θα μας ελευθερώσει από τον ζόφο της αμαρτίας.
Αδελφοί,
«Επί τω Θεώ ήλπισα» (Ψαλμ. νε΄ 12) διακηρύττει ο προφητάναξ Δαβίδ. Αυτά ας ψελλίζουμε κι εμείς στις ώρες των θλίψεων και των δοκιμασιών. Χωρίς την ελπίδα θα συντριβούμε. «Ει υπομένομεν και συμβασιλεύσομεν» (Β΄ Τιμοθ. β΄ 12). Με υπομονή, καρτερία και πίστη ας αγωνιζόμαστε και ας παρακαλούμε τον Θεό να μη μας αποστερεί τη θεία Χάρη Του. 

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ

αναρτήθηκε στις 27 Ιουν 2020, 1:30 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 27 Ιουν 2020, 1:32 π.μ. ]





Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ ποὺ ἀκούσαμε σήμερα, ἀδελφοί μου, εἶναι ἀπόσπασμα ἀπὸ τήν «ἐπὶ τοῦ ὄρους ὁμιλία» τοῦ Κυρίου. Σὲ αὐτὴν ὁ Θεῖος Διδάσκαλος μὲ λόγια ἁπλά φανέρωσε τόν καινούριο κόσμο ποὺ ἐγκαινίασε ὁ ἐρχομός Του πάνω στὴ γῆ. Μᾶς ὑπέδειξε δρόμο σωτηρίας, μίλησε γιὰ καθαρὴ ψυχὴ καὶ τόνισε ὅτι πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τήν πλεονεξία, διότι κάνει τόν ἄνθρωπο σκληρόκαρδο.
Σύμφωνα μὲ τό Εὐαγγέλιο, ἡ καθαρὴ ψυχὴ προϋποθέτει καθαρὴ συνείδηση καὶ ἐσωτερικὸ φωτισμό. Ὅταν ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι σκοτεινὸς καὶ πονηρός, ὁ ἄνθρωπος πράττει τά ἔργα του διαβόλου καὶ ἡ ψυχή του χάνεται. Εἶναι μάλιστα τόσο κακὸ αὐτό, ὥστε ὁ Κύριος λέει πώς: «τόν κόσμο ὅλο νὰ κερδίσουμε, ἂν χάσουμε τήν ψυχή μας δὲν ὠφελούμαστε σὲ τίποτε».
Κοντὰ στὸ Θεό ὁ ἄνθρωπος ζεῖ τὸ ἀπόλυτο ἀγαθὸ καὶ ἐνάρετο, συμμετέχει στή χάρη καὶ στή χαρὰ ἐκείνη ποὺ ἀπολαμβάνουν οἱ φίλοι τοῦ Θεοῦ οἱ ἅγιοι. Ἀλλὰ γιὰ νὰ τό κατορθώσουμε αὐτό, σύμφωνα μὲ τήν διδασκαλία τῶν πατέρων, πρέπει νὰ ἀκολουθήσουμε τρία στάδια, ποὺ στὴ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζονται στάδια πνευματικῆς τελείωσης καὶ αὐτὰ εἶναι: «τῆς κάθαρσης, τοῦ φωτισμοῦ καὶ τῆς θέωσης».
Μέ τήν κάθαρση, ἀποβάλουμε τά πάθη ἀπὸ τήν ψυχή μας, μὲ τόν φωτισμό ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου φωτίζεται καὶ ἐπιδιώκει μόνο τό ἀγαθὸ καὶ μὲ τὴ θέωση πραγματοποιεῖται ἡ μυστική ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τό Θεό. Ἀπὸ αὐτὰ γίνεται φανερὸ ὅτι μόνο μὲ τόν προσωπικὸ, πνευματικὸ ἀγῶνα θὰ μπορέσουμε νὰ νικήσουμε τήν ἁμαρτία, θὰ μπορέσουμε νὰ κερδίσουμε τόν παράδεισο.
Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει ὅτι «τό κάλλος τῆς ψυχῆς προέρχεται ἀπὸ τήν ὑπακοὴ στὸ Θεό». Μὲ τήν ὑπακοὴ στὸ Θεό ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καθαρίζει, ὀμορφαίνει, χαριτώνεται καὶ πράττει μόνο τό καλό. Τό ἀντίθετο συμβαίνει ὅταν δὲν τηροῦμε τίς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Τότε ὁλόκληρος ὁ ἐσωτερικὸς μας κόσμος βυθίζεται στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας καὶ οἱ πράξεις μας εἶναι αἰχμαλωτισμένες στὰ γήϊνα.
Ὁ Κύριος εἶπε σήμερα: «μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῆ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε», δηλαδή «μὴ φροντίζετε τί θὰ φᾶτε καὶ τί θὰ πίετε», διότι ἡ φροντίδα τῆς καθημερινότητας γεννᾶ μέσα μας τό πάθος τῆς πλεονεξίας. Ὅμως, θὰ ρωτήσει κάποιος: «Εἶναι δυνατόν νὰ μὴν ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τά ἀπαραίτητα καὶ καθημερινά, νὰ μὴν ἐνδιαφερόμαστε γιὰ τήν οἰκογένεια μας; Μὰ καὶ βέβαια, ἀδελφοὶ μου, θὰ ἐνδιαφερθοῦμε, εἶναι ὑποχρέωση μας, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ φροντίδα δὲν πρέπει γίνει αὐτοσκοπὸς στὴ ζωή μας.

«Οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων», μᾶς λέει στὴ συνέχεια ὁ Κύριος, ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Θεὸς φροντίζει γιὰ μᾶς καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ χάνουμε τήν ἐλπίδα μας σὲ Αὐτόν. Ἡ ἐλπίδα στὸ Θεὸ στηρίζει τήν πίστη καὶ δίνει νόημα σὲ αὐτήν. Ὅταν δὲν ἔχουμε ἐλπίδα, ἡ πίστη ὑποχωρεῖ. Μὲ τήν ἐλπίδα στὸ Θεὸ θὰ ἀποφύγουμε τήν πλεονεξία ποὺ προκαλεῖ τήν ἀδικία. Ἡ ἀδικία κάνει τόν ἄνθρωπο ἀδιάφορο, ἐνδιαφέρεται μόνο γιὰ τόν ἑαυτὸ του, δὲν ἀγαπᾶ τούς συνανθρώπους καί στὸ τέλος ξεχνᾶ καὶ τόν ἴδιο Θεὸ καὶ, σύμφωνα μὲ τόν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη, «ὅποιος δὲν ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του, δὲν ἀγαπᾶ τόν Θεό».
Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος, κυριευμένος ἀπὸ ἄγχος, φόβο καὶ ἀβεβαιότητα, παρόλες τὶς ἀνέσεις ποὺ διαθέτει, δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάσει, δὲν μπορεῖ νὰ ἠρεμήσει. Ἡ μόνη φροντίδα του εἶναι πῶς θὰ ἀπόκτησει περισσότερα γιὰ τὸ αὔριο. Ἀλλὰ, τὸ αὔριο τὶ εἶναι ἀδελφοί μου; Ποιός βεβαιώνει ὅτι θὰ ζοῦμε αὔριο; Μποροῦμε νά τό κάνουμε δικό μας; Ὄχι βέβαια! Τό σήμερα ζοῦμε, ἀλλὰ πάλι καὶ αὐτό δὲν εἴμαστε σὲ θέση νά τό ἐξουσιάσουμε, μποροῦμε ὅμως νὰ τό ἀξιοποιήσουμε γιὰ τή σωτηρία μας.
Ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ τεχνολογία μᾶς γέμισαν ἕνα μεγάλο κενό. Πιστέψαμε πώς γεμίζοντας τό στομάχι μας καὶ ἀπολαμβάνοντας τὶς ἀνέσεις τοῦ πολιτισμοῦ μας θὰ βρίσκαμε τήν εὐτυχία. Πῶς γίνεται, ὅμως, ἕνα γεμᾶτο χρηματοκιβώτιο νὰ μᾶς κάνει εὐτυχισμένους, ὅταν ἡ ψυχή μας εἶναι ἄδεια ἀπὸ συναισθήματα καὶ κυρίως ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τόν πλησίον;
Ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου εἶναι θέμα ἐσωτερικῆς διάθεσης, εἶναι ὑπόθεση ἐσωτερικῆς ἀνακαίνισης καὶ ψυχικῆς καλλιέργειας. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος καλλιεργήσει ἐντατικὰ τόν χῶρο τῆς ψυχῆς του, θὰ πάψει νὰ εἶναι ἐγωϊστής καὶ ἄπληστος, θὰ μπορει νὰ διακρίνει τό πρόσκαιρο ἀπὸ τό αἰώνιο καὶ θὰ γευθεῖ τήν ἐσωτερικὴ εἰρήνη ποὺ τόσο νοσταλγεῖ. Εἶναι καιρὸς λοιπὸν νὰ συγκεντρώσουμε τό ἐνδιαφέρον μας πρὸς τόν Θεό, ἐλευθερώνοντας τήν σκέψη μας ἀπὸ τά γήϊνα, ἀπὸ σκοτεινοὺς λογισμούς, ἀπὸ τήν πλεονεξία καὶ τήν ἀδικία.
Ἀδελφοὶ μου,
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης ρωτᾶ: «Πῶς μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ προσεγγίσει τά οὐράνια πράγματα, ἂν εἶναι προσηλωμένος στὰ ἐπίγεια; Καὶ πῶς μπορεῖ νὰ ὑψωθεῖ στὸν οὐρανὸ ἂν δὲν πτερωθεῖ μὲ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος;» Ἂς γίνει λοιπὸν ἡ Οὐράνια Βασιλεία, ἡ πρώτη φροντίδα μας, ἡ μεγάλη προσδοκία τῆς ζωῆς μας καὶ ἡ Θεία Πρόνοια θὰ φροντίσει γιὰ ὅλα τά ἄλλα. Αὐτὴν ἀκριβῶς τήν ἔννοια ἔχουν καὶ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ ὅταν λέει: «Ζητεῖται πρῶτον τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ». Ἀμήν.


Κυριακή Β΄ Ματθαίου – «Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ»

αναρτήθηκε στις 20 Ιουν 2020, 2:32 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 20 Ιουν 2020, 2:32 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ρωμ. β΄10-16
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ματθ. δ΄18-23

Στην κλήση των τεσσάρων Αποστόλων Πέτρου, Ανδρέου, Ιακώβου και Ιωάννου, αναφέρεται το σημερινό Ευαγγέλιο. Περπατώντας ο Ιησούς στη θάλασσα της Γαλιλαίας τους συνάντησε να ασχολούνται με την ψαρική τέχνη. Ο Πέτρος κι ο Ανδρέας έριχναν τα δίκτυα στη θάλασσα. Δεν πρόλαβαν να τα ανασύρουν κι έπεσαν πρώτοι αυτοί στα δίχτυα της αγάπης του Θεού. «Δεὐτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» τους είπε ο Διδάσκαλος. Χωρίς δεύτερο λόγο εκείνοι, την ίδια στιγμή, άφησαν τα δίκτυα «και ηκολούθησαν αυτώ».
Οι άλλοι δυο, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης μαζί με τον πατέρα τους Ζεβεδαίο ήταν μέσα στο πλοίο τους και μπάλωναν τα δίκτυα. Κι αυτούς κάλεσε ο Ιησούς. «Οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών ηκολούθησν αυτώ». Για τον Χριστό εγκατέλειψαν πατέρα, οικογένεια, περιουσία, πατρίδα, επάγγελμα.
Μαγνητισμένοι από το θείο πρόσωπο του Χριστού ένοιωσαν στην ψυχή τους μια δύναμη να τους ελκύει κοντά Του. Δεν υπολόγισαν ούτε συγγενείς, ούτε περιουσίες. Παρέδωσαν στα χέριά Του τη ζωή τους. Τον ακολούθησαν πιστά κι όλοι τους, για χάρη Του μαρτύρησαν και θυσιάστηκαν ηρωικά. Κάτω από συνθήκες σκληρές, περιόδευσαν γη και θάλασσα, για να διασώσουν το φως της αλήθειας και της αγάπης. Επανειλημμένα κινδύνεψαν για το Ευαγγέλιο του Χριστού. Ποιος μπορεί να διηγηθεί τις θλίψεις και τα δεσμά, τους αγώνες και τους κόπους, τους μόχθους και τις αγρυπνίες, τις κακοπάθειες και τα ναυάγια, που υπέμειναν για τη σωτηρία του κόσμου! Από αλιείς ιχθύων, έγιναν αλιείς ανθρώπων! Από άσημοι και μικροί αναβιβάστηκαν στους θρόνους της τιμής από τους οποίους μαζί με τον Χριστό θα κρίνουν «τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ». 

Ρητή και συγκεκριμένη υπήρξε η διαβεβαίωση του Ιησού: «Υμείς οι ακολουθήσαντες μοι, εν τη παλιγγενεσία, όταν καθίση ο υιός του ανθρώπου επί θρόνου δόξης αυτού, καθίσεθε και υμείς επί δώδεκα θρόνους κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ. Και πας ος άφηκεν οικίας ή αδελφούς ή αδελφάς, ή πατέρα ή μητέρα, ή γυναίκα ή τέκνα, ή αγρούς ένεκεν του ονόματός μου, εκατονταπλασίονα λήψεται και ζωήν αιώνιον κληρονομήσει» (Ματθ. ιθ’ 28-29).
Αξιοθαύμαστη είναι η ανταπόκριση των Αποστόλων στο κάλεσμα του Χριστού. Εκείνο όμως που την καθιστά περισσότερο θαυμαστή, είναι η λέξη «ευθέως». Αμέσως, χωρίς να υπολογίσουν τα υπέρ και τα κατά, χωρίς να τακτοποιήσουν τις οικογενειακές τους υποθέσεις, χωρίς να αποχαιρετήσουν συγγενείς και φίλους. Απαρνήθηκαν τον εαυτό τους και ακολούθησαν τον Χριστό με εμπιστοσύνη. Απογυμνώθηκαν από κάθε γήινο, πρόσκαιρο, κι ενδύθηκαν την ουράνια δόξα. Εγκατέλειψαν τους κατά σάρκα συγγενείς και ακολούθησαν τον μοναδικό πατέρα, αδελφό και φίλο, τον Θεάνθρωπο (Ιωάν ιε’ 15 Ματθ. ιβ’ 50). Και όλα αυτά αποφασίστηκαν «εν ριπή οφθαλμού». Όταν ομιλεί ο Θεός, ο άνθρωπος πρέπει να υπακούει. Μάλιστα όταν τον καλεί στον δρόμο της σωτηρίας, δεν πρέπει να χρονοτριβεί, αλλά «ευθέως» να ανταποκρίνεται στην κλήση. Το παρόν είναι δικό μας, το μέλλον δεν γνωρίζουμε αν θα μας ανήκει: «έρχεται νυξ ότε ουδείς δύναται εργάζεσθαι» (Ιωάν. θ΄ 4). Σήμερα έχουμε υγεία και μπορούμε να εργαστούμε για τη δόξα του Θεού. Ίσως αύριο χάσουμε τη δύναμη. Σήμερα έχουμε τα μέσα και τον τρόπο, αύριο ίσως να χάσουμε τις ευκαιρίες.
 Ο Χριστός συνεχίζει και σήμερα να μας προσκαλεί στη Βασιλεία της αγάπης και της ειρήνης. Μας προτρέπει να αφήσουμε τις αδυναμίες και τα πάθη και να Τον  ακολουθήσουμε. Μεσ’ από τα γεγονότα της ζωής μας απευθύνει διαρκώς προσκλήσεις. Εμείς τι θα κάνουμε; Θα μείνουμε προσκολλημένοι στα γήινα και θα χάσουμε τα ουράνια; ή θα απαρνηθούμε τα τερπνά του κόσμου και θα Τον ακολουθήσουμε;
 Είναι αλήθεια, ότι όσοι πιστεύουμε στον Χριστό, θέλουμε να είμαστε κοντά Του. Από την άλλη, όμως, πλευρά, δειλιάζουμε να περιφρονήσουμε εκείνα που κρατούν δέσμιο το πνεύμα μας στη γη, Αποτέλεσμα αυτής της καταστάσεως είναι η αναβολή. Αναγνωρίζω ότι πρέπει να αλλάξω πορεία. Σήμερα, όμως, αδυνατώ λόγω πολλών περιστάσεων. Αύριο, σε λίγο καιρό. «Μη αναβάλλου επιστρέψαι προς Κύριον» λέγει ο ιερός Χρυσόστομος «μηδέ ανάμενε ημέραν εξ ημέρας, μήποτε, ως μέλλεις, εκτιβής». Σήμερα ένιωσες σκίρτημα μετάνοιας; Σήμερα σπεύσε στον πνευματικό να εξομολογηθείς. Σήμερα συναισθάνθηκες την αμαρτωλότητά σου κι άκουσες τη φωνή του Χριστού να σε προσκαλεί; Μην αναβάλλεις. Σκέψου, ότι η συνήθεια της αμαρτίας από την συνεχή επανάληψη γίνεται τόσο ισχυρή, ώστε καταλαμβάνει μέσα σου θέση φύσεως. Όπως οι ταπεινοί ψαράδες της Γαλιλαίας έτσι και συ «ευθέως» ακολούθησε τον Σωτήρα Χριστό. Μη λησμονείς, ότι το σήμερα είναι δικό σου. Τώρα που έχεις θέληση, τώρα που έχεις δυνάμεις, τώρα που έχεις τα λογικά σου, ανταποκρίσου στην κλήση του Ιησού. Ίσως αύριο να είναι πολύ αργά.
 Αν υπάρχουν ευσεβείς που δεν έχουν στην ψυχή τους χαρά και ικανοποίηση για τη ζωή που κάνουν, τούτο συμβαίνει, γιατί δε ζουν γνήσια την ευσέβεια τους. Οι άνθρωποι αυτοί, έχουν ανακατέψει την πίστη με πολλή υποκρισία και φιλοσοφία και κοσμικό φρόνημα. Έχουν καταντήσει τυπολάτρες κι ευσεβιστές με εξωτερικά μόνο γνωρίσματα ευσέβειας, χωρίς αντίκρισμα και περιεχόμενο. Φυσικό είναι να υποφέρουν εσωτερικά, γιατί είναι διχασμένοι. Μπορεί να τηρούν όλους τους τύπους να αναγνωρίζονται στην εφαρμογή των χριστιανικών καθηκόντων τους, να είναι πρώτοι σε κάθε προσκλητήριο της Εκκλησίας. Παρά ταύτα, όμως, μένουν ανικανοποίητοι, σαστισμένοι, χωρίς τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος χωρίς χαρά, αγάπη, πίστη, πραότητα, ειρήνη, υπομονή, γιατί τους λείπει το θεμέλιο της πνευματικής ζωής, η αυτογνωσία. Έχουν πλούσια φυλλωσιά χωρίς καρπούς, σαν την άκαρπη συκή. Η ευσέβεια της Εκκλησίας μας βρίσκεται στα Συναξάρια, στα τροπάρια και στα ιερά εικονίσματα. Οι βίοι των αγίων βοηθούν τον πιστό να ζήσει την εν Χριστώ ζωή. Τα τροπάρια εκφράζουν τα συναισθήματα χαράς για τις δωρεές του Θεού. Οι σεπτές εικόνες απεικονίζουν τη δόξα των αγίων.
Αδελφοί,
Ο Χριστιανός που στηρίζεται στα πρότυπα των αγίων και που βαδίζει πάνω στα δικά τους ίχνη, είναι πραγματικά ευσεβής. Διαβάζοντας το συναξάρι, ψάλλοντας τα κατορθώματα των αγίων και ατενίζοντας τις δοξασμένες τους μορφές, εναρμονίζει τη ζωή του με τη δική τους ζωή και ακολουθεί το δικό τους δρόμο. Αποκορύφωμα και πλήρωμα κάθε ευσεβούς ζωής είναι και παραμένει πάντοτε «το μέγα της ευσεβείας μυστήριον» δηλ. η Θεία Ευχαριστία με τη μετάληψη της οποίας ο πιστός ενώνεται με το Θεό και την Εκκλησία. Όσοι θέλουν να γνωρίσουν και να ζήσουν την Ορθόδοξη ευσέβεια ας μαθητεύσουν στο μοναδικό σχολείο της Εκκλησίας, όπου βιώνεται η αγιότητα και διδάσκεται η πρακτική. Στην Εκκλησία δεν έχουν θέση οι θεωρίες αλλά τα πρόσωπα και τα γεγονότα. Ας ενώσουμε, λοιπόν, τη δική μας ζωή με τη ζωή των αγίων κι ας γίνουμε μαθητές εκείνων που έκαναν την πράξη «θεωρίας επίβαση». 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

αναρτήθηκε στις 12 Ιουν 2020, 1:49 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 12 Ιουν 2020, 1:50 π.μ. ]



ΛΥΧΝΟΣ ΤΟΙΣ ΠΟΣΙ ΜΟΥ Οι Άγιοι Πάντες - YouTube

1. Ἡ σημερινή Κυριακή, ἀδελφοί χριστιανοί, λέγεται ἐκκλησιαστικά «Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων». Ὅλοι οἱ ἅγιοι ἑορτάζουν σήμερα καί αὐτῶν πού γνωρίζουμε τά ὀνόματα καί αὐτῶν πού δέν τά γνωρίζουμε. Γιά νά πῶ τήν ἀλήθεια, ὅπως τήν νομίζω, τῶν περισσοτέρων ἁγίων δέν γνωρίζουμε τά ὀνόματα, γιατί τά μαρτύρια γίνονταν ὁμαδικά, ἀλλά καί πολλοί ἅγιοι ἐπίτηδες δέν ἤθελαν νά φανερωθεῖ τό ὄνομά τους, γι᾽ αὐτό καί παρέμειναν ἀνώνυμοι. Ἀνώνυμοι λοιπόν ἦταν οἱ περισσότεροι ἅγιοι, γι᾽ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ σήμερα ὅλους τούς ἁγίους μέ τήν Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων.

Χριστιανοί μου, τό πᾶν εἶναι νά ἁγιάσουμε. Τί νά τά κάνουμε τά πλούτη καί τά μεγαλεῖα, ὅταν αὐτά δέν μᾶς κάνουν εὐτυχισμένους; Καί εὐτυχισμένους ἐννοῶ τό νά ζοῦμε τήν μεγάλη χαρά τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ μέσα μας. Βλέπετε ὅλα φεύγουν καί σβήνονται, ὅλα λησμονοῦνται, ἀλλά μένουν οἱ ἅγιοι.
Ἀλλά τί πρέπει νά κάνουμε, γιά νά ἁγιάσουμε; Ἀπό ὅ,τι φαίνεται, ἀγαπητοί μου, ἀπό τό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο, τό κύριο καί τό βασικό γιά νά ἁγιάσουμε εἶναι νά ἀγαπᾶμε τόν Ἰησοῦ Χριστό πάνω ἀπ᾽ ὅλα καί πιό πολύ ἀπ᾽ ὅλα. Αὐτό εἶναι! Γι᾽ αὐτό στήν προσευχή μας νά λέμε συχνά: Χριστέ μου, κάνε με νά σ᾽ ἀγαπῶ, νά σ᾽ ἀγαπῶ πολύ! Ἀλλά στό σημερινό ἅγιο Εὐαγγέλιο πού ἀκούσαμε πιό πρίν μᾶς λέγει ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος τί νά κάνουμε γιά νά εἴμαστε αἰώνια δικοί Του. Ἀκοῦστε:
2. Ὁ Χριστός μᾶς εἶπε νά Τόν ὁμολογοῦμε. «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10,32), μᾶς εἶπε. Δηλαδή νά μή ντρεπόμαστε νά λέμε ὅτι εἴμαστε δικοί Του. Νά λέμε θαρρετά ὅτι πιστεύουμε στόν Ἰησοῦ Χριστό, ὅτι τόν ἔχουμε Θεό μας, ὅτι τόν πιστεύουμε γιά Σωτῆρα μας.
Αὐτό παλαιότερα στοίχιζε τήν ζωή τῶν χριστιανῶν, ἀλλά καί σήμερα στοιχίζει τήν περιφρόνηση καί τήν εἰρωνεία, γιατί οἱ πολλοί χριστιανοί σήμερα δέν ἔχουν τόν Χριστό πάνω ἀπ᾽ ὅλα. Ἔτσι, τό νά ὁμολογεῖς τόν Χριστό θέλει πίστη, θέλει θερμή ἀγάπη σ᾽ Αὐτόν. Ἀλλά στόν λόγο Του ὁ Κύριος σήμερα μᾶς εἶπε μιά φρασούλα, πού εἶναι πολύ δυνατή, καί ἄν τήν ζοῦμε, δέν θά ἀρνηθοῦμε ποτέ τόν Χριστό. Ἀκοῦστε την: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί», μᾶς εἶπε. Αὐτό τό «ἐν ἐμοί» εἶναι ἡ ἐπιτυχία, γιά νά μήν γίνουμε ἀρνητές τοῦ Χριστοῦ. Δηλαδή, τό νά εἴμαστε ἑνωμένοι πάντοτε μέ τόν Χριστό. Τό νά μήν ἀποκοπτόμαστε καθόλου ἀπ᾽ Αὐτόν.  Τό νά προσευχόμαστε σ᾽ Αὐτόν καί νά διαποτιζόμαστε συνέχεια μέ τήν χάρη Του. Ὅποιος ζεῖ αὐτό τό «ἐν ἐμοί», δέν πρόκειται ποτέ νά πάθει τήν μεγάλη ζημιά, τό νά ἀρνηθεῖ τόν Ἰησοῦ Χριστό. Γιατί γιά ἄρνηση τοῦ Χριστοῦ ἀκούσαμε στήν συνέχεια τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελίου (στίχ. 10,33). Ἀλλά, χριστιανοί μου, τί νά τήν κάνουμε τήν ζωή μας, ἄν ἔχουμε ἀρνηθεῖ τόν Χριστό; Γι᾽ αὐτό ἄς λέμε καθημερινά καί μία ἄλλη προσευχή, γλυκειά καί δυνατή: «Χριστέ μου – νά λέμε – κάνε με, ὅ,τι καί νά μοῦ συμβεῖ στήν ζωή μου, νά μή σέ ἀρνηθῶ ποτέ»!
3. Σᾶς εἶπα ὅτι πρέπει νά ἀγαπᾶμε τόν Χριστό πάνω ἀπ᾽ ὅλα. Καί τήν μάνα μας βέβαια καί τόν πατέρα μας βέβαια καί ὅλους πρέπει νά ἀγαπᾶμε, ἀλλά ὄχι παραπάνω ἀπό τόν Χριστό. Ἔτσι εἶπε σήμερα ὁ Κύριος στό Εὐαγγέλιο: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἤ μητέρα ὑπέρ ἐμέ οὐκ ἔστι μου ἄξιος». Καί φαίνεται αὐτό, τό ποιόν δηλαδή ἀγαπᾶμε περισσότερο, ἀπό τό ὅτι ἄν αὐτά τά ἀγαπητά οἰκογενειακά πρόσωπα μᾶς ποῦν λόγο ἐνάντιο πρός τήν πίστη καί τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, νά εἴμαστε ἕτοιμοι νά ὁμολογήσουμε καί σ᾽ αὐτούς τήν πίστη καί ὄχι ἀπό ἀγάπη ἤ σεβασμό πρός αὐτούς νά μήν τούς μιλήσουμε.
Τέλος, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός στό σημερινό Του Εὐαγγέλιο μᾶς εἶπε γιά τήν δόξα ἐκείνων πού τά ἐγκατέλειψαν ὅλα καί ἀφιερώθηκαν ἀποκλειστικά σ᾽ Αὐτόν. Μᾶς εἶπε ὅτι θά γίνουν οἱ κριταί οἰκουμένης! Ἔτσι ἀκούσαμε ὅτι εἶπε στόν ἀπόστολο Πέτρο καί τούς δώδεκα μαθητές Του, ὅτι σεῖς «ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθήσῃ ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐπί θρόνου δόξης, καθίσεσθε καί ὑμεῖς ἐπί δώδεκα θρόνους, κρίνοντες τάς δώδεκα φυλάς τοῦ Ἰσραήλ»! Ὁ Κύριος ἐδῶ μᾶς λέγει γιά «παλιγγενεσία». Δηλαδή γιά δεύτερη γέννηση καί ἀνάπλαση, γιά ἀνακαίνιση τῆς κτίσεως. Γιά νέα δημιουργία. Ἔτσι θά γίνει μέ τήν Δεύτερη Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, ὦ χριστιανοί.  Καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἅγιοι Πάντες πού ἑορτάζουμε σήμερα, θά εἶναι οἱ «κρίνοντες», δηλαδή οἱ κατακρίνοντες τούς ἁμαρτωλούς, τούς παραβάτες τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί οἱ παραβάτες τῶν θείων ἐντολῶν, πραγματικά, δέν θά μποροῦν σέ τίποτε νά ἀπολογηθοῦν γιά τίς παραβάσεις τους, γιατί, ὁρίστε, ἐδῶ οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν καί αὐτοί τήν ἴδια ἀνθρώπινη φύση, ὅμως πέτυχαν νά τήν καθαρίσουν ἀπό τά ἁμαρτωλά πάθη τους καί νά δώσουν τόν ἑαυτό τους καθαρό στόν Θεό. Δηλαδή πέτυχαν νά ἁγιάσουν. Καί  σήμερα ἔχουμε τήν «Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων». Παρακαλοῦμε τούς Ἁγίους Πάντες νά πρεσβεύουν γιά μᾶς στόν Κύριο νά μᾶς δίνει τήν Χάρη Του γιά νά ἀκολουθοῦμε τό ἅγιο παράδειγμά τους καί νά εἴμαστε καί ᾽μεῖς μαζί τους στήν Βασιλεία τοῦ Χριστοῦ τήν ἐπουράνιο, ΑΜΗΝ. 

Κυριακή της Πεντηκοστής -«Και επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου»

αναρτήθηκε στις 6 Ιουν 2020, 2:47 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Ιουν 2020, 2:48 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Πράξ. β' 1 – 11
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ιωάν. ζ' 37—52, η' 12 


Αγίου Ιωάννου, αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, του Χρυσοστόμου
ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ
  1. Είναι μεγάλα, αγαπητοί, και ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη λογική τα χαρίσματα που μας δώρισε σήμερα ο φιλάνθρωπος Θεός. Γι᾿ αυτό λοιπόν ας χαιρόμαστε όλοι μαζί και χορεύοντας από χαρά ας υμνήσουμε τον Κύριό μας. Γιατί η σημερινή ημέρα είναι για μας εορτή και πανήγυρη. Όπως δηλαδή η μία εποχή διαδέχεται την άλλη και το ένα ηλιοστάσιο το άλλο, έτσι ακριβώς και στην Εκκλησία η μία εορτή διαδέχεται την άλλη και μας πηγαίνουν από τη μία στην άλλη. Πριν από λίγες ημέρες λοιπόν εορτάσαμε τον Σταυρό, το Πάθος, την Ανάσταση, ύστερα από αυτά την Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού στον ουρανό. Σήμερα όμως συναντήσαμε την ίδια την κορυφή των αγαθών, φθάσαμε στη μητρόπολη των εορτών, βρισκόμαστε στην πραγματοποίηση της υπόσχεσης του Κυρίου: «Ἐὰν γὰρ ἐγὼ μὴ ἀπέλθω,ὁ παράκλητος οὐκ ἐλεύσεται πρὸς ὑμᾶς· ἐὰν δὲ πορευθῶ, πέμψω αὐτὸν πρὸς ὑμᾶς (:σας συμφέρει να φύγω εγώ· διότι εάν δεν πεθάνω επάνω στο σταυρό και δεν φύγω, ο Παράκλητος δεν θα έλθει σε σας. Αν όμως προσφέρω πάνω στον σταυρό την εξιλαστήρια θυσία μου και φύγω από τον κόσμο αυτόν για να πάω στον Πατέρα μου, θα σας στείλω τον Παράκλητο)» [Ιω. 16, 7].

    Είδατε ενδιαφέρον; Είδατε άπειρη φιλανθρωπία; Πριν από λίγες ημέρες ανέβηκε στον ουρανό, ξανακάθισε στο βασιλικό θρόνο, πήρε τη θέση στα δεξιά του Πατέρα και μας χαρίζει σήμερα την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και έτσι μας δίνει τα άπειρα ουράνια αγαθά. Γιατί, πες μου, ποιο από αυτά που συντελούν στη δική μας σωτηρία δεν το έχει δώσει το Άγιο Πνεύμα; Αυτό μας απαλλάσσει από την πνευματική δουλεία, μας καλεί στην ελευθερία, μας οδηγεί στην υιοθεσία και, γενικά, μας ξαναγεννά από την αρχή, και μας ξεφορτώνει το βαρύ και αποκρουστικό φορτίο των αμαρτιών. Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος βλέπουμε τους πολλούς ιερείς και έχουμε τα τάγματα των διδασκάλων. Από την πηγή αυτή βγήκε και το προφητικό χάρισμα και η δύναμη να θεραπεύουν ασθένειες. Και όλα τα υπόλοιπα, τα οποία στολίζουν συνήθως την Εκκλησία του Θεού, από εκεί έχουν την προέλευση.
     Και φωνάζει ο Παύλος λέγοντας: «Πάντα δὲ ταῦτα ἐνεργεῖ τὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα, διαιροῦν ἰδίᾳ ἑκάστῳ καθὼς βούλεται(:και όλα αυτά τα πολλά και ποίκιλα χαρίσματα ενεργεί το ένα και το αυτό Άγιο Πνεύμα, το οποίο μοιράζει ιδιαιτέρως και χωριστά στον καθένα σύμφωνα με τη Θεία του θέληση. Και η θέληση Του αυτή δεν είναι μεροληπτική και αυθαίρετη, αλλά πάντοτε αποβλέπει από συμφέρον και εκείνου στον οποίου δίνεται χάρισμα, αλλά και όλου του σώματος της εκκλησίας)»[Α´ Κορ 12, 11]. «Όπως θέλει», λέγει, «όχι όπως διατάχθηκε»· «μοιράζει», δεν μοιράζεται. Έχει εξουσία, δεν βρίσκεται κάτω από εξουσία. Γιατί την ίδια ακριβώς εξουσία, που βεβαίωσε στον Πατέρα, αναθέτει ο Παύλος και στο Άγιο Πνεύμα. Και όπως λέγει για τον Πατέρα: «καὶ διαιρέσεις ἐνεργημάτων εἰσίν,  δὲ αὐτός ἐστι Θεός, ὁ ἐνεργῶν τὰ πάντα ἐν πᾶσιν(:υπάρχουν και διανομές δυνάμεων, που εκδηλώνονται ως έκτακτες υπερφυσικές ενέργειες και πράξεις. Ο ίδιος όμως ο Θεός ενεργεί όλα αυτά σε εκείνους μέσα από τους οποίους ενεργούνται, όπως και σε εκείνους για των οποίων την ευεργεσία γίνονται αυτά)» [Α´ Κορ. 12, 6]..«Και όλα αυτά τα χαρίσματα», λέγει, «ενεργεί το ένα και μοναδικό Άγιο Πνεύμα, το οποίο τα μοιράζει χωριστά στον καθένα όπως θέλει»[βλ. παραπάνω, Α΄Κορ.12,11].
       Είδες τέλεια εξουσία; Γιατί αυτά που έχουν την ίδια ουσία, είναι φανερό ότι έχουν και την ίδια εξουσία. Και αυτά που έχουν την ίδια αξία, έχουν και την ίδια δύναμη και την ίδια εξουσία. Με το Άγιο Πνεύμα επιτύχαμε την απαλλαγή από τις αμαρτίες και ξεπλύναμε κάθε ακαθαρσία. Με τη χάρη Του από άνθρωποι γίναμε άγγελοι, όσοι πλησιάσαμε τη χάρη του, χωρίς ν᾿ αλλάξουμε τη φύση μας, αλλά, πράγμα που είναι πολύ πιο αξιοθαύμαστο, παραμένοντας στην ανθρώπινη φύση δείχνουμε αγγελική συμπεριφορά. Γιατί τέτοια είναι η δύναμη του αγίου Πνεύματος. Και όπως η φωτιά αυτή που βλέπουμε, όταν παραλάβει τον μαλακό πηλό, τον κάνει σκληρό κεραμίδι, έτσι ακριβώς και η φωτιά του Αγίου Πνεύματος, όταν παραλάβει μία συνετή ψυχή, και αν ακόμα τη βρει πιο μαλακή από τον πηλό, την κάνει πιο σκληρή από το σίδερο. Επίσης αυτόν που πριν από λίγο ήταν μολυσμένος από την ακαθαρσία των αμαρτιών, τον κάνει αμέσως πιο λαμπρό από τον ήλιο.
       Αυτά ακριβώς θέλοντας να μας διδάξει ο μακάριος Παύλος φώναζε δυνατά λέγοντας: «Μὴ πλανᾶσθε· οὔτε πόρνοι οὔτε εἰδωλολάτραι οὔτε μοιχοὶ οὔτε μαλακοὶ οὔτε ἀρσενοκοῖται οὔτε πλεονέκται οὔτε κλέπται οὔτε μέθυσοι, οὐ λοίδοροι, οὐχ ἅρπαγες βασιλείαν Θεοῦ οὐ κληρονομήσουσι (:Μην πλανάστε. Ούτε οι πόρνοι, ούτε οι ειδωλολάτρες, ούτε οι μοιχοί, ούτε οι εκθηλυμένοι και θηλυπρεπείς, ούτε οι αρσενοκοίτες,ούτε οι πλεονέκτες, ούτε οι κλέφτες, ούτε οι μέθυσοι, ούτε αυτοί που εμπαίζουν και βρίζουν τους άλλους, ούτε οι άρπαγες με κανένα τρόπο δεν θα κληρονομήσουν τη Βασιλεία του Θεού» [Α´ Κορ. 6, 9-10]. Και αφού αρίθμησε όλα, κατά κάποιο τρόπο, τα είδη της κακίας, και αφού μας δίδαξε ότι οι υπεύθυνοι τέτοιων αμαρτημάτων αποξενώνονται από τη Βασιλεία του Θεού, αμέσως πρόσθεσε: «Καὶ ταῦτά τινες ἦτε· ἀλλὰ ἀπελούσασθε, ἀλλὰ ἡγιάσθητε, ἀλλὰ ἐδικαιώθητε ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ καὶ ἐν τῷ Πνεύματι τοῦ Θεοῦ ἡμῶν (:και μερικοί από εσάς τέτοιοι ήσασταν στο παρελθόν. Αλλά λουσθήκατε από αυτά τα αμαρτήματα· αλλά αγιασθήκατε· αλλά γίνατε δίκαιοι με την επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού με το βάπτισμα και με την χάρη του Πνεύματος του Θεού μας)» [Α´ Κορ. 6, 11]. Πες μου, πώς και με ποιον τρόπο; Γιατί αυτό είναι που θέλουμε να μάθουμε. «Γιατί βαπτισθήκατε στο όνομα του Κυρίου Ιησού Χριστού», λέγει, «και στη χάρη του Πνεύματος του Θεού μας». Είδες, αγαπητέ, τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος; είδες ότι το Άγιο Πνεύμα εξαφάνισε όλη εκείνη την κακία, και ότι εκείνους που ήταν προηγουμένως υποδουλωμένοι στις δικές τους αμαρτίες, τους ανέβασε αμέσως στην υψηλότερη τιμή;
     Ποιος λοιπόν θα μπορούσε να κλάψει και να θρηνήσει, όπως αξίζει, εκείνους που επιχειρούν να μιλούν περιφρονητικά για την αξία του Αγίου Πνεύματος, εκείνους που, σαν να ήταν τρελοί, δεν κατόρθωσαν ούτε οι πολλές ευεργεσίες να τους απομακρύνουν από την αχαριστία τους, αλλά τολμούν να κάνουν τα πάντα εναντίον της σωτηρίας τους, αποστερώντας το Άγιο Πνεύμα, όσο τους είναι δυνατό, από τη θεϊκή Του αξία, και προσπαθούν να το κατεβάσουν στην κατηγορία των κτισμάτων; Εκείνους θα ήθελα να ερωτήσω. Για ποιο λόγο εσείς πολεμάτε τόσο πολύ την αξία του Αγίου Πνεύματος; Ή καλύτερα, γιατί πολεμάτε τη σωτηρία σας, και δε θέλετε να καταλάβετε τα λόγια που είπε ο Σωτήρας στους μαθητές Του; «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη, βαπτίζοντες αὐτοὺς εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος(:Λοιπόν πηγαίνετε και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)» [Ματθ. 28, 19]. Είδες ότι έχουν ισότιμη αξία; Είδες ότι έχουν τέλεια συμφωνία; Είδες ότι η Αγία Τριάδα είναι αδιαίρετη; Μήπως υπάρχει κάποια διαφορά ή αλλαγή ή έλλειψη; Γιατί τολμάτε να παραποιείτε τα λόγια του Κυρίου;
    Ή δε γνωρίζετε ότι και στα ανθρώπινα πράγματα, αν κάποιος επιχειρήσει ποτέ ή τολμήσει, να προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι στις διαταγές του βασιλιά, που είναι όμοιός μας και έχει την ίδια φύση με μας, τον τιμωρούν με τη χειρότερη τιμωρία και τίποτε δεν μπορεί να τον απαλλάξει από την τιμωρία αυτήν; Εάν στην περίπτωση του ανθρώπου υπάρχει τόσο μεγάλος κίνδυνος, πώς θα μπορούσαν να συγχωρηθούν εκείνοι που είναι τόσο απερίσκεπτοι και που προσπαθούν να παραποιήσουν τα λόγια του Σωτήρα όλων μας και που δεν θέλουν ν᾿ ακούσουν ούτε τον Παύλο, ο οποίος όταν ομιλεί έχει μέσα του το Χριστό και φωνάζει με καθαρή φωνή και λέγει: «ἀλλὰ καθὼς γέγραπται, ἃ ὀφθαλμὸς οὐκ εἶδε καὶ οὖς οὐκ ἤκουσε καὶ ἐπὶ καρδίαν ἀνθρώπου οὐκ ἀνέβη, ἃ ἡτοίμασεν ὁ Θεὸς τοῖς ἀγαπῶσιν αὐτόν(:αλλά συνέβη έτσι όπως έχει γραφτεί από τον Ησαΐα: “αυτά που ετοίμασε ο Θεός γι’ αυτούς που τον αγαπούν μάτι δεν τα είδε και αυτί δεν τα άκουσε και ανθρώπινος νους δεν τα φαντάστηκε. Αυτά ήταν τα μυστηριώδη και κρυμμένα”)» [Α´ Κορ. 2, 9]; Εάν λοιπόν δεν είδε μάτι, ούτε αυτί άκουσε, ούτε ανθρώπινος νούς μπόρεσε να κατανοήσει εκείνα που ο Θεός ετοίμασε γι᾿ αυτούς που τον αγαπούν, πως θα μπορέσουμε εμείς, μακάριε Παύλε, να τα γνωρίσουμε; Περίμενε λίγο και θ΄ ακούσεις τον Παύλο να φανερώνει και αυτό. Πρόσθεσε λοιπόν λέγοντας.« Ἡμῖν δὲ ὁ Θεὸς ἀπεκάλυψε διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ(:σ᾿ εμάς όμως ο Θεός τα φανέρωσε αυτά με το  Πνεύμα Του)» [Α´ Κορ. 2, 10]. Και ούτε εδώ σταμάτησε, αλλά για να δείξει και τη μεγάλη δύναμή του, καθώς και το ότι έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα και τον Υιό, λέγει: « Τὸ γὰρ Πνεῦμα πάντα ἐρευνᾷ, καὶ τὰ βάθη τοῦ Θεοῦ(:και μόνο από το Πνεύμα ήταν δυνατό να γίνει η φανέρωση αυτή· διότι το Πνεύμα ερευνά και γνωρίζει τα πάντα, και αυτά ακόμα τα βαθύτερα και μυστηριώδη ιδιώματα και σχέδια του Θεού)» [Α´ Κορ. 2, 10].
      Έπειτα θέλοντας να μας κάμει ακριβέστερη τη διδασκαλία του με παραδείγματα από την ανθρώπινη ζωή, πρόσθεσε.«Τίς γὰρ οἶδεν ἀνθρώπων τὰ τοῦ ἀνθρώπου εἰ μὴ τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου τὸ ἐν αὐτῷ; οὕτω καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ οὐδεὶς οἶδεν εἰ μὴ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ(:και το ότι το Πνεύμα ερευνά και τα βάθη του Θεού, το κατανοούμε από την πείρα μας. Διότι ποιος άλλος από τους ανθρώπους γνωρίζει τα ιδιαίτερα μυστικά του ανθρώπου, παρά μόνο η ψυχή του ανθρώπου που είναι μέσα του; Έτσι και τα μυστικά του Θεού κανείς άλλος δεν τα γνωρίζει παρά μόνο το Πνεύμα του Θεού)» [Α´ Κορ. 2, 11]. Είδες τέλεια διδασκαλία; Όπως, λέγει, δεν είναι δυνατό να γνωρίζει κανένας άλλος αυτά που είναι μέσα στη σκέψη ενός ανθρώπου, αλλά μόνος του ο καθένας γνωρίζει τα δικά του, έτσι και τα ιδιαίτερα του Θεού κανένας δε γνωρίζει, παρά μόνο το Πνεύμα του Θεού. Αυτό είναι πολύ μεγάλο και με το παραπάνω αρκετό για να αποδείξει την αξία του Αγίου Πνεύματος. Γιατί μας έφερε ένα παράδειγμα και μας λέγει καθαρά ότι δεν είναι δυνατό να μη γνωρίζει ποτέ κάποιος από τους ανθρώπους αυτά που είναι μέσα στη σκέψη του. «Όπως λοιπόν αυτό δεν είναι δυνατό να γίνει, έτσι με τόση ακρίβεια», λέγει, «το Άγιο Πνεύμα γνωρίζει και τα ιδιαίτερα του Θεού».
    Αλλά δεν ξέρω πως ούτε με τα λόγια του αυτά ο μακάριος Παύλος δεν πείθει εκείνους που στρέφονται μόνοι τους εναντίον της σωτηρίας τους και κάνουν τόσο μεγάλο πόλεμο εναντίον της αξίας του Αγίου Πνεύματος, και όσο μπορούν το αποξενώνουν αυτό από τη θεϊκή του αξία και το κατεβάζουν στην ασήμαντη θέση των δημιουργημάτων. Αλλ᾿ αν και αυτοί συμπεριφέρονται εχθρικά και είναι αντίθετοι στα λεγόμενα από την Αγία Γραφή, εμείς, αφού δεχόμαστε τα θεία δόγματα σαν αποκάλυψη που κατέβηκε από τον ουρανό, ας προσφέρουμε στον Κύριο τη δοξολογία που αρμόζει, δείχνοντας μαζί με τη σωστή πίστη και το ότι τηρούμε ακριβώς την αλήθεια.
    Προς αυτούς λοιπόν που επιχειρούν να διδάσκουν τα αντίθετα από εκείνα που είπε το Άγιο Πνεύμα, είναι αρκετά όσα είπαμε, είναι ανάγκη όμως να πούμε στη δική σας αγάπη, για ποιο λόγο δεν μας χάρισε ο Κύριος αμέσως μετά την άνοδό Του στον ουρανό την αιτία των τόσων αγαθών, αλλ᾿ άφησε πρώτα να περάσουν λίγες ημέρες και να μείνουν μόνοι τους οι μαθητές, και ύστερα έστειλε κάτω στη γη τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό δεν έγινε άσκοπα, ούτε τυχαία. Επειδή δηλαδή γνώριζε ότι οι άνθρωποι δεν θαυμάζουν με όμοιο τρόπο τα αγαθά που έχουν στα χέρια τους, ούτε εκτιμούν την αξία που πραγματικά έχουν εκείνα, που είναι ευχάριστα και σημαντικά, αν δεν υπάρχουν και τα αντίθετα. Εννοώ περίπου το εξής. Γιατί πρέπει να το πω σαφέστερα. Εκείνος που είναι υγιής και δυνατός στο σώμα δεν αισθάνεται, ούτε μπορεί να ξέρει καλά, πόσα αγαθά του χάριζε η υγεία, αν δεν αποκτήσει αρρωσταίνοντας πείρα και της αρρώστιας. Και εκείνος που βλέπει πάλι την ημέρα δεν θαυμάζει όπως πρέπει το φως, εάν δεν το διαδεχθεί το σκοτάδι της νύχτας. Γιατί, πραγματικά, η πείρα που έχουμε για τα αντίθετα γίνεται πάντοτε σαφής διδάσκαλος για εκείνα, που έτυχε να απολαύσουμε προηγουμένως.
      Γι᾿ αυτό ακριβώς και τότε, επειδή οι μαθητές είχαν απολαύσει παρά πολλά αγαθά, όταν ήταν μαζί τους ο Κύριος, και ήταν πολύ ευτυχισμένοι επειδή Τον συναναστρέφονταν (γιατί όλοι οι κάτοικοι της Παλαιστίνης έβλεπαν στα πρόσωπά τους σαν να έβλεπαν σε κάποια αστέρια, αφού και νεκρούς ανάσταιναν, και λεπρούς καθάριζαν, και δαιμόνια έδιωχναν, και αρρώστιες θεράπευαν και έκαναν και πολλά άλλα θαύματα), επειδή λοιπόν ήταν τόσο σπουδαίοι και πασίγνωστοι, γι᾿ αυτό τους άφησε να αποχωριστούν για λίγο από τη δύναμη που τους βοηθούσε, ώστε, όταν βρεθούν μόνοι τους, να μάθουν τι τους χάριζε η παρουσία της αγαθότητας του Κυρίου, και, αφού αντιληφθούν τα αγαθά του παρελθόντος, να υποδεχθούν με μεγαλύτερη προθυμία τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Πραγματικά, ενώ ήταν στενοχωρημένοι, τους παρηγόρησε, και, ενώ ήταν σκυθρωποί και θλιμμένοι για το χωρισμό τους από τον Διδάσκαλο, τους φώτισε με το δικό Του φως, και, ενώ ήταν σχεδόν νεκροί, τους ανέστησε και σκόρπισε το σύννεφο της λύπης και τους έβγαλε από τη δύσκολη θέση.
      Επειδή δηλαδή είχαν ακούσει τα λόγια του Κυρίου: «Λοιπόν πηγαίνετε και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος», και βρίσκονταν στη συνέχεια σε δύσκολη θέση και δεν ήξεραν πού πρέπει να κατευθυνθεί ο καθένας και σε ποιο μέρος της γης να κηρύξει τον λόγο του Θεού, έρχεται το Άγιο Πνεύμα με μορφή πύρινων γλωσσών και μοιράζει στον καθένα τα μέρη της γης που έπρεπε να κηρύξει και με τη γλώσσα που έδωσε, σαν με κάποιο σημείωμα, γνωρίζει στον καθένα τα όρια της εξουσίας και της διδασκαλίας που έπρεπε ν᾿ αναλάβει. Γι᾿ αυτό εμφανίστηκε το Άγιο Πνεύμα με μορφή πύρινων γλωσσών. Και όχι μόνο γι᾿ αυτό, αλλά για να μας θυμίσει και κάποια παλιά ιστορία. Επειδή δηλαδή στα παλιά χρόνια παραλογίστηκαν οι άνθρωποι και θέλησαν να κτίσουν ένα πύργο που να φθάνει ως τον ουρανό, και με τη σύγχυση των γλωσσών τούς διέλυσε ο Θεός την κακή απόφασή τους (Αναφέρεται στον πύργο της Βαβέλ·βλ. Γέν. 11, 1-9), γι᾿ αυτό και τώρα με μορφή πύρινων γλωσσών πετά σ᾿ αυτούς το Άγιο Πνεύμα, για να ενώσει μ᾿ αυτό την οικουμένη που ήταν χωρισμένη.
      Και έγινε κάτι ασυνήθιστο και παράξενο. Γιατί όπως τότε στα παλιά χρόνια γλώσσες χώρισαν την οικουμένη και διέλυσαν την κακή συμφωνία, έτσι και τώρα γλώσσες ένωσαν την οικουμένη και οδήγησαν σε ομόνοια αυτά που ήταν χωρισμένα. Γι᾿ αυτό λοιπόν εμφανίσθηκε το Άγιο Πνεύμα με μορφή γλωσσών και σαν πύρινες γλώσσες για το αγκάθι της αμαρτίας που μεγάλωσε πολύ μέσα μας. Γιατί όπως η γη, όταν δεν καλλιεργείται, ενώ είναι γόνιμη και πλούσια, βγάζει πολλά αγκάθια, έτσι ακριβώς και η ανθρώπινη φύση, ενώ είναι καλή από τον δημιουργό της και κατάλληλη για τα έργα της αρετής, επειδή δεν δέχθηκε το άροτρο της ευσέβειας, ούτε το σπόρο της θεογνωσίας, βλάστησε μέσα μας την ασέβεια σαν αγκάθια και άλλα άχρηστα φυτά. Και όπως η επιφάνεια της γης πολλές φορές δεν φαίνεται από τα πολλά αγκάθια και τα άγρια χόρτα, έτσι και η ευγένεια και η αγνότητα της ψυχής μας δεν φαινόταν, μέχρις ότου ήλθε ο γεωργός της ανθρώπινης φύσης, έβαλε τη φωτιά του Αγίου Πνεύματος, την καθάρισε και την προετοίμασε να δεχθεί τον ουράνιο σπόρο.
  3. Τόσα πολλά και ακόμη περισσότερα υπήρξαν για μας τα αγαθά από τη σημερινή ημέρα. Γι᾿ αυτό, σας παρακαλώ, ας εορτάσουμε και εμείς ανάλογα με την αξία των αγαθών που μας χάρισε ο Θεός, όχι στεφανώνοντας την πόλη, αλλά καλλωπίζοντας τις ψυχές μας, όχι στολίζοντας την αγορά με παραπετάσματα, αλλά κάνοντας χαρούμενη την ψυχή μας με τα ενδύματα της αρετής για να μπορέσουμε έτσι και τη χάρη του αγίου Πνεύματος να υποδεχθούμε και τους καρπούς που μας προσφέρει ν᾿ αποκτήσουμε. Και ποιος είναι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος; Ας ακούσουμε τον Παύλο που λέγει. « Ὁ δὲ καρπὸς τοῦ Πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις(: ο καρπός όμως που παράγει το Άγιο Πνεύμα, με τον φωτισμό και τη χάρη που ενεργεί στις ψυχές μας», λέγει, «είναι η αγάπη, η χαρά που προέρχεται από την αγαθή συνείδηση, η ειρήνη που είναι αχώριστη από αυτήν, η μακροθυμία στις αδικίες που μας κάνουν οι άλλοι, η αγαθή διάθεση και καλοσύνη, η ευεργετική διάθεση και συμπεριφορά, η πίστη και η αξιοπιστία στα λόγια και στις υποσχέσεις μας)» [Γαλ. 5, 22]. Πρόσεχε την ακρίβεια των λέξεων και τη σειρά της διδασκαλίας. Έβαλε πρώτη την αγάπη και ύστερα ανάφερε τα άλλα. Φύτεψε το δένδρο και ύστερα τον καρπό. Έβαλε τα θεμέλια και ύστερα πρόσθεσε την οικοδομή. Άρχισε από την πηγή και ύστερα έφθασε στους ποταμούς.
   Πράγματι δεν μπορούμε να αισθανθούμε πρώτα τη χαρά, αν δε θεωρήσουμε πρώτα ότι είναι δική μας η χαρά των άλλων και αν δεν λογαριάσουμε ότι είναι δικά μας τα αγαθά των συνανθρώπων μας. Και αυτά δεν είναι δυνατό ποτέ να φανούν από τίποτε άλλο, αν δε μας κυριέψει η δύναμη της αγάπης. Η αγάπη είναι η ρίζα, η πηγή και η μητέρα όλων των αγαθών. Γιατί πράγματι σαν ρίζα κάνει να βλαστήσουν άπειρα κλαδιά αρετής, σαν πηγή βγάζει πολλά νερά και σαν μητέρα σφίγγει μέσα στην αγκαλιά της εκείνους που καταφεύγουν σ᾿ αυτήν. Αυτό ακριβώς γνωρίζοντας και ο μακάριος Παύλος ονόμασε την αγάπη καρπό του Αγίου Πνεύματος. Και αλλού της χάρισε τόσο μεγάλο προτέρημα, ώστε να πει ότι η αγάπη είναι η τέλεια τήρηση και εκπλήρωση του νόμου.« Ἡ ἀγάπη τῷ πλησίον κακὸν οὐκ ἐργάζεται· πλήρωμα οὖν νόμου ἡ ἀγάπη(:όποιος έχει αγάπη, δεν κάνει κακό στον διπλανό του. Είναι λοιπόν η αγάπη τέλεια τήρηση και εκπλήρωση του νόμου)», λέγει στην προς Ρωμαίους επιστολή του [Ρωμ. 13, 10]. Ο Κύριος των πάντων δεν θεώρησε καμιά άλλη προϋπόθεση αρκετή και απόδειξη αξιόπιστη για να φαίνονται οι μαθητές Του, παρά μόνο την αγάπη, λέγοντας: «Ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοὶ μαθηταί ἐστε, ἐὰν ἀγάπην ἔχητε ἐν ἀλλήλοις(:απ’ αυτό θα μάθουν όλοι ότι είστε δικοί μου μαθητές, από το αν δηλαδή έχετε αγάπη μεταξύ σας. Η αγάπη αυτή θα σας εξασφαλίσει την αναγνώριση, τον σεβασμό και την εκτίμηση των ανθρώπων περισσότερο από τη θαυματουργική σας δράση)»[Ιω. 13, 35].
   Γι᾿ αυτό, σας παρακαλώ, ας καταφύγουμε όλοι σ᾿ αυτήν, ας την αγκαλιάσουμε και μ᾿ αυτήν ας υποδεχθούμε τη σημερινή εορτή. Γιατί, όπου υπάρχει αγάπη, αδρανούν τα πάθη της ψυχής. Όπου υπάρχει αγάπη, σταματούν οι παράλογες σαρκικές επιθυμίες της ψυχής. «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται(:εκείνος που έχει αγάπη», λέγει ο Παύλος, «είναι μεγαλόψυχος, ανεκτικός και με πλατιά καρδιά· γίνεται ευεργετικός και ωφέλιμος. Εκείνος που έχει αγάπη δεν φθονεί, δεν ξιπάζεται και δεν φέρεται με αλαζονεία και αυθάδεια· δεν φουσκώνει από οίηση και υπερηφάνεια,δεν κάνει τίποτε το άσχημο, δεν ζητά τα δικά του συμφέροντα, δεν ερεθίζεται από θυμό και οργή, δεν σκέπτεται ποτέ κακό εναντίον του άλλου, ούτε λογαριάζει το κακό που έπαθε από αυτόν)» [Α´ Κορ. 13, 4-5]. Η αγάπη δεν κάνει κακό στον συνάνθρωπο. Όπου κυβερνά η αγάπη, πουθενά δεν υπάρχει Κάιν να σκοτώσει τον αδελφό του. Βγάλε από την καρδιά σου την πηγή του φθόνου, και έβγαλες τον ποταμό όλων των κακών. Κόψε τη ρίζα, και κατέστρεψες ταυτόχρονα και τον καρπό. Και τα λέγω αυτά, γιατί λυπάμαι περισσότερο εκείνους που φθονούν, παρά εκείνους που φθονούνται, γιατί εκείνοι είναι κυρίως που ζημιώνονται πάρα πολύ και που προξενούν μεγάλη καταστροφή στον εαυτό τους. Επειδή γι᾿ αυτούς που φθονούνται ο φθόνος είναι, εάν το θελήσουν, αφορμή για βράβευση.
   Και πρόσεχε, σε παρακαλώ, πώς ο δίκαιος Άβελ επαινείται και αναφέρεται καθημερινά, και η σφαγή του έγινε γι᾿ αυτόν αφορμή καλής φήμης. Και αυτός μετά τον θάνατό του ομιλεί ελεύθερα και κατηγορεί με δυνατή φωνή τον δολοφόνο του. Ο Κάιν όμως, που δήθεν έμεινε στη ζωή, πήρε την αμοιβή του ανάλογα με τα έργα του, και έζησε επάνω στη γη αναστενάζοντας και τρέμοντας. Ο Άβελ όμως που σκοτώθηκε και ξαπλώθηκε νεκρός έδειξε μετά τον θάνατό του μεγαλύτερη παρρησία. Και όπως έκαμε εκείνον η αμαρτία του να ζει πιο άθλια και από τους νεκρούς, έτσι έκαμε αυτόν η αρετή του να λάμπει περισσότερο και μετά το θάνατό του. Γι᾿ αυτό λοιπόν και εμείς, για ν᾿ αποκτήσουμε μεγαλύτερη παρρησία και σ᾿ αυτή τη ζωή και στην άλλη, για να απολαύσουμε περισσότερη χαρά που πηγάζει από την εορτή, ας καταστρέψουμε όλα τα ακάθαρτα ενδύματα της ψυχής, ας γυμνωθούμε ιδιαίτερα από το ένδυμα του φθόνου. Γιατί και αν ακόμη φανούμε ότι πετύχαμε πάρα πολλά, όλα θα τα χάσουμε, όταν μας ενοχλεί το πικρό και άγριο αυτό ελάττωμα, που μακάρι να το αποφύγουμε όλοι μας, και ιδιαίτερα αυτοί που σήμερα με τη χάρη του βαπτίσματος έβγαλαν το παλιό ένδυμα των αμαρτημάτων τους και που μπορούν να λάμπουν σαν τις ακτίνες του ήλιου.
    Εσείς λοιπόν, παρακαλώ, οι οποίοι υιοθετηθήκατε σήμερα από το Θεό, οι οποίοι ντυθήκατε το λαμπρό αυτό φόρεμα, διατηρήστε με κάθε τρόπο τη χαρά, στην οποία είστε τώρα, αφού φράξετε από παντού την είσοδο στον διάβολο, ώστε να απολαύσετε αφθονότερη τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, και να μπορέσετε ν᾿ αποδώσετε καλά έργα ο ένας τριάντα, ο άλλος εξήντα, ο άλλος εκατό, και να αξιωθείτε να συναντήσετε με παρρησία τον βασιλιά των ουρανών, όταν πρόκειται να έλθει και να μοιράσει τα απερίγραπτα αγαθά σ᾿ εκείνους που έζησαν ενάρετα την παρούσα ζωή, με τη βοήθεια του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Ο Μ. Κωνσταντίνος συγκινημένος από τα ιερά τραύματα των Αγίων 318 Πατέρων, άφησε τον θρόνο και κάθισε σε χαμηλό θρονί ως έσχατος.

αναρτήθηκε στις 2 Ιουν 2020, 2:40 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 2 Ιουν 2020, 2:41 π.μ. ]


Το 325 μ.Χ στη Νίκαια της Βιθυνίας, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Α’ συγκάλεσε την Πρώτη Σύνοδο της Νίκαιας ή Α’ Οικουμενική Σύνοδο με σκοπό την αποκατάσταση της ειρήνης στα εκκλησιαστικά ζητήματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ο Θεοδώρητος Κύρου, συγγραφέας του Ε΄ αιώνος, μας παρέχει μια σημαντική λεπτομέρεια για τα πρόσωπα που συμμετείχαν στην Σύνοδο. Μπαίνοντας στην αίθουσα της Συνόδου ο Μ. Κωνσταντίνος, άρχισε να χαιρετάει μειδιών τους Πατέρες.

Όμως το μειδίαμά του πολύ γρήγορα χάθηκε από το πρόσωπό του. Έβλεπε μπροστά του ένα παράξενο θέαμα. Οι περισσότεροι Πατέρες, που ήρθαν στην Σύνοδο ήταν λωβοί και ακρωτηριασμένοι. Άλλου του έλειπαν τα αυτιά, άλλου τα μάτια και άλλου η μύτη του. Άλλος, τον χαιρέτησε με το αριστερό χέρι, γιατί το δεξί δεν υπήρχε πλέον. Και πολλοί δεν μπορούσαν να σηκωθούν από τις θέσεις τους, αφού τα πόδια τους ήταν παράλυτα.

Ξαφνιάστηκε ο αυτοκράτορας και ρώτησε με κατάπληξη. «Γιατί όλοι σχεδόν οι Επίσκοποι που ήρθαν στην Σύνοδο είναι ακρωτηριασμένοι;»

Ένας αρχιερέας του απάντησε: «Διότι, βασιλιά, έρχονται από τα Μαρτύρια. Όλοι αυτοί που βλέπεις είναι Μάρτυρες και Ομολογητές».

Συγκινήθηκε ο Μ. Κωνσταντίνος και δάκρυσε. Σηκώθηκε και πλησίασε τους λαβωμένους Επισκόπους. Γονάτισε και φίλησε τα παράλυτα πόδια τους, τις άδειες κόγχες των ματιών τους και τα χέρια τους τα ακρωτηριασμένα και κάθισε ως έσχατος σε χαμηλό θρονί, παρακολουθώντας τις εργασίες της Συνόδου. Αυτό προξένησε εντύπωση και όταν τον ρώτησαν σχετικά τους απάντησε:

«Αυτοί οι Επίσκοποι και οι άλλοι κληρικοί είναι οι εκπρόσωποι των πιστών στο Θεό και φροντίζουν για την Εκκλησία Του. Καθοδηγούν τις ψυχές των ανθρώπων στον Ουρανό και στο Θεό. Ενώ εγώ είμαι επιφορτισμένος από τον Θεό, για να ρυθμίζω μόνο τις πρακτικές και γήινες ανάγκες του λαού Του. Αυτοί λοιπόν πρέπει να κάθονται στα ψηλά καθίσματα και εγώ στο μικρότερο, διότι μικρότερο είναι και το έργο μου».

Ο Μ. Κωνσταντίνος συγκινημένος από τα ιερά τραύματα των Αγίων 318 Πατέρων, 
άφησε τον θρόνο και κάθισε σε χαμηλό θρονί ως έσχατος.
Πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.


Όλοι τους έλαμπαν από ένα εσωτερικό φως που προερχόταν από τον Θεό, 
ένα φως όπου διακρινόταν καθαρά η αλήθεια.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη, μίας πολύ μικρής ομάδας μαθητών και φίλων Του. Σήμερα παρουσιάζει μπροστά σου μόνο τριακόσιους δεκαοκτώ γλυκείς, ευώδεις και αμάραντους καρπούς. Μια μικρή, αλλά εκλεκτή ομάδα. 

Αυτοί είναι οι τριακόσιοι δεκαοκτώ άγιοι πατέρες της Πρώτης Οικουμενικής Συνόδου, που συνήλθε στη Νίκαια το 325 μ. Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Μεγάλου, για την υπεράσπιση, αποσαφήνιση και βεβαίωση της Ορθόδοξης Πίστης.

Την εποχή εκείνη στην Εκκλησία είχαν εμφανιστεί «λύκοι βαρείς» (Πραξ. κ’ 29), που φορούσαν ρούχα όμοια με των ποιμένων. Αυτοί είχαν έκλυτη ζωή και γι’ αυτό δεν μπορούσαν να βρουν μέσα τους τόπο για την αλήθεια του Χριστού. Έτσι έπεσαν κι οι ίδιοι, αλλά παρέσυραν και τους πιστούς σε πλάνες. Η διδασκαλία τους ήταν διαβρωτική, όπως κι η ζωή τους. 

Το Άγιο Πνεύμα λοιπόν σύναξε τους αγίους αυτούς του Θεού σε μια Σύνοδο, ώστε να φανούν οι αληθινοί διδάσκαλοι του Χριστού, σε αντίθεση με τους πλανεμένους• να φανεί η δύναμη εκείνων που αγωνίζονται για τον Χριστό εναντίον εκείνων που τον πολεμούν και να διακριθεί ο γλυκύς καρπός του καλού Δέντρου, που είναι ο Χριστός, σε αντίθεση με τους σάπιους και πικρούς καρπούς του δέντρου του πονηρού.

Οι άγιοι πατέρες έλαμψαν στη Νίκαια, όπως τα άστρα στον ουρανό, που παίρνουν το φως τους από τον ήλιο. Έτσι και εκείνοι φωτίστηκαν από τον Κύριο Ιησού Χριστό κι από το Άγιο Πνεύμα. Ήταν Χριστοφόροι άνθρωποι, ο Χριστός ζούσε κι έλαμπε μέσα από τον καθένα τους. 

Ήταν ουρανοπολίτες μάλλον, παρά πολίτες της γης, αγγελόμορφοι, έμοιαζαν περισσότερο με αγγέλους, παρά με ανθρώπους. Ήταν πραγματικά «ναός Θεού ζώντος, καθώς είπεν ο Θεός ότι ενοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω» (Β’ Κορ. στ’ 16).

Πιστεύω πως είναι αρκετό ν’ αναφερθώ σε τρεις μόνο απ’αυτούς• εκείνους που σου είναι οι πιο γνωστοί, για να ‘χεις μια ιδέα πως ήταν κι οι υπόλοιποι τριακόσιοι δεκαπέντε. Κι αναφέρομαι στον άγιο πατέρα Νικόλαο, στον άγιο Σπυρίδωνα και στον άγιο Αθανάσιο τον Μέγα. 

Πολλοί από τους άγιους πατέρες έφτασαν στη Σύνοδο φέροντας στο σώμα τους τραύματα που είχαν δεχτεί για χάρη του Χριστού.

Ο άγιος Παφνούτιος, για παράδειγμα, είχε χάσει το ένα του μάτι όταν τον βασάνιζαν. Όλοι τους έλαμπαν από ένα εσωτερικό φως που προερχόταν από τον Θεό, ένα φως όπου διακρινόταν καθαρά η αλήθεια. Ως ακόλουθοι του Εσταυρωμένου δεν λογάριαζαν τα βασανιστήρια. Η αφοβία τους στην υπεράσπιση της αλήθειας ήταν μέγιστη, απεριόριστη. 

Με τη θεόσδοτη γνώση της αλήθειας που κατείχαν και την τόλμη τους στην υπεράσπισή της, οι άγιοι αυτοί πατέρες αναίρεσαν και συνέτριψαν την αίρεση του Αρείου και καθιέρωσαν το Σύμβολο της Πίστεως, που κρατούμε ως σήμερα και ομολογούμε ως τη μόνη σωστική αλήθεια του Θεού.

Tο σημερινό ευαγγέλιο δεν μας μιλάει για τη Σύνοδο αυτή, αλλά για την τελευταία προσευχή του Κυρίου Ιησού στον Ουράνιο Πατέρα Του. Γιατί διαβάζουμε το ευαγγέλιο αυτό στη σημερινή γιορτή; Επειδή δείχνει την επιρροή του στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο. 

Με τη δύναμη της προσευχής αυτής, ο Θεός ενίσχυσε τους αγίους πατέρες της Συνόδου και τους έκανε ατρόμητους υπερασπιστές της αλήθειας, νικητές στις αμφισβητήσεις και την κακία ανθρώπων και δαιμόνων. 

Να, πως αρχίζει η προσευχή αυτή:

«Ταύτα ελάλησεν ο Ιησούς, και επήρε τους οφθαλμούς Αυτού εις τον ουρανόν και είπε· Πάτερ, ελήλυθεν η ώρα· δόξασόν Σου τον Υιόν, ίνα και ο Υιός Σου δοξάση Σε» (Ιωάν. ιζ’ 1). Όλα όσα δίδαξε ο Κύριος στους ανθρώπους, τα είχε εφαρμόσει ο ίδιος. Είχε διδάξει τους ανθρώπους πως να προσεύχονται: «Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς…» (Ματθ. στ’ 9)….

Υπάρχουν γονείς που ζητούν μεγαλύτερη δόξα, απ’ αυτήν που τους δίνουν τα παιδιά τους; Η μεγαλύτερη χαρά του Κυρίου είναι να δοξάζεται από τα παιδιά Του, τους πιστούς Του.

«Και ουκέτι ειμί εν τω κόσμω, και ούτοι εν τω κόσμω εισί, και εγώ προς σε έρχομαι. πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» (Ιωάν. ιζ’ 11). Γιατί λέει ο Κύριος πως δεν είναι πια στον κόσμο; Επειδή τελείωσε το έργο Του και τώρα πια περιμένει να υποστεί το έσχατο και μέγιστο πάθος, να σφραγίσει το τελειωμένο έργο με το αθώο αίμα Του.

Προσέξτε με πόση αγάπη προσεύχεται για τους μαθητές Του! Καμιά μητέρα δεν θα προσευχόταν με τόση στοργή για τα παιδιά της. Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς. 

Τους αφήνει ως πρόβατα ανάμεσα σε λύκους. Αν δεν τους προστάτευε κάποιο μάτι από τον ουρανό, θα τους είχαν κατασπαράξει όλους οι λύκοι. Τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου, ως γονιός, ως Πατέρας. 

Γίνου δικός τους Πατέρας, όπως είσαι και δικός Μου. Με την πατρική Σου αγάπη στήριξέ τους και προστάτεψέ τους από τους κακούς λύκους, οδήγησέ τους, ίνα ώσιν εν καθώς ημείς. Στην τέλεια αυτή ενότητα δεν θα δεις μόνο την πανίσχυρη δύναμη των πιστών, μα και τη δόξα του Θεού. 

Όπως ο Πατέρας κι ο Υιός έχουν την ίδια ουσία και διαφέρουν μόνο στα πρόσωπα, ας γίνει το ίδιο και στους πιστούς: πολλά και διάφορα τα πρόσωπα, αλλά ουσιαστικά ένας στην αγάπη, το θέλημα και το νου….

Όλοι τους έλαμπαν από ένα εσωτερικό φως που προερχόταν από τον Θεό, 
ένα φως όπου διακρινόταν καθαρά η αλήθεια.
Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς


Απολυτίκιον των Πατέρων Ήχος πλ. δ”

Υπερδεδοξασμένος εί, Χριστέ ο Θεός ημών, ο φωστήρας επί γης τούς Πατέρας ημών θεμελιώσας, και δι' αυτών προς την αληθινήν πίστιν, πάντας ημάς οδηγήσας, πολυεύσπλαγχνε, δόξα σοι.

Κοντάκιον, Ήχος πλ. δ”

Αποστόλων το κήρυγμα, και των Πατέρων τα δόγματα, τη Εκκλησία μίαν την πίστιν εκράτυνεν, ή και χιτώνα φορούσα της αληθείας, τον υφαντόν εκ της άνω θεολογίας, ορθοτομεί και δοξάζει, της ευσεβείας το μέγα μυστήριον.

Δόξα των αίνων του όρθρου… Ήχος πλ. δ”

Των αγίων Πατέρων ο χορός, εκ των της οικουμένης περάτων συνδραμών, Πατρός, και Υιού, και Πνεύματος αγίου, μίαν ουσίαν εδογμάτισε και φύσιν, και το μυστήριον της θεολογίας, τρανώς παρέδωκε τη Εκκλησία, ους ευφημούντες εν πίστει, μακαρίσωμεν λέγοντες. Ω θεία παρεμβολή, θεηγόροι οπλίται, παρατάξεως Κυρίου, αστέρες πολύφωτοι, τού νοητού στερεώματος, της μυστικής Σιών οι ακαθαίρετοι πύργοι, τα μυρίπνοα άνθη τού Παραδείσου, τα πάγχρυσα στόματα τού Λόγου, Νικαίας το καύχημα, οικουμένης αγλάϊσμα, εκτενώς πρεσβεύσατε, υπέρ των ψυχών ημών.

Ταις των αγίων τριακοσίων δέκα και οκτώ θεοφόρων Πατέρων πρεσβείαις, 
Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον ημάς. Αμήν...




Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (Ἰω. 17,1-13).

αναρτήθηκε στις 30 Μαΐ 2020, 3:00 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 30 Μαΐ 2020, 3:00 π.μ. ]



Περί Ενότητας 
«Ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς» (Ἰωάν. 17,11)

 Η σημερινὴ ἡμέρα, ἀγαπητοί μου, ὀνομάζεται «ἑβδόμη Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα».
Τί σημαίνει Κυριακή; Ὅπως δηλώνει τὸ ὄνομα, ἀνήκει στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ποὺ δημιούργησε καὶ συντηρεῖ καὶ προνοεῖ γιὰ ὅλα. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ τιμοῦμε τὴν ἡμέρα αὐτή· νὰ ἐκκλησιαζώμεθα, νὰ δοξολογοῦμε, νὰ εὐχαριστοῦμε, καὶ νὰ
παρακαλοῦμε τὸν Κύριο. Εἶνε ἀπαραίτητος ὁ ἐκκλησιασμός.

Ἀλλὰ ἡ σημερινὴ Κυριακὴ ὀνομάζεται εἰδικῶς Κυριακὴ τῶν πατέρων. Γιὰ ποιό λόγο; Πατέρες λέγονται ἐκεῖνοι ποὺ σύμφωνα μὲ τὸ νόμο τοῦ Θεοῦ ἔρχονται σὲ κανονικὸ ἐκκλησιαστικὸ γάμο καὶ φέρνουν στὸν κόσμο παιδιά. Παραπάνω ὅμως ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς αὐτοὺς πατέρες εἶνε οἱ πνευματικοὶ πατέρες, δηλαδὴ οἱ διδάσκαλοι, οἱ καθηγηταί, οἱ θεολόγοι, οἱ ἱεροκήρυκες, καὶ προπαντὸς οἱ ἱερεῖς καὶ οἱ ἐπίσκοποι. Αὐτοὶ μὲ τὸ λόγο τους ἀναγεννοῦν ψυχές.
Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γεννᾷ πνευματικὰ τέκνα, ποὺ ἔχουν πνευματικὸ πατέρα τὸν κήρυκα, τὸν κληρικό.
Γι᾿ αὐτὸ οἱ πνευματικοὶ πατέρες πρέπει νὰ τυγχάνουν τιμῆς καὶ σεβασμοῦ περισσότερο ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς πατέρας.
Σήμερα συγκεκριμένως ἑορτάζουν οἱ τριακόσιοι δεκαοκτὼ πατέρες ποὺ συνεκρότησαν τὸ 325 μ.Χ. τὴν Α΄ (πρώτη) Οἰκουμενικὴ Σύνοδο στὴ Νίκαια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας.
Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη παρουσιάστηκε λύκος φοβερός, ὁ Ἄρειος, ποὺ ἐδίδασκε ἀντίθετα ἀπ᾿ ὅ,τι διδάσκει ἡ Ἐκκλησία μας. Θεμελιώδης ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας εἶνε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε Θεός. Αὐτὸ τὸ ἠρνεῖτο ὁ Ἄρειος.Γι᾿ αὐτὸ συνῆλθαν ἐκεῖ ἐπὶ βασιλείας τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου οἱ πατέρες.
Νὰ τοὺς παρουσιάσουμε ἕναν – ἕνα;
Θὰ ἦταν μακρὸς ὁ λόγος· μεταξὺ αὐτῶν ἦταν ὁ ἅγιος Νικόλαος, ὁ ἅγιος Σπυρίδων  ὁ  θαυματουργός, ὁ ἅγιος Ἀχίλλιος, ὁ ἅγιος Ἀλέξανδρος ἀρχιεπίσκοπος Ἀλεξανδρείας… Ἀλλὰ μεγαλύτερος ἀπ᾿ ὅλους ἦταν ὁ ἅγιος Ἀθανάσιος.
Αὐτοὶ λοιπόν, ἐν Πνεύματι ἁγίῳ, κατεδίκασαν τὴ διδασκαλία τοῦ Ἀρείου καὶ συνέταξαν τὸ Σύμβολο τῆς πίστεως, τὸ «Πιστεύω», ποὺ ἀκούγεται κάθε φορὰ ποὺ γίνεται θεία λειτουργία.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ἂς ἔλθουμε τώρα νὰ ῥίξουμε ἕνα βλέμμα στὸ εὐαγγέλιο ποὺ διαβάζεται σήμερα. Ὄχι ἕνα ἀλλὰ ἑκατὸ κηρύγματα νὰ κάνουμε, δὲ᾿ θὰ μπορέσουμε νὰ ἐξαντλήσουμε τὸ περιεχόμενό του.
Ἡ περικοπὴ αὐτὴ περιέχει τὴ θαυμασία προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ. Πότε τὴν ἔκανε ὁ Κύριος;
Τὴν τελευταία νύχτα τῆς ἐπιγείου ζωῆς του, νύχτα ποτισμένη μὲ δάκρυα, τὴ νύχτα τῆς Μεγάλης Πέμπτης.
Τότε ἐτέλεσε τὸ μυστήριο τῆς θείας εὐχαριστίας καὶ κάλεσε τοὺς μαθητὰς νὰ κοινωνήσουν τὰ ἄχραντα μυστήρια.
Μετὰ τοὺς ἀπηύθυνε μία μεγάλη σπουδαιοτάτη ὁμιλία. Καὶ τέλος τί ἔκανε; προσευχήθηκε.
Προτοῦ ν᾿ ἀναχωρήσῃ γιὰ τὸν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ὅπου θὰ τὸν συνελάμβαναν οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ Κύριος προσευχήθηκε στὸν οὐράνιο Πατέρα. Προσευχήθηκε πρῶτα γιὰ τὸν ἑαυτό του, προσευχήθηκε ἔπειτα γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς Χριστιανοὺς ὅλων τῶν αἰώνων. Ἀφήνουμε τὰ ἄλλα, γιὰ νὰ σταθοῦμε στὰ λόγια ποὺ εἶπε γιὰ τοὺς μαθητάς του καὶ ὅλους τοὺς Χριστιανούς.

* * *
Προέβλεπε ὁ Χριστός. Τί προέβλεπε; Προέβλεπε, ὅτι ὁ σατανᾶς θὰ πολεμήσῃ τὴν Ἐκκλησία ποὺ ἵδρυσε.
Θὰ τὴν πολεμήσῃ μὲ λύσσα, μὲ ὅλα τὰ μέσα ποὺ διαθέτουν οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις του.
Τὸ δὲ ἰσχυρότερο μέσο ἢ ὅπλο, μὲ τὸ ὁποῖο θὰ προσπαθήσῃ νὰ διαλύσῃ τὴν Ἐκκλησία, εἶνε – ποιό;
Ἡ διαίρεσις. Θὰ ἐνσπείρῃ ζιζάνια, θὰ ψυχράνῃ τὶς καρδιὲς τῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θ᾿ ἀγαποῦν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο, θὰ ἀλληλομισοῦνται, καὶ ἡ Ἐκκλησία θὰ διαιρεθῇ σὲ διάφορες φατρίες καὶ κόμματα καὶ ὑποδιαιρέσεις.
Αὐτὸ προέβλεπε ὁ Χριστός. Γι᾿ αὐτὸ παρακαλεῖ τὸν οὐράνιο Πατέρα. Παρακαλεῖ γιὰ τὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Σὲ παρακαλῶ, λέει, οὐράνιε Πατέρα, οἱ Χριστιανοὶ νὰ εἶνε ἕνα, ἑνωμένοι μὲ τὴ ῥίζα καὶ μεταξύ τους ὅπως οἱ κληματόβεργες στὸ ἀμπέλι.
Τὸ αίτημα «ἵνα ὦσιν ἕν» τὸ ἐπαναλαμβάνει πέντε φορές (βλ. Ἰωάν. 17,12,21-23).
Τόσο μεγάλη σπουδαιότητα ἀποδίδει ὁ Χριστὸς στὴν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Θέλεις νὰ δῇς τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος; Δὲς μιὰ οἰκογένεια δεμένη, ποὺ ἡ γυναίκα σέβεται καὶ ὑπακούει στὸν ἄντρα, ὁ ἄντρας ἀγαπάει τὴ γυναῖκα, τὰ παιδιὰ ἀκοῦνε τοὺς γονεῖς· μιὰ τέτοια οἰκογένεια εἶνε παράδεισος – δυστυχῶς σπάνιο πρᾶγμα πλέον.
Πόσο συγκινήθηκα ὅταν κάποιος μοῦ εἶπε· «Ζήσαμε πενήντα χρόνια μὲ τὴ γυναῖκα μου, καὶ κακὸ λόγο δὲν ἀλλάξαμε»!
Ἡ σημερινὴ γενεὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων κακῶν ἔχει καὶ τὴ διάλυσι τῆς οἰκογενείας· πορνεία, μοιχεία, διαζύγιο ἀκοῦς συχνά· διαπληκτισμοὶ φτάνουν κάθε μέρα στὴ μητρόπολι. Στὸν Πόντο, στὴ Μικρὰ Ἀσία, στὴν εὐλογημένη χώρα, μέσ᾿ στὰ ἑκατὸ χρόνια δὲν ἀκουγόταν οὔτε ἕνα διαζύγιο. Τώρα ἡ οἰκογένεια εἶνε διαλυμένη.
Δεῖξτε μου μιὰ οἰκογένεια ποὺ νὰ εἶνε ἑνωμένη σφιχτά, ποὺ ὁ ἄντρας νὰ γνώρισε μόνο μιὰ γυναῖκα στὸν κόσμο καὶ ἡ γυναίκα νὰ γνώρισε μόνο ἕναν ἄντρα – σπάνιο φαινόμενο πλέον· στὴν γενεὰ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἡ ἑνότης διεσπάσθη.
Θέλετε νὰ δῆτε τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος;
Ῥίξτε ἕνα βλέμμα σ᾿ ἕνα χωριὸ ποὺ οἱ κάτοικοι λόγῳ τῶν κομματικῶν διαφορῶν ἔχουν διαιρεθῆ.
Εἶνε τρομερό. Μαθαίνω, ὅτι σὲ μικρὰ καὶ μεγάλα χωριά, ἀλλὰ καὶ παντοῦ, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν γίνει ἐχθροὶ ἐξ αἰτίας τῶν πολιτικῶν διαφορῶν. Ἐνῷ εἶνε πατριῶτες, ἐνῷ εἶνε Χριστιανοί, ἐνῷ εἶνε βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας Τριάδος, ψυχραίνονται μεταξύ τους σὲ τέτοιο σημεῖο, ποὺ δὲ᾿ λένε καλημέρα ὁ ἕνας στὸν ἄλλο· λὲς καὶ ὁ ἄλλος εἶνε Τοῦρκος, λὲς κ᾿ εἶνε ἀλλόφυλος.
Αὐτὰ καὶ μεταξὺ συγγενῶν ἀκόμη. Οἱ ὀπαδοὶ κάθε κόμματος ἔχουν τὸ δικό τους καφενεῖο· στὸ ἕνα καφενεῖο πᾶνε οἱ μέν, στὸ ἄλλο πηγαίνουν οἱ ἄλλοι. Θεέ μου, τί διαίρεσις εἶν᾿ αὐτή!
Θέλεις νὰ δῇς ἀκόμη πιὸ πολὺ τὴν ἀξία τῆς ἑνότητος; Διάβασε τὴν ἱστορία μας. Μικρὸ εἶνε τὸ ἔθνος μας. Ἀλλ᾿ ὅταν ἦταν ἑνωμένο, ὤ τότε νικούσαμε τοὺς ἐχθρούς.
Οἱ γονεῖς μας, ἡ παλαιὰ γενεὰ ποὺ ἦταν τότε νέα παιδιά, ὅταν στρατεύθηκαν μᾶς ἄφηναν καὶ ἔφευγαν γιὰ τὸ μέτωπο. «Παναγιὰ μαζί σας», τοὺς ἔλεγαν οἱ μητέρες καὶ οἱ γιαγιάδες μας. Κ᾿ ἔφευγαν, κ᾿ ἔφευγαν. Καὶ ἑνωμένοι προχώρησαν, ἔφτασαν στὴ Λάρισσα. Καὶ προχώρησαν, πέρασαν τὸν Ὄλυμπο, καὶ σὰν ἀετοὶ τὴν ἡμέρα τοῦ ἁγίου Δημητρίου μπῆκαν στὴ Θεσσαλονίκη. Καὶ προχώρησαν, ἔφτασαν μέχρι τὴ Σόφια. Ἦταν τότε ὅλοι ἑνωμένοι, δὲν ὑπῆρχαν κόμματα, δὲν ὑπῆρχε διαίρεσις.
Ἑνωμένο τὸ Ἑλληνικὸ ἔθνος ἔφτασε μέχρι τὴν Τσατάλτζα, ἔξω ἀπ᾿ τὴν Κωνσταντινούπολι. Σὲ λίγο θὰ μπαίναμε στὴν Πόλι καὶ θὰ λειτουργούσαμε στὴν Ἁγια-Σοφιά. Ἀλλά, ἀλλά… Κ᾿ ἐνῷ οἱ Ἕλληνες εἶχαν φτάσει μέχρι τὸ Σαγγάριο καὶ ἄδειαζε ὁ Κεμὰλ τὴν Ἄγκυρα καὶ ἔφευγε πέρα ἀπ᾿ τὸ Ἰκόνιο, καὶ προμηνύετο θρίαμβος καὶ νίκη μεγάλη…, τί μᾶς ἔφαγε, τί μᾶς διέλυσε; Ἡ διχόνοια. Ἐδιχάσθη τὸ ἔθνος. Αἰτία τῆς νίκης τῶν Τούρκων ἦταν ἡ τρομερά μας διχόνοια. Δὲν τὸ λέω ἐγώ· τὸ λέει ὁ Κεμάλ.
Ὅταν στὴν Ἄγκυρα τὸν χειροκροτοῦσαν, αὐτὸς τοὺς εἶπε· Τί μὲ χειροκροτᾶτε; δὲ᾿ νικήσαμε ἐμεῖς τοὺς Ἕλληνες· οἱ Ἕλληνες νικήθηκαν μόνοι τους, μὲ τὴ διαίρεσί τους… Ἔτσι ἦρθε ἡ μικρασιατικὴ καταστροφή, ἡ μεγάλη καταστροφή, ἀπὸ τὴ διαίρεσι.
* * *
Ἀδελφοί μου! Ὁ σατανᾶς διαιρεῖ, ὁ Χριστὸς ἑνώνει. Κ᾿ ἔχουμε πολλὰ παραδείγματα. Ὁ Χριστὸς ἑνώνει. Καὶ Χριστὸς είναι Ἐκκλησία. Καὶ ἡ Ἐκκλησία ἑνώνει. Καὶ ἐγὼ ὡς ἐπίσκοπος δὲν ἀνήκω σὲ κόμματα.
Πενήντα χρόνια δουλεύω στὴν Ἐκκλησία, πολλοὺς διωγμοὺς καὶ φυλακίσεις καὶ ἐξορίες ὑπέστην, ἀλλὰ σὲ κόμματα δὲν ἀνήκω. Ἡ Ἐκκλησία μένει πάνω ἀπὸ τὰ κόμματα. Ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπως εἶπα πολλὲς φορὲς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶνε σὰν τὴν κλῶσσα.
Ἡ κλῶσσα ἀγαπάει ὅλα τὰ πουλιά της· ἄλλα πουλιά της εἶνε ἄσπρα, ἄλλα εἶνε κόκκινα, ἄλλα εἶνε γαλάζια, ἄλλα εἶνε κίτρινα, ἄλλα εἶνε μαῦρα· ἐκείνη τ᾿ ἀγαπάει ὅλα, ὁποιοδήποτε χρῶμα καὶ ἂν ἔχουν.
Ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία ἀγαπάει ὅλα τὰ παιδιά της καὶ δὲν ἀναμιγνύεται στὰ κομματικά.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει νὰ λέμε· Ἀνήκουμε στὴν πατρίδα, στὴ γλυκειά μας πατρίδα. Καὶ πάνω ἀπὸ τὴν πατρίδα ἀνήκουμε στὸ Χριστό· «ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν».
Ἐκεῖ ν᾿ ἀνήκουμε καὶ ἕνα μόνο νὰ ἐπιδιώκουμε· νὰ εμαστε ἑνωμένοι, ἑνωμένοι ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Σωτῆρι ἡμῶν, ᾧ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν.
 +Μητροπολίτης Φλωρίνης Αυγουστίνος 

Αναλήψεως 2020 : Τι γιορτάζουμε

αναρτήθηκε στις 27 Μαΐ 2020, 7:11 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 27 Μαΐ 2020, 7:12 π.μ. ]

Της Αναλήψεως

 «Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῶ κόσμω, οἱ οὐρανοὶ ἡτοίμασαν τὸν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τὴν ἐπίβασιν αὐτοῦ, Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν…

ὁ Πατὴρ ἐκδέχεται, ὃν ἐν κόλποις ἔχει συναϊδιον, Τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον κελεύει πᾶσι τοὶς Ἀγγέλοις αὐτοῦ, Ἄρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ἡμῶν, Πάντα τὰ ἔθνη κροτήσατε χείρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἣν τὸ πρότερον».

Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός μετά την λαμπροφόρο Ανάστασή Του από τους νεκρούς, δεν εγκατέλειψε αμέσως τον κόσμο, αλλά συνέχισε για σαράντα ημέρες να εμφανίζεται στους μαθητές Του (Πράξ.1,3). Αυτές οι μεταναστάσιμες εμφανίσεις Του προς αυτούς είχαν πολύ μεγάλη σημασία. Έπρεπε οι πρώην δύσπιστοι και φοβισμένοι μαθητές να βιώσουν το γεγονός της Αναστάσεως του Διδασκάλου τους και να αποβάλλουν κάθε δισταγμό και ψήγμα απιστίας για Εκείνον.

Την τεσσαρακοστή λοιπόν ημέρα, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Λουκά, ο Κύριος τους μαθητές του «εξήγαγε έξω έως τη Βηθανία», στο όρος των Έλαιών όπου συνήθως προσηύχετο. «Και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24,50) και «ευλογώντας τους, εχωρίσθηκε απ’ αυτούς και εφέρετο πρός τα πάνω, στον ουρανό» μέχρι που τον έχασαν από τα μάτια τους. Και μετά αφού Τον προσκύνησαν επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ με χαρά μεγάλη και έμεναν συνεχώς στο ναό υμνολογώντας και δοξολογώντας το Θεό.

Ο ευαγγελιστής Μάρκος, περιγράφοντας πιο λακωνικά το θαυμαστό και συνάμα συγκινητικό γεγονός, αναφέρει πως μετά από την ρητή αποστολή των μαθητών σε ολόκληρο τον κόσμο κηρύττοντας και βαπτίζοντας τα έθνη, «ανελήφθη εις τον ουρανόν και εκάθισεν εκ δεξιών του Θεού. Εκείνοι δε εξελθόντες εκήρυξαν πανταχού, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον βεβαιούντος δια των επακολουθούντων σημείων» (Μαρκ.16,19-20).

Αυτή η ευλογία είναι πια η αρχή της Πεντηκοστής. Ο Κύριος ανέρχεται για να μας στείλει το παράκλητο Πνεύμα, όπως λέγει το τροπάριο της εορτής: «Ανυψώθηκες στη δόξα, Χριστέ Θεέ μας, αφού χαροποίησες τους μαθητές σου με την επαγγελία του Αγίου Πνεύματος και βεβαιώθηκαν από την ευλογία σου».

Η Ανάληψη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού αποτελεί αναμφίβολα το θριαμβευτικό πέρας της επί γης παρουσίας Του και του απολυτρωτικού έργου Του. «Ανελήφθη εν δόξη» για να επιβεβαιώσει την θεία ιδιότητά Του στους παριστάμενους μαθητές Του. Για να τους στηρίξει περισσότερο στον τιτάνιο πραγματικά αγώνα, που Εκείνος τους ανάθεσε, δηλαδή τη συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του για το ανθρώπινο γένος.

Ο Κύριος Ιησούς Χριστός ανήλθε στους ουρανούς, αλλά δεν εγκατέλειψε το ανθρώπινο γένος, για το οποίο έχυσε το τίμιο Αίμα Του. Μπορεί να κάθισε στα δεξιά του Θεού στους ένδοξους ουρανούς, όμως η παρουσία Του εκτείνεται ως τη γη και ως τα έσχατα της δημιουργίας. Άφησε στη γη την Εκκλησία Του, η οποία είναι το ίδιο το αναστημένο, αφθαρτοποιημένο και θεωμένο σώμα Του, για να είναι το μέσον της σωτηρίας όλων των ανθρωπίνων προσώπων, που θέλουν να σωθούν. Νοητή ψυχή του σώματός Του είναι ο Θεός Παράκλητος, «το Πνεύμα της αλήθείας» (Ιωάν. 15,26), ο Οποίος επεδήμησε κατά την αγία ημέρα της Πεντηκοστής σε αυτό, για να παραμείνει ως τη συντέλεια του κόσμου.

Η σωτηρία συντελείται με την οργανική συσσωμάτωση των πιστών στο θεανδρικό Σώμα του Χριστού. Αυτό εννοούσε, όταν υποσχόταν στους μαθητές Του: «ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ.28,20).

Ευαγγελική περικοπή (Λουκά 24: 36-53)

«36 Ταῦτα δὲ αὐτῶν λαλούντων αὐτὸς ὁ Ἰησοῦς ἔστη ἐν μέσῳ αὐτῶν καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν. 37 πτοηθέντες δὲ καὶ ἔμφοβοι γενόμενοι ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν. 38 καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Τί τεταραγμένοι ἐστέ, καὶ διατί διαλογισμοὶ ἀναβαίνουσιν ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 39 ἴδετε τὰς χεῖράς μου καὶ τοὺς πόδας μου, ὅτι αὐτὸς ἐγώ εἰμι· ψηλαφήσατέ με καὶ ἴδετε, ὅτι πνεῦμα σάρκα καὶ ὀστέα οὐκ ἔχει καθὼς ἐμὲ θεωρεῖτε ἔχοντα. 40 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐπέδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας. 41 ἔτι δὲ ἀπιστούντων αὐτῶν ἀπὸ τῆς χαρᾶς καὶ θαυμαζόντων εἶπεν αὐτοῖς· Ἔχετέ τι βρώσιμον ἐνθάδε; 42 οἱ δὲ ἐπέδωκαν αὐτῷ ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου, 43 καὶ λαβὼν ἐνώπιον αὐτῶν ἔφαγεν. 44 εἶπε δὲ αὐτοῖς· Οὗτοι οἱ λόγοι οὓς ἐλάλησα πρὸς ὑμᾶς ἔτι ὢν σὺν ὑμῖν, ὅτι δεῖ πληρωθῆναι πάντα τὰ γεγραμμένα ἐν τῷ νόμῳ Μωϋσέως καὶ προφήταις καὶ ψαλμοῖς περὶ ἐμοῦ. 45 τότε διήνοιξεν αὐτῶν τὸν νοῦν τοῦ συνιέναι τὰς γραφάς, 46 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὅτι Οὕτω γέγραπται καὶ οὕτως ἔδει παθεῖν τὸν Χριστὸν καὶ ἀναστῆναι ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ, 47 καὶ κηρυχθῆναι ἐπὶ τῷ ὀνόματι αὐτοῦ μετάνοιαν καὶ ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς πάντα τὰ ἔθνη, ἀρξάμενον ἀπὸ Ἱερουσαλήμ. 48 ὑμεῖς δέ ἐστε μάρτυρες τούτων. 49 καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὴν ἐπαγγελίαν τοῦ πατρός μου ἐφ’ ὑμᾶς· ὑμεῖς δὲ καθίσατε ἐν τῇ πόλει Ἱερουσαλήμ ἕως οὗ ἐνδύσησθε δύναμιν ἐξ ὕψους. 50 Ἐξήγαγε δὲ αὐτοὺς ἔξω ἕως εἰς Βηθανίαν, καὶ ἐπάρας τὰς χεῖρας αὐτοῦ εὐλόγησεν αὐτούς. 51 καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτὸν αὐτοὺς διέστη ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἀνεφέρετο εἰς τὸν οὐρανόν. 52 καὶ αὐτοὶ προσκυνήσαντες αὐτὸν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ χαρᾶς μεγάλης, 53 καὶ ἦσαν διὰ παντὸς ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καὶ εὐλογοῦντες τὸν Θεόν. Ἀμήν».


ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

«Βλέπετε αυτή τη κοινή για μας εορτή και ευφροσύνη, την οποία ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός εχάρισε με την ανάσταση και ανάληψή του στους πιστούς; Επήγασε από θλίψη.

Βλέπετε αυτή τη ζωή, μάλλον δε την αθανασία; Επιφάνηκε σε μας από θάνατο.

Βλέπετε το ουράνιο ύψος, στο οποίο ανέβηκε κατά την ανύψωσή του ο Κύριος και την υπερδεδοξασμένη δόξα που δοξάσθηκε κατά σάρκα; Το πέτυχε με τη ταπείνωση και την αδοξία. Όπως λέγει ο απόστολος γι’ αυτόν, «εταπείνωσε τον εαυτό του γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, και μάλιστα σταυρικού θανάτου, γι’ αυτό κι’ ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε όνομα, ώστε στο όνομα του Ιησού να καμφθεί κάθε γόνατο επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και να διακηρύξει κάθε γλώσσα ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος σε δόξα Θεού Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).

Εάν λοιπόν ο Θεός υπερύψωσε το Χριστό του για το λόγο ότι ταπεινώθηκε, ότι ατιμάσθηκε, ότι πειράσθηκε, ότι υπέμεινε επονείδιστο σταυρό και θάνατο για χάρη μας, πως θα σώσει και θα δοξάσει και θα ανυψώσει εμάς, αν δεν επιλέξωμε τη ταπείνωση, αν δεν δείξουμε τη προς τους ομοφύλους αγάπη, αν δεν ανακτήσωμε τις ψυχές μας δια της υπομονής των πειρασμών, αν δεν ακολουθούμε δια της στενής πύλης και οδού, που οδηγεί στην αιώνια ζωή, τον σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αυτήν; «διότι, και ο Χριστός έπαθε για μας, αφήνοντάς μας υπογραμμό (παράδειγμα), για να παρακολουθήσουμε τα ίχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).

Η ενυπόστατος Σοφία του υψίστου Πατρός, ο προαιώνιος Λόγος, που από φιλανθρωπία ενώθηκε μ’ εμάς και μας συναναστράφηκε, ανέδειξε τώρα εμπράκτως μια εορτή πολύ ανώτερη και από αυτή την υπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τη διάβαση, της σ’ αυτόν ευρισκομένης φύσεώς μας, όχι από τα υπόγεια προς την επιφάνεια της γης, αλλά από τη γη προς τον ουρανό του ουρανού και προς τον πέρα από αυτόν θρόνο του δεσπότη των πάντων.

Σήμερα ο Κύριος όχι μόνο στάθηκε, όπως μετά την ανάσταση, στο μέσο των μαθητών του, αλλά και αποχωρίσθηκε από αυτούς και, ενώ τον έβλεπαν, αναλήφθηκε στον ουρανό και εισήλθε στ’ αληθινά άγια των αγίων «και εκάθησε στα δεξιά του Πατρός πάνω από κάθε αρχή και εξουσία και από κάθε όνομα και αξίωμα, που γνωρίζεται και ονομάζεται είτε στον παρόντα είτε στον μέλλοντα αιώνα».(Εφ. 1:20)

Γιατί λοιπόν στάθηκε στο μέσο τους κι’ έπειτα τους συνόδευσε; «Τους εξήγαγε, λέγει, έξω έως τη Βηθανία», αλλά «και αφού σήκωσε τα χέρια του, τους ευλόγησε». (Λουκά 24:50). Το έκαμε για να επιδείξει τον εαυτό του ολόκληρο σώο και αβλαβή, για να παρουσιάσει τα πόδια υγιή και βαδίζοντα σταθερά, αυτά που υπέστησαν τα τρυπήματα των καρφιών, τα ομοίως επί του σταυρού καρφωμένα χέρια, την ίδια τη λογχισμένη πλευρά, αν έφεραν πάνω τους, τους τύπους των πληγών, προς διαπίστωση του σωτηριώδους πάθους.

Εγώ δε νομίζω ότι δια του «στάθηκε στο μέσο των μαθητών» δεικνύεται και το ότι αυτοί στηρίχθηκαν στη πίστη προς αυτόν, με αυτή τη φανέρωση και ευλογία του. Γιατί δεν στάθηκε μόνο στο μέσο όλων αυτών, αλλά και στο μέσο της καρδιάς του καθενός, γιατί από εκείνη την ώρα οι απόστολοι του Κυρίου έγιναν σταθεροί και αμετακίνητοι.

Στάθηκε λοιπόν στο μέσο τους και τους λέγει, «ειρήνη σε σας», τούτη τη γλυκιά και σημαντική και συνηθισμένη του προσφώνηση. Την διπλή ειρήνη, προς το Θεό που είναι γέννημα της ευσέβειας και αυτή που έχουμε οι άνθρωποι μεταξύ μας. Και καθώς τους είδε φοβισμένους και ταραγμένους από την ανέλπιστη και παράδοξη θέα, γιατί νόμισαν ότι βλέπουν πνεύμα – φάντασμα, αυτός τους ανέφερε πάλι τους διαλογισμούς της καρδιάς των, και αφού έδειξε ότι είναι αυτός ο ίδιος, πρότεινε τη διαβεβαίωση δια της εξετάσεως και ψηλαφήσεως. Ζήτησε φαγώσιμο, όχι γιατί είχε ανάγκη τροφής, αλλά για επιβεβαίωση της αναστάσεώς του.

Έφαγε δε μέρος ψητού ψαριού και μέλι από κηρύθρα, που είναι και αυτά σύμβολα του μυστηρίου του. Δηλαδή ο Λόγος του Θεού ένωσε στον εαυτό του καθ’ υπόσταση τη φύση μας, που σαν ιχθύς κολυμπούσε στην υγρότητα του ηδονικού και εμπαθούς βίου, και την καθάρισε με το απρόσιτο πυρ της Θεότητός του. Με κηρύθρα δε μελισσιού μοιάζει η φύση μας γιατί κατέχει το λογικό θησαυρό τοποθετημένο στο σώμα σαν μέλι στη κηρύθρα. Τρώγει από αυτά ευχαρίστως γιατί καθιστά φαγητό του τη σωτηρία του καθενός από τους μετέχοντας της φύσεως. Δεν τρώει ολόκληρο, αλλά μέρος «από κηρύθρα μέλι» επειδή δεν πίστευσαν όλοι και δεν το παίρνει μόνος του, αλλά προσφέρεται από τους μαθητές, γιατί του φέρνουν μόνο τους πιστεύοντες σ’ αυτόν, χωρίζοντάς τους από τους απίστους.

Κατόπιν τους υπενθύμισε τους λόγους του πριν το πάθος, που όλοι πραγματοποιήθηκαν. Τους υποσχέθηκε να τους στείλει το άγιο Πνεύμα, τους είπε να καθίσουν στην Ιερουσαλήμ μέχρι να λάβουν δύναμη από ψηλά. Μετά τη συζήτηση ο Κύριος τους έβγαλε από το σπίτι και τους οδήγησε έως τη Βηθανία και αφού τους ευλόγησε, όπως αναφέραμε, αποχωρίσθηκε από αυτούς και ανυψώθηκε προς τον ουρανό, χρησιμοποιώντας νεφέλη σαν όχημα και ανήλθε ενδόξως στους ουρανούς, στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Πατρός, καθιστώντας ομόθρονο το φύραμά μας.

Καθώς οι Απόστολοι δεν σταματούσαν να κοιτάζουν τον ουρανό, με τη φροντίδα των αγγέλων πληροφορούνται ότι έτσι θα έλθει πάλι από τον ουρανό και «θα τον ιδούν όλες οι φυλές της γης, να έρχεται πάνω στις νεφέλες του ουρανού». (Ματθ. 24: 30). Τότε οι μαθητές αφού προσκύνησαν από το Όρος των Ελαιών, από όπου αναλήφθηκε ο Κύριος, επέστρεψαν στην Ιερουσαλήμ χαρούμενοι, αινώντας και ευλογώντας το Θεό και αναμένοντες την επιδημία του θείου Πνεύματος.

Όπως λοιπόν εκείνος έζησε και απεβίωσε, αναστήθηκε και αναλήφθηκε, έτσι κι’ εμείς ζούμε και πεθαίνουμε και θα αναστηθούμε όλοι. Την ανάληψη όμως δεν θα πετύχουμε όλοι, αλλά μόνο εκείνοι για τους οποίους ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι κέρδος, όσοι προ του θανάτου σταύρωσαν την αμαρτία δια της μετανοίας, μόνο αυτοί θα αναληφθούν μετά την κοινή ανάσταση σε νεφέλες προς συνάντηση του Κυρίου στον αέρα. (Α’ Θεσ. 4:17).

Ας έρθουμε στο υπερώο μας, στο νου μας προσευχόμενοι, ας καθαρίσουμε τους εαυτούς μας για να πετύχουμε την επιδημία του Παρακλήτου και να προσκυνήσουμε Πατέρα και Υιό και άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Γένοιτο».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἀνελήφθης ἐν δόξῃ, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, χαροποιήσας τοὺς Μαθητάς, τὴ ἐπαγγελία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, βεβαιωθέντων αὐτῶν διὰ τῆς εὐλογίας, ὅτι σὺ εἰ ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ λυτρωτὴς τοῦ κόσμου

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ΄.
Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, οὐδαμόθεν χωριζόμενος, ἀλλὰ μένων ἀδιάστατος, καὶ βοῶν τοῖς ἀγαπῶσί σε· Ἐγώ εἰμι μεθ’ ὑμῶν, καὶ οὐδεὶς καθ’ ὑμῶν.

Κυριακή του Τυφλού – Από την τυφλή απιστία στη θερμή πίστη

αναρτήθηκε στις 23 Μαΐ 2020, 11:34 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 23 Μαΐ 2020, 11:34 π.μ. ]



«ΜΗ ΚΑΙ ΗΜΕΙΣ ΤΥΦΛΟΙ ΕΣΜΕΝ;»
      Η έκτη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη σε ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα του Κυρίου μας, στη θεραπεία του εκ γενετής τυφλού, το οποίο διασώζει ο ευαγγελιστής Ιωάννης στο Ευαγγέλιό του, με κάθε λεπτομέρεια και το οποίο ενέχει μεγάλες αλήθειες.    
      Ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, ο οποίος δεν είχε δει ποτέ το φως, δεν γνώριζε το σχήμα του προσώπου των ανθρώπων και δεν αισθάνθηκε ποτέ τη χαρά της θέας, αλλά ένα μαύρο πέπλο σκέπαζε την ύπαρξή του, κείτονταν στην άκρη του δρόμου, ζητώντας ελεημοσύνη για να επιβιώσει. Δεν είχε δει ποτέ το φως και δεν χάρηκε ποτέ τα θεία δημιουργήματα και τα χρώματα. Γεννήθηκε χωρίς οφθαλμούς «τυφλός εκ γενετής» (Ιωάν.9,1), έχοντας τις κόγχες του προσώπου του αδειανές από το πολυτιμότερο δώρο της ζωής. Ζούσε σε πυκνό σκοτάδι βιώνοντας την ανείπωτη μοναξιά του, ώσπου έκαμε τη μεγάλη συνάντηση με τον υπέρτατο ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Με τον Ιησού Χριστό, ο Οποίος πέρασε από μπροστά του, μαζί με τους μαθητές Του.

     Εκείνοι, όταν αντίκρισαν τον τυφλό ρώτησαν από περιέργεια τον Κύριο: «ραββί, τις ήμαρτεν, ούτος ἢ οι γονείς αυτού, ίνα τυφλὸς γεννηθή;» (Ιωάν.9,2). Ως Ιουδαίοι πίστευαν πως η ασθένεια είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας, τιμωρία σταλμένη από το Θεό για τις αμαρτίες του. Μάλιστα η τιμωρία αυτή εκτείνονταν και στους απογόνους τους, έως εβδόμης γενεάς. Οι ασθενείς αντιμετωπίζονταν ως καταραμένοι του Θεού και δεν τύχαιναν ιδιαίτερης εκτίμησης και περιποιήσεως. Αλλά ο Χριστός τους διαβεβαίωσε πως «ούτε ούτος ήμαρτεν ούτε οι γονείς αυτού, ἀλλ’ ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ» (Ιωάν.9,3). Να καταλάβουν ότι ο δάσκαλός τους δεν ήταν ένας από τους συνηθισμένους ραβίνους, αλλά ο σαρκωμένος Θεός, ο Οποίος ποιεί θαυμάσια μόνος.
      Ο Χριστός ευσπλαχνίστηκε τον τραγικό και δυστυχή εκείνο άνθρωπο και αποφάσισε να τον θεραπεύσει, και ταυτόχρονα να δείξει τη θεία δύναμή Του, πως Αυτός είναι ο δημιουργός του ανθρώπου και μπορεί να δημιουργήσει ανθρώπινα μέλη από το μηδέν. Αυτός ο Οποίος δημιούργησε τον άνθρωπο στον παράδεισο, αφού «πάντα δι’ αυτού εγένετο, και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν» (Ιωάν.1,3), μπορεί να δημιουργήσει οφθαλμούς στον εκ γενετής τυφλό. Μπροστά στα έκπληκτα μάτια των μαθητών, «έπτυσε χαμαί και εποίησε πηλόν εκ του πτύσματος, και επέχρισε τον πηλόν επί τους οφθαλμούς του τυφλού και είπεν αυτώ, ύπαγε εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ, ο ερμηνεύεται απεσταλμένος. Απήλθε νουν και ενίψατο και ήλθε βλέπων» (Ιωάν.9,6-7). Σημειωτέον ότι ήταν ημέρα Σάββατο.
       Το πιθανότερο είναι ο θεραπευμένος πλέον τυφλός να αλάλαζε από χαρά και να διαλαλούσε στους περαστικούς το υπέρτατο δώρο που έλαβε από τον άγνωστο ιατρό. Ήταν φαίνεται γνωστός, όλοι τον ήξεραν και πολλοί τον ελεούσαν. Όταν τον είδαν να έχει μάτια και να βλέπει παραξενεύτηκαν. Δεν ήξεραν τι συμβαίνει. Γνώριζαν ότι αυτός δεν ήταν σαν τους άλλους τυφλούς, οι οποίοι έπασχαν από κάποιο οφθαλμικό νόσημα, αλλά δεν είχε καν οφθαλμούς στις κόγχες του προσώπου του. 
      Το φυσικότερο θα ήταν οι ομόφυλοί του Ιουδαίοι να χαρούν για την ίαση αυτού του δυστυχισμένου ανθρώπου και να δοξάσουν το Θεό. Αλλά αυτοί, αντί για χαρά αγανάκτησαν για το νέο μεγάλο θαύμα του Χριστού και πρόταξαν την δήθεν καταπάτηση της αργίας του Σαββάτου από τον Κύριο, υποβαθμίζοντας το θαυμαστό γεγονός. Η σχολαστική τήρηση μιας νομικής εντολής είχε γι’ αυτούς μεγαλύτερη
σημασία από τη σωτηρία ενός ανθρώπου. Αντί να χαρούν για την ίασή του τον χαρακτήρισαν αμαρτωλό. Τον άρπαξαν και τον οδήγησαν στους «ειδικούς» να αποφανθούν περί αυτού, στους Φαρισαίους, οι οποίοι διεκδικούσαν την πνευματική καθοδήγηση του λαού και απαιτούσαν να γίνονται μιμητές τους οι άνθρωποι, στην τήρηση των νομικών διατάξεων. «Άγουσιν αυτόν προς τους Φαρισαίους, τον ποτε τυφλόν. Ήν δε σάββατον ότε τον πηλόν εποίησεν ο Ιησούς και ανέωξεν αυτού τους οφθαλμούς» (Ιωάν.9,13-14). Οι Φαρισαίοι ζήτησαν να μάθουν πως βρήκε το φώς του ο πρώην τυφλός και εκείνος τους περιέγραψε τον τρόπο της θεραπείας του από τον μυστηριώδη άγνωστο. Οι υποκριτές εκείνοι άνθρωποι δεν στάθηκαν στο θαυμαστό γεγονός, αλλά στην «παράβαση» της μωσαϊκής εντολής για την αργία του Σαββάτου. Το μέγα θαυμαστό και χαρμόσυνο γεγονός της ίασης ενός δυστυχισμένου ανθρώπου είχε δευτερεύουσα σημασία από την «καταστρατήγηση» της αργίας του Σαββάτου. Ο τύπος είχε μεγαλύτερη σημασία από την ουσία. Και γι’ αυτό αποφάνθηκαν κατηγορηματικά:  «ούτος ο άνθρωπος ουκ έστι παρά του Θεού, ότι το Σάββατον ου τηρεί» (Ιωάν.9,16). Κάλεσαν και τους γονείς του πρώην τυφλού να  συμφωνήσουν και εκείνοι μαζί τους ότι ο θεραπευτής του γιου τους δεν είναι άνθρωπος του Θεού. Αλλά εκείνοι, από φόβο μήπως τους αποβάλλουν από τη συναγωγή, τους παρέπεμψαν στο παιδί τους, το οποίο ήταν ενήλικο και είχε γνώμη.
       Εκείνος ομολόγησε: «οίδαμεν δε ότι αμαρτωλών ο Θεός ουκ ακούει, αλλ’ εάν τις θεοσεβὴς η και το θέλημα αυτού ποιή, τούτου ακούει. εκ του αιώνος ουκ ηκούσθη ότι ήνοιξέ τις οφθαλμοὺς τυφλού γεγεννημένου. ει μη ήν ούτος παρὰ Θεού, ούκ ηδύνατο ποιείν ουδέν» (Ιωάν.9,31-33). Στη συνέχεια, όταν οι Ιουδαίοι εξεδίωξαν τον τυφλό και τον έκαναν αποσυνάγωγο, ο Χριστός τον ρώτησε αν πιστεύει «εις τον Υιόν του Θεού» και στην ερώτηση του τυφλού «τις εστί, ίνα πιστεύσω εις αυτόν», ο Χριστός τον διαβεβαίωσε: «και εώρακας αυτόν και ο λαλών μετά σου εκείνος εστιν». Ο θεραπευμένος τυφλός, χωρίς καμιά επιφύλαξη απάντησε: «Πιστεύω, Κύριε και προσεκίνησε αυτώ» (Ιωάν.9,35-38).
      Ο Κύριος βλέποντας την αναταραχή των Φαρισαίων είπε: «εις κρίμα εγὼ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι καί οι βλέποντες τυφλοὶ γένωνται. και ήκουσαν εκ των Φαρισαίων ταύτα ο όντες μετ’ αὐτού, και είπον αυτώ· μη και ημείς τυφλοί εσμεν; είπεν αυτοίς ο Ιησούς· ει τυφλοὶ ήτε, ουκ αν είχετε αμαρτίαν· νυν δε λέγετε ότι βλέπομεν· η ουν αμαρτία υμών μένει» (Ιωάν.9.39-41). Χαρακτήρισε ως πνευματικά τυφλούς όσους κλείνουν τα πνευματικά τους μάτια να δουν το «Φως το αληθινό» (Ιωάν.1,2), το οποίο ήρθε στον κόσμο για να διαλύσει τα σκοτάδια της πλάνης και να φωτίσει την ανθρωπότητα με το ανέσπερο φως του. Για κάποιον ο οποίος κρατά τα μάτια του κλειστά, όσα φώτα και αν λάμπουν γύρω του δε θα μπορέσει να τα αντιληφθεί. Που σημαίνει ότι οι πνευματικά τυφλοί, με αγαθή καρδιά θα δουν το «φως το αληθινό» και θα σωθούν, σε αντίθεση με τους άπιστους και εγωκεντρικούς αμετανόητους, οι οποίοι θα μείνουν άμοιροι του θείου φωτισμού, στα φρικτά σκοτάδια της αμαρτίας και εκτός της σωτηρίας.
      Ο θεραπευμένος τυφλός έλαβε διπλή θεραπεία: το φως των φυσικών και των πνευματικών του οφθαλμών. Αντίθετα εκείνοι προτίμησαν την πνευματική τύφλωσή τους! Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι διαχρονικοί αρνητές Του, οι οποίοι μηχανεύονται απίθανες αιτίες να Τον αρνηθούν και να Τον συκοφαντήσουν, παραβλέποντας ότι ο Ιησούς Χριστός είναι η μέγιστη προσωπικότητα της ιστορίας και ο μοναδικός ευεργέτης της ανθρωπότητας.
      Μέσω αυτής της περικοπής διακηρύσσεται πανηγυρικά η θεότητα του Χριστού, γεγονός που αρνούνταν τόσο οι σύγχρονοί Του Ιουδαίοι, όσο και οι διαχρονικοί αρνητές Του. Η θεραπεία του δυστυχισμένου εκείνου ανθρώπου έγινε «ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ» (Ιωάν.9,3). Να γίνει γνωστό «το υπερβάλλον μέγεθος της δυνάμεως αυτού» (Εφ.1,18). Να καταλάβουν οι άνθρωποι
ότι ο Θεός είναι ανάμεσά τους και επεργάζεται τη σωτηρία τους. Ο Χριστός είναι σαφής βεβαιώνει ότι ο Ίδιος ενήργησε σε αυτόν και τον θεράπευσε, ως ο Θεός, μη αφήνοντας κανένα περιθώριο για παρερμηνεία, όπως πολλών αιρετικών – αρνητών της θεότητάς Του (π.χ. Μάρτυρες του Ιεχωβά), οι οποίοι υποστηρίζουν ότι δήθεν θεράπευσε ο Ιησούς τον τυφλό, με τη δύναμη του Θεού, για να δοξάσει το Θεό! Το μεγάλο πρόβλημα για τους διαχρονικούς αρνητές του Χριστού δεν ήταν και δεν είναι αν υπήρξε ο Χριστός ξεχωριστός άνθρωπος, αλλά αν είναι Θεός. Οι περισσότεροι διαβόητοι αρνητές του δεν Τον αρνήθηκαν ως ξεχωριστό άνθρωπο, αλλά τον αρνήθηκαν ως Θεό! Είναι οι τυφλοί που έχουν μεν μάτια, αλλά δεν βλέπουν!
       Όμως, «μη και ημείς τυφλοί εσμεν;» (Ιωάν.9,40). Μήπως και εμείς πάσχουμε από πνευματική τύφλωση και δεν το γνωρίζουμε; Καλό είναι να εξετασθούμε!  Το πνευματικό οφθαλμολογικό ιατρείο είναι η Εκκλησία και ιατρός ο Χριστός. Ας ανοίξουμε και εμείς την καρδιά μας, όπως ο θεραπευμένος τυφλός, για να εισέλθει ο φωτισμός του Χριστού, για να λαμπρυνθεί η ύπαρξή μας, να γίνει «φως οικών απρόσιτον» (Α΄Τιμ.6,16). Ας τον παρακαλέσουμε να διατηρεί «πεφωτισμένους τους οφθαλμούς της καρδίας ημών, εις το ειδέναι ημάς τις εστιν η ελπίς της κλήσεως αυτού, και τις ο πλούτος της δόξης της κληρονομίας αυτού εν τοις αγίοις» (Εφ.1,18).  
 (Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή του Τυφλού)
      ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

Κυριακή της Σαμαρείτιδος -Μία μοναδική συνάντηση!

αναρτήθηκε στις 16 Μαΐ 2020, 2:17 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 16 Μαΐ 2020, 2:18 π.μ. ]

 

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ: Ε΄ Πράξεων: Πράξ. ια΄ 19-30
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ: Ἰωάν. δ΄ 5-42

1. ΤΟ Α­ΘΑ­ΝΑ­ΤΟ ΝΕ­ΡΟ
Ὁ Κύ­ρι­ός μας ἔ­πει­τα ἀ­πό με­γά­λη ὁ­δοι­πο­ρί­α φθά­νει κα­τά­κο­πος μέ­σ’­τό κα­τα­με­σή­με­ρο κοντά στήν πό­λι τῆς Σαμα­ρείας Συ­χάρ. Καθώς οἱ μα­θη­ταί φεύ­γουν στήν πό­­­λι γι­ά νά ἀ­γο­ρά­σουν τρό­φι­μα, ὁ Κύ­ρι­ος κά­θε­ται μό­νος του πλά­ϊ σ’ ἕ­να πη­γά­δι πού πρίν ἀ­πό αἰ­ῶ­νες εἶ­χε ἀ­νοί­ξει ὁ Ἰ­α­κώβ. Σέ λί­γο ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἡ­συ­χί­α δι­α­κό­πτε­ται κα­­­θώς πλη­σι­ά­ζει ἐ­κεῖ μι­ά γυ­ναῖ­κα Σα­μα­ρεί­τι­δα μέ τή στά­μνα της γι­ά νά πά­ρῃ νε­ρό. Ξα­φνι­ά­ζε­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ὅ­ταν ἀ­κού­ῃ τόν Κύ­ρι­ο νά τῆς ζη­τᾷ λί­γο νε­ρό γιά νά πι­ῇ· γι’ αὐ­τό καί ἀ­μή­χα­νη τόν ρω­τᾶ μέ ἀ­πο­ρί­α:   

– Πῶς ἐ­σύ ἕ­νας Ἰ­ου­δαῖ­ος ζη­τᾶς ἀ­πό ἐμέ­να, μι­ά Σα­μα­ρεί­τι­δα νά σοῦ δώ­σω νε­ρό; (Δι­ό­τι οἱ Ἑ­βραῖ­οι καί οἱ Σα­­μα­ρεῖ­τες εἶ­χαν με­γά­λη ἔ­χθρα με­τα­ξύ τους­).
– Ἐ­άν γνώ­ρι­ζες, ἀ­πα­ντᾶ ὁ Κύ­ρι­ος, τήν δω­ρε­ά τοῦ Θε­οῦ καί ποι­ός σοῦ ζη­τᾶ νε­ρό, ἐ­σύ θά μοῦ ζη­τοῦ­σες νά σοῦ δώ­σω νε­ρό τρε­χού­με­νο πού δέν στε­ρεύ­ει πο­τέ.
– Κύ­ρι­ε, λέ­γει ἔκ­πλη­κτη ἡ Σα­μα­ρεί­τι­δα, ἐ­σύ οὔ­τε δο­χεῖ­ο ἔ­χεις καί τό πη­γά­δι εἶ­ναι βα­θύ. Ἀ­πό ποῦ λοι­πόν ἔ­χεις τό τρε­χού­με­νο νε­ρό; Καί ἡ ἀ­πά­ντη­σι τοῦ Χρι­στοῦ μας ἀ­κα­τα­νό­η­τη καί συ­γκλο­νι­στι­κή: Κά­θε ἄν­θρω­πος πού πί­νει ἀ­π’ τό νε­ρό αὐτό τοῦ πῆ­γα­δι­οῦ, θά δι­ψά­σῃ καί πά­λι. Ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως πού θά πι­ῇ ἀ­πό τό νε­ρό πού ἐ­γώ θά τοῦ δώ­σω, δέν θά δι­ψά­σῃ πο­τέ, ἀλ­λά τό νε­ρό αὐ­τό θά γί­νῃ μέ­σα του πη­γή ὕδατος πού θά ἀναβλύζῃ δι­αρ­κῶς καί θά τοῦ με­τα­δί­δῃ αἰ­ώ­νι­ο ζω­ή.
Καί ἡ γυ­ναῖ­κα μέ λα­χτά­ρα τοῦ λέ­γει: – Δός μου Κύ­ρι­ε, ἀ­π’ αὐ­τό τό νε­ρό, γι­ά νά μήν δι­ψῶ πλέ­ον καί νά μήν ἀ­να­γκά­ζο­μαι νά ἔρ­χω­μαι ἐ­δῶ γι­ά νά βγά­ζω νε­ρό.
Ἡ κρί­σι­μη στι­γμή λοι­πόν ἔ­χει φθά­σει καί ὁ Κύ­ρι­ος μέ μί­α ἀ­προσδόκητη προτροπή ξυ­πνᾶ τή ναρ­κω­μέ­νη συ­νεί­δη­σί της: – Πή­γαι­νε, τῆς λέ­γει, στόν ἄν­δρα σου κι ἐ­λᾶ­τε μα­ζί γι­ά πά­ρε­τε αὐ­τό τό νε­ρό. Ἡ γυ­ναῖ­κα τώ­ρα ἀ­μή­χα­νη ἀρ­χί­ζει νά κα­τα­λα­βαί­νῃ πώς ὁ Κύ­ρι­ος κι­νεῖ­ται στούς μυστικούς κό­σμους τῆς ζω­ῆς της γι’ αὐ­τό καί προ­σπα­θεῖ νά ξε­φύ­γῃ. – Δέν ἔ­χω ἄν­δρα, ἀ­πα­ντᾷ.
– Κα­λά εἶ­πες πώς δέν ἔ­χεις ἄν­δρα, ἐπιβεβαιώνει ὁ Κύ­­­ρι­ος. Δι­ό­τι ἕ­ως τώ­ρα πέ­ντε ἄν­δρες εἶ­χες, ἀλ­λά καί αὐτόν πού τώρα ἔχεις δέν εἶναι νό­μι­μος σύ­ζυ­γός σου. Εἶ­ναι ἀ­λή­θει­α αὐ­τό πού εἶ­πες.
ΑΣ ΔΙΑΚΟΨΟΥΜΕ ὅμως ἐδῶ γιά λίγο τήν εὐαγ­γε­λι­κή διήγησι, γιά νά ἐπικεντρώσουμε τήν προσοχή μας σέ μία μεγάλη ἀλήθεια, πού ἀνέπτυξε ὁ Κύριος πρός τήν Σαμα­ρεί­τιδα καί πρός ὅλους ἐμᾶς· ὅτι ὁ Κύ­ριος χα­ρί­ζει στούς πι­στούς του νερό ἀθάνατο πού δέν στε­ρεύ­ει ποτέ, πού ξεδιψᾶ γιά πά­ντα, πού με­τα­δί­δῃ ζω­ή αἰ­ώ­νι­ο. Δέν πρόκειται βέβαια γιά τό ἀθάνατο νερό τῶν πα­ρα­μυθιῶν καί τῶν θρύλων. Ἀλλά γιά κάτι ἀληθινό, γνή­σιο καί ὑπερφυσικό. Τό ἀθά­νατο νερό τῆς ζωῆς πού μόνον ὁ Θεός μᾶς προ­­σ­φέ­ρει, μᾶς ἐξηγοῦν οἱ ἱεροί Πα­τέ­ρες, εἶναι ἡ Χά­ρις ἡ ἀκατάβλητη τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος. Εἶναι τά νά­μα­τα νέας ζωῆς πού πλη­μ­­μυ­ρίζουν τήν ψυχή μας ἰδιαιτέρως ὅταν προ­σ­ερχόμαστε στά ζω­ο­πά­ροχα μυστήρια τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας καί κυρίως στήν Ἱερά Ἐξομολόγησι καί τή Θεία Κοινωνία.
Ὅμως ἐδῶ θά πρέπει νά προσέξουμε κάτι πολύ ση­μα­ντι­κό γιά τό θέμα μας. Ὁ Κύριος δέν προσφέρει αὐ­τό τό νε­ρό στήν Σαμαρείτιδα, ἀκόμη καί ὅταν αὐτή μέ πόθο τό ζητᾷ. Ἀλλά πρῶτα τῆς λέγει νά φωνάξῃ τόν ἄν­δρα της, τήν βοη­θᾷ δηλαδή νά ἔλθῃ πρῶτα σέ συ­ν­αί­­σθη­σι τῆς ἁ­μαρ­τωλό­τητός της. Καί μᾶς διδάκει ἔτσι ὁ Κύριός μας πώς δέν προ­σφέρει τό νερό αὐτό τῆς ζω­ῆς ἀμέσως, ἀκόμη καί ὅταν τοῦ τό ζη­τή­σου­με, ἀλλά θέ­λει πρῶτα νά ἀπο­κτή­σου­με ἐπί­γνω­σι τῆς ἁ­μα­ρ­­τω­­λό­­τητος καί ἀναξιότητός μας­· καί ταυ­τό­χρο­να νά ἐ­κτι­μήσουμε τό μεγα­λεῖ­ο τῆς θείας δωρεᾶς. Ἀλ­λι­ῶς κιν­δυ­νεύ­ουμε νά μέ­νου­με γιά πάντα δι­ψα­σμέ­νοι καί ἄ­δει­οι, ἐ­νῶ γύρω μας τόσοι ἄλλοι θά ξεδιψοῦν ἀπό τό νερό αὐ­­τό τῆς ἀθανασίας· ὅπως τό ἔ­κα­νε καί ἡ Σα­μα­ρείτιδα στή συνέχεια τῆς ζωῆς της.  
2. ΦΤΕΡΑ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ
Ἡ Σα­μα­ρεί­τι­δα λοιπόν ἔκ­πλη­κτη μπρο­στά στίς συ­ν­τα­­ρα­κτι­κές αὐ­τές ἀ­πο­κα­λύ­ψεις τοῦ Χριστοῦ δι­αι­σθά­νε­ται ὅ­τι δέν ἔ­χει ἐ­μ­πρός της ἕ­ναν τυ­χαῖ­ο ἄν­θρω­πο. Γι’ αὐ­τό καί ὁ­μο­λο­γεῖ συ­γκλο­νι­σμέ­νη: Κύ­ρι­ε, κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι εἶ­σαι προ­­φή­της. Πές μου, λοι­πόν, ποῦ εἶ­ναι σω­στό νά λα­τρεύ­­ῃ κα­νείς τόν Θε­ό, ἐ­δῶ στό ὄ­ρος Γα­ρι­ζείν, ὅ­πως τόν λα­τρεύ­ουν οἱ πα­τέ­ρες μας Σα­μα­ρεῖ­τες, ἤ στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, ὅ­πως λέ­τε ἐ­σεῖς οἱ Ἰ­ου­δαῖ­οι;
– Πί­στε­ψέ με, τῆς ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ Κύ­ρι­ος, φθά­νει μι­ά νέ­α ἐ­πο­χή, πού οὔ­τε στό ὄ­ρος Γα­ρι­ζείν οὔ­τε στά Ἱ­ε­ρο­σό­λυ­μα, θά λα­τρεύ­ε­τε ἀ­πο­κλει­στι­κά τόν Θε­ό. Δι­ό­τι ὁ Θε­ός εἶ­ναι πνεῦ­μα, καί αὐ­τοί πού τόν λα­τρεύ­ουν θά πρέ­πει νά τόν κά­νουν αὐ­τό «ἐν πνεύ­μα­τι καί ἀ­λη­θεί­ᾳ» μέ ἀ­φο­σί­ω­σι ψυ­χῆς καί ἐ­πί­γνω­σι.
Ἡ Σα­μα­ρεί­τι­δα τώ­ρα ἔ­χο­ντας πλέ­ον σα­γη­νευ­θῆ ἀ­πό τά φο­βε­ρά καί πα­ρά­ξε­να λό­γι­α τοῦ Κυ­ρί­ου λέ­γει:
– Γνω­ρί­ζω Κύ­ρι­ε, ὅ­τι ἔρ­χε­ται ὁ Μεσ­σί­ας, ὁ Χρι­στός, ὁ ὁ­ποῖ­ος θά μᾶς τά ἐ­ξη­γή­σῃ ὅ­λα.
«Ἐ­γώ εἰ­μί, ὁ λα­λῶν σοι». Ἐ­γώ εἶ­μαι ὁ Μεσ­σί­ας πού πε­­ρι­μέ­νεις, τῆς ἀ­πο­κα­λύ­πτει ὁ Κύ­ρι­ος.
Ἐ­κεί­νη ὅ­μως τή στι­γμή ὁ δι­ά­λο­γος δι­α­κό­πτε­ται, δι­ό­τι ἔ­φθα­σαν οἱ μα­θη­ταί, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­ξε­πλά­γη­σαν βλέ­πο­ν­τας τόν Κύ­ρι­ο νά συ­νο­μι­λῇ μέ μί­α γυ­ναῖ­κα, κάτι πού οἱ ραβ­βί­νοι ἀ­πό πε­ρι­φρό­νη­σι ἐ­πι­με­λῶς τό ἀ­πέ­φευ­γαν.  
Ἡ Σα­μα­ρεί­τι­δα ὅ­μως κα­τα­γο­η­τευ­μέ­νη ἀ­πό τή συ­ν­αρ­­πα­στι­κή αὐ­τή συ­νο­μι­λί­α της, ἄ­φη­σε τή στά­μνα της ἐ­κεῖ στό πη­γά­δι καί ἄρ­χι­σε νά τρέ­χῃ στήν πό­λι καί νά φω­νά­ζοντας στούς συ­μπο­λί­τες της. – Ἐ­λᾶ­τε νά δῆ­τε ἕ­ναν ἄν­θρω­πο μο­να­δι­κό, πού ξέ­ρει ὅ­λα τά μυ­στι­κά τῆς ζω­ῆς μου, μήπως εἶ­ναι αὐ­τός ὁ Μεσ­σί­ας;..
Σέ λίγο ἄρ­χι­σαν νά κα­τα­φθά­νουν οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­­λε­ως ἐκεῖ στό πηγάδι γι­ά νά δοῦν τόν Κύ­ρι­ο. Τό­σο μά­­­λι­στα ἐν­θου­σι­ά­στη­καν ἀ­πό τή δι­δα­σκα­λί­α του, ὥ­στε τοῦ ζή­τη­σαν μέ θέρ­μη καί ἔ­μει­νε στήν πό­λι τους δύ­ο ἡ­μέ­ρες. Ἔ­λε­γαν μά­λι­στα στήν γυ­ναῖ­κα ὅ­τι τώ­ρα δέν πι­στεύ­ου­με μό­νον ἐ­πει­δή ἐ­σύ μᾶς μί­λη­σες γι’ Αὐ­τόν ἀλ­λά ἐ­πει­δή οἱ ἴδιοι δι­α­πι­στώ­σα­με ὅ­τι αὐ­τός εἶ­ναι ὁ Σω­τήρ τοῦ κό­σμου, ὁ Χρι­στός.   
***
ΜΟΝΑΔΙΚΗ ἦταν πραγματικά ἡ συνάντησι τῆς Σα­μαρεί­τι­δος μέ τόν Κύριο ἐκεῖνο τό καταμεσήμερο στό πηγάδι τῆς Συχάρ. Ἀλλά καί ἀποφασιστική γιά τή ζωή της. Πῶς ἄλλα­ξαν ὅλα μέσα σέ λίγες στιγμές! Συ­ν­ά­ν­τη­σε τόν Κύριο, ἀντί­κρυ­σε τήν θεϊκή του μορφή, γο­η­τεύ­τηκε ἀπό τά ὑπέροχα λό­για του, ἄκουσε τίς φο­βε­ρές του ἀποκαλύψεις, αἰσθάν­θηκε ὅτι ἔχει μπροστά της τόν Μεσσία. Τίποτε πλέον δέν μπο­ρεῖ νά τήν συ­γ­κρα­τήσῃ. Ὁ Χριστός ἔβαλε φωτιά στήν ψυ­χή της κι αὐ­τή φτερά στά πόδια της. Δέν σκέφτεται πλέ­­ον οὔτε τή στά­μνα της, οὔτε τήν προ­η­γού­μενη ἁμαρτωλή ζωή της. Αὐ­­τή ἕνα μό­νο ζεῖ, ἕνα μό­νο τήν συγκλονίζει: Εἶδε τόν Μεσσία. Καί θέλει νά τό πῇ αὐτό σ’ ὅλους τούς συμ­πο­λῖ­τες της, σ’ ὅλο τόν κόσμο. Κι ἀλλάζει ζωή. Γί­νεται πλέον ἡ Ἁ­γί­α Φω­­τει­νή ἡ ἰσα­πό­στο­λος. Καί, ὅ­πως μᾶς λέει ἡ παρά­δο­σι, κη­ρύτ­τει τόν λα­τρευτό της Κύ­ριο στά πέρα­τα τοῦ κό­σμου· φθά­νει μέ­χρι τήν Ἀ­φρι­κή καί τή Ρώμη. Καί γι’ Αὐ­τόν θυ­σι­ά­ζει ἀκόμη καί τή ζωή της μαζί μέ τίς πέ­ν­τε ἀδελφές της καί τούς δύ­ο γι­ούς της.
Σέ κάποιο ἄλλο πνευματικό πηγάδι κι ἐμεῖς ἀ­σφα­λῶς αἰ­σθα­νθήκαμε τή παρουσία τοῦ Κυρίου στή ζωή μας, γευθή­καμε τήν ἀγάπη του, μᾶς συνεπῆρε ἡ μορ­φή του. Ἄς ἀφή­σουμε λοιπόν κι ἐμεῖς τίς στάμνες τῶν βιοτικῶν μας μερι­μνῶν κι ἄς τρέξουμε στούς γύρω μας νά ἐκδηλώσουμε τήν ἀμέτρητη χα­ρά μας γι’ αὐτό τό θαῦμα πού ζήσαμε, γιά τήν ὑπέροχη ζωή πού ζοῦμε κοντά στόν Χριστό μας. Ἡ Ἁγία Φωτεινή μᾶς δίνει τό παράδειγμα. Οἱ διψασμένοι ἀμέτρητοι γύρω μας…

1-10 of 1144