Επικαιρότητα


Γέροντας Άνθιμος Αγιαννανίτης: Διερχόμαστε την χειρότερη κρίση από κτίσεως κόσμου – Οι άνθρωποι έχουν αποθηριωθεί

αναρτήθηκε στις 21 Οκτ 2021, 8:41 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 21 Οκτ 2021, 8:41 π.μ. ]


Γέροντας Άνθιμος Αγιαννανίτης: Σήμερα διερχόμαστε την χειρότερη κρίση από κτίσεως κόσμου. Βλέπετε τους ανθρώπους, ενώ ο Θεός έδωσε τη σοφία για το αγαθό, αυτοί την καταχρώνται για το πονηρό. Έχουν αποθηριωθεί, πράγμα που δεν συμβαίνει στα θηρία.
Κανένα καλό δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς τη μετάνοια. Ας ανατρέξουμε στην Παλαιά Διαθήκη στο εξής περιστατικό. Λέει ο προφήτης Ιωνάς: «Ακόμη τρεις ημέρες και η Νινευΐ καταστρέφεται». Τι έκαναν τότε οι Νινευΐτες; Μετανόησαν και νήστεψαν οι πάντες, ακόμη και τα ζώα τους. Το ίδιο και μείς, ας υψώσουμε τους νοητούς οφθαλμούς μας προς τον Θεό, να ζητήσουμε το θείο έλεος για μας, το Έθνος, την Εκκλησία, τον κόσμο ολόκληρο, λέγοντας: «Κύριε, κατάπεμψον το έλεός σου επί τον λαόν σου και συγχώρησον ημάς τους αμαρτωλούς και όλον τον κόσμον σου».
Στην περίοδο της Νέας Διαθήκης, διαβάζουμε για τον Μεγα Βαρσανούφιο, ότι έβλεπε να ξεσπά στον κόσμο μεγάλο κακό. Τότε τρεις άνδρες εμπόδιζαν να εξαπλωθεί στον κόσμο αυτό το κακό. Ο ένας ήταν ασκητής στην Ρώμη, ο άλλος στην Κόρινθο και ο τρίτος ο ίδιος ο άγιος Βαρσανούφιος. Οι προσευχές αυτών των τριών απέτρεψαν τον δίκαιο θυμό και την οργή του Μεγάλου Βασιλέως Χριστού.

Πιστεύω ότι και μέχρι σήμερα υπάρχουν τέτοιοι Άγιοι που προσεύχονται. Έχει τόσο οργιάσει ο σατανάς με τα όργανά του, ώστε θέλουν να καταπιούν τα πάντα. Ας προσευχόμαστε λοιπόν όλοι, διότι χανόμαστε.

Η ταπείνωση θα μας αναστήσει από κάθε χαμερπή διαλογισμό, όπως ο Κύριος «παθών και σταυρούμενος ανεστήθη και εδοξάσθη». Η ταπείνωση φέρει τη μετάνοια, που προέρχεται εκ του ρήματος μεταμελούμαι, δηλαδή αυτό το κακό που έκαμα δεν το ξανακάνω. Ο αμαρτωλός, εάν μετανοήσει, γίνεται αναμάρτητος. Ο προφήτης Δαβίδ είπε: «Ημάρτηκα τω Κυρίω», και ο προφήτης Ναθαν του είπε: «Αφείλετο ο Κύριος το αμάρτημά σου».

Να προσπαθήσουμε όλοι με τη μετάνοια να κερδίσουμε τα αιώνια αγαθά. Δύο τόποι εντεύθεν υπάρχουν: αιώνια ζωή και αιώνια κόλαση. Όσο ενάρετοι και να νομίζουμε ότι είμαστε, όμως ο ανθρώπινος νους εκ νεότητος αυτού ρέπει στα πονηρά «καν μία ώρα η ζωή ημών», διότι έτσι μας κατάντησε η απιστία των Πρωτοπλάστων.

Να έχουμε πίστη θερμή, διότι «ο πιστεύσας εις εμέ ζήσεται», λέει ο Κύριος, και «ο αγαπών εμέ, αγαπά τον αποστείλαντά με».

Αν δεν εξομολογούμαστε τους λογισμούς στον πνευματικό, θα γίνουν θηρία και θα μας φάνε. Ο γεωργός που βρήκε το παγωμένο φίδι και τό ‘βαλε στον κόρφο του, μόλις αυτό ζεστάθηκε, αμέσως τον δάγκασε. Κι εμείς, αν δεν τους εξαγορεύσουμε, θα γίνουν έργα, «η δε αμαρτία τελεσθείσα», λέει ο απόστολος Ιάκωβος, «αποκύει θάνατον».

H αγάπη είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Αγάπη είναι ο ίδιος ο Χριστός. Ο Χριστός μάς αγάπησε μέχρι θυσίας. Ας αγαπήσουμε κι εμείς ο ένας τον άλλο με την αγάπη της θυσίας. Θέλει βία μια τέτοια αγάπη, καθώς λέει και το Ευαγγέλιο για την Βασιλεία των Ουρανών, ότι «βιασταί αρπάζουσιν αυτήν». Αρχή και οδός προς τον Θεό να είναι το «αεί βιάζεσθαι εαυτόν».

Η σωτηρία μας είναι το πρωταρχικό έργο της ευδοκίας του Θεού, διότι «πάντας θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν». Δεν έχει προσωποληψία ο Θεός. Όλους ελεεί, αλλά σώζει τους πιστούς ορθοδόξους Χριστιανούς, διότι έχουν το αληθινό βάπτισμα και την αληθινή διδασκαλία. Αν θέλουμε τη σωτηρία μας σημαίνει ότι πρέπει να φυλάξουμε τις εντολές του Θεού, χωρίς τις οποίες δεν μπορούμε ν’ αγαπήσουμε τον Θεό και τον άνθρωπο.

Το Ευαγγέλιο μας λέει: Αν λες, άνθρωπε, ότι αγαπάς τον Θεό, που δεν βλέπεις, και μισείς τον πλησίον σου που βλέπεις κάθε μέρα, είσαι ψεύτης. Η σωτηρία μας λοιπόν εξαρτάται από την στάση που θα πάρουμε απέναντι στους άλλους ανθρώπους.

Προσευχή σημαίνει επικοινωνία απευθείας με τον Θεό. Ο Ψαλμωδός λέει: «Εκχεώ ενώπιον αυτού την δέησίν μου, την θλίψιν μου ενώπιον αυτού απαγγελώ». Προ της προσευχής χρειάζεται να αυτοσυγκεντρωθούμε με ταπεινωμένο φρόνημα, όπως κάνουμε όταν πάμε να ζητήσουμε βοήθεια από κάποιον ανώτερό μας. Με τη βοήθεια της προσευχής λυτρωνόμαστε από λογισμούς και φαντασίες.

Να ετοιμαστούμε, για να μην πεθάνουμε. Ένα ρητό λέει: «Εάν πεθάνεις πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις όταν πεθάνεις». Η προετοιμασία μας, που θα πρέπει να γίνεται σ’ ολόκληρη τη ζωή μας, συνίσταται στα εξής τέσσερα σημεία:

α) Να πεθαίνουμε συνεχώς ως προς την αμαρτία,

β) να μη θαρρούμε για ό,τι καλό κάναμε και αυτοεπαινούμαστε,

γ) όσο και αν σφάλλουμε, να μην απελπιζόμαστε, και

δ) να γνωρίζουμε ότι ο Θεός παραχωρεί να αμαρτάνουμε για να ταπεινωθούμε, διότι χωρίς ταπείνωση δεν μπορούμε να εισέλθουμε στη Βασιλεία των Ουρανών.

[Από το βιβλίο: Μοναχού Δαμασκηνού Γρηγοριάτου, «Σύγχρονοι Γεροντάδες του Άθωνος», Ιερομόναχος Άνθιμος Αγιαννανίτης Πνευματικός († 1910-1996). Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου 2005]

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: Η ψυχή του μικρού παιδιού είναι σαν το κερί

αναρτήθηκε στις 9 Οκτ 2021, 7:59 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Οκτ 2021, 7:59 π.μ. ]


Αν λοιπόν από την αρχή και από τα πρώτα τους βήματα απομακρύνουμε τα παιδιά από την πονηριά και τα χειραγωγήσουμε προς την άριστη οδό, η ευσέβεια θα τους γίνει ένα είδος συνήθειας και φύσεως.Έτσι, δεν θα μεταστρέφονται εύκολα με τη θέλησή τους προς το κακό, γιατί η συνήθεια αυτή, θα τα βοηθεί να πράττουν τα καλά έργα. Έτσι θα γίνουν για μας σεβαστότερα από τους γέροντες και χρησιμότερα στις δημόσιες υποθέσεις, αφού θα παρουσιάζουν στη νεότητά τους, τις αρετές των γεροντότερων.
Σαν το κερί είναι η ψυχή (τού μικρού παιδιού). Αν κάνεις ψυχρές συζητήσεις, την σκλήρυνες και την πώρωσες. Αν όμως κάνεις θερμές συζητήσεις, την μαλάκωσες και τότε χαράζεις την εικόνα του Χριστού.
Ας μην επιτρέπουν οι γονείς στα παιδιά τους, να κάνουν τίποτε ευχάριστο, που όμως είναι βλαβερό, ούτε να τους κάνουμε όλα τα χατίρια, επειδή τάχα είναι παιδιά. Προπαντός, ας τα κρατάμε σε σωφροσύνη. Γιατί η ακράτεια είναι που καταστρέφει πάνω από όλα την νεότητα.

Πώς βάζει η Παναγία κρυφά ανθρώπους στον Παράδεισο

αναρτήθηκε στις 29 Ιουλ 2021, 1:37 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 29 Ιουλ 2021, 1:37 π.μ. ]

                                                                                  
                                                                    

Θεολογικός Λόγος: Μια όμορφη ιστορία από το Άγιο Όρος για τον τρόπο που η Παναγία φροντίζει τις ψυχές μας μετά τον θάνατο να βρουν μια θέση στον Παράδεισο.«Κάθε φορά που νύχτωνε στον Παράδεισο, ο Άγιος Πέτρος, έκλεινε τα θυρόφυλλα και μετρούσε στα τεφτέρια του πόσοι είχανε μπει στον Παράδεισο. Ύστερα έβαζε τα ονόματά τους πλάι σε εκείνους που ήδη ήταν μέσα από καιρό και έβρισκε τον αριθμό.
Το άλλο πρωί μετρούσε πάλι τους παραδεισένιους ανθρώπους και πήγαινε να ανοίξει την πόρτα. Μα για καιρό έβλεπε τούτο το παράδοξο:

Ενώ αποβραδίς είχε μετρήσει πως αυτοί που είχαν μπει στον Παράδεισο ήταν δέκα, την άλλη μέρα μετρούσε άλλους 3 παραπάνω.

Μα πως γίνεται αυτό σκεφτόταν.

– Αποφάσισε να πάει στον αφέντη Χριστό και να Του πει αυτό που τον απασχολεί.

-Να φυλάξεις βάρδια είπε ο Χριστός και ο Άγιος έσκυψε το κεφάλι και γύρισε στο διακόνημά του.

Το ίδιο βράδυ ο Απόστολος του Θεού φύλαξε κατά την προσταγή του Χριστού και σαν ξημέρωσε είχε έτοιμη την απάντηση.

– Τον ρώτησε λοιπόν ο Κύριος, τι συμβαίνει…

– Το βράδυ… Κύριε… που κλείνει ο Παράδεισος ανεβαίνει η Μάνα Σου στα τείχη και βάζει τους ανθρώπους από εκεί».

Αυτή είναι η δύναμη της Παναγίας μας!

«Ψάξε εκεί έξω»

αναρτήθηκε στις 20 Ιουλ 2021, 2:52 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 20 Ιουλ 2021, 2:52 π.μ. ]

Θεολογικός λόγος: Ψάξε εκεί έξω… Υπάρχουν κάποιες ευαίσθητες ψυχές, πληγωμένες από τα χαστούκια της ζωής. Ψυχές που κρύβουν μέσα τους ένα μεγαλείο καρδιάς. Ο πόνος δεν τις άλλαξε.
Αντίθετα τις μαλάκωσε και τις μεταμόρφωσε σε επίγειους αγγέλους, της ζωής.
Θα τις αναγνωρίσεις γιατί είναι πληγωμένες καρδιές που ξεπροβάλλουν διαρκώς χαμογελαστές και ευγενικές. Υπάρξεις που μοιάζουν σαν να ξεγλύστρισαν από άνωθεν ..
Ήρωες της ζωής, απλοί, ευαίσθητοι, διακριτικοί μα πάνω από όλα άνθρωποι με όλη τη σημασία της λέξεως.
Το μεγαλείο της καρδιάς τους ξεχειλίζει από αγάπη.
Τρέχει σαν επιβλητικός χείμαρρος που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο που τις γνωρίζει.
Οποιονδήποτε κι αν συναντούν ή χρειαστεί τη βοήθειά τους δίνονται ολοκληρωτικά δίχως κανένα δισταγμό.
Ευαίσθητες ψυχές που τις πάγωσε ο πόνος, τις δοκίμασε σκληρά η ζωή.
Μα πάλι βρίσκουν το κουράγιο για να χαμογελούν. Απευθύνονται σε όλους με τεράστιο σεβασμό και την ευγένεια της ψυχής τους που μόνο εκείνοι διαθέτουν. Σκορπούν αγάπη γύρω τους κι ακούν το διπλανό τους. Έχουν τα μάτια ορθάνοιχτα μα και ξεκλείδωτες τις πόρτες της καρδιάς τους.
Οι ευαίσθητες ψυχές κρύβουν ένα μεγαλείο καρδιάς.
Είναι γεμισμένες από μασίφ χρυσάφι σμαραγδένια ψυχή ..
Σκαλισμένες και χαραγμένες από δάκρυα και αμέτρητη θλίψη.
Δοκιμασμένες και λαβωμένες από τα παιχνίδια της ζωής που θέλησε να τις πονέσει. Η αγάπη που κατέχουν δεν ορίζεται, αντίθετα τις ξεπερνά. Η αγάπη για αυτές είναι ιερή, όπως άλλωστε και η έννοια της λέξεως.
Οι ευαίσθητες ψυχές κρύβουν ένα μεγαλείο καρδιάς. Διαφέρουν από το πλήθος γιατί αγαπούν τη ζωή. Λατρεύουν εσένα και μένα κι ας μη μας ξέρουν.Το πρόσωπό τους καθρεπτίζει τη λάμψη της καρδιάς τους. Δε σκύβουν το κεφάλι και συνεχίζουν αγέρωχες το μονοπάτι της ζωής τους μα όχι μονάχες.
Είναι ευαίσθητες ψυχές που πάνω απο όλα ακτινοβολούν αγάπη, ευαισθησία και καλοσύνη.
Διψούν για ζωή εν Χριστώ και συνεχίζουν να προσφέρουν απλόχερα το θησαυρό της αγάπης .

Αμάρτησες; Έλα στην Εκκλησία!

αναρτήθηκε στις 20 Ιουλ 2021, 1:33 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 20 Ιουλ 2021, 1:34 π.μ. ]


Αμαρτία: Aλήθεια, ποιό λιμάνι μπορεί να συγκριθεί με το λιμάνι της Εκκλησίας; Ποιός παράδεισος μπορεί να συγκριθεί με τον παράδεισο των συγκεντρωμένων πιστών; Δεν υπάρχει εδώ φίδι που γυρεύει να μάς βλάψει, μόνο ο Xριστός που μάς οδηγεί μυστικά. …
Γι’ αυτό δεν θα ‘ταν λάθος αν θεωρούσαμε την εκκλησία πιο σπουδαία από την κιβωτό. Γιατί η κιβωτός δεχόταν βέβαια τα ζώα και τα διατηρούσε ζώα- η εκκλησία όμως δέχεται τα ζώα και τα αλλάζει. Tί εννοώ μ’ αυτό: Mπήκε στην κιβωτό ένα γεράκι, βγήκε πάλι γεράκι- μπήκε ένας λύκος, βγήκε πάλι λύκος. Eδώ μπαίνει κανείς γεράκι και βγαίνει περιστέρι- μπαίνει λύκος και βγαίνει πρόβατο- μπαίνει φίδι και βγαίνει αρνί΄ όχι επειδή μεταβάλλεται η φύση του, αλλά επειδή διώχνεται μακριά η κακία.
Γι’ αυτό φέρνω το λόγο διαρκώς στη μετάνοια. Γιατί η μετάνοια, που στον αμαρτωλό φαντάζει φοβερή και τρομερή, γιατρεύει τα παραπτώματα- εξαφανίζει τις παρανομίες- σταματά το δάκρυ- δίνει παρρησία μπροστά στο Θεό- είναι όπλο κατά του διαβόλου- μαχαίρι που τού κόβει το κεφάλι- ελπίδα σωτηρίας- αφαίρεση της απελπισίας.

Aυτή ανοίγει στον άνθρωπο τον ουρανό. Aυτή τον οδηγεί στον παράδεισο. Aυτή νικά τον διάβολο. Γι’ αυτό ακριβώς και σάς μιλώ συνέχεια γι’ αυτήν. Όπως από την άλλη κι η υπερβολική αυτοπεποίθηση μάς οδηγεί στην πτώση. Eίσαι αμαρτωλός; Mήν απελπίζεσαι. Δεν σταματώ, σα φάρμακα αυτά τα λόγια συνεχώς να σάς τα δίνω. Γιατί ξέρω καλά τί όπλο δυνατό που είναι κατά του διαβόλου το να μη χάνεις την ελπίδα σου.Aν έχεις αμαρτήματα, μην απελπίζεσαι. Δεν παύω διαρκώς αυτά τα λόγια να τά επαναλαμβάνω. Aκόμα και αν αμαρτάνεις κάθε ημέρα, κάθε ημέρα να μετανοείς. Ας κάνουμε ό,τι ακριβώς και με τα σπίτια τα παλιά που είναι ετοιμόρροπα: αφαιρούμε τα παλαιά και σάπια υλικά και τ’ αντικαθιστούμε με καινούργια- και δε λησμονούμε διαρκώς να τα περιποιούμαστε. Πάλιωσες σήμερα από την αμαρτία; Γίνε πάλι καινούργιος με τη μετάνοια. Mα είναι στ’ αλήθεια δυνατό, αυτός που θα μετανοήσει να σωθεί; – αναρωτιούνται μερικοί. Eίναι, και πολύ μάλιστα. Όλη μου τη ζωή μέσα στις αμαρτίες την πέρασα- και αν μετανοήσω, θα σωθώ; Nα είσαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Kι από που φαίνεται αυτό; Aπ’ τη φιλανθρωπία του Kυρίου σου.

Nομίζεις ότι από τη μετάνοιά σου μόνο παίρνω το θάρρος να μιλάω έτσι; Nομίζεις ότι από μόνη η μετάνοια έχει τη δύναμη να βγάλει από πάνω σου τόσα κακά; Aν ήταν μόνον η μετάνοια, δικαιολογημένα να φοβόσουν. Όμως μαζί με τη μετάνοια ενώνεται αξεδιάλυτα η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους. Kαι όριο αυτή η αγάπη δε γνωρίζει. Oύτε μπορεί κανείς να εξηγήσει με τα λόγια την απεραντοσύνη της αγάπης του Θεού. H δική σου κακία έχει ένα όριο- το φάρμακο όμως όριο δεν έχει. H δική σου κακία, όποια και να είναι, είναι μία ανθρώπινη κακία. Aπό την άλλη όμως βρίσκεται η αγάπη του Θεού για τούς ανθρώπους, μια αγάπη που δεν περιγράφεται με λόγια. Nα έχεις λοιπόν θάρρος, γιατί αυτή η αγάπη νικάει την κακία σου. Φαντάσου μία σπίθα να πέφτει μες στο πέλαγος.

Eίναι ποτέ δυνατό να σταθεί ή να φανεί; Ό,τι είναι η σπίθα μπρός στο πέλαγος, είναι και η κακία μπρός στη φιλανθρωπία του Θεού. Ή μάλλον η διαφορά είναι ακόμη πιό μεγάλη. Γιατί το πέλαγος, όσο πλατύ κι αν είναι, κάπου τελειώνει βέβαια. H αγάπη όμως του Θεού για τούς ανθρώπους τέλος δεν γνωρίζει. Όλα αυτά σάς τ’ αναφέρω βέβαια όχι για νά σάς κάνω ράθυμους κι απρόσεκτους, αλλά για να σάς οδηγήσω στη μετάνοια με πιό μεγάλη προθυμία.

Διέπραξες κάποια παρανομία; Aιχμαλωτίστηκες από συνήθεια πονηρή; Kι ύστερα πάλι έφερες στο νου τα λόγια μου κι ένιωσες μέσα σου ντροπή; Έλα στην Εκκλησία! Ένιωσες λύπη μέσα στην καρδιά σου; Zήτησε τη βοήθεια του Θεού! Ήδη έχεις κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός. Aλίμονο, ενώ άκουσα τις συμβουλές σου, δεν τις ακολούθησα. Πώς γίνεται να ‘ρθω στην εκκλησία πάλι; Πώς γίνεται ν’ ακούσω πάλι; Nάρθεις και νά ξανάρθεις ακριβώς γι’ αυτό, γιατί δεν τήρησες τις συμβουλές μου. Για να τις ξανακούσεις και να τις τηρήσεις.

Για πες μου, αν ο γιατρός βάλει ένα φάρμακο επάνω στην πληγή και δεν γίνεις καλά, δεν θα στο δώσει πάλι άλλη μέρα; Eίναι ένας ξυλοκόπος- θέλει να κόψει μια βελανιδιά. Παίρνει τσεκούρι- αρχίζει να χτυπά τη ρίζα. Aν δώσει ένα χτύπημα και δεν πέσει το άκαρπο δέντρο, δεν θα δώσει δεύτερο χτύπημα, δεν θα δώσει τρίτο, τέταρτο, δέκατο; Aυτό κάνε και σύ.

Bελανιδιά είναι η πονηρή συνήθεια- άκαρπο δέντρο. Tα βελανίδια της είναι τροφή μόνο για χοίρους, που δεν έχουν λογική. Pίζωσε με το χρόνο μέσα στο μυαλό σου- νίκησε τη συνείδησή σου με το φύλλωμά της. O λόγος μου τσεκούρι. Tον άκουσες μια μέρα. Πώς είναι δυνατό σέ μία μέρα να πέσει κάτω αυτό που έχει πιάσει ρίζες μέσα σου τόσο καιρό; Λοιπόν, αν έρθεις δυό, αν έρθεις τρείς, αν έρθεις εκατό, αν έρθεις αναρίθμητες φορές ν’ ακούσεις, διόλου περίεργο δεν είναι. Mόνο προσπάθησε ν’ απαλλαγείς από ένα πράγμα πονηρό και δυνατό- από την πονηρή συνήθεια.

Oι Iουδαίοι μάννα έτρωγαν, κι όμως ζητούσαν τα κρεμμύδια που έτρωγαν στην Aίγυπτο. «Kαλά – λέγαν- περνούσαμε στην Aίγυπτο». Άσχημο πράγμα η συνήθεια και ιδιαίτερα κακό! Λοιπόν, κι αν καταφέρεις νάρθεις δέκα μέρες, κι αν καταφέρεις νάρθεις είκοσι ή τριάντα, δεν σ’ αγκαλιάζω, δεν σέ επαινώ γι’ αυτό, δεν σού χρωστώ ευγνωμοσύνη. Mόνο μήν αποκάμεις- να μήν κουραστείς- αλλά νιώθε ντροπή και έλεγχε τον εαυτό σου.

Σας μίλησα πολλές φορές για την αγάπη. Ήρθες και άκουσες, κι ύστερα πήγες κι άρπαξες από τον αδερφό σου; Δεν ακολούθησες τα λόγια μου στη πράξη; Nα μη ντραπείς να ‘ρθείς στην Εκκλησία πάλι. Nτροπή να νιώθεις όταν αμαρτάνεις, μη ντρέπεσαι όταν μετανοείς. Kοίταξε τί σου έκανε ο διάβολος. Yπάρχουν δύο πράγματα- η αμαρτία και η μετάνοια. H αμαρτία είναι τραύμα- η μετάνοια φάρμακο. Όπως ακριβώς για τά σώματα υπάρχουν φάρμακα και τραύματα, το ίδιο και γιά την ψυχή- υπάρχουν τα αμαρτήματα και η μετάνοια. H αμαρτία μέσα της έχει την ντροπή- η μετάνοια έχει το θάρρος και την παρρησία.

Θέλω να με ακούσεις, σε παρακαλώ, με προσοχή, μήπως και δεν αντιληφθείς πώς είναι η τάξη των πραγμάτων, και χάσεις έτσι την ωφέλεια. Πρόσεξε τί θα πω! Yπάρχει το τραύμα- υπάρχει και το φάρμακο. Yπάρχει η αμαρτία- υπάρχει και η μετάνοια. Tο τραύμα είναι η αμαρτία- το φάρμακο η μετάνοια. Στο τραύμα υπάρχει πύον και μόλυνση- υπάρχει ντροπή- υπάρχει χλεύη. Στη μετάνοια υπάρχει παρρησία- το φάρμακο η δύναμη να καθαρίζει αυτό που έχει μολυνθεί.

Στην αμαρτία υπάρχει μόλυνση- υπάρχει ελευθερία- υπάρχει καθαρισμός του αμαρτήματος. Παρακολούθησε με προσοχή τα λόγια μου! Mετά την αμαρτία έρχεται η ντροπή- μετά τη μετάνοια ακολουθεί το θάρρος και η παρρησία. Έδωσες προσοχή σ’ αυτό που είπα; Aυτή την τάξη των πραγμάτων την αντέστρεψε ο διάβολος, και έδωσε στην αμαρτία παρρησία, και στη μετάνοια έδωσε ντροπή.

Γιατί να ντρέπεσαι λοιπόν; Δεν ένιωθες ντροπή τότε που έπραττες την αμαρτία και νιώθεις τώρα που έρχεσαι να βάλεις φάρμακο επάνω στην πληγή. Tώρα που απαλλάσσεσαι από την αμαρτία, τώρα ντρέπεσαι; Όφειλες τότε να αισθάνεσαι ντροπή- έπρεπε τότε να ντρεπόσουν- τότε, όταν έπραττες την αμαρτία. Aμαρτωλός γινόσουν και δεν ένιωθες ντροπή, γίνεσαι δίκαιος και ντρέπεσαι; «Λέγε τις αμαρτίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου!

Δεν είπε «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να μην τιμωρηθείς», αλλά «Λέγε τις ανομίες σου συ πρώτος, για να γίνεις δίκαιος». Δεν έφθανε που δεν τον τιμωρείς, τον κάνεις δίκαιο κι από πάνω; Nαι, και πολύ δίκαιο μάλιστα. Πρόσεξε ακριβώς αυτά τα λόγια! Λέει: Tον κάνω δίκαιο αυτόν που θα μετανοήσει. Θέλεις να μάθεις και σε ποιά περίπτωση το έκανε αυτό; Tότε με τον ληστή. Mέ το να πει ο ληστής στο σύντροφό του απλώς και μόνο εκείνα τα γνωστά μας λόγια!

«Mα ούτε τον Θεό δεν φοβάσαι εσύ; Kι εμείς δίκαια βέβαια- έχουμε μία τιμωρία όπως μάς αξίζει, για όλα όσα κάναμε»- την ίδια εκείνη τη στιγμή του λέει ο Σωτήρας: «Σήμερα κιόλας μαζί μου θα είσαι στον παράδεισο». Δεν του είπε: «σε απαλλάσσω από την κόλαση κι από την τιμωρία», αλλά τον βάζει στον παράδεισο, αφού τον κάνει δίκαιο.

Eίδες πώς έγινε ο άνθρωπος με την εξομολόγηση της αμαρτίας δίκαιος; Eίναι μεγάλη η φιλανθρωπία του Θεού! Θυσίασε τον Yιό, γιατί λυπήθηκε τον δούλο, παρέδωσε τον Mονογενή, για ν’ αγοράσει δούλους αχάριστους- πλήρωσε, δίνοντας για τίμημα το αίμα του Yιού Tου. Ώ μέγεθος φιλανθρωπίας του Kυρίου! Kαι μη μου πεις πάλι τα ίδια- «έχω πολλές αμαρτίες» και «πώς θα μπορέσω να σωθώ;». Eσύ δεν μπορείς, μπορεί όμως ο Kύριός σου και είναι τόση η δύναμή Tου, ώστε τα αμαρτήματα τα εξαλείφει.

Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Tα αμαρτήματα τα εξαλείφει, έτσι που ίχνος τους δε μένει. Bέβαια για τα σώματα αυτό δεν είναι δυνατό. Aκόμα κι αν αμέτρητες φορές θα προσπαθήσει ο γιατρός, ακόμα κι αν θα βάλει φάρμακα επάνω στην πληγή, γιατρεύει βέβαια την πληγή- πολλές φορές όμως πληγώνεται κανείς στο πρόσωπο και ενώ το τραύμα θεραπεύεται, μένει κάποιο σημάδι, που ασχημίζει και το πρόσωπο, αλλά και που θυμίζει πώς υπήρξε κάποτε ένα τραύμα. Kαι αγωνίζεται με χίλιους τρόπους ο γιατρός να εξαλείψει πέρα από την πληγή και το σημάδι.

Mα όμως δεν τα καταφέρνει, γιατί τον αντιμάχεται η φύση του ανθρώπου η ασθενική και η αδυναμία της ιατρικής και των φαρμάκων. O Θεός όμως, όταν εξαλείφει τα αμαρτήματα, δεν αφήνει σημάδι ούτε επιτρέπει να παραμείνει κάποιο ίχνος επάνω στην ψυχή- αλλά μαζί με την υγεία χαρίζει και την ομορφιά- μαζί με την απαλλαγή από την τιμωρία δίνει και τη δικαιοσύνη- κι εκείνον που αμάρτησε, τον κάνει να ‘ναι ίσος με αυτόν που δεν αμάρτησε. Γιατί αφαιρεί το αμάρτημα και κάνει όχι μόνο να μην υπάρχει τώρα πια αυτό, αλλά και να μην έχει υπάρξει ούτε και στο παρελθόν. M’ αυτόν τον τρόπο ολοκληρωτικά το εξαλείφει. Δεν υπάρχει πλέον ουλή- δεν υπάρχει σημάδι- δεν υπάρχει ίχνος που να θυμίζει το τραύμα- δεν υπάρχει το παραμικρό που να φανερώνει πως υπήρξε πληγή (…).

Παρακολούθησε με προσοχή αυτά τα λόγια! Γιατί για όλους είναι, όλους αφορούν και οδηγούν στη σωτηρία. Παρασκευάζω φάρμακα, που είναι πιο σπουδαία από τα φάρμακα των ιατρών (…). Στα χέρια της μετάνοιας σάς παραδίδω- για να γνωρίσετε τη δύναμη που έχει- για να γνωρίσετε τί είναι ικανή να κατορθώσει και για να μάθετε πώς δεν υπάρχει αμάρτημα που να μπορεί να τη νικήσει, ούτε παράβαση του νόμου που να μπορεί να υπερισχύσει πάνω απ’ τη δική της δύναμη (…). Γνωρίζοντας, λοιπόν, το φάρμακο αυτό της μετάνοιας, ας απευθύνουμε δοξολογία στο Θεό. Γιατί η δόξα και η δύναμη αιώνια είναι δική Tου. Aμήν.»

Λόγος για τη μετάνοια του Αγίου Ιωάννη Χρυσόστομου

Να θυμάσαι τον Θεό για να ευαρεστείται και να σε ακούει…

αναρτήθηκε στις 12 Ιουλ 2021, 12:52 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 12 Ιουλ 2021, 12:52 π.μ. ]


              Η αδιάλειπτη μνήμη του Θεού.
Θέλεις να μην ξεφεύγει ο νους σου την ώρα της προσευχής και της ακολουθίας;
Αγωνίσου να θυμάσαι το Θεό κάθε στιγμή της ημέρας, είτε είσαι μόνος είτε μαζί με άλλους, στο σπίτι, στη δουλειά, στο δρόμο, παντού.
Έτσι, και την ώρα της προσευχής ή της ακολουθίας στο ναό, ο νους σου θα είναι συγκεντρωμένος σ’ Εκείνον και ευλαβικά θα επικοινωνεί μαζί Του.
Πότε είναι ευάρεστη στο Θεό η προσευχή μας.
Θυμηθείτε ότι η προσευχή δεν είναι λόγια και μετάνοιες, αλλά προσήλωση του νου και της καρδιάς στο Θεό. Είναι δυνατό να διαβάσετε όλες τις τακτές ακολουθίες της ημέρας και να εκτελέσετε όλες τις καθορισμένες μετάνοιες, αλλά η επαφή σας με το Θεό να είναι είτε εντελώς ανύπαρκτη είτε ασήμαντη, με το νου σκορπισμένο και την καρδιά κρύα. Έτσι κάνετε τον κανόνα σας, όχι όμως προσευχή. Μια τέτοια «προσευχή» είναι εφάμαρτη. Ο Κύριος να μας φυλάξει!

Με φόβο και τρόμο πρέπει να επιτελούμε τα έργα του Θεού -αυτό να το θυμάστε πάντα. Με κάθε τρόπο και μ’ όλη σας τη δύναμη προσπαθήστε να έχετε το νου σας στα λόγια της προσευχής ή, όπως λέει ο όσιος Ιωάννης ο Σιναΐτης, να κλείνετε το νου σας μέσα στα λόγια της προσευχής. Τη στιγμή που αρχίζετε να προσεύχεστε, πρέπει όλη σας η προσοχή να είναι συγκεντρωμένη στο Θεό και να μην απομακρύνεται απ’ Αυτόν…

Τότε μόνο να θεωρήσετε ότι προσευχηθήκατε καλά, όταν, τελειώνοντας, η ψυχή σας δονείται από συντριβή και αυτομεμψία. Στη διάρκεια της ημέρας προσπαθήστε, με την αδιάλειπτη προσευχή, να βρίσκεστε νοερά ενώπιον του Κυρίου κάθε στιγμή, όπως βρίσκονται οι άγγελοι. Εκείνοι Του προσφέρουν την ακατάπαυστη δοξολογία. Εμείς ας Του προσφέρουμε τη μετάνοιά μας.

Πότε εισακούεται από το Θεό η προσευχή μας.
Να πώς πρέπει να ζητάς κάτι από το Θεό: «Κύριε, Εσύ βλέπεις ότι χρειάζομαι το τάδε πράγμα ή ότι υποφέρω από τη δείνα συμφορά. Βοήθησε με, όπως ξέρεις και όπως θέλεις! Γενηθήτω το θέλημά Σου…».

Μ’ αυτή την εσωτερική τοποθέτηση, να προσεύχεσαι πολύ. Όχι μια φορά, έστω και παρατεταμένα, ούτε για μια μέρα μόνο, αλλά για εβδομάδες, μήνες, χρόνια… Όλο να ικετεύεις, όλο να κραυγάζεις: «Κύριε, βοήθησε με! Κύριε, λύτρωσε με! ‘Ωστόσο, ας μη γίνει ό,τι θέλω εγώ, μα ό,τι θέλεις Εσύ». Αυτό ακριβώς έλεγε και ο Χριστός στη Γεθσημανή, όταν προσευχόταν στον Πατέρα Του. Και η χήρα της ευαγγελικής παραβολής βρήκε τελικά το δίκιο της από τον άδικο εκείνο δικαστή, μόνο και μόνο επειδή δεν κουράστηκε να τον παρακαλάει για πολύν καιρό. Κάποιος σοφός είπε το λόγο τούτο: «Πρέπει να γίνεις φορτικός στο Θεό και στους άγιους Του!».

Πηγή: Αγίου Θεοφάνους του Εγκλείστου «Ο δρόμος της ζωής»

Άγιο Όρος: Ανακομιδή Ιερών Λειψάνων Προηγούμενου Ιεράς Μονής Διονυσίου

αναρτήθηκε στις 5 Ιουλ 2021, 12:31 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Ιουλ 2021, 12:32 π.μ. ]


Άγιο Όρος: Τελέστηκε η Ανακομιδή των Λειψάνων του Προηγουμένου της Ιεράς Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους μακαριστού πατρός Χαραλάμπου.
Η Ανακομιδή έγινε με την παρουσία του Ηγουμένου της Μονής Γέροντα π. Πέτρου της μοναστικής αδελφότητος, προσκυνητών και του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Δράμας κ. Παύλου ο οποίος τέλεσε και το Ιερό Μνημόσυνο του μακριστού π. Χαραλάμπου.
Ο μακαριστός υπήρξε υποτακτικός του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστού Σπηλαιώτου και ασκητέψανε στη Νέα σκήτη μέχρι την Κοίμηση του Οσίου Ιωσήφ στις 15 Αυγούστου το 1959 όταν και αναχώρησε στο Ιερό κελί Μπουραζέρι και μετέπειτα έγινε Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Διονύσου μέχρι την κοίμησή του στις 1 Ιανουαρίου το 2001.










agapwtonxristo.com

Ο Παπά -Χαράλαμπος ο Διονυσιάτης με τις 3000 μετάνοιες κάθε βράδυ στο Άγιον Όρος

αναρτήθηκε στις 1 Ιουλ 2021, 3:02 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 1 Ιουλ 2021, 3:02 π.μ. ]

 


παπα-Χαράλαμπος Διονυσιάτης

Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης (1910-2001)

(Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου)

«Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1950 (νέο ημερολόγιο), έφθασε ο Χαράλαμπος στο Άγιον Όρος και την επομένη ήρθε να επισκεφθεί τον Γέρο- Αρσένιο, που ήταν θείος  και νονός του.
Η οικογένεια του Χαράλαμπου καταγόταν από τον ευλογημένο Πόντο. Με τις Τουρκικές πιέσεις όμως του 1880, ολόκληρη η οικογένειά του, μαζί με χιλιάδες άλλους Ποντίους, πέρασαν απέναντι στην νότιο Ρωσία. Έτσι, ο Χαράλαμπος γεννήθηκε στην Ορθόδοξη Ρωσία το 1910, και βαπτίσθηκε από το θείο του, τον μετέπειτα μοναχό Αρσένιο.
Εξ αιτίας της κομμουνιστικής επαναστάσεως… η οικογένειά του μετώκησε. Ενώ λοιπόν ήταν ήδη δώδεκα ετών, το 1922, η οικογένειά του έφθασε στο Αρκαδικό της Δράμας. Ο Χαράλαμπος γράφτηκε στο Δημοτικό σχολείο και ήταν πολύ καλός μαθητής. Έκανε και δύο χρόνια στο Γυμνάσιο με εξαιρετικές επιδόσεις, αλλά τα χρόνια ήταν δύσκολα και χρειάσθηκε να σταματήσει τις σπουδές του, για να βοηθήσει τον πατέρα του.

Λέγεται όμως, ότι και ο πατήρ Αρσένιος είχε γράψει στον Λεωνίδα να βγάλει τον Χαράλαμπο από το σχολείο, διότι από το Άγιον Όρος είχε «δει» πως κάτι παρέες στο σχολείο πολύ θα τον ζημίωναν πνευματικά…Κατά θεία νεύση, γνωρίσθηκε με κάποιον ευλαβέστατο Ρώσο, ονομαζόμενον Ηλία, ο οποίος και τον δίδαξε να αγωνίζεται με την ευχούλα. Ο κυρ- Ηλίας χρημάτισε κάτι σαν Γέροντας του κοσμικού Χαράλαμπου.
Ο Χαράλαμπος υπηρέτησε στον στρατό και πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο εναντίον των Ιταλών με το βαθμό του δεκανέα…Την Κυριακή της 6ης Απριλίου το 1941 οι Γερμανοί εισέβαλαν αστραπιαίως στην Ελλάδα, έχοντας για εφεδρείες τις Βουλγαρικές δυνάμεις…
Η ανατολική Μακεδονία και η Θράκη, δόθηκαν στους Βουλγάρους…Στις χαλεπές αυτές ημέρες συνελήφθη και ο Χαράλαμπος με άλλους συμπατριώτες του και ωδηγήθηκαν από τους Βουλγάρους για εκτέλεση. Τότε επικαλέσθηκε σε βοήθεια τον «αιχμαλώτων ελευθερωτή», Μεγαλομάρτυρα άγιο Γεώργιο, κάνοντας τάμα πως εάν τον σώσει θα γίνει μοναχός. Πράγματι με άμεση θαυματουργική και οφθαλμοφανή επέμβαση του αγίου Γεωργίου σύντομα αφέθηκε ελεύθερος αυτός και οι άλλοι. Από τότε η καρδιά του πλέον δόθηκε εξ ολοκλήρου στον Χριστό μας. Μα ένα σωρό εμπόδια ξεφύτρωσαν στον δρόμο του…

Όταν ενηλικιώθηκαν και σπούδασαν τα αδέλφια του, θέλησε πλέον να εκπληρώσει την υπόσχεσή του και να γίνει μοναχός. Αλλά δεν τον άφηναν οι συμπατριώτες του, διότι έλεγαν πως τον είχαν ανάγκη…
Τελικά την Τρίτη της 13ης Σεπτεμβρίου του 1950, έφθασε ο μεσήλικας πλέον Χαράλαμπος στο Άγιον Όρος, με τελικό σκοπό να μονάσει κοντά στον θείο και νονό του, πατέρα Αρσένιο. Την άλλη μέρα κιόλας της αφίξεώς του, την ημέρα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, κίνησε για την Αγία Άννα.
Ο ίδιος διηγείται τις πρώτες ημέρες του ως εξής: « Πλησιάζω, λοιπόν, και βλέπω ένα μεσήλικα, ρακένδυτο μοναχό, ξυπόλυτο, ξεσκέπαστο και μ’ ένα ράσο ξεσχισμένο. Με πέρασε στην σπηλιά του, και τι να δω! Μια στενή σπηλιά, μισοσκότεινη, ανεπιμέλητη, γεμάτη αράχνες και σκουπίδια. Πάνω σ’ ένα τσουβάλι κοιμόταν!
Μόλις, λοιπόν έμαθα πως ο εν λόγω μοναχός ήταν ο πατήρ Αθανάσιος από τη συνοδεία του Γέροντος Ιωσήφ, ξαφνιάστηκα. « Τι καλόγεροι είναι αυτοί;» Τα’ χασα. «Τέτοια καλογερική θα κάνω;» άρχισα να διερωτώμαι…Και ενώ σκεπτόμουν απελπισμένος αυτά, μου λέει με πολλή ευγένεια ο πατήρ Αθανάσιος.
Έλα, έλα. Έλα να σε πάω. Τον Γέροντα θέλεις;Τον πατέρα Αρσένιο; Εγώ βλέποντας τον έτσι ξυπόλυτον απελπίσθηκα».
Με αυτές τις εντυπώσεις, λοιπόν κίνησε για τον Γέροντα Ιωσήφ…
« Την πρώτη βραδυά με είχε αφήσει και κοιμήθηκα. Την δεύτερη βραδυά, αφού κοιμηθήκαμε και κατόπιν ξυπνήσαμε, λέει ο Γέροντας για να με δοκιμάσει:
Εμείς εδώ ζούμε πολύ σκληρά, εσύ δεν φαντάζομαι να μπορέσεις.
Θα δοκιμάσω, Γέροντα.
Ο θείος σου κάνει τρείς χιλιάδες μετάνοιες κάθε βράδυ, εσύ μπορείς;
Θα δοκιμάσω, Γέροντα.
Πάτερ Αρσένιε, πάρ’τον και πηγαίνετε να κάνετε από 3000 μετάνοιες. Να δούμε πόσες μετάνοιες θα κάνει.
Αρχίσαμε λοιπόν, να κάνωμε μετάνοιες και τελειώνει πρώτος ο Γερο-Αρσένιος. Εμένα μου έμεναν ακόμα άλλες πενήντα μετάνοιες. Αλλά η αλήθεια είναι ότι του Γερο-Αρσένιου το έδαφος ήταν λίγο ανηφορικό, ενώ εμένα ίσιο. Τελείωσα και με φώναξε ο Γέροντας.
-Πως βλέπεις, Χαράλαμπε, τα πράγματα; Θ’ αντέξεις;
- Έτσι θα πάμε; Ρωτώ.
- Τι είναι; Ρωτά ο Γέροντας.
- Πρός το παρόν δεν δυσκολεύθηκα. Στο μέλλον δεν ξέρω.
- Λοιπόν θέλεις να δοκιμάσεις;
- Ναι Γέροντα, γι’ αυτό ήλθα…»

Ο Γέροντας ως διορατικός που ήταν, με τους πνευματικούς του οφθαλμούς είχε δεί όλη την μελλοντική εξέλιξη και προκοπή του υποψηφίου και δεν τον άφηνε να φύγει από κοντά του. Έτσι πάλαιψε αρκετά και τελικά ο Χαράλαμπος «έχασε» την μάχη, είπε το «ναι» και έμεινε έκτοτε κοντά στον Γέροντα μας μέχρι την οσιακή κοίμησή του.
Εκτός από τις δυσκολίες προσαρμογής, ο νεαρός Χαράλαμπος έπρεπε να περάσει και από τις εξετάσεις του Γέροντος. Μάλιστα η πρώτη εξέτασις ήρθε πολύ σύντομα…
Μας διηγήθηκε κάποτε: « Θα είχε περάσει μιά εβδομάδα από την ημέρα που ήρθα και μου λέγει ο Γέροντας:
-Θα πας εκεί πάνω στο υψωματάκι, που έχει ένα θαυμάσιο καλυβάκι. Θα χαίρεσαι να κάθεσαι μέσα. Λοιπόν, θα σκαρφαλώσεις εκεί και θα μείνεις μέχρι να σε φωνάξω. Εντάξει;
- Νά ’ναι ευλογημένο Γέροντα.
Έβαλα μετάνοια και αμέσως σκαρφάλωσα τα βράχια. Εγώ νόμισα ότι θα είναι κανένα περιποιημένο καλυβάκι. Μόλις όμως πήγα εκεί, τι να δω; Ένα βράχο από την μια μεριά, μια ξύλινη πόρτα από την άλλη, που ένα-δύο βήματα να έκανες μέσα στο κελλί, το κεφάλι σου κτυπούσε πάνω στο βράχο. Ένα ξύλινο παλιό κρεββάτι, με μια κουβέρτα πάνω. Χώματα δεξιά κι αριστερά, ένα μαξιλάρι με άχυρα, και πολλές τρύπες, που μπορούσαν να μπούν φίδια μέσα. Άρχισα να μονολογώ: « Τι μου λέγει ο Γέροντας καλό και καλό! Τι καλύβι είναι αυτό;» Μπορεί να το είπα αυτό πέντε-έξι φορές. Αλλά τι να κάνω, αφού το είπε ο Γέροντας; Κάτω δεν το βάζω, έστω και να πεθάνω, αν δεν με φωνάξει ο Γέροντας, πίσω δεν γυρνάω. Ας πεθάνω στην υπακοή, παρά να λιποτακτήσω.
Μετά, δωσ’ του προσευχή, δωσ’ του προσευχή, έξι ώρες συνέχεια. Ύστερα με ’πιάσαν τα κλάματα, μία ώρα έκλαιγα. Παρακαλούσα και ευχαριστούσα τον Θεό. Τον παρακαλούσα να συγχωρέσει και τον τελευταίο άνθρωπο πάνω στη γή. Κι’ εγώ που νόμιζα ότι κάτι έκανα στον κόσμο, τι πλανεμένος που ήμουν! Όταν έλεγα ότι κάτι κάνω τρέχοντας από ’δω και από ’κει! Και τώρα εδώ νύχτα-ημέρα πολεμώ και δεν μπορώ να βάλω τον εαυτό μου σε μια σειρά. Κι’ ευχαριστούσα τον Θεό που με έφερε ’δω. Ύστερα μου ήρθε μία αλλοίωσις! Πω-πω-πω! Έβλεπα εκείνο το κελλί σαν παλάτι και δεν ήθελα να φύγω! Τόσο ωραίο και καλό μου φαινόταν. Το βράδυ έβλεπα τον ουρανό, την θάλασσα και δεν μπορούσα να βαστάξω τα δάκρυά μου. Δεν ήθελα πλέον να φύγω από ’κει!
Και μετά από 2-3 ημέρες ακούω μία φωνή:
Χαράλαμπε, είπε ο Γέροντας να κατέβεις κάτω.
Πιστέψτε με, με βαριά καρδιά κατέβηκα.
Με πήρε στο κελλί του ο Γέροντας και με ερωτά:
Χαράλαμπε, θέλω να μου πεις την αλήθεια. Πως πήγες;
Καλά Γέροντα, πολύ καλά! Αρχικώς μόλις είδα το καλύβι με τα χώματα και τις τρύπες, μπορεί να είπα πέντε-έξι φορές: «Μα, τι μου λέγει οΓέροντας καλό, καλό! Κελλί είναι αυτό; Εδώ φίδια μπαίνουν μέσα!» Αλλά κατόπιν, άρχισα να προσεύχομαι. Θεέ μου! Μία παρηγοριά, μία ανέκφραστος ειρήνη, χαρά και δάκρυα. Άρχισα να προσεύχομαι γιά όλους τους εχθρούς μου. Τελευταία μου φάνηκε ότι δεν ήθελα να φύγω. Όπως μου είπες, έτσι και έγινε.
Παιδί μου, άρχισε να λέγει ο Γέροντας, να αυτό είναι ο μοναχισμός. Άμα έρχεται ο Θεός μέσα σου, όλα είναι καλά και όμορφα! Άμα λείπει ο Θεός, όλα είναι στραβά.

Ο νεαρός Χαράλαμπος έμελλε να μάθει κι’ άλλα για την γλυκύτητα της ησυχαστικής ζωής. Και συνέχισε την διήγησή του: «Έτσι, λοιπόν, μέσα σε οκτώ περίπου ημέρες που έμεινα, πέταξα τα κοσμικά ρούχα και φόρεσα τα καλογερικά.
Δεν θα πέρασαν δέκα ημέρες και ήταν η πανήγυρις της Αγίας Άννης. Όταν πήγαμε στην πανήγυρη και άκουσα τις ψαλμωδίες, νόμισα ότι από τον ουρανό κατέβηκαν. Δεν είχα ακούσει στον κόσμο τέτοιες ψαλμωδίες.
Όταν γύρισα λέω στον Γέροντα:
Εγώ, αν δεν μάθω να ψάλλω, θα τα πετάξω, δεν μπορώ να γίνω καλόγερος. Πρέπει να ψάλλω! Του λέω με εγωϊσμό.
Θα σε μάθω να ψάλλεις, λέει ο Γέροντας, μην στενοχωριέσαι.
Τέσσερεις ώρες τραβούσα κομποσχοίνι, και κατόπιν διάβαζα για να ψέλνω. Μετά από ένα μήνα του λέω:
Γέροντα πήρα φωτιά από την προσευχή, και ούτε ψάλσιμο θέλω ούτε τίποτε.
Παρέμεινε, λοιπόν, ο Χαράλαμπος κοντά στον Γέροντα μας περίπου ένα μήνα για δοκιμή και ο Γέροντας άρχισε την συνηθισμένη εν σοφία και γνώσει παιδεία, δηλαδή το συνηθισμένο του σφυροκόπημα. Άρχισε, λοιπόν, να προσφωνεί και τον Χαράλαμπο με διάφορα επίθετα. Για παράδειγμα, συνήθιζε να του λέει: «Έλα δω ρε». Ο δόκιμος Χαράλαμπος στις αρχές έλεγε μέσα του: «Ρε; Τι ρε! Όνομα δεν έχω; Δούλευα με κοσμικούς στη Νομαρχία και ποτέ δεν άκουσα να μιλούν μ’ αυτόν τον τρόπο. Πάντα στον πληθυντικό μου απευθύνονταν: «Τι γίνεστε κύριε Γαλανόπουλε; Ή σας ευχαριστώ, σας παρακαλώ. Εδώ μέχρι στιγμής δεν άκουσα ούτε ένα ευχαριστώ ή ένα παρακαλώ. Παράξενοι άνθρωποι!»
Μετά όμως την εξαγόρευση των λογισμών του τον περίλαβε ο Γέροντας και του φανέρωσε όλη την εσωτερική του κατάσταση.
- Ώστε στον κόσμο ήσουν αγωνιστής ε; Ενήστευες, αγρυπνούσες, ασκήτευες, ήσουν έξυπνος, εργατικός, τίμιος! Και από όλα αυτά τι κατάφερες; Να μας κουβαλήσεις εδώ ένα σωρό κενοδοξία, εγωϊσμό και αυτοπεποίθηση. Τώρα που κόπηκαν οι έπαινοι δεν είναι καλά ε;
Ο αγωνιστής Χαράλαμπος, υποβοηθούμενος και από την απλή και ταπεινή φύση του, έπιασε το μάθημα αμέσως. Κατάλαβε πόση ζημιά κάνουν στην ψυχή οι έπαινοι και άλλαξε πορεία στον λογισμό του.
Στην αρχή έκανε αγώνα να νικήσει την αγάπη της μητέρας του, που της είχε τρομερή αδυναμία και που ήταν και άρρωστη. Του είπε ο Γέροντας: « Μην στενοχωριέσαι. Άγγελο θα στείλει ο Θεός, για να την φροντίζει».
Στο τέλος, την έκανε μοναχή, και την ωνόμασε Μάρθα. Όλοι της συνοδείας κάναμε μοναχές τις μητέρες μας.
Ο Χαράλαμπος ήταν πολύ υγιής και δούλευε σκληρά. Ευλογημένος άνθρωπος. Εξυπηρέτησε με σκληρές δουλειές τον Γέροντα. Και έζησε 91 χρόνια σ’ αυτή τη ζωή πριν την μακαρία κοίμησή του το 2001.

( Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, Ο Γέροντας μου Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης (1897-1959) , Εκδ. Ι. Μ. Αγίου Αντωνίου Αριζόνας USA 2008, σ. 358 – 368).

Μέχρι τα βαθιά γηρατειά

αναρτήθηκε στις 1 Ιουλ 2021, 2:33 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 1 Ιουλ 2021, 2:33 π.μ. ]

Κύριέ μου, Θεέ της αγάπης και της στοργής, Εσύ που είσαι το διαρκές στήριγμά μου, το λυκαυγές και το λυκόφως της ζωής μου, άκουσε την προσευχή μου. Χάρισέ μου γηρατειά «ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά», γαλήνια.
Οι ρυτίδες μου να φανερώνουν τη δική Σου καλοσύνη. Η προσοχή μου και το ενδιαφέρον μου να είναι περισσότερο στραμμένα στην ευτυχία των άλλων. Να μπορώ να χαίρομαι το τραγούδι των παιδιών, τις γύρω μου ομορφιές.

Φύλαξέ με, Κύριε, από τα γηρατειά που αναδιπλώνονται αδιάκοπα στον εαυτό τους και στα ανώφελα παράπονα. Από τα γηρατειά που επανέρχονται αδιάκοπα στα λάθη του παρελθόντος, τα οποία η αγάπη Σου έχει ήδη διαγράψει. Από τα γηρατειά τα απαιτητικά, τα εριστικά, τα δύστροπα, που δεν γνωρίζουν να γεύονται τις χαρές της κάθε στιγμής. Φύλαξέ με από την ανυπομονησία, την ταραχή, την κακή διάθεση.

Αν η αμφιβολία με επισκέπτεται, φώτισε Συ το νού και την καρδιά μου, για να την αντιμετωπίζω με τη δική Σου πίστη. Αν ο ερχομός του τέλους μου προκαλεί αγωνία, Εσύ ειρήνευσε την ψυχή μου. Αν η αρρώστια δοκιμάζει το σώμα μου, εσύ ενίσχυσε την υπομονή μου. Αν η μονοξιά θλίβει την καρδιά μου, η δική Σου επίσκεψη ας με παρηγορεί.

«Καί έως γήρως και πρεσβείου, ο Θεός μου, μη εγκαταλίπης με» (Ψαλμ. 70, 18). Μη με εγκαταλείπεις, Κύριέ μου, ως τα βαθιά μου γηρατειά. Βοήθησέ με να καταλάβω ότι «γήρας τίμιον» δεν είναι το «πολυχρόνιον» αλλά ο «ακηλίδωτος βίος» (Σοφ. Σολ. 4, 8-9).

Δέξου, Κύριε, το υπόλοιπο της ζωής μου, μεταμορφώνοντάς το σε ύμνο αγάπης και ταπεινής προσευχής. Καί μέχρι την τελευταία μου αναπνοή κάνε η ελπίδα της Αναστάσεως να πλημμυρίζει την ύπαρξή μου, που Συ δημιούργησες για την αιωνιότητα. Αμήν.

Γιατί φοβόμαστε το θάνατο;

αναρτήθηκε στις 28 Ιουν 2021, 12:33 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 28 Ιουν 2021, 12:33 π.μ. ]


Θάνατος: Θέλετε να σας πω και άλλη αιτία, για την οποία φοβόμαστε το θάνατο;Γιατί δεν ζούμε ενάρετη ζωή και δεν έχουμε καθαρή συνείδηση. Αλλιώς ο θάνατος δεν θα μας τρόμαζε.Απόδειξέ μου ότι θα κληρονο­μήσω τη βασιλεία των ουρανών και σφάξε με τώρα κιόλας. Θα σου χρωστάω μάλιστα και χάρη για τη σφαγή μου, αφού θα με στείλεις γρήγορα σ’ εκείνα τα αγαθά.
«Αλλά φοβάμαι να πεθάνω άδικα», ίσως θα μου πεις. Ώστε ήθελες να πεθάνεις δίκαια; Και ποιός είναι τόσο ταλαίπωρος, που, ενώ
 μπορεί να πε­θάνει άδικα, προτιμάει να πεθάνει δίκαια; Αν πρέπει να φοβόμαστε θάνατο, πρέπει να φοβόμαστε εκείνον που μας βρίσκει δίκαια. Όποιος πεθαίνει άδικα, μοι­άζει στους αγίους.

Γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που ευαρέστησαν το Θεό, θανατώθηκαν άδικα. Και πρώτος ο Αβελ.Δεν δολοφονήθηκε γιατί έφταιξε στον Κάιν, αλλά γιατί τίμησε το Θεό. Και ο Θεός πα­ραχώρησε να γίνει αυτός ο φόνος γιατί αγαπούσε τον Αβελ ή γιατί τον μισούσε; Ολοφάνερα γιατί τον αγαπούσε και ήθελε να του προσφέρει πιο λαμπρό στε­φάνι, λόγω της άδικης σφαγής του.

Βλέπεις που δεν πρέπει να φοβάσαι μήπως πεθά­νεις άδικα, αλλά μήπως πεθάνεις φορτωμένος με αμαρτίες; Ο Αβελ πέθανε άδικα, μα ο Κάιν πέρασε την υπόλοιπη ζωή του έχοντας την κατάρα του Θεού, στενάζοντας και τρέμοντας ακατάπαυστα. Ποιός από τους δύο ήταν πιο μακάριος; Εκείνος που έπαψε να ζει μέσα στη αρετή ή αυτός που έζησε μέσα στην αμαρτία; Εκείνος που άδικα πέθανε ή αυτός που δίκαια τιμωρήθηκε;

Ας μην κλαίμε, λοιπόν, αδιάκριτα όλους όσοι πε­θαίνουν, αλλά εκείνους που πεθαίνουν έχοντας πολλές αμαρτίες. Σ’ αυτούς πρέπουν τα δάκρυα και οι θρήνοι. Γιατί ποιά ελπίδα έχουν, αφού δεν είναι πια δυνατό να καθαριστούν από τις αμαρτίες τους; Όσο βρίσκονταν στην παρούσα ζωή, υπήρχε ελπίδα να μετανοή­σουν. Εκεί που πήγαν, όμως, δεν κερδίζει κανείς τί­ποτα με τη μετάνοια.

Ας τους κλαίμε, ναι, όχι όμως με τρόπο υστερικό και άπρεπο, όχι τραβώντας τα μαλ­λιά μας, ξεσκίζοντας το πρόσωπό μας, ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, αλλά με σεμνότητα, αφήνοντας τα δάκρυα να κυλούν ήρεμα από τα μάτια μας. Αυτό ωφελεί κι εμάς. Γιατί, πενθώντας έτσι τον νεκρό, πολύ περισσότερο θα προσπαθήσουμε να μην πέσουμε και οι ίδιοι σε παρόμοια αμαρτήματα. Με το τράβηγμα των μαλλιών και τις κραυγές ο νους σκοτίζεται, ενώ με το ήρεμο πένθος διατηρεί τη διαύγειά του και μπορεί να φιλοσοφήσει ωφέλιμα γύρω από το θάνατο.

Μ’ αυτόν τον τρόπο να φιλοσοφείς όχι μόνο όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός σου, μα κι όταν βλέπεις έναν άγνωστο νεκρό να οδηγείται με πομπή μέσ’ από τους δρόμους στην τελευταία του κατοικία και να συ­νοδεύεται από τα ορφανά παιδιά του, τη χήρα γυναί­κα του, τους συγγενείς και τους φίλους του, όλους κλαμένους και συντριμμένους. Να συλλογίζεσαι τότε πως η ζωή και τα πράγματα του κόσμου τούτου δεν έχουν καμιάν αξία και καμιά διαφορά από τις σκιές και τα όνειρα.

Κοίτα, πόσα κάστρα και παλάτια βασιλιάδων, ηγε­μόνων και αρχόντων είναι σωριασμένα σε ερείπια! Σκέψου, πόση δύναμη και πόσο πλούτο είχαν κάποτε! Τώρα έχουν ξεχαστεί και τα ονόματά τους. Λέει η Γραφή: «Πολλοί άρχοντες έχασαν την εξουσία τους και κάθησαν στο χώμα· κι ένας άσημος, που κανείς δεν φανταζόταν ότι θα γίνει βασιλιάς, φόρεσε στέμμα» (Σοφ. Σειρ. 11:5).

Δεν σου φτάνουν αυτά; Συλλογίσου τότε, ποιά εί­ναι η αξία σου όταν κοιμάσαι; Μήπως δεν μπορεί κι ένα ζωύφιο να σε θανατώσει; Ναι, πολλοί πέθαναν έτσι στον ύπνο τους. Αλήθεια, από μια κλωστή κρέμεται η ζωή μας! Κόβεται η κλωστή και τελειώνουν όλα.

Έτσι να φιλοσοφείς και να μη σαγηνεύεσαι από την ομορφιά, τα πλούτη, τη δόξα, τις απολαύσεις. Ένα μόνο να σε απασχολεί: Που τελειώνουν όλα αυτά. Θαυμάζεις όσα βλέπεις εδώ στη γη; Πιο αξιο­θαύμαστα, όμως, είναι εκείνα που αναφέρονται στις άγιες Γραφές.

Δείξε μου έναν αγέρωχο άρχοντα ή έναν λαμπροντυμένο πλούσιο, όταν ψήνεται από τον πυρετό, όταν ψυχομαχεί, και τότε θα σε ρωτήσω: «Πού είναι εκεί­νος, που περνούσε από την αγορά καμαρωτός και πε­ρήφανος με ακολούθους και σωματοφύλακες; Πού εί­ναι εκείνος, που φορούσε πανάκριβα ρούχα; Πού είναι η χλιδή της ζωής του, η πολυτέλεια των συμποσίων του, οι υπηρέτες, οι παρατρεχάμενοι, τα γέλια, οι ανέ­σεις, οι σπατάλες; Όλα έφυγαν και πέταξαν. Τί απέ­γινε το σώμα, που απολάμβανε τόση ηδονή; Πλησίασε στον τάφο και κοίτα τη σκόνη, τη σαπίλα, τα σκουλήκια. Κοίτα και στέναξε πικρά. Και μακάρι το κακό να περιοριζόταν σε τούτη τη σκόνη, που βλέπεις. Από τον τάφο και τα σκουλήκια φέρε τη σκέψη σου στο ακοίμητο σκουλήκι της άλλης ζωής, στο τρίξιμο των δοντιών, στο αιώνιο σκοτάδι, στην άσβεστη φωτιά, στις πικρές και αφόρητες εκείνες τιμωρίες, που δεν θα έχουν τέλος. Εδώ, στη γη, και τα καλά και τα κα­κά κάποτε, αργά ή γρήγορα, τελειώνουν εκεί, όμως, και τα δύο διαρκούν αιώνια. Και διαφέρουν ως προς την ποιότητα από τα καλά και τα κακά του κόσμου τούτου τόσο, που δεν είναι δυνατό να εκφράσει κανείς με λόγια.

Τί έγιναν, λοιπόν, όλα εκείνα τα μεγαλεία; Τί έγι­ναν τα χρήματα και τα κτήματα; Ποιός άνεμος φύση­ξε και τα πήρε και τα σκόρπισε; Τί θέλει, πάλι, κι αυτή η ανώφελη δαπάνη για την κηδεία, που και τον νεκρό δεν ωφελεί και τους οικείους του ζημιώνει; Ο Χριστός αναστήθηκε γυμνός από τον τάφο. Ας μη γίνε­ται, λοιπόν, η κηδεία αφορμή ικανοποιήσεως της μα­νίας μας για επίδειξη. Ο Κύριος είπε: «Πείνασα και μου δώσατε να φάω· δίψασα και μου δώσατε να πιω· ήμουνα γυμνός και με ντύσατε» (Ματθ. 25:35-36). Όμως δεν είπε: «Ήμουνα νεκρός και με θάψατε». Γιατί, αν μας παραγγέλλει να μην έχουμε τίποτα πε­ρισσότερο από ένα σκέπασμα, όταν ζούμε, πολύ πε­ρισσότερο όταν πεθάνουμε. Ποιάν απολογία θα δώ­σουμε στο Θεό, λοιπόν, όταν ξοδεύουμε τεράστια πο­σά για να κηδέψουμε ένα νεκρό σώμα, τη στιγμή που ο Χριστός, με τη μορφή των φτωχών συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος και γυμνός, κι εμείς αδιαφορούμε γι’ αυτό;

Όλα όσα σας λέω, βέβαια, είναι ανώφελα για κεί­νους που έχουν ήδη πεθάνει. Ας τ’ ακούσουν, όμως, οι ζωντανοί και ας συνέλθουν, ας λογικευτούν, ας διορθωθούν. Όπου νά ‘ναι θα έρθει και η δική τους ώρα. Δεν θ’ αργήσουν να βρεθούν κι αυτοί, δεν θ’ αργήσουμε να βρεθούμε όλοι μας, μπροστά στο φοβε­ρό Κριτήριο, όπου θα δώσουμε λόγο για τις πράξεις μας. Ας αγωνιστούμε, λοιπόν, να γίνουμε καλύτεροι, εγκαταλείποντας την αμαρτία και ακολουθώντας την αρετή, για να μη χάσουμε τη βασιλεία των ουρανών, για ν’ αποκτήσουμε τα άφθαρτα αγαθά, που έχει ετοι­μάσει για μας ο φιλάνθρωπος Κύριος.

1-10 of 1328