Επικαιρότητα


Οσία Μαρία η Αιγυπτία: Η πόρνη της εποχής που έγινε μεγάλη Αγία

αναρτήθηκε στις 14 Απρ 2019, 9:02 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 14 Απρ 2019, 9:03 π.μ. ]

Η καταγόταν από την Αίγυπτο και έζησε τον 6ον αιώνα, την εποχή του αυτοκράτορα Ιουστινιανού. Στα νεανικά της χρόνια ζούσε μέσα στην ακολασία και παρέσυρε πολλούς ανθρώπους στην ηθική καταστροφή.

Όταν ήταν 12 χρονών ξέφυγε από την προσοχή των γονιών της και πήγε στην Αλεξάνδρεια, όπου επί 17 χρόνια ζούσε άσωτη ζωή. Μετά, από περιέργεια πήγε, με πολλούς άλλους προσκυνητές, στα Ιεροσόλυμα, για να παρεβρεθεί στην ύψωση του Τίμιου Σταυρού.

Όταν θέλησε να μπει στο ναό της Ανάστασης, τη μέρα που υψωνόταν ο Τίμιος Σταυρός, ένοιωσε 3 έως 4 φορές κάποιαν αόρατη δύναμη μέσα της, που την εμπόδιζε να μπει, ενώ το πλήθος έμπαινε ανεμπόδιστα.

Αφού πληγώθηκε η καρδιά της απ’ αυτό, αποφάσισε ν’ αλλάξει ζωή και να εξιλεώσει το Θεό με τη μετάνοια. Έτσι βάζοντας σαν εγγυήτριά της την Παναγία, υποσχέθηκε ότι εάν αφήσει να μπει κα να δει τον Σταυρό του Κυρίου, θα ήταν συνετή και φρόνιμη στο μέλλον και δεν θα μόλυνε πια το σώμα της με πονηρές επιθυμίες και ηδονές.

Όταν γύρισε μετά στην εκκλησία, αυτή τη φορά μπόρεσε να μπει χωρίς καμιά δυσκολία. Τότε προσκύνησε το Τίμιο ξύλο και χωρίς να λησμονήσει την υπόσχεση που έδωσε, αναχώρησε την ίδια μέρα από τα Ιεροσόλυμα κι’ αφού πέρασε τον Ιορδάνη μπήκε στα ενδότερα μέρη της ερήμου, όπου έζησε επί 47 χρόνια μια ζωή πολύ σκληρή και ασυνήθιστη, χωρίς να δει άνθρωπο, αλλά, έχοντας μοναδικό της θεατή τον Θεό, προσευχόταν μόνη σ’ Αυτόν.

Τόσο δε αγωνίστηκε, ώστε πέρασε την ανθρώπινη φύση και απόκτησε ζωή πάνω στη γη αγγελική και υπεράνθρωπη. Τόσο δε υψώθηκε δια μέσου της απάθειας, ώστε περπατούσε πάνω στα νερά του ποταμού, χωρίς να βυθίζεται. Όταν δε προσευχόταν, σηκωνόταν από τη γη ψηλά και στεκόταν μετέωρη στον αέρα.

Περί το τέλος της ζωής της έτυχε να συναντήσει κάποιον ερημίτη, που λεγόταν Ζωσιμάς, που αφού του διηγήθηκε όλη της τη ζωή, τον παρακάλεσε να της φέρει τα άχραντα Μυστήρια για να κοινωνήσει. Εκείνος το έκανε την επομένη χρονιά, την Μεγάλη Πέμπτη.

Αλλά τον άλλο χρόνο, ξαναγυρνώντας ο Ζωσιμάς την βρήκε νεκρή, ξαπλωμένη στη γη και κοντά της ένα σημείωμα, που έγραφε: «Αββά Ζωσιμά, Θάψον ώδε το σώμα της Αθλίας Μαρίας. Απέθανον την αυτήν ημέραν, καθ’ ην εκοινώνησα των αχράντων Μυστηρίων. Εύχου υπέρ εμού».

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Μια από τις πιο εξαίρετες γυναικείες ασκητικές μορφές είναι και της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας. Κάθε χριστιανός που θα διαβάσει τη ζωή της θα αντλήσει πολύ ωφέλιμα διδάγματα.

Επί 17 χρόνια ζούσε άσωτα μέσα στην ακολασία και την αμαρτία. Από μικρή παρασύρθηκε από το κακό της αμαρτίας και παρέσυρε κι’ άλλους σ΄ αυτή.

Στα Ιεροσόλυμα με Θεϊκήν επέμβαση αλλάζει σκέψεις και παίρνει νέες αποφάσεις που τις εκτελεί. Αποβάλλει τον παλαιόν άνθρωπο και φορά τον καινούργιο. Η αμαρτία της δημιούργησε πολλά ψυχικά τραύματα κι’ έτσι έφυγε στην έρημο για να κλείσει και να αποβάλλει τις κακίες των πράξεων και να εξαφανίσει το ρύπο που της προκάλεσε η ακολασία. Μετανόησε, έκλαψε, πόνεσε, νήστεψε και προσευχήθηκε. Μεγάλοι οι αγώνες της κα σκληρή η πάλη εναντίον των παθών της. Πολλές οι δυσκολίες, οι ταλαιπωρίες της μέσα στην έρημα, μα τις αντιμετώπισε όλες με ηρωισμό. Τους πολλούς πειρασμούς τους εξουδετέρωσε με αυτοθυσία. Και ο Κύριος άκουσε τους στεναγμούς και τα δάκρυά της, και δέχτηκε τη μετάνοιά της κι έγινε η οσία Μαρία που πρεσβεύει για τη δική μας σωτηρία.

Κι’ εσύ, χριστιανέ μου, πρέπει να γνωρίζεις ότι το φάρμακο της αμαρτίας είναι η μετάνοια, που είναι και το ποιο φοβερό όπλο εναντίον του διαβόλου, που στη ταραγμένη εποχή μας στήνει τις παγίδες του και φωλιάζει παντού. Όταν λοιπόν αμαρτήσεις, όπως λέει ο Δαβίδ, «λέγε τας αμαρτίας σου πρώτος διά να δικαιωθής». Και να είσαι βέβαιος ότι με το φάρμακο της μετάνοιας θα χυθεί άφθονα στη ψυχή σου η φιλανθρωπία του Θεού.

ΟΒΙΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ

Ο ΑΒΒΑΣ ΖΩΣΙΜΑΣ

Στα μέρη της Παλαιστίνης ήταν κάποιος ιερομόναχος , που λεγόταν Ζωσιμάς, που από μικρός ανατράφηκε σύμφωνα προς τα μοναχικά έθιμα και ζούσε πολύ ενάρετη ζωή. (Ας μη νομίσει κανένας ότι πρόκειται για το Ζωσιμά εκείνο, που χαρακτηρίσθηκε ετερόδοξος, γιατί είναι άλλος αυτός, και υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο, παρ’ όλο που έχουν και οι δυο το ίδιο όνομα).

Αυτός λοιπόν ο Ζωσιμάς, ο ορθόδοξος, αρχικά εμόνασε σε κάποιο μοναστήρι της Παλαιστίνης, όπου εφαρμόζοντας κάθε είδος άσκησης πέτυχε ν’ αποκτήσει εγκράτεια σ’ όλα. Από τη μια φύλασσε κάθε κανόνα που του παρέδιναν οι πνευματικοί προπονητές του στην αυτού του είδους παλαίστρα, από την άλλη ο ίδιος επενόησε πολλά από τη δική του πείρα στη προσπάθειά του να υποτάξει τη σάρκα στο πνεύμα. Πράγματι, δεν απότυχε σ’ αυτό το σκοπό που έβαλε, η δε φήμη του έγινε παντού γνωστή, ώστε πολλοί μοναχοί, τόσο από κοντινά, όσο και από μακρινά μοναστήρια πήγαιναν κοντά του και άκουαν τη διδασκαλία του.

Ανάμεσα στις ασχολίες του σπουδαία θέση είχαν η μελέτη και η ψαλμωδία, που ασχολείτο συνέχεια και όταν καθότανε και όταν έτρωγε και όταν έκαμνε εργόχειρο. Λέγουν μάλιστα ότι και συχνά ο Γέροντας αξιωνόταν να βλέπει το Θεό και αυτό να μην φανεί παράξενο, γιατί, «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».

Αυτός, λοιπόν, ο Ζωσιμάς, έκανε στο μοναστήρι εκείνο πενήντα τρία χρόνια. Έπειτα δε ενοχλήθηκε από μερικούς λογισμούς, ότι δήθεν ήταν σ’ όλα τέλειος, χωρίς να έχει ανάγκη τη διδασκαλία άλλου ανθρώπου. Κάποτε του ερχόταν και ο εξής λογισμός: «Άραγε υπάρχει στη γη μοναχός, που μπορεί να με ωφελήσει η να με υπερβάλλει στην αρετή;» Ενώ ο γέροντας σκεφτόταν αυτά, άγγελος Κυρίου φάνηκε σ’ αυτόν και του λέει: «Ώ Ζωσιμά, αγωνίσθηκες ανθρώπινα καλά και εξετέλεσες με επιτυχία τον ασκητικόν αγώνα. Αλλά κανένας άνθρωπος είναι τέλειος, ο δε τωρινός αγώνας είναι μεγαλύτερος από τον προηγούμενο. Να ξέρεις όμως, ότι υπάρχουν κι’ άλλοι δρόμοι σωτηρίας και για να πληροφορηθείς γι’ αυτούς βγες από τη γη σου και από τους συγγενείς σου, καθώς ακριβώς ο Αβραάμ, ο πρώτος από τους Πατριάρχες, και πήγαινε σ’ εκείνο το μοναστήρι που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη ποταμό».

Αμέσως, λοιπόν, ο Γέροντας ακολουθώντας τις πιο πάνω οδηγίες βγήκε από το μοναστήρι του και οδηγήθηκε από τον άγγελο σ’ εκείνο το μοναστήρι του Ιορδάνη, που τον διέταξε ο Θεός να έλθει. Αφού δε κτύπησε την πόρτα του μοναστηριού, συνάντησε πρώτα το μοναχό, που φύλαγε την εξώπορτα κι’ αυτός τον παρουσίασε στον ηγούμενό του. Εκείνος δε, όταν είδε το σχήμα του και το ευλαβικό του ήθος, τον ρώτησε, αφού έβαλε τη συνηθισμένη στους μοναχούς μετάνοια κι’ έλαβε ευχή: «Από πού είσαι αδελφέ και εξ αιτίας ποιου από τους ταπεινούς γέροντες ήλθες εδώ;» Ο δε Ζωσιμάς αποκρίθηκε: «Όσο με αφορά το «από πού»δεν είναι ανάγκη να σας αναφέρω. Ήλθα δε, πάτερ, χάριν ωφελείας, γιατί έχω ακούσει για σας πολύ σπουδαία και αξιέπαινα πράγματα». Απάντησε δε ο ηγούμενος: «Ο Θεός, αδελφέ, ο μόνος που θεραπεύει την ανθρώπινη αρρώστεια, Αυτός και σένα και μας θα διδάξει τα Θεία θελήματα, διότι άνθρωπος δεν μπορεί να ωφελήσει άλλον άνθρωπο. Επειδή όμως, όπως ανέφερες η αγάπη του Θεού σ’ εκίνησε να επισκεφθείς εμάς τους ταπεινούς Γέροντες, μείνε μαζί μας και όλους θα μας θρέψει με τη χάρη του Πνεύματος ο καλός Ποιμένας, που έδωσε την ψυχή του σαν λύτρο για μας». «Όταν είπε αυτά ο ηγούμενος, ο Ζωσιμάς έβαλε και πάλι μετάνοια και ζήτησε ευχή. Ύστερα αποσύρθηκε και από τότε παρέμεινε σ’ εκείνο το μοναστήρι. Συνάντησε δε εκεί Γέροντες λαμπρούς στη θεωρία και τη πράξη, λέοντες ως προς το πνεύμα και δουλεύοντες στον Κύριο. Διότι η ψαλμωδία ήταν ακατάπαυστη και το εργόχειρο πάντα στα χέρια τους, χωρίς να ενδιαφέρονται για τις φροντίδες της ζωής. Ένα δε μονάχα τους απασχολούσε όλους, πως καθένας απ’ αυτούς, θα νέκρωνε το σώμα του στον κόσμο. Σαν τροφή είχαν τα θεόπνευστα λόγια, έτρεφαν όμως και το σώμα τους, αλλά μόνο με τα απαραίτητα, δηλ. το ψωμί και το νερό.

Ύστερα από αρκετές μέρες έφτασε ο καιρός που οι χριστιανοί έκαναν τις ιερές νηστείες, για να καθαριστούν, προκειμένου να προσκυνήσουν το Θείο Πάθος και την Ανάσταση του Χριστού. Η πύλη του μοναστηριού δεν άνοιξε ποτέ, αλλά ήταν πάντα κλειστή, ώστε οι μοναχοί να κάνουν ανενόχλητοι την άσκησή τους. Άνοιγε μόνο, αν κάποιος μοναχός έβγαινε λόγω ανάγκης, γιατί ο τόπος ήταν έρημος και στους περισσότερους από τα γειτονικά μοναστήρια ήταν όχι μόνο αδιαπέρατος, αλλά και άγνωστος. Φυλασσόταν δε στο μοναστήρι τέτοιος κανόνας, για τον οποίο, όπως φαίνεται, και το Ζωσιμά ο Θεός οδήγησε σ΄ εκείνο το μοναστήρι. Ποιος ήταν ο κανόνας και πως φυλασσόταν, θα αναφερθεί πιο κάτω.

Τη πρώτη μέρα της Μ.Τεσσαρακοστής, κατά τη συνήθεια που υπήρχε γινόταν η Θεία λειτουργία και καθένας κοινωνούσε των αχράντων και ζωοποιών μυστηρίων και ύστερα έπαιρνε λίγη τροφή. Έτσι μαζευόντουσαν όλοι στο ευκτήριο, όπου, αφού λεγόταν μακρά ευχή και γινόταν γονυκλισία, οι Γέροντες ασπάζονταν ο ένας τον άλλο και αφού αγκάλιαζαν τον ηγούμενο, βάλλοντας καθένας μετάνοια ζητούσε να πάρει ευχή απ’ αυτόν, για να την έχει βοηθό στο προκείμενο αγώνα.

Όταν αυτά γινόντουσαν κατ’ αυτό τον τρόπο, η πόρτα του μοναστηριού άνοιγε και ψάλλοντας το «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι» καθώς και το υπόλοιπο μέρος του ψαλμού, έβγαιναν όλοι, αφήνοντας ένα η δύο φύλακες στο μοναστήρι, όχι για να φυλάσσουν τα πράγματα που βρισκόντουσαν σ’ αυτό (γιατί δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσαν να πάρουν οι κλέφτες), αλλά για να μη μένει το ευκτήριο αλειτούργητο.

Καθένας δε εφοδιαζόταν, όπως μπορούσε και ήθελε: άλλος μεν έπαιρνε ψωμί, άλλος σύκα ξηρά, άλλος φοινίκια, άλλος βρεγμένα όσπρια, άλλος δε τίποτε άλλο εκτός από το σώμα του και το ράσο που φορούσε. Υπήρχε δε κανόνας απαράβατος σ’ αυτούς να μην ξέρει ο ένας πως έκανε εγκράτεια η πως περνούσε ο άλλος, γιατί όταν περνούσαν τον Ιορδάνη, αμέσως καθένας εχώριζε από τους άλλους και κανένας δεν πήγαινε να συναντήσει τον άλλο, αλλά και αν κάποτε ένας απ’ αυτούς έβλεπε από μακριά άλλον να έρχεται σ’ αυτόν, αμέσως λοξοδρομούσε και πήγαινε σ’ άλλο μέρος. Ζούσε δε με τον εαυτό του, ψάλλοντας παντοτινά και δοξάζοντας το Θεό.

Έτσι λοιπόν αφού περνούσαν όλες τις ημέρες της ιερής νηστείας, γυρνούσαν πίσω στο μοναστήρι τη Κυριακή των Βαΐων, φέροντας καθένας μαζί του το καρπό των δικών του κόπων και ξέροντας πως εργάστηκε. Κανένας δε δεν ρωτούσε τον άλλον πως πέρασε. Αυτός λοιπόν ήταν ο κανόνας του Μοναστηριού, που γινόταν με επιτυχία, γιατί καθένας πηγαίνοντας στην έρημο προς τον αθλοθέτη Θεό αγωνιζόταν μόνος του, όχι για ν’ αρέσει στους ανθρώπους και να κάνει εγκράτεια επιδεικτικά. Γιατί αυτά που γίνονται με σκοπό ν’ αρέσουν στους ανθρώπους, όχι μόνο σε τίποτε δεν ωφελούν εκείνο που τα κάνει, αλλά προξενούν και ζημιά σ’ αυτόν.

Τότε και ο Ζωσιμάς, σύμφωνα με τη συνήθεια του κανόνα πέρασε τον Ιορδάνη, μεταφέροντας λίγα μόνο εφόδια για τις ανάγκες του σώματός του και το ράσο που φορούσε. Ενώ δε περνούσε την έρημο εκτελούσε το κανόνα και όπου νυκτωνόταν κοιμόταν κάτω στη γη.

Νωρίς δε το πρωί συνέχιζε το περπάτημα πάντοτε με σταθερό ρυθμό. Ήθελε δε, καθώς έλεγε, να προχωρήσει στο εσωτερικό της ερήμου, με την ελπίδα ότι εκεί θα μπορούσε να βρει κάποιο Πατέρα για ν’ ακούσει το λόγο του Θεού. Μάλιστα δε περπατούσε με τόση προσπάθεια, σαν να προχωρούσε σε κάποιο σπουδαίο και γνωστό κατάλυμα. Αφού, λοιπόν, περπάτησε επί είκοσι μέρες, όταν ήταν έκτη ώρα, σταμάτησε για λίγο την οδοιπορία κι’ αφού στράφηκε προς την ανατολή, έκανε τη συνηθισμένη προσευχή του. Γιατί συνήθιζε, σ’ ορισμένες ώρες της μέρας, να διακόπτει τη πορεία και να ξεκουράζεται λίγο από τον κόσμο, στεκόμενος δε έψαλλε και προσευχόταν γονατιστός.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ ΜΕ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ

Ενώ δε έψαλλε και έβλεπε τον ουρανό συνέχεια, είδε στα δεξιά του μέρους που καθόταν, μια ανθρώπινη σκιά. Στην αρχή ταράχτηκε, υποπτευόμενος ότι βλέπει φάντασμα δαίμονα και φοβήθηκε . Αφού δε έκανε το σημείο του σταυρού κι’ έδιωξε το φόβο, διάκρινε φανερά κάποιον γύρω στο μεσημέρι να περπατά. Είχε μαύρο σώμα από τον καύσωνα και είχε στο κεφάλι άσπρες τρίχες, σαν το βαμβάκι, ήσαν όμως λίγες και έφταναν μέχρι τον τράχηλό του. Όταν τον είδε ο Ζωσιμάς χάρηκε και άρχισε να τρέχει προς το μέρος του. Η χαρά του ήταν ανέκφραστη, γιατί σ’ όλο εκείνο το χρονικό διάστημα, δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε ζώο η πτηνό η φάντασμα ακόμα. Ζητούσε λοιπόν να μάθει ποιος ήταν ελπίζοντας ότι θα γινόταν αιτία για να γνωρίσει σπουδαία πράγματα.

Όταν δε εκείνος είδε το Ζωσιμά να έρχεται από μακρυά , άρχισε να τρέχει προς το εσωτερικό της ερήμου. Ο δε Ζωσιμάς ξεχνώντας την προχωρημένη ηλικία του και δίχως να λογαριάσει τη κούραση από το περπάτημα, έτρεξε αμέσως για να συναντήσει εκείνον που έφευγε. Αυτός μεν καταδίωκε, εκείνος δε έφευγε.

Επειδή ο Ζωσιμάς έτρεχε πιο γρήγορα, σιγά – σιγά πλησίαζε εκείνον που έφευγε. Όταν δε πλησίασε σε σημείο που μπορούσε να ακουστεί η φωνή του, άρχισε ο Ζωσιμάς να φωνάζει κλαίοντας: «Γιατί με αποφεύγεις, τον αμαρτωλό Γέροντα, ω δούλε του Θεού; Μείνε μαζί μου, όποιος και νάσαι, για την αγάπη του Θεού, για τον Οποίο ήλθες και κατοίκησες σ’ αυτή την έρημο, στάσου κι’ ευλόγησέ με».

Ενώ ο Ζωσιμάς έλεγε αυτά με δάκρυα στα μάτια, έφτασαν και οι δυο τρέχοντας σε κάποιο τόπο, όπου σχηματιζόταν ένας χείμαρρος ξηρός. Όταν λοιπόν έφτασαν εκεί, εκείνος που έφευγε κατέβηκε και πάλιν ανέβηκε στο άλλο μέρος, ο δε Ζωσιμάς κουρασμένος και μη μπορώντας άλλο να τρέχει, στάθηκε στο άλλο μέρος του χειμάρρου και έκλαψε τόσο πολύ, ώστε τα κλάματά του ακούονταν καθαρά. Τότε εκείνος που έφευγε, άνοιξε το στόμα του και είπε: «Αββά Ζωσιμά, συγχώρησέ με για τον Κύριο Ιησού Χριστό. Δεν μπορώ να γυρίσω και να σε δω στο πρόσωπο, γιατί είμαι γυναίκα, γυμνή. Αλλά αν θέλεις να δώσεις ευχή σε αμαρτωλή γυναίκα, ρίξε το ράσο που φοράς για να σκεπάσω το σώμα μου και να στραφώ προς εσένα για να πάρω τις ευχές σου». Τότε ο Ζωσιμάς απόρησε γιατί τον φώναζε με τ’ όνομά του και σοφός καθώς ήταν αντελήφθηκε ότι ο άγνωστος δεν μπορούσε να τον φωνάζει με τα’ όνομά του, εκτός αν είχε υπερφυσικό χάρισμα.

Έβγαλε το ράσο του και της το έριξε από πίσω κι εκείνη αφού το πήρε και σκέπασε το σώμα της, στράφηκε προς τον Ζωσιμά και του είπε: «Τι ήθελες να δεις μια αμαρτωλή γυναίκα; Τι ζητάς να μάθεις από μένα και δεν βαρέθηκες να κάνεις τόσο μεγάλο κόπο;» Ο δε Γέροντας αφού γονάτισε στη γη, ζήτησε να πάρει ευλογία, σύμφωνα με τη συνήθεια. Επειδή κι’ αυτή έβαλε μετάνοια, ήταν και οι δυο στη γη και περίμενε ο ένας τον άλλο να δώσει ευλογία. Αλλά τίποτα από κανένα δε λεγόταν, εκτός από το: «ευλόγησον». Αφού πέρασε αρκετή ώρα, είπε η γυναίκα προς το Ζωσιμά: «Αββά Ζωσιμά σε σένα αρμόζει να ευλογήσεις και να ευχηθείς, γιατί έχεις τιμηθεί με το αξίωμα του ιερέα και από πολλά χρόνια στέκεσαι μπροστά στο ιερό θυσιαστήριο». Αυτά προκάλεσαν πολύ φόβο στο Ζωσιμά και ο Γέροντας αφού λούστηκε με ιδρώτα στέναξε και είπε με φωνή που διακοπτόταν: «Ώ πνευματική Μητέρα, και από το ήθος σου φαίνεται ότι εσύ κατά το μεγαλύτερο μέρος έχεις νεκρωθεί για τον κόσμο, είναι δε φανερό, ότι σου δόθηκε μεγαλύτερο χάρισμα από μένα, αφού μου μίλησες με τα’ όνομά μου, και είπες ότι είμαι ιερέας, χωρίς να με γνωρίζεις. Επειδή λοιπόν η χάρη δεν εξαρτάται από τα αξιώματα, αλλά από τη ψυχική υπόσταση, εσύ πρέπει να μ’ ευλογήσεις για τον Κύριο και να δώσεις σε μένα ευχή, που έχω ανάγκη από τη δική σου τελειότητα».

Αφού υποχώρησε η γυναίκα στην ένσταση του Γέροντα και υπάκουσε, είπε: «Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος φροντίζει για τη σωτηρία των ανθρωπίνων ψυχών». Όταν δε ο Ζωσιμάς είπε το «Αμήν», σηκώθηκαν και οι δυο από την γονυκλισία και είπε τότε η γυναίκα προς το Γέροντα: «Για χάρη ποιου θέλησες να δεις γυναίκα στερημένη από κάθε αρετήν; Αλλά, επειδή ακριβώς η χάρη του Αγίου Πνεύματος σε καθοδήγησε να μου προσφέρεις, ανάλογα με τη περίσταση, κάποια εξυπηρέτηση, πες μου, πως ζουν οι χριστιανοί; Πως ζουν οι βασιλιάδες; Πως είναι η Εκκλησία;»

Ο δε Ζωσιμάς είπε σ’ αυτή: «Μ’ ένα λόγο, Μητέρα Οσία, με τις δικές σου ο Χριστός χάρισε σ’ όλους ειρήνη. Δέξου όμως παράκληση ανάξιου Γέροντα και ευχήσου για τον κόσμο όλο και για με τον αμαρτωλό, ώστε αυτό το χρονικό διάστημα, που περνώ στην έρημο, να μην αποβεί άκαρπο». Εκείνη δε του απάντησε: «Αββά Ζωσιμά, συ πρέπει να κάνεις δέηση για με, και για όλους γιατί σε σένα έπεσε ο κλήρος γι’ αυτό. Αλλά επειδή με προστάζεις, θα το κάνω με προθυμία»

ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΑΙΩΡΟΥΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ

Αφού είπε αυτά η γυναίκα, στράφηκε προς την ανατολή και αφού σήκωσε τα μάτια της προς τον ουρανό, άρχισε να προσεύχεται, ψιθυρίζοντας, αλλά δεν ακουόταν καμιά φωνή. Γι’ αυτό ο Ζωσιμάς δεν άκουε τίποτε, στεκόταν δε, όπως έλεγε, γεμάτος με πολύ φόβο και βλέποντας προς τα κάτω, χωρίς να λέει τίποτα. Επειδή δε εκείνη καθυστέρησε αρκετά στην προσευχή, αυτός, αφού σηκώθηκε λίγο από τη γονυκλισία, είδε ότι εκείνη είχε ανυψωθεί έναν πήχυ πάνω από τη γη και προσευχόταν, αιωρούμενη στον αέρα.

Όταν είδε αυτό ο Ζωσιμάς φοβήθηκε περισσότερο και έπεσε στο έδαφος και από τη πολλή αγωνία του περιλούστηκε από ιδρώτα. Σε κανένα δεν τολμούσε να πει τίποτα, μόνο δε στον εαυτό του έλεγε συνεχώς το «Κύριε ελέησον». Βρισκόμενος δε ξαπλωμένος στη γη ο Γέροντας σκανδαλιζόταν σκεφτόμενος: «Μήπως είναι πνεύμα και υποκρίνεται ότι προσεύχεται;» Αφού δε η γυναίκα ήλθε κοντά του, τον σήκωσε λέγοντάς του: «Γιατί, Αββά, σε ταράσσουν οι λογισμοί; Μήπως σκανδαλίστηκες εξ αιτίας μου, ότι τάχα είμαι πνεύμα και υποκρίνομαι ότι προσεύχομαι; Μάθε άνθρωπε, ότι είμαι αμαρτωλή γυναίκα, αλλ’ είμαι οχυρωμένη με το άγιο βάπτισμα και δεν είμαι πνεύμα, αλλά γη και στάκτη». Και αφού είπε αυτά, σφράγισε με το σημείο του σταυρού το μέτωπο, τα μάτια, τα χείλη, και το στήθος λέγοντας: «Ο Θεός, Αββά Ζωσιμά, ας μας ελευθερώσει από το πονηρό και τις παγίδες του».

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΖΗΤΑ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ

Όταν άκουσε και είδε όλ’ αυτά ο Ζωσιμάς, έπεσε στο έδαφος και αφού άγγιξε τα πόδια της, είπε δακρύζοντας: «Σε ορκίζω στο όνομα του Χριστού, του Θεού μας, ο Οποίος γεννήθηκε από την Παρθένα, να μην κρύψεις από τον δούλο σου ποια είσαι, από πού , πότε και με ποιο τρόπο ήλθες εδώ στην έρημο και κατοίκησες. Μη μου κρύψεις τίποτα που σε αφορά, αλλά διηγήσου μου τα όλα, για να φανερωθούν τα μεγαλεία του Θεού. Γιατί σοφία κρυμμένη και θησαυρός που δεν φαίνεται δε ωφελούν σε τίποτε, όπως είναι γραμμένο στην Αγία Γραφή. Πες μου τα λοιπόν, όλα για χάρη του Κυρίου μας, γιατί δεν πρόκειται να τα πεις για να καυχηθείς η να επιδειχτείς, αλλά για να με πληροφορήσεις τον αμαρτωλό και ανάξιο, πιστεύοντας ότι ο Θεός, για τον οποίο ζεις, γι’ αυτό το λόγο με οδήγησε σ’ αυτή την έρημο, για να μου φανερώσεις δηλαδή όσα σχετίζονται με σένα. Επομένως δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να φέρουμε αντίσταση στα σχέδια του Θεού, διότι αν δεν ήταν θέλημα Θεού να σε γνωρίσω και να μάθω πως αγωνίσθηκες, τότε δεν θα άφηνε να σε δει κανείς, ούτε και θα βοηθούσε να κάνω τόσο δρόμο, εγώ που δεν κατόρθωσα να βγω από το κελλί μου».

Η ΟΣΙΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΗΣ

Αφού είπε όλ’ αυτά και άλλα ο Αββάς Ζωσιμάς, τον πλησίασε η γυναίκα και αφού τον σήκωσε απ’ ην γη του είπε: «Ντρέπομαι, Αββά μου, να σου διηγηθώ τα έργα μου, γιατί είναι γεμάτα ντροπή, αλλά επειδή είδες γυμνό το σώμα μου, για να γνωρίσεις καλά όσο αμαρτωλή είναι η ψυχή μου. Είναι λάθος που νόμισες ότι δεν ήλθα να σου διηγηθώ τα όσα με αφορούν, τάχα για να μη καυχηθώ, και τι να καυχηθώ που έγινα όργανο του διαβόλου; Γνωρίζω όμως ότι, όταν αρχίσω την διήγησή μου, θα αναγκαστείς να φύγεις από κοντά μου, όπως φεύγει ένας από το φίδι, μη θέλοντας να ακούσεις τις κακές μου πράξεις. Και όμως θα σου τα διηγηθώ, χωρίς να παραλείψω τίποτε, σε εξορκίζω όμως προηγουμένως να μην σταματήσεις να προσεύχεσαι ίσως βρω έλεος από το Θεό κατά την μέρα της Κρίσης».

Και ενώ τα δάκρυα του Γέροντα έτρεχαν από τα μάτια του χωρίς σταματημό, άρχισε η γυναίκα τη διήγησή της:

«Εγώ αδελφέ, έχω πατρίδα την Αίγυπτο. Ενώ ακόμα ζούσαν οι γονείς μου κι εγώ ήμουν δώδεκα χρονών, τους άφησα και πήγα στην Αλεξάνδρεια. Εκεί πολύ νωρίς παρασύρθηκα σε πράξεις αμαρτωλές και διάφθειρα την παρθενία μου, επειδή επιδόθηκα στο πάθος της πορνείας. Επί δεκαεφτά χρόνια, συγχώρησέ με, υπήρξα άσωτη δημόσια και έγινα πειρασμός για τους ανθρώπους. Αυτό δεν το έκανα, ειλικρινά σας λέω, όχι για να κερδίζω χρήματα, παρ’ όλο που πολλοί μου έδιναν αλλ’ εγώ δεν τα έπαιρνα, αλλά για να έρχονται πολλοί σε μένα και να ικανοποιούν το πάθος μου. Και μη νομίσεις ότι δεν δεχόμουνα χρήματα γιατί ήμουν πλούσια. Αντίθετα, ζούσα από χειρωνακτική εργασία, έκλωθα ρόκα. Είχα δε ακόρεστην επιθυμία και ακατάσχετον έρωτα, εξ αιτίας των οποίων κυλιόμουν στο βόρβορο. Μάλιστα δε μου φαινόταν ότι αυτή είναι η ζωή, να εκτελώ τη βρισιά της φύσης». Έτσι λοιπόν ζούσα, οπότε ένα καλοκαίρι είδα πολύν κόσμον από τη Λιβύη και Αίγυπτο, που κατευθύνονταν προς τη θάλασσα και ρώτησα ένα απ’ αυτούς για να πληροφορηθώ που πήγαιναν. Εκείνος μου απάντησε: «Πηγαίνουν στα Ιεροσόλυμα γιατί μετά από λίγες μέρες θα γιορταστεί η ύψωση του Τιμίου Σταυρού». Είπα τότε σ’ αυτόν: «Άραγε δε με παίρνουν κι’ εμένα μαζί τους, αν τους ακολουθήσω;» Εκείνος μου αποκρίθηκε: «Αν έχεις τα ναύλα και τα έξοδά σου, κανένας δε θα σ’ εμποδίσει». Είπα τότε σ’ αυτόν: «Πραγματικά, ούτε για ναύλα ούτε για άλλα έξοδα έχω χρήματα, και θα μπω σ’ ένα πλοίο, προσφέροντας το σώμα μου για αντάλλαγμα αυτών». Γιατί, ο σκοπός που ήθελα να πάω, (συγχωρέστε με Αββά μου)ήταν για να βρω πολλούς εραστές του πάθους μου. Σου τα είπα, Αββά Ζωσιμά, μη μ’ αναγκάσεις να σου πω τη ντροπή των έργων μου, γιατί φρίττω, τα γνωρίζει ο Θεός, επειδή θα μολύνω και σένα και τον αέρα λέγοντας όλα τα έργα μου».

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΤΗΝ ΕΝΘΑΡΡΥΝΕΙ ΝΑ ΤΑ ΠΕΙ ΟΛΑ

Ο Ζωσιμάς βρέχοντας με δάκρυα το έδαφος της απάντησε: «Λέγε Μητέρα Οσία, και μη διακόψεις τη συνέχεια της ωφέλιμης αυτής διήγησης». Εκείνη δε πάλι, παίρνοντας το λόγο, πρόσθεσε τα εξής: «Εκείνος ο νέος, αφού άκουσε τα αισχρά λόγια μου, έφυγε γελώντας. Εγώ δε, αφού έρριψα τη ρόκα μου, που κρατούσα, κατά τύχη τότε, έτρεξα προς τη θάλασσα, που είδα να τρέχουν οι άλλοι. Εκεί διάκρινα δέκα η περισσότερους νέους, ωραίους και με σφριγηλό σώμα, που μου φάνηκαν ότι ικανοποιούσαν το σκοπό που επεδίωκα. Στεκόντουσαν δε, και περίμεναν κι’ άλλους συνεπιβάτες, γιατί κι’ άλλοι που πήγαν μπροστά, μπήκαν μέσα στα πλοία, τότε, εγώ, αφού πήδηξα με αναίδεια στο μέσο τους είπα: «Πάρτε και μένα όπου θα πάτε και σας πληροφορώ ότι δεν θα αποδειχθώ άχρειστη». Μετά, αφού είπα πιο αισχρά ακόμα λόγια, τους έκαμα όλους να γελούν. Εκείνοι δε, αφού αντελήφθηκαν τις αναιδείς διαθέσεις μου, με οδήγησαν στο πλοίο που ήταν έτοιμο, γιατί εν τω μεταξύ έφτασαν κι’ εκείνοι, που περίμεναν».

«Όσα δε έγιναν ύστερα, πώς να σου τα διηγηθώ άνθρωπέ μου; Ποια γλώσσα μπορεί να εξιστορήσει η ποια αυτιά ν’ ακούσουν, όσα συνέβηκαν μέσα στο πλοίο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού; Δεν υπάρχει είδος ασέλγειας, που να μην έγινε μάλιστα αναγκάζοντάς τους εγώ εκείνους τους άθλιους να την κάνουν».

«Και τώρα Αββά μου, εκπλήσσομαι, πως η θάλασσα ανέχθηκε τις ασέλγειές μου! Πως δεν άνοιξε η γη το στόμα της, για να με καταπιεί ζωντανή ο Άδης, που παγίδεψα τόσες πολλές ψυχές! Αλλά, καθώς φαίνεται ο Θεός ζητούσε τη μετάνοιά μου, γιατί δεν θέλει το θάνατο αμαρτωλού, αλλά περιμένει με μακροθυμία για να δεχτεί την επιστροφή του. Έτσι λοιπόν με τόση πολλή βία, φτάσαμε στα Ιεροσόλυμα. Όσες δε μέρες πριν τη γιορτή έμεινα στην πόλη, η ζωή μου υπήρξε η ίδια, μάλλον δε χειρότερη, γιατί δεν αρκέστηκα μόνο σ’ αυτούς τους νέους που μαζί τους ασελγούσα στο πλοίο, αλλά και πολλούς πολίτες και ξένους μόλυνα».

ΣΤΗ ΓΙΟΡΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ

Όταν έφτασε η μέρα της Αγίας Ύψωσης του Σταυρού κι’ επρόκειτο να τελεστεί η γιορτή, εγώ μεν, όπως και προηγουμένως, κυνηγώντας ψυχές νέων. Είδα δε ότι, πολύ πρωΐ τη μέρα εκείνη όλοι έτρεχαν στην εκκλησία, οπότε έτρεξα κι’ εγώ να πάω μαζί μ’ αυτούς. Ήλθα λοιπόν, μαζί τους στο προαύλιο της εκκλησίας και όταν ήλθε η ώρα της Θείας Ύψωσης, προσπαθούσα να μπω, και μέχρι μεν της εξώπορτας, με πολύ κόπο κατόρθωσα να πλησιάσω η ταλαίπωρη. Όταν δε πάτησα το κατώφλι της πόρτας ενώ όλοι οι άλλοι έμπαιναν ανενόχλητα, εμένα κάποια Θεία δύναμη με εμπόδιζε, που δεν μου επέτρεπε να μπω».

«Επειδή δε νόμιζα ότι εξ αιτίας, της γυναικείας αδυναμίας μου συνέβηκε αυτό, αναμιγνυόμουνα με τους άλλους και έσπρωχνα προς τα εμπρός, αλλά μάταια κοπίαζα. Γιατί, όταν πια το άθλιο μου πόδι πάτησε το κατώφλι της πόρτας, όλους τους άλλους δέχτηκε η εκκλησία, εμένα όμως τη δυστυχισμένη δεν δεχότανε: αλλά, όπως ακριβώς αν υπήρχε παρατεταγμένο στρατιωτικό απόσπασμα για ν’ αποκλείσει την είσοδο, έτσι κάποια δύναμη με εμπόδιζε και πάλι όταν βρισκόμουν στο προαύλιο».

«Αυτό συνέβηκε τρεις και τέσσερις φορές και όταν πλέον κουράστηκα και δεν μπορούσα άλλο να σπρώχνω και να σπρώχνομαι, έφυγα απ’ εκεί και πήγα και στάθηκα σε μια γωνιά της αυλής. Όταν δε συνήλθα, αντελήφθηκα την αιτία, που με εμπόδιζε να δω το ζωοποιό ξύλο. Γιατί άγγιζε τα μάτια της ψυχής μου ο σωτήριος λόγος, που μου υπέδειξε ότι ο βόρβορος των έργων μου ήταν η αιτία να κλείσει σε μένα η είσοδος της εκκλησίας».

«Άρχισα τότε να κλαίω, να οδύρομαι και να κτυπώ το στήθος μου, βγάζοντας στεναγμούς από τα βάθη της καρδιάς μου. Ενώ δε έκλαια, είδα πάνω από το τόπο που στεκόμουνα, την εικόνα της Παναγίας Θεοτόκου, και είπα σ’ αυτήν: «Παρθένα Δέσποινα, γνωρίζω ότι δεν είμαι άξια να βλέπω την αγία εικόνα Σένα της Αειπαρθένης, Σένα της Αγνής, Σένα της οποίας το σώμα και η ψυχή είναι καθαρή και αμόλυντη, εξ αιτίας των πολλών μου αμαρτιών, αλλά είναι δίκαιο να με μισείς και ν’ αποστρέφεσαι την άσωτη. Επειδή όμως, καθώς άκουσα γι’ αυτό το λόγο, ο Θεός που Τον γέννησες, έγινε άνθρωπος για να καλέσει σε μετάνοια τους αμαρτωλούς, βοήθα με, που είμαι μόνη και δεν έχω κανένα να μου συμπαρασταθεί. Διάταξε να επιτραπεί και σε με η είσοδος στην εκκλησία για να δω το άγιο Ξύλο, πάνω στο οποίο έδωσε το αίμα του ο Γιός σου για τη δική μου σωτηρία. Διάταξε, ν’ ανοίξει και για με η πόρτα της Θείας προσκύνησης του Σταυρού και βάζω στο Γιό σου, σαν εγγυήτρια αξιόχρεη, Σένα. Γιατί πλέον δεν πρόκειται να λερώσω το σώμα μου μ’ οποιαδήποτε αισχρή πράξη, αλλά όταν δω το ξύλο του Σταυρού του Γιού σου, θ’ αποστραφώ αμέσως το κόσμο και όλα τα κοσμικά και όταν βγω από την εκκλησία θα πάω όπου Εσύ, σαν εγγυήτρια της σωτηρίας μου, θα με οδηγήσεις».

«Όταν είπα αυτά, η πίστη μου θερμάνθηκε και πήρα θάρρος από την ευσπλαχνία της Θεοτόκου. Αφού δε έφυγα από το μέρος εκείνο, όπου προσευχήθηκα, ανεμίχθηκα μ’ εκείνους που έμπαιναν στην εκκλησία και κανένας πια δεν υπήρχε που να με σπρώχνει. Πλησίασα την πόρτα, χωρίς κανένα εμπόδιο, οπότε με έπιασε φρίκη και έκσταση και όλο το σώμα μου έτρεμε. Όταν δε έφτασα στη πόρτα που ως τότε ήταν κλεισμένη για μένα, κάθε δύναμη, που προηγουμένως εμπόδιζε την είσοδό μου, τότε εξαφανίστηκε. Έτσι μπήκα χωρίς κόπο, στα Άγια των Αγίων και αξιώθηκα να δω το ζωοποιό Σταυρό και τα μυστήρια του Θεού, ο Οποίος ήταν έτοιμος να δεχτεί την μετάνοιά μου. Αφού λοιπόν έπεσα κάτω και προσκύνησα το άγιο εκείνο έδαφος, βγήκα έξω κι’ έτρεξα στην εγγυήτριά μου. Όταν έφτασα στον τόπο εκείνο που υπογράφτηκε το χειρόγραφο της εγγύησης, γονάτισα μπροστά, στην εικόνα της Αειπάρθενης και της είπα αυτά τα λόγια:

Η ΟΣΙΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ

Εσύ μεν, ω φιλάγαθε Δέσποινα, μου έδειξες τη φιλανθρωπία Σου, Εσύ δεν επεριφρόνησες τη δέηση της ανάξιας δούλης σου. Είδα δόξα που δικαιολογημένα δεν βλέπουμε εμείς οι άσωτοι. Ας είναι δοξασμένος ο Θεός , ο οποίος δέχεται με τη μεσιτεία Σου τη μετάνοια των αμαρτωλών. Ήλθε λοιπόν η στιγμή να εκπληρώσω τη συμφωνία. Οδήγησέ με όπου θέλεις, γίνε δάσκαλος της σωτηρίας μου καθοδηγώντας με στο δρόμο της μετάνοιας».

«Τότε ακούστηκε μια φωνή από μακρυά που φώναζε: «Εάν περάσεις τον Ιορδάνη θα βρεις καλή ανάπαυση».

Εγώ τότε άκουσα αυτή τη φωνή πίστεψα ότι σε μένα απευθυνόταν και με δάκρυα στα μάτια φώναξα: «Δέσποινα, Δέσποινα, μην με εγκαταλείπεις».»Όταν δε φώναξα αυτά, βγήκα από την αυλή της εκκλησίας και άρχισα αμέσως να περπατώ»

«Ενώ δε έβγαινα με είδε κάποιος και μου έδωσε τρία νομίσματα, με τα οποία αγόρασα τρία ψωμιά. Αφού ζήτησα και πήρα πληροφορίες, βγήκα από την πύλη της πόλης, που έβγαζε στον Ιορδάνη ποταμό και άρχισα με κλάματα την οδοιπορία. Γύρω στη δύση του ήλιου έφτασα στο ναό του Ιωάννη του Βαπτιστή, που βρίσκεται κοντά στον Ιορδάνη και αφού προσκύνησα πρώτα, πήγα ύστερα στον ποταμό, όπου έβρεξα τα χέρια και το πρόσωπό μου, και ακολούθως μετάλαβα των αχράντων και ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε άφαγα μισό ψωμί, ήπια νερό από τον Ιορδάνη και κοιμήθηκα στο έδαφος».

«Την άλλη μέρα βρήκα στο μικρό πλοίο, που με πέρασε στο απέναντι μέρος, όπου ζήτησα πάλι την οδηγό μου, για να με οδηγήσει όπου αυτή θα έκρινε ωφέλιμο. Έτσι ήλθα σ’ αυτή την έρημο και από τότε μέχρι σήμερα παραμένω εδώ, προσδεχόμενη το Θεό, ο Οποίος διασώζει όλους εκείνους που επιστρέφουν σ’ Αυτόν».

Η ΖΩΗ ΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ

Ο δε Ζωσιμάς είπε προς αυτή: «Πόσα χρόνια έχεις, Μητέρα Οσία, που κατοικείς εδώ στην έρημο;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Σαράντα επτά, όπως μου φαίνεται, από τότε που έφυγα από την Αγία Πόλη». Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Και από πού βρίσκεις τροφή, ώ κυρία μου;» Είπε η γυναίκα: «Πέρασα τον Ιορδάνη ποταμό με δυόμισυ ψωμιά, που αφού ξηράνθηκαν έγιναν σαν πέτρες και μ’ αυτά τράφηκα ορισμένα χρόνια». Της είπε δε αυτός: «Και έτσι πέρασες τόσα πολλά χρόνια χωρίς να σε ταράξει κανένας πειρασμός;» Αποκρίθηκε η γυναίκα: «Με ρώτησες Αββά Ζωσιμά, πράγμα για το οποίο φρίττω και να αναφέρω γιατί αν θυμηθώ τα όσα υπόφερα και τους πειρασμούς που με πρόσβαλλαν, φοβούμαι μήπως και πάλιν προσβληθώ απ’ εκείνους «. Είπε δε ο Ζωσιμάς: «Μην, αφήσεις, κυρία μου, τίποτα, που να μην το αναφέρεις, γιατί αφού σε ρώτησα γι’ αυτά πρέπει να μου τα διηγηθείς όλα με κάθε λεπτομέρεια».

Εκείνη, δε του απάντησε: «Πίστευε, Αββά Ζωσιμά, ότι πέρασα 17 χρόνια σ’ αυτή την έρημο παλεύοντας εναντίον των παραλόγων επιθυμιών μου, γιατί κάθε φορά που γευόμουν τροφή, επιθυμούσα τα κρέατα και τα ψάρια, που υπήρχαν στην Αίγυπτο, ως και το κρασί που μου άρεσκε, όταν ήμουν στον κόσμο. Ενώ εδώ, ούτε νερό είχα να πιώ και γι’ αυτό υπόφερα φοβερά από την έλλειψή του. Επίσης μου ερχόταν η επιθυμία για τα αισχρά τραγούδια, που πάντοτε μ’ αναστάτωνε και μ’ έσπρωχνε για να τραγουδώ τα τραγούδια των δαιμόνων, που είχα μάθει. Αμέσως όμως, με δάκρυα στα μάτια και με κτυπήματα στο στήθος, έφερα στη σκέψη μου τη συμφωνία που υπόγραψα πηγαίνοντας στην έρημο. Παρευρισκόμουνα νοερά μπροστά στην εικόνα της Παναγίας της Θεοτόκου, της αναδόχου μου και την παρακαλούσα με δάκρυα να διώξει τους λογισμούς, που βασάνιζαν την άθλια μου ψυχή. Όταν δε δάκρυζα πολλήν ώρα και κτυπούσα το στήθος μου, έβλεπα από παντού να λάμπει γύρω μου φως και από τότες, μετά την τρικυμία, βασίλευε ειρήνη μέσα μου».

«Τους λογισμούς δε που με ωθούσαν και πάλι στην πορνεία, πώς να σου τους διηγηθώ, Αββά; Μια φωτιά άναβε μέσα στην ταλαίπωρη καρδιά μου, που μ’ εφλόγιζε ολόκληρη και ερέθιζε την επιθυμία της πορνείας. Αμέσως δε μόλις με πρόσβαλλε τέτοιος λογισμός, έπεφτα στη γη και έβρεχα με δάκρυα το έδαφος, επειδή νόμιζα ότι, αυτή που μου εγγυήθηκε, παρευρισκόταν ενώπιον μου, σαν προστάτης και μου επέβαλλε τιμωρίες για την παραβίαση».

«Δεν σηκωνόμουνα από τη γη, έστω κι’ αν περνούσε το εικοσιτετράωρο, μέχρις ότου το φως εκείνο, το γλυκό, έλαμπε γύρω μου και έδιωχνε τους λογισμούς που μ’ ενοχλούσαν. Τα μάτια λοιπόν, της ψυχής μου είχα συνεχώς στραμμένα προς την εγγυήτριά μου, από την οποία ζητούσα να με βοηθήσει στο πέλαγος αυτό της ερήμου που βρισκόμουνα. Πραγματικά είχα αυτή τη βοήθεια και έτσι πέρασα το διάστημα αυτό των δεκαεπτά χρόνων παλεύοντας εναντίων εκατομμυρίων κινδύνων. Από τότε δε μέχρι τώρα η Βοηθός μου παραστέκεται σ’ όλα και με κάθε τρόπο με καθοδηγεί».

Είπε δε ο Ζωσιμάς σ’ αυτή: ‘Δεν βρέθηκες λοιπόν, σ’ ανάγκη τροφής η ενδύματος;» Εκείνη δε του απάντησε: «Καθώς σου ανέφερα αφού ξόδεψα τα ψωμιά εκείνα, κατά την διάρκεια των δεκαεφτά χρόνων τρεφόμουνα με βότανα και άλλα πράγματα που έβρισκα στην έρημο. Το ιμάτιο, που είχα, όταν πέρασα τον Ιορδάνη, καταστράφηκε κι’ έτσι ένοιωθά πολύ κρύο την νύχτα και ζέστη τη μέρα. Τόσο δε καιρό καιόμουνα από τη παγωνιά, ώστε πολλές φορές συνέβηκε να πέσω κάτω και να μείνω σχεδόν ακίνητη και αναίσθητη, είχα δε να παλέψω εναντίον πολλών και ποικίλων συμφορών και ανήκουστων πειρασμών. Από τότε δε μέχρι σήμερα η ποικίλη δύναμη του Θεού διατηρούσε την αμαρτωλή ψυχή μου, και εννοώ τα διάφορα κακά, από τα οποία μ’ εγλύτωσε ο Κύριος. Έχοντας δε σαν τροφή ανέξοδο την ελπίδα της σωτηρίας μου, τρεφόμουνα και σκεπαζόμουνα με τα λόγια του Θεού, που εξουσιάζει τα σύμπαντα, γιατί καθώς είπε «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».

«Επειδή δε ο Ζωσιμάς άκουσε ότι και αποφθέγματα από την Αγία Γραφή ανάφερε, τόσον από τον Μωυσή, όσο και από τον Ιώβ και από το βιβλίο των ψαλμών, της είπε: Διάβασες ώ κυρία μου, ψαλμούς η άλλα βιβλία;» Εκείνη δε, χαμογέλασε και είπε στο Γέροντα: «Πίστεψέ, άνθρωπέ μου, ότι δεν είδα άλλον άνθρωπό από τότε που πέρασα τον Ιορδάνη, εκτός από το δικό σου πρόσωπο, αλλά ούτε κανένα θηρίο η ζώο από τότε που κατοίκησα σ’ αυτήν την έρημο. Επομένως δεν έμαθα καθόλου γράμματα, ούτε και άκουσα κανένα να ψάλλει η να διαβάζει. Αλλά ο λόγος του Θεού, που είναι ζωντανός και ενεργός, αυτός διδάσκει τον άνθρωπο. Ως εδώ τελειώνει η διήγησή μου. Τώρα δε σε εξορκίζω στον ενανθρωπήσαντα λόγο του Θεού να εύχεσαι για μένα την αμαρτωλή».

Αφού εκείνη είπε αυτά, ο Γέροντας βιάστηκε να βάλει μετάνοια, κράζοντας δακρυσμένος:» Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος δημιούργησε μεγάλα και θαυμαστά, ένδοξα και εξαίσια, των οποίων δεν υπάρχει αριθμός. Ευλογητός ο Θεός, ο Οποίος μου έδειξες όσα χαρίζεις σ’ εκείνους που σε φοβούνται. Γιατί αλήθεια δεν εγκαταλείπεις Κύριε, εκείνους που Σε εκζητούν».

Η ΟΣΙΑ ΧΩΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΖΩΣΙΜΑ

Εκείνη δε, αφού έπιασε το Γέροντα, δεν τον άφησε να αποτελειώσει τη μετάνοια, αλλά είπε σ’ αυτόν: «Όλ’ αυτά που άκουσες, σε εξορκίζω στ’ όνομα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, του Θεού μας, να μη πεις σε κανένα μέχρι που να πεθάνω. Τώρα πήγαινε στο καλό και πάλι τον ερχόμενο χρόνο θα με δεις. Να κάμεις μόνο για τον Κύριο εκείνο που σου παραγγέλω, στις ιερές νηστείες του ερχόμενου χρόνου μην περάσεις τον Ιορδάνη, όπως ακριβώς υπάρχει συνήθεια να κάνουν στο Μοναστήρι».

«Απορούσε δε ο Ζωσιμάς ακούοντας, ότι και το κανόνα του Μοναστηριού γνώριζε και δεν έλεγε τίποτε άλλο, εκτός: «Δόξα τω Θεώ, ο Οποίος χαρίζει πολλά στους αγαπώντας Αυτόν». Εκείνη δε είπε: «Μείνε λοιπόν, Αββά Ζωσιμά, καθώς είπα στο Μοναστήρι, γιατί αν θελήσεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό. Τη δε Μεγάλη Πέμπτη πάρε τη Θεία κοινωνία και έλα στο μέρος του Ιορδάνη, που πλησιάζει τις κατοικημένες περιοχές, για να έλθω εκεί να κοινωνήσω των ζωοποιών δώρων, γιατί από τότε που κοινώνησα στο ναό του Προδρόμου, πριν περάσω τον Ιορδάνη δεν ξανακοινώνησα. Γι’ αυτό σε παρακαλώ, μην παρακούσεις στη παράκλησή μου, αλλά ‘πωσδήποτε να μου φέρεις τα ζωοποιά αυτά Θεία Μυστήρια, την ώρα που ο Κύριος έκανε μέτοχους τους Μαθητές του τού Θείου Δείπνου. Εις δε τον Αββά Ιωάννη, τον ηγούμενο του Μοναστηριού, να πεις αυτά: «Πρόσεχε, αδελφέ, από τον εαυτό σου, και από τους μοναχούς του μοναστηριού, γιατί εκεί γίνονται μερικά πράγματα που θέλουν διόρθωση. Αλλά δεν θέλω να πεις τώρα αυτά, αλλ’ όταν σου επιτρέψει ο Κύριος». Αυτά αφού είπε και ζήτησε από τον Γέροντα να προσεύχεται και γι’ αυτή, αναχώρησε προς την έρημο. Ο δε Ζωσιμάς αφού γονάτισε και προσκύνησε τη γη, όπου ήταν τα ίχνη των ποδιών της, δόξασε τον Θεό και αφού τον ευχαρίστησε , επέστρεψε με σωματική και ψυχική αγαλλίαση δοξάζοντας και ευλογώντας Αυτόν. Αφού δε διαπέρασε πάλιν εκείνη την έρημο, έφτασε στο Μοναστήρι, τη μέρα που συνηθίζουν να επιστρέφουν αυτοί που μένουν σ’ αυτό.

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΙΣΩ ΣΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Και καθ’ όλο εκείνο το χρόνο, ο Γέροντας ησύχαζε, χωρίς να τολμά να πει σε κανένα τίποτα, απ’ όσα είδε, παρακαλούσε μόνο από μέσα του το Θεό να του δείξει και πάλι το πρόσωπο που επιθυμούσε. Στεναχωριόταν δε και λυπόταν πάρα πολύ, όταν σκεφτόταν τη χρονική περίοδο, ήθελε δε, αν ήταν δυνατό, ο χρόνος να γινότανε μία μέρα. Όταν δε έφτασε η Κυριακή που θα άρχιζαν οι ιερές νηστείες, αμέσως μετά την καθιερωμένη ευχή, όλοι μεν οι άλλοι βγήκαν ψάλλοντες, αυτός όμως αρρώστησε και αναγκάσθηκε να μείνει στο Μοναστήρι, οπότε θυμήθηκε την Οσία, που του είπε: «Αν θέλεις να βγεις, δεν θα σου γίνει καλό». ¨όταν δε πέρασαν λίγες μέρες ανέλαβε από την αρρώστεια και παρέμεινε το Μοναστήρι.

Ο ΖΩΣΙΜΑΣ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΠΡΟΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Όταν δε πάλιν οι μοναχοί επέστρεψαν και έφτασε η νύχτα του Μυστικού Δείπνου, έκαμε όσα τον διάταξε και αφού έβαλε σ’ ένα μικρό ποτήρι το Άχραντο Σώμα και Αίμα του Χριστού, του Θεού μας, αναχώρησε πολύ πρωί, φέροντας μαζί του και μικρό καλάθι από φοίνικα και φακές βρεγμένες. Όταν δε έφτασε στον Ιορδάνη κάθησε στο χείλος του και περίμενε να έλθει η Οσία. Επειδή όμως καθυστερούσε να Έλθει η ιερή γυναίκα, ο Ζωσιμάς παρέμεινε άγρυπνος, βλέποντας προσεχτικά την έρημο και περιμένοντας να τη δει. Έλεγε δε από μέσα του ο Γέροντας καθισμένος: «Μήπως συνέβηκε τίποτε και την εμπόδισε να έλθει; Μήπως ήλθε και επειδή δεν με βρήκε επέστρεψε;»

Αφού είπε αυτά και δάκρυσε και αναστέναξε κα αφού σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό, παρακάλεσε τον Θεό, λέγοντας: «Δέσποτα και πάλι επέτρεψε να δω εκείνο που πεθυμούσα κι’ έτσι να μη φύγω άπρακτος, ελεγχόμενος από τις αμαρτίες μου». Ενώ όμως προσευχόταν και έλεγε αυτά κλαίοντας, παρέπεσε σ’ άλλο λογισμό, λέγοντας από μέσα του: «Όταν έλθει, πως θα περάσει τον Ιορδάνη και να έλθει κοντά μου, αφού δεν υπάρχει πλοίο; Αλοίμονο τότε σε μένα τον ανάξιο και ελεεινό, που θα στερηθώ τέτοιου καλού, να λάβω την ευχήν της Οσίας».

Η ΟΣΙΑ ΚΟΙΝΩΝΑ

Ενώ όμως, ο Γέροντας συλλογιζότανε αυτά, ιδού έφτασε και η Οσία γυναίκα, που στάθηκε στο απέναντι μέρος του ποταμού, απ’ όπου ερχόταν. Τότε ο Ζωσιμάς στάθηκε όρθιος χαίροντας και δοξάζοντας τον Θεό.

Αλλά συνέχιζε να παλεύει με το λογισμό, πως δηλαδή θα περνούσε τον ποταμό, οπότε βλέπει αυτήν να κάμει το σημείο του Σταυρού (αν και ήταν νύκτα, όμως έφεγγε, γιατί ήταν πανσέληνος) και αφού περπάτησε πάνω στο νερό ήλθε κοντά του. Μόλις δε εκείνος πήγε να βάλει μετάνοια, εκείνη τον εμπόδισε λέγοντας: «Τι κάμνεις Αββά, θέλεις να βάλεις μετάνοια, εσύ που είσαι ιερέας και μάλιστα κρατάς τα Θεία Δώρα;» Εκείνος υπάκουσε και τότε η Οσία του είπε:
«Ευλόγησε, Πάτερ, ευλόγησε». Ο δε Γέροντας τρέμοντας και θαυμάζοντας και το τέτοιο θέαμα, αποκρίθηκε σ’ αυτήν: «Πραγματικά είναι αληθινός ο Θεός, λέγοντας ότι μπορούμε να ομοιωθούμε μαζί Του, φτάνει να θελήσουμε να καθαρίσουμε τους εαυτούς μας. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος δεν στέρησες το έλεός σου από μένα το δούλο σου. Δόξα σοι Χριστέ, ο Θεός μας, ο Οποίος μου φανέρωσες μέσω αυτής της δούλης Σου, πόσον απέχω από την τελειότητά».

Ενώ έλεγε αυτά η γυναίκα ζήτησε να πει το «Πιστεύω» και το «Πάτερ ημών» και όταν τέλειωσε τον ασπάστηκε κατά τη μοναχική συνήθεια και μετάλαβε των Ζωοποιών Μυστηρίων. Αφού δε σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, αναστέναξε με δάκρυα κα είπε: «Νυν απολύεις την δούλην Σου, Δέσποτα κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν Σου».

Τότε λέει στον Γέροντα: «Συγχώρησέ με, Αββά, και εκπλήρωσε μου και άλλην επιθυμίαν. Να γυρίσεις τώρα με τη βοήθεια του Θεού στο Μοναστήρι και τον ερχόμενο χρόνο να έλθεις και πάλι σ’ εκείνο τον χείμαρρο, όπου με συνάντησες την πρώτη φορά. Να έλθεις οπωσδήποτε και θα με δεις καθώς θέλει ο Κύριος». Ο δε Ζωσιμάς της αποκρίθηκε: «Μακάρι να ήμουν άγιος από τώρα να σε ακολουθήσω και να βλέπω παντοτεινά το τίμιό Σου πρόσωπο. Αλλά πάρε και φάε από τη λίγη αυτή τροφή που σου έφερα». Και λέγοντας αυτά, της έδωσε το μικρό καλάθι που κρατούσε. Η δε γυναίκα, αφού πήρε με τα άκρα των δακτύλων της τρεις κόκκους φακής, τους έβαλε στο στόμα της λέγοντας: «Είναι αρκετή η χάρη του Αγίου Πνεύματος, να συντηρεί και να φυλάει την ουσία της ψυχής καθαρή». Και αφού είπε αυτά, στράφηκε προς τον Γέροντα και του ζήτησε να προσεύχεται στον Κύριο γι’ αυτή την αμαρτωλή. Ο Γέροντας άγγιξε τότε τα πόδια της Οσίας και αφού προσευχήθηκε με δάκρυα και στεναγμούς, την άφησε να φύγει, γιατί δεν τολμούσε να κρατήσει περισσότερο την ακράτητη. Η δε Οσία, αφού έκαμνε και πάλι το σημείο του Σταυρού, περπάτησε πάνω στο νερό του ποταμού, όπως και προηγουμένως και τον διαπέρασε. Ο δε Γέροντας γύρισε πίσω με πολύ χαρά και φόβο συγχρόνως, αλλά περιγελούσε τον εαυτό του, γιατί δεν ρώτησε να μάθει τα’ όνομα της Οσίας, έλπιζε όμως να το πετύχει τον ερχόμενο χρόνο.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΣΙΑΣ

Όταν δε πέρασε ο χρόνος, ο Ζωσιμάς ήλθε πάλι στην έρημο κα πήγε να δει εκείνο το παράδοξο θέαμα. Αφού περπάτησε όλο το δρόμο και έφτασε στο τόπο που ζητούσε κοίταξε δεξιά, και αριστερά, προσπαθώντας να συλλάβει σαν έμπειρος κυνηγός το θήραμά του. Επειδή όμως δεν έβλεπε πουθενά τίποτα να κινείται άρχισε να κλαίει πικρά και αφού σήκωσε το βλέμμα ψηλά προσευχήθηκε λέγοντας: «Δείξε, μου Δέσποτα το θησαυρό, δηλαδή τον επίγειο Άγγελο, του οποίου ο κόσμος δεν είναι άξιος». Και ενώ ευχόταν αυτά, έφτασε στο γνωστό τόπο, όπου βρήκε την Οσία νεκρή με σταυρωμένα τα χέρια και στραμμένη προς την ανατολή και αφού Έτρεξε κοντά της έπλυνε τα πόδια με τα δάκρυά του, γιατί δεν τολμούσε σε κανένα άλλο μέρος να την αγγίξει.

Αφού λοιπόν δάκρυσε αρκετά και είπε τους κατάλληλους ψαλμούς, ανέπεμψε επιτάφια ευχή κα είπε από μέσα του: «Μήπως πρέπει να θάψω το λείψανο της Οσίας; Ή μήπως όχι, γιατί δεν της αρέσει αυτό;», Και ενώ σκεφτόταν αυτά, είδε κοντά στην κεφαλή της χαραγμένες στη γη λέξεις: «Αββά Ζωσιμά, θάψε σ’ αυτό τον τόπο το λείψανο της Μαρίας και προσευχήσου στο Θεό για μένα, που πέθανα το μήνα Φαρμαιθί (Απρίλιο), την πρώτη εκείνη νύκτα του σωτηρίου Πάθους, κατά την οποία κοινώνησα». Όταν ο Γέροντας τα διάβασε, χάρηκε που έμαθε το όνομα της Οσίας και έμαθε ότι μόλις κοινώνησε τα Θεία Μυστήρια ήλθε σ’ αυτό το μέρος για να περπατήσει, με πολύ κόπο, η Μαρία τον κάλυψε σε μιάν ώρα και αμέσως μετά παρέδωσε τη ψυχή της στο Θεό.

Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΛΕΙΨΑΝΟΥ ΤΗΣ

Δοξάζοντας δε το Θεό και βρέχοντας το σώμα της Μαρίας με δάκρυα είπε από μέσα του: «Είναι ώρα πετεινέ Ζωσιμά, να εκτελέσεις τη διαταγή, αλλά πως θα βγάλεις, ταλαίπωρε, λάκκο, χωρίς να έχεις κανένα μέσο στα χέρια σου;» Και αφού είπε αυτά, είδε πιο πέρα ένα μικρό ξύλο πεταμένο στη γη, που αφού το πήρε άρχισε να σκάβει. Επειδή όμως το έδαφος ήταν σκληρό δεν σκαβότανε , έτσι ο Γέροντας υπόφερε κοπιάζοντας και ιδρώνοντας. Μια στιγμή αναστέναξε από τα βάθη της καρδιάς του και αφού σήκωσε το πρόσωπο, είδε ένα μεγάλο λιοντάρι να στέκει δίπλα στο λείψανο της Οσίας και να γλύφει τα ίχνη της.

Αυτός μόλις είδε το θηρίο, τρόμαξε από φόβο αλλ’ όταν θυμήθηκε τα λόγια της Οσίας, που είπε ότι ουδέποτε είδε θηρίο, έκαμε το σημείο του Σταυρού και πίστεψε ότι η δύναμη της Οσίας θα τον προφυλάξει από κάθε κίνδυνο. Το δε λιοντάρι αφού ήλθε κοντά στον Γέροντα τον έγλυφε στα πόδια. Τότε ο Ζωσιμάς αφού στράφηκε σ’ αυτό είπε: «Επειδή ώ θηρίο, η Μεγάλη επέτρεψε να ταφεί το λείψανό της και επειδή εγώ είμαι γέρος και δεν μπορώ να σκάψω λάκκο (αλλ’ ούτε και κανένα εργαλείο κατάλληλο έχω, γι’ αυτό το σκοπό, και ούτε μπορώ να επιστρέψω και να το φέρω εξ’ αιτίας της μεγάλης απόστασης), άνοιξε εσύ το λάκκο με τα νύχια σου, για να αποδώσουμε στη γη το λείψανο της Οσίας». Αμέσως μετά τα λόγια του Γέροντα, το λιοντάρι έσκαψε με τα μπροστινά του πόδια λάκκο, όσο χρειαζόταν για τη ταφή του σώματος.

Ο Γέροντας, αφού και πάλι έπλυνε με δάκρυα τα πόδια της Οσίας και αφού την παρακάλεσε πολύ να πρεσβεύει προς τον Θεό υπέρ πάντων σκέπασε το σώμα με χώμα, ενώ παρευρισκόταν και το λιοντάρι. Κάλυψε δε το σώμα της Οσίας μ’ εκείνο το σχισμένο ιμάτιο, που της είχε ρίξει από πίσω της ο Ζωσιμάς τη πρώτη φορά ου τη συνάντησε και από τότε η Μαρία κάλυπτε μ’ αυτό ορισμένα μέρη του σώματός της.

Ύστερα αναχώρησαν και οι δυό, και το μεν λιοντάρι προχώρησε σαν πρόβατο στο εσωτερικό της ερήμου, ο δε Ζωσιμάς γύρισε πίσω στο Μοναστήρι ευλογώντας και δοξάζοντας το Θεό, διηγήθηκε δε όλα στους μοναχούς, χωρίς ν’ αποκρύψει τίποτα, απ’ όσα είδε κι’ άκουσε. Εκείνοι δε όταν άκουσαν αυτά τα μεγαλεία του Θεού, υπερθαύμασαν και με πολύ φόβο και πόθο τηρούσαν τη μνήμη της Οσίας. Ο δε ηγούμενος Ιωάννης, αφού ερεύνησε και βρήκε σύμφωνα με τα λόγια της Οσίας μερικά σφάλματα στο μοναστήρι, φρόντισε και τα διόρθωσε, για να μη βγει και σ’ αυτό το θέμα άχρηστος ή μάταιος ο λόγος της Οσίας. Στο μοναστήρι δε τούτο πέθανε και ο Αββάς Ζωσιμάς, σε ηλικία 100 χρονών.

Ορθόδοξον Ίδρυμα «Απόστολος Βαρνάβας»

Γιατί παραχωρούνται οι πειρασμοί;

αναρτήθηκε στις 9 Απρ 2019, 1:41 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 9 Απρ 2019, 1:42 π.μ. ]



: Οἱ πειρασμοὶ παραχωροῦνται γιὰ νὰ φανερωθοῦν τὰ κρυμμένα πάθη, νὰ καταπολεμηθοῦν κι ἔτσι νὰ θεραπευθεῖ ἡ ψυχή. Εἶναι καὶ αὐτοὶ δεῖγμα τοῦ θείου ἐλέους.

Γί’ αὐτὸ ἄφησε μὲ ἐμπιστοσύνη τὸν ἑαυτό σου στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ καὶ ζήτησε τὴ βοήθειά Του, ὥστε νὰ σὲ δυναμώσει στὸν ἀγώνα σου. Ἡ ἐλπίδα στὸ Θεὸ δὲν ὁδηγεῖ ποτὲ στὴν ἀπελπισία. Οἱ πειρασμοὶ φέρνουν ταπεινοφροσύνη.
Ὁ Θεὸς ξέρει τὴν ἀντοχὴ τοῦ καθενός μας καὶ παραχωρεῖ τοὺς πειρασμοὺς κατὰ τὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας. Νὰ φροντίζουμε ὅμως κι ἐμεῖς νὰ εἴμαστε ἄγρυπνοι καὶ προσεκτικοί, γιὰ νὰ μὴ βάλουμε μόνοι μας τὸν ἑαυτό μας σὲ πειρασμό.

Ἐμπιστευτεῖτε στὸ Θεὸ τὸν Ἀγαθό, τὸν Ἰσχυρό, τὸν Ζῶντα, καὶ Αὐτὸς θὰ σᾶς ὁδηγήσει στὴν ἀνάπαυση. Μετὰ τὶς δοκιμασίες ἀκολουθεῖ ἡ πνευματικὴ χαρά. Ὁ Κύριος παρακολουθεῖ ὅσους ὑπομένουν τὶς δοκιμασίες καὶ τὶς θλίψεις γιὰ τὴ δική Του ἀγάπη. Μὴ λιποψυχεῖτε λοιπὸν καὶ μὴ δειλιάζετε.

Δὲν θέλω νὰ θλίβεστε καὶ νὰ συγχύζεστε γιὰ ὅσα συμβαίνουν ἀντίθετα στὴ θέλησή σας, ὅσο δίκαιη κι ἂν εἶναι αὐτή. Μία τέτοια θλίψη μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη ἐγωϊσμοῦ. Προσέχετε τὸν ἐγωϊσμό, ποὺ κρύβεται κάτω ἀπὸ τὴ μορφὴ τοῦ δικαιώματος. Προσέχετε καὶ τὴν ἄκαιρη λύπη, δημιουργεῖται ὕστερ’ ἀπὸ ἕναν δίκαιο ἔλεγχο. Ἡ ὑπερβολικὴ θλίψη γιὰ ὅλα αὐτὰ εἶναι τοῦ πειρασμοῦ. Μία εἶναι ἡ ἀληθινὴ θλίψη. Αὐτὴ ποὺ δημιουργεῖται, ὅταν γνωρίσουμε καλὰ τὴν ἄθλια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Ὅλες οἱ ἄλλες θλίψεις δὲν ἔχουν καμιὰ σχέση μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Φροντίζετε νὰ περιφρουρεῖτε στὴν καρδιά σας τὴ χαρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέπετε στὸν πονηρὸ νὰ χύνει τὸ φαρμάκι του. Προσέχετε! Προσέχετε, μήπως ὁ παράδεισος, ποὺ ὑπάρχει μέσα σας, μετατραπεῖ σὲ κόλαση.

Διδαχές Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως
Ἀπὸ τὴ σειρὰ τῶν φυλλαδίων «Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ» τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ Ἀττικῆς.

Προσκυνηματική εκδρομή στους Αγίους Τόπους από τον Ιερό καθεδρικό Ναό Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου από την 12η έως την 20η Νοεμβρίου 2019

αναρτήθηκε στις 2 Απρ 2019, 4:19 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 2 Απρ 2019, 12:26 μ.μ. ]

 Πάει η πεθερά ενός τύπου στα Ιεροσόλυμα και ξαφνικά πεθαίνει


Ο ιερός ναός Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου διοργανώνει Προσκυνηματική εκδρομή στους Αγίους τόπους ( στα Ιεροσόλυμα , στο Πανάγιο τάφο ,στο φρικτό Γολγοθά, στο ναό της Αναστάσεως, στη Γεσθημανή στον Ιορδάνη ποταμό, στο όρος το Θαβώρ, στην Βηθλεέμ, στο Όρος των ελαιών) κ.α Για πληροφορίες και δηλώσεις συμμετοχής στην εκδρομή οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στο Αρχιερατικό Επίτροπο Πλωμαρίου, Αιδεσ. Πρωτ. Ευστάθιο Μεταξή , στα τηλέφωνα: 2252032223, κιν. 6974067046.

Ιστορικοί περιγράφουν τον ρόλο της Εκκλησίας στην Επανάσταση του 1821

αναρτήθηκε στις 25 Μαρ 2019, 9:33 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 25 Μαρ 2019, 9:33 π.μ. ]





Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέλινον, δια να υψώσωμεν το σημείον δι’ ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών και αφρόνησιν». Το απόσπασμα αυτό από την ομιλία του Αθανασίου Διάκου σε αγωνιστές αποδεικνύει πως οι άνθρωποι της Εκκλησίας ήταν μεταξύ των πρώτων που σήκωσαν το λάβαρο του Αγώνα.

Σε όλη την Ελλάδα ο κλήρος έδωσε το δικό του αγώνα, πότε δίπλα στους καπεταναίους και πότε αυτόνομα, υπερασπίστηκε με το αίμα του την πατρίδα με οδηγό την αφοσίωσή του στο λαό και την ορθοδοξία. Αυτή την αγάπη καταγράφουν στο αφιέρωμα που ακολουθεί οι ιστορικοί που έζησαν τα γεγονότα του 1821.

I. Φιλήμονος: Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός

Προλεγόμενα εις την α’ έκδοσιν των Απομνημονευμάτων του Παλαιών Πατρών Γερμανού

«Ο Μητροπολίτης Γερμανός ρίπτεται εις το μέσον της Επαναστάσεως ευθύς, στηρίζων τα πρώτα βήματά της. Διά την φρόνησιν και την ελληνικήν καρδίαν του απολαύων από όλους σέβας ιδιαίτερον, φαίνεται προηγούμενος και εις τας στρατιωτικάς επιχειρήσεις και εις τας πολιτικάς ενεργείας, γινόμενος τα πάντα τοις πάσι διά την ελευθερίαν της Πατρίδος. Ο Γερμανός διεύθυνε παντού προκηρύξεις, προσκαλών εις την συμμετοχήν της Επαναστάσεως τους μη οπλισθέντας έτι λαούς.

Προκηρύξεις περί βοηθείας απέστειλεν εις την Επτάνησον, ήτις πάντοτε εμπνευσμένη αισθήματα ελευθερίας, και αφ’ εαυτής οργώσα εις στάδιον παρόμοιον, ενθουσιάται ήδη, κινουμένη αμέσως εις βοήθειαν.

Συλλέξας ο Γερμανός ευθύς τους εν Πάτραις ιστοτύπους, ητοίμασε μίαν ποσότητα σημαιών και τας διένειμεν εις την Πελοπόννησον και εις την Στερεάν. Διά την μεσολαβούσαν έλλειψιν των τροφίμων, προκειμένης τόσης ανωμαλίας, απολύει εξ ανάγκης τους στρατιώτας από το καθήκον της νηστείας· ευλογεί και εμψυχώνει τους ανδρείως αγωνιζομένους· πρώτος μετά των άλλων αναγγέλλει επισήμως προς τους εν Πάτραις Προξένους των Δυνάμεων την Ελληνικήν Επανάστασιν, και το παράδειγμα τούτο ακολουθεί παραπόδας ο Π. Μαυρομιχάλης, προκηρύττων περί αυτής από τας Καλάμας προς όλον τον χριστιανικόν κόσμον.

Κατά την Πελοπόννησον, την λοιπήν Ελλάδα και όλην την Ευρώπην φαίνεται πρώτον ήδη η σφραγίς την οποίαν εχάραξεν ούτος, έχουσαν τον Σταυρόν, κύκλον δάφνης και επιγραφήν, την πλέον τιμαλφή, «ΣΦΡΑΓlΣ ΕΛΕΥΘΕΡlΑΣ»· επιγραφήν την οποίαν απεδέχθησαν και η Ήλις και άλλαι επαρχίαι. Του Γερμανού ο ζήλος εξάπτεται κοινός εις όλον της Ελλάδος το ιερατείον και εφάμιλλοι τούτου πάσχουν να αναδειχθώσιν ο Βρυσθένης Θεοδώρητος, ο Έλους Άνθιμος, ο Μωθώνης Γρηγόριος, ο Σαλώνων Ησαΐας, ο Καρύστου Νεόφυτος, ο Πρωτοσύγκελλος Αμβρόσιος Φραντζιάδης, ο Νεόφυτος Βάμβας, ο Ταλαντίου Νεόφυτος, ο Παροναξίας Ιερόθεος, ο Άρτης Πορφύριος και πλήθος άλλοι.»

Χριστοφόρου Περραιβού: Διάκος κι Επίσκοπος στην οδό του μαρτυρίου

Απομνημονεύματα πολεμικά

«Ο Διάκος, μαθών ότι ο εχθρός έφθασεν εις το Ζητούνι, συγκαλέσας τους συναγωνιστάς του, ωμίλησε τα εξής: «Αδελφοί Έλληνες! Έπειτα από τετρακοσίων χρόνων σκληράν σκλαβιάν, ο Θεός, ευσπλαγχνισθείς, απεφάσισε να μας δώση την ελευθερίαν, καθώς την εχαίροντο μίαν φοράν oι προπάτορές μας. Πλην διά να την απολαύσωμεν, πρέπει ν’ αποφασίσωμεν ν’ αποθάνωμεν με τα όπλα εις τας χείρας, και τότε ας την χαρώσιν oι μεταγενέστεροί μας. Ημείς ως τόσον θέλομεν απολαύσει τα δύο μεγαλήτερα καλά, τον παράδεισον και την αιώνιoν μνήμην των μεταγενεστέρων, επειδή διά τον σταυρόν και την ελευθερίαν αποθνήσκομεν· αν όμως δειλιάσωμεν τώρα, τότε αιωνίως εχάθημεν και ημείς και όλον το έθνος μας. Όθεν, όποιος αγαπά με την αλήθειαν την πίστιν και την πατρίδα, ας δράξη τα όπλα και ας έλθη μαζί μου».

Ταύτα ειπών, ο καλός πατριώτης έδραμεν αμέσως και κατέλαβεν, ως είρηται, την γέφυραν, θέσιν την πλέον σημαντικήν και κινδυνώδη, τον οποίον πολλοί ηκολούθησαν, αλλά, παρουσιασθέντος του κινδύνου, ολιγώτατοι τον εμιμήθησαν, εξαιρέτως ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, όστις και έλαβεν τον ίδιoν στέφανον της δόξης με τον Διάκoν, φυλάξας την θέσιν του κατά το ευώνυμον του Διάκoυ, όπου ο εχθρός διέβαινε τον πόρον του ποταμού· και αφού εθυσίασεν ικανούς, απέθανεν και αυτός μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος και υπέρ των ιδίων λογικών του προβάτων.»

Αλεξάνδρου Υψηλάντη: «Να υψώσωμεν το σημείον δι’ ου πάντοτε νικώμεν, τον Σταυρόν!»

Προκήρυξη

«Η ώρα ήλθεν, ω άνδρες Έλληνες!

Oι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι· oι Σέρβοι, oι Σουλιώται και όλη η Ήπειρος οπλοφορούντες μας περιμένουν· ας ενωθώμεν λοιπόν με ενθουσιασμόν! Η Πατρίς μάς προσκαλεί!

Η Ευρώπη προσηλώνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας· ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα όρη της Ελλάδος από τον ήχον της πολεμικής μας σάλπιγγος και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάσει τας ανδραγαθίας μας, oι δε τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγη απ’ έμπροσθέν μας.

Oι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ενασχολούνται εις την απόλαυσιν της ιδίας ευδαιμονίας και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.

Ημείς, φαινόμενοι άξιoι της προπατορικής αρετής και του παρόντος αιώνος, είμεθα ευέλπιδες να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και εις βοήθειαν πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθείτε, ω φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς οίτινες, παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς· ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνιμα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας βραχίονας; Ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Oι στρατηγοί μας έμπειροι και όλοι oι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! Ενωθήτε λοιπόν, oι ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! Ας σχηματισθώσι φάλαγγες εθνικαί, ας εμφανισθώσι πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας σημαιών. Εις την φωνήν της σάλπιγγός μας όλα τα παράλια του loνίoυ και Αιγαίoυ πελάγους θέλουσιν αντηχήση· τα ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ ειρήνης ήξευραν να εμπορεύωνται και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μαχαίραν την φρίκην και τον θάνατον.

Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος, σείων την αιματωμένην χλαμύδα του τυράννου, εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη σεις, ω Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ω φίλοι συμπατριώται, ευσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας, ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα ώστε με μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπτον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος, γενόμενος αγριώτερος, θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.

Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ω συμπατριώται!, και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν· ίδετε εδώ τους ναούς καταπατημένους· εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα, διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας· τους οίκους μας γεγυμνωμένους∙ τους αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα.

Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν την Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέληνον, διά να υψώσωμεν το σημείον δι’ ου πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καταφρόνησιν.

Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι όστις ανδρειωτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος και ωφελιμωτέρως την δουλεύσει. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους δημογέροντάς του και εις την ύψιστον ταύτην βουλήν θέλουσιν υπείκει όλαι μας αι πράξεις.

Ας κινηθώμεν λοιπόν με εν κοινόν φρόνημα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ’ αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας· Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσεν τας αηττήτους φάλαγγας ενός τυράννου.

Με την ένωσιν, ω συμπολίται, με το προς την ιεράν θρησκείαν σέβας, με την προς τους νόμους και τους στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθερότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος· αυτή θέλει στεφανώση με δάφνας αειθαλείς τους ηρωικούς αγώνας μας· αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής· τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν θέλει αποκηρύξη ως νόθα και ασιανά σπέρματα και θέλει παραδώση τα ονόματά των ως άλλων προδοτών, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.

Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω ανδρείοι, και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος. Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, oι οποίοι διά να μας αφήσωσιν ελευθέρους επολέμησαν και επέθανον εκεί. Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμεινώνδου Θηβαίου και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους∙ εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, oι oπoίoι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν· εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των Τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαρωτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον με πολλά μικρόν κόπον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.

Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί!»

Αλέξανδρος Υψηλάντης

Την 24η του Φεβρουαρίου 1821

Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου

Ηλία Φωτεινού: Η ύψωση της σημαίας του Υψηλάντη

Oι άθλοι της εν Βλαχία Ελληνικής Επαναστάσεως το 1821

«Την 27ην του Μαρτίου, ημέραν Κυριακήν μετά μεσημβρίαν, κατά παρακίνησιν Αρχιμανδρίτου τινός Έλληνος, παπά Βασιλείου, φίλου και συνοπαδού του Γ. Ολυμπίου, προσκληθέντες δύο ιερείς, αγνoούντες ου ένεκα, εις τον οίκον του Βέλλιου, όπου ενέδρευεν ο Ι. Φαρμάκης, εκεί προητοιμασμένη ούσα η τρίχροος μεταξωτή σημαία, σύμβολα φέρουσα, εκ του ενός τον άγιον Κωνσταντίνον συν τη Ελένη με το σημείον του σταυρού και υπό αυτοίς το «εν τούτω νίκα», εκ δε του άλλου τον Φοίνικα με το «εκ της κόνεώς μου αναγεννώμαι» έκαμαν κατ’ επιταγήν λιτανείαν· έπειτα ο μεν εις ιερεύς, κρατών εν χερσί τον σταυρόν, ο δε το ιερόν ευαγγέλιον, και μεταξύ τούτων ο ενθουσιαστικώτατος Κωνσταντίνος Κυριάκου Αριστίας, φέρων επί ώμου αναπεπταμένην την ιεράν Σημαίαν, κατόπιν δε τούτων έως δέκα οπλοφόροι ξιφήρεις εξήλθον ομού του ρηθέντος οίκου ψάλλοντες το «έλαμψεν η χάρις σου σήμερον» κ.τ.λ. και μετά τούτο άδοντες τα φιλελεύθερα άσματα του αειμνήστου Ρήγα Φερραίου, το «δεύτε, παίδες των Ελλήνων», «φίλοι μου συμπατριώται» και το «ως πότε, παλληκάρια, να ζώμεν στα στενά» κ.τ.λ. και παρακολουθούμενοι εν τω μεταξύ από πλήθος πολύ άλλων οπλοφόρων εγκατοίκων και οπλομάχων φιλελευθέρων, εστάθησαν oι επί κεφαλής του πλήθους δύο ιερείς μετά του ρηθέντος σημαιοφόρου εις το τετράοδον της παλαιάς Κούρτης, εδεήθησαν εκεί υπέρ της σωτηρίας των ορθοδόξων χριστιανών, ευχάς, θυμιάματα και δάκρυα προς τον Θεόν αναπέμψαντες εκφώνησαν τρανώς το «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου» κ.τ.λ. και ευθύς με ακατάπαυστον πυροβολισμόν επ’ αέρος άνευ σφαιριδίων δεν ηκούετο άλλο από το στόμα του πλήθους ειμή το «ζήτω η ελευθερία», εωσού επέστρεψαν εις την ρηθείσαν oικίαν· ανέπηξεν και ο Σημαιοφόρος ευτυχώς την σημαίαν επί του πυλώνος, τότε επροσκύνησαν πάντες αυτήν, επυροβόλησαν αύθις και τελευταίον έκραξαν μεγαλοφώνως το «και εις τας πύλας του Βυζαντίου». Μετά τούτο, oι μεν επανήλθον εις τα ίδια, oι δε, συνακολουθούντες αυθόρμητοι από ενθουσιασμόν, ήρχισαν να συγκατατάττωνται εις στρατολογίαν».

Μέσα από το αποκλεισμένο Μεσολόγγι

Ημερολόγιον Πολιορκίας Μεσολογγίου, στην εφημερίδα του «Ελληνικά Χρονικά»

«Μεσολόγγιον την 23 Αυγούστου.

Αρκετόν καιρόν εστερούμεθα εφημερίδας της Ευρώπης, και επομένως δεν εγνωρίζαμεν υπό ποίαν μορφήν παρεσταίνοντο εκείσε τα περί της πατρίδος μας. Εσχάτως λοιπόν λαβόντες μερικάς, με απορίαν μας απερίγραπτον βλέπομεν ότι oι πλείστοι των συντακτών αυτών, μακρόν του να κρίνωσι μετ’ απαθείας περί των κατά την Ελλάδα διατρεχόντων, ευαρεστούνται να δημοσιεύουν μάλλον ψεύδη, παραλογισμούς ή υποθέσεις πολύ κακώς θεμελιωμένας· και το χείριστον ακόμη, ότι εγκαταλείπουν εις την εσχάτην απελπισίαν την πτωχήν Ελλάδα και λέγουν ότι η επανάστασις της Πελοποννήσου εγγίζει εις το τέλος της. Ο Ρεσίτ πασάς θέλει βιάσει το Μεσολόγγιον να παραδοθή· και τότε τι ημπορούν πλέον να κάμουν αι νήσοι;

Αλλ’ oι άνθρωποι ούτοι κάμνουν λογαριασμούς εις τον αέρα, χωρίς να έχουν ποσώς ιδέαν μήτε περί των πράξεών μας, μήτε περί του χαρακτήρος των πολιτικών και στρατιωτικών οδηγών μας· όθεν και κατά τούτο δεν τους συνεριζόμεθα. Το μόνον εις αυτούς ασυγχώρητον είναι ο ειρωνικός τρόπος με τον οποίον εις πολλάς εφημερίδας των εκφράζονται και διά του οποίου κατατραυματίζουν τας αισθαντικάς και τας ωρκισμένας να αποθάνωσι διά την θρησκείαν του ΧΡlΣΤΟΥ καρδίας. Αι ειρωνείαι αύται είναι πλέον κεντηστικαί, παρά τας ύβρεις αυτάς των εχθρών μας Τούρκων· διό και κατ’ ορθόν λόγον δύναται τις να ονομάση μάλλον τους τοιούτους Τούρκους παρά Χριστιανούς. Ο πόλεμος της ανεξαρτησίας των Ελλήνων είναι ιερός επειδή είναι αγών υπέρ του ΣΤΑΥΡΟΥ, κατά της ημισελήνου· όθεν αν τα προς το παρόν επικρατούντα εν Ευρώπη πολιτικά συστήματα δεν επιτρέπουν την συνδρομήν των μαχομένων κατά του Μωαμεθανισμού πτωχών Χριστιανών, νομίζομεν ότι έπρεπε τα ίδια αυτά συστήματα να απαγορεύωσι την δημοσίευση τοιούτων σαρκασμών, γινομένων κατ’ ανθρώπων oι οποίοι πέντε έτη ολόκληρα έχουν προ οφθαλμών τον θάνατον, μόνον και μόνον διά να ζήσουν Χριστιανοί και ελεύθεροι πολίται.»

Ν.Δ. Μακρή: Ο παπάς στις ντάπιες

Ιστορία του Μεσολογγίου

«Συχνότατα ήκουσα επαναλαμβανόμενον υπό των γονέων και των συμπολιτών μου, μεταξύ άλλων, και το εξής χαρακτηριστικόν επεισόδιον του σεβαστού ημών κλήρου.

«Ο εφημέριος του Αγίου Παντελεήμονος, ιερεύς Παπα-Παναγιώτης Μπουγάτσας, εκ Μποχωρίου, από της ενάρξεως της πολιορκίας και άμα ως ήρχισεν ο κανονιοβολισμός και το τουφέκι, μετέβαινεν εις την εκκλησίαν του, ελάμβανεν εις χείρας του τα άχραντα μυστήρια και ασκεπής με τον φανόν του υπό την βροχήν των σφαιρών περιήρχετο από προμαχώνος εις προμαχώνα και εκοινώνει τους ψυχορραγούντας, παρηγορών αυτούς διά λόγων καταλλήλων και εμψυχών τους μαχομένους διά του παραδείγματός του. Την μετ’ αληθούς αυταπαρνήσεως εκπλήρωσιν του ιερού τούτου καθήκοντος ουδεμίαν ημέραν παρέλειψεν. Ότε δ’ επεσκέφθη ο αείμνηστος Βασιλεύς Όθων κατά πρώτον το Μεσολόγγιον κατά το 1837 και παρουσιάσθη ενώπιόν του ο Παπα-Παναγιώτης, έτυχε να παρευρίσκηται εν τοις ανακτόροις και ο στρατηγός Μακρής, παρά του οποίου εζήτησε πληροφορίας περί του ιερέως αυτού, ο δε Μακρής απήντησεν ως εξής: «Μεγαλειότατε! Τον παπά αυτόν δίκαιον είναι να τον προσκυνούμεν ως άγιον διά τας μεγάλας του εκδουλεύσεις εις την πατρίδα και τον κόσμον». «Kαι οπoίαι εισίν αύται, Καπετάν Μακρή;». «Άκουσε, Μεγαλειότατε! Από την αρχήν του κλεισμού στο Μεσολόγγι ο παπάς αυτός η μόνη του δουλιά που έκανε ήτανε καθώς επιάνετο το τουφέκι, και ήτανε αυτό καθημερινό, είτε μέρα ήτανε είτε νύχτα, έτρεχε στην εκκλησία, έπαιρνε το δισκοπότηρο στα χέρια του και ξεσκούφωτος με το φαναράκι του επήγαινεν από τάπια σε τάπια και μεταλάβαινε τους ψυχομαχούντας και τους παρηγορούσε με καλά λόγια και εγκαρδίωνε τους άλλους να πολεμούν με όρεξιν και με ψυχήν διά να έχουν την βοήθειαν του Θεού. Σου ορκίζομαι στην πίστη μου, Μεγαλειότατε, ότι δεν πέρασε ημέρα, είτε νύχτα, να μην τον ιδώ εις την τάπια μου επάνω στο τουφέκι, καθώς να φέρνη γύρω όλαις ταις άλλαις τάπιες και μέσα εις την χώρα από σπίτι σε σπίτι και στο γιουρoύσι της εξόδου ήτανε μαζί μας και βόλι ή μπάλα δεν τον πείραξε· τότε δεν είναι άγιος ο παπάς αυτός;». Ο αείμνηστος Όθων, ακούσας πάντα ταύτα μετά προσοχής και συγκινήσεως, ηυχαρίστησε τον στρατηγόν Μακρήν διά τας αξιομνημονεύτους και χαρακτηριστικάς αυτάς της εποχής εκείνης πληροφορίας του και ιδιοχείρως προσήρμοσεν εις το στήθος του Παπα-Παναγιώτου το αργυρούν παράσημον του αγώνος ως και εκείνο του Σωτήρος, φιλοδωρήσας αυτόν και διά γενναίου χρηματικού ποσού. Η βασιλική αύτη πράξις, λαβούσα χώραν ενώπιον πολλών αγωνιστών, γινωσκόντων τα κατά τον ιερέα τούτον εξ ιδίας αντιλήψεως, κατηυχαρίστησε τους πάντας και επί πολλάς ημέρας ήτο το θέμα της ομιλίας μεταξύ των αγωνιστών, ευλογούντων το όνομα του αειμνήστου Βασιλέως Όθωνος».

Δ. Αινιάνος: Το θρησκευτικόν αίσθημα πηγή του Αγώνος

Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως

Κυριωτέρα αιτία του μεγάλου τούτου ενθουσιασμού φρονούμεν ότι ήτο το θρησκευτικόν αίσθημα. Ο λαός δεν εγνώριζε την ελευθερίαν, επομένως δεν ηδύνατο να έχη ειμή μόνον υλικάς ιδέας περί αυτής, δηλαδή ότι έμελλε ν’ απαλλαγή των καταπιέσεων και της αυθαιρεσίας των αρχόντων του, των υπερόγκων φόρων και άλλων τοιούτων καταδυναστεύσεων· όλα δε ταύτα, ή μέρος τουλάχιστον, ηδύνατο να τ’ απολαύση και άνευ επαναστάσεως, ως και απήλαυσαν τινά μέρη εξαιρετικά τινά προνόμια. Αλλά το θρησκευτικόν αίσθημα έκαμνε μεγάλην εντύπωσιν εις αυτόν. Εθεώρει εν μέλλον λαμπρόν, καθ’ ο ηδύνατο όχι μόνον να μην εκβιάζηται εις την άρνησιν της πίστεως αυτού, αλλά να κάμνη όλας τας ιεροτελεστίας του μ’ όλην την εξωτερικήν πομπήν, να κατασκευάζη ελευθέρως τους ναούς του, και τούτους με λαμπρότητα και πολυτέλειαν, να υψώση τα κωδωνοστάσια, από τα οποία θέλει αντηχεί ο ποικίλος κρότος των κωδώνων κατά τας επισήμους εκκλησιαστικάς εορτάς και να στήση τον σταυρόν επί των εκκλησιών όπως είναι το ημισέληνον επί των μιναρέδων. Όλα δε ταύτα ήτον αδύνατον άλλως να κατορθωθώσιν, ειμή δι’ επαναστάσεως και καταστροφής όχι της Οθωμανικής εξουσίας, αλλά των Οθωμανών εν γένει.

Από τοιαύτας ιδέας εκολακεύετο ο λαός της Ελλάδος· εμψυχούτο δε από ελπίδας επιτυχίας καθ’ όσον ο αγών έμελλε να είναι περί της πίστεως και η θεία αντίληψις έμελλε βεβαίως να βραβεύση τους υπέρ αυτής αγώνας του· ώστε η επανάστασις κατά πρώτον λόγoν πρέπει να θεωρηθή θρησκευτική, και κατά δεύτερον πολιτική. Τοιαύτη λοιπόν εργασία εθεωρήθη ως σταυροφορία κατά των απίστων, και διά τούτο πρώτος ο κλήρος ύψωσε την σημαίαν της επαναστάσεως και ευλόγησε τα πρώτα κινήματα του λαού.

Αλλ’ όσον μέγας και αν ήτον ο ενθουσιασμός, όσον σταθερά η απόφασις, τα μεγάλα εμπόδια, τα οποία έμελλον αφεύκτως ν’ απαντηθώσιν, ήτoν αδύνατον να μην κουράσωσι τον λαόν της Ελλάδος. Αφ’ ετέρου δε μία ήμερος και συγκαταβατική πολιτική, επερχομένη μετά τας πρώτας δοκιμασίας και αποτυχίας, ήθελε βεβαίως παρασύρει μέγα μέρος του λαού εις την ησυχίαν και την υποταγήν· αλλ’ ευτυχώς η Οθωμανική πoλιτική υπήρξεν όλως αντίθετος εις τα ίδια αυτής συμφέροντα. Ο θάνατος του Πατριάρχου και άλλων επισήμων κληρικών, εκτελεσθείς κατά την ημέραν του Πάσχα, προς εκφόβισιν ίσως, εθεωρήθη ως θρησκευτική περιφρόνησις· αι φυλακίσεις, oι φόνοι και αι αιχμαλωσίαι, γενόμεναι άνευ διακρίσεως, ενοχής ή αθωότητος και με τρόπον απηνή και απάνθρωπον, ενέπνευσαν τοσούτον τρόμον εις τους Έλληνας ώστε εθεώρησαν ότι ουδέν μέσον συμβιβασμού έμενε.

Ιερά σημαία του Σταυρού κυματίζει

Προκήρυξη των Μπότσαρη και Τζαβέλα

«Πάργιoι,

Ο όφις επατάχθη από τον Σταυρόν. Oι Σουλιώται πολεμούσιν υπέρ της ελευθερίας της Ηπείρου. Απομακρυνθήτε της χώρας της οποίας δεσπόζουσιν oι εχθροί υμών. Oι Έλληνες εισί δούλοι εκεί όπου κυματίζει η Βρεττανική σημαία. Oι Άγγλoι εισί φίλοι των βαρβάρων. Φύγετε, δράμετε υπό τας σημαίας ημών. Επίσης, υμείς, ευγενείς νέοι της Επτανήσου, λεοντόκαρδοι, αποβήτε εις τα παράλια ημών. Θα είσθε ο επίλεκτος λόχος. Η ιερά σημαία του Σταυρού κυματίζει απανταχού της Ηπειρωτικής ακτής. Πάργιoι και Επτανήσιοι, προσθέσατε τας δυνάμεις υμών προς τας των Σουλιωτών. Αι σημαίαι ημών φέρουσιν έναν σταυρόν και έναν στέφανον εκ δάφνης. Ελευθερία! Θρησκεία! Πατρίς! Ιδού το έμβλημα ημών. Η ειρήνη έστω μεθ’ υμών, αδελφοί. Ημείς λέγομεν την αλήθειαν, άλλοι δ’ εισίν εκείνοι οίτινες θέλουσι να εξαπατήσωσιν υμάς.

28 Ιoυνίoυ 1821

Oι οπλαρχηγοί

Μάρκος Βότσαρης

Κίτσος Τζαβέλας

Με τον Σταυρόν εμπρός

Ανακοινωθέν της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως

«Έλληνες!

Oι νόμιμοι πληρεξούσιοί σας, εις τους οποίους ενεπιστεύθητε την ελευθέραν ψήφον σας, νομίζοντες ιερώτατον χρέος των να προνοήσωσι διά την ασφάλειάν σας και τούτον μόνον τον σκοπόν έχοντες, έπραξαν προς το παρόν ό,τι αι σημεριναί περιστάσεις υπηγόρευσαν και όσον ο καιρός συνεχώρησε. Το λοιπόν είναι χρέος ιδικόν σας, χρέος ιερόν, να πείθεσθε εις την καθεστώσαν Διoίκησιν, να εκτελήτε προθύμως τας διαταγάς της, να συντελήτε με τας φυσικάς και ηθικάς του δυνάμεις έκαστος εις τον μέγαν σκοπόν, προς τον οποίον αφορώντες έκτον ήδη χρόνον αγωνιζόμεθα τον ιερόν τούτον αγώνα.

Άνδρες και νέοι, όσοι σεμνύνεσθε με του Χριστού το όνομα, όσοι έχετε αίμα ελληνικόν εις τας φλέβας σας, οπλίσατε τους ισχυρούς βραχίονας εναντίον του μισοχρίστου βαρβάρου, εναντίον του ασπόνδου εχθρού του ελληνικού ονόματος. Κλήρος, oι πρόκριτοι, oι πλούσιοι και ευκατάστατοι, συνδράμετε με τας γενναίας συνεισφοράς σας την κινδυνεύουσαν πατρίδα. Κοινός είναι ο αγών, κοινός ο πόλεμος και η αυτή τύχη προσμένει όλους, εάν αποκάμωμεν προς το τέλος του αγώνος μας.

Έλληνες! Όταν εμβήκαμεν εις το μέγα τούτο στάδιον, εκηρύξαμεν ενώπιον Θεού και ανθρώπων την σταθεράν μας απόφασιν, την οποίαν εβεβαιώσαμεν με δημοσίους όρκους και καθιερώσαμεν με τόσας θυσίας και αίματα. Ας δείξωμεν και πάλιν ότι είμεθα χριστιανοί· ότι είμεθα Έλληνες, πιστοί εις τον όρκον μας, σταθεροί εις την απόφασίν μας· και ότι με τον Σταυρόν εμπρός και με τα όπλα εις τας χείρας προτιμώμεν να καταβώμεν εις τους τάφους χριστιανοί και ελεύθεροι, παρά να ζήσωμεν σκλάβοι χωρίς θρησκείαν, χωρίς πατρίδα, χωρίς τιμήν, χωρισμένοι των συγγενών και φιλτάτων, «όνειδος τοις γείτοσιν ημών, μυκτηρισμός και χλευασμός τοις κύκλω ημών». Με την σταθεράν ταύτην απόφασιν ενικήσαμεν και νικώμεν τους τυράννους μας και βλέπομεν, τέλος πάντων, εντός ολίγου αποφασισμένην την τύχην μας από τους δικαίους κριτάς της τύχης των εθνών, των οποίων την συμπάθειαν είλκυσαν τα ανήκουστα δεινά μας.

Ταύτα διακηρύττουσα η Συνέλευσις των πληρεξουσίων, διαλύεται σήμερον, προσφέρουσα, ως εκ μέρους των ελληνικών λαών, των οποίων φέρει το πρόσωπον, πάσαν ευγνωμοσύνην προς τους γενναίως υπέρ του έθνους αγωνισθέντας κατά γην και θάλασσαν, και κατ’ εξοχήν προς την αθάνατον Φρουράν του Μεσολογγίου, την πρόμαχον της Ελλάδος, της οποίας η απαράμιλλος ανδρεία και σταθερότης έδειξαν τρανότατα εις όλον τον κόσμον ότι το ελληνικόν έθνος μάχεται υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος.

Εγράφη εν Επιδαύρω τη 16 Απριλίου 1826

Ο Πρόεδρος της Εθνικής Γ’ Συνελεύσεως
Πανούτζος Νοταράς

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών!

Ανακοινωθέν της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως

ΠΡΟΣΩΡlΝΗ ΔlΟlΚΗΣlΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΕΚΤΕΛΕΣΤlΚΟΥ

Διακηρύττει

Τις Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών! Ο εχθρικός στόλος, ο οποίος εφάνη περί το Κάβο-Δόρο και μακρόθεν εφοβέριζε τας περικλεείς νήσους της Ύδρας και των Πετζών, ώστε και η διοίκησις ηναγκάσθη να προσκαλέση όλους τους ενταύθα οπλοφόρους να τρέξουν εις υπεράσπισιν αυτού του κέντρου της ελληνικής Ελευθερίας. Αυτός ο στόλος, ο οποίος συγκείμενος από εκατόν περίπου πλοία, πολεμικά και φορτηγά, έφερε στρατεύματα, τροφάς, πολεμοφόδια παντός είδους διά να συντελέση εις τον αφανισμόν της Ελλάδος, διεσκορπίσθη, ύστερον από πεισματώδη και ένδοξον διά τους ανδρείους ναύτας μας μάχην, μεταξύ του Καβο-Δόρου και της Άνδρoυ την 20 και 21 του παρόντος μηνός· και ο υπερήφανος Τοπάλ Πασάς, μόλις διασωθείς, καταδιώκεται με εικοσιεπτά μόνον πλοία, αντί των εκατόν, από την Βαν Moίραν του ελληνικού στόλου. Η ναυαρχίς, το μεγαλύτερον πλοίον του εχθρικού στόλου, εις το οποίον όμως δεν ευρέθη ο ίδιος ο Ναύαρχος, γνωρίζων ίσως εκ πείρας ότι κατ’ αυτού διευθύνεται ο σύμμαχος των Ελλήνων «Ήφαιστος» και άλλη μικροτέρα φεργάτα, κατεκάησαν, μεταξύ της συμπλοκής, από τους ανδρείους και επιτηδείους εμπρηστάς μας· διάφορα άλλα πολεμικά, εν οις και μία φεργάτα, διεσκορπισμένα και διωκόμενα, έπεσαν εις τας νήσους της Σύρας και Τήνου· πολλά φορτηγά εσυλλήφθησαν και μετεφέρθησαν εις τας νήσους Ύδρας και Πετζών, τα δε λοιπά περιπλανώνται εις το Αιγαίoν Πέλαγος, έως να γενούν και αυτά αντάξια της ελληνικής ανδρείας λάφυρα.

Ό,τι μας προμηνύει μετά μεγάλης πιθανότητος τον παντελή εξολοθρευμόν του Βυζαντινού στόλου είναι ότι χθες, από πρωίας, και η πρώτη Moίρα του Ελληνικού στόλου, ευρεθείσα περί την Μήλον και ειδοποιηθείσα τον καταδιωγμόν του εχθρικού, έτρεξε και αυτή κατόπιν, διά να μην δώση εις αυτόν καιρόν να διασωθή. Τοιαύτα εστάθησαν τα λαμπρά κατορθώματα των ενδόξων Αρχηγών και Ναυτών της Βας Μοίρας, κατορθώματα τα οποία αμαρτάνομεν εάν δεν αποδώσωμεν εις την Θείαν αντίληψιν, την μόνην ικανήν να κατορθώση τοιαύτα θαύματα· Ναι, εις αυτήν πρέπει να τ’ αποδώσωμεν.

Έλληνες! Όλοι ομοφώνως πρέπει να κράξωμεν «ΤΙΣ ΘΕΟΣ ΜΕΓΑΣ ΩΣ Ο ΘΕΟΣ ΗΜΩΝ!». Αλλά από την πραγματικήν βεβαιότητα οπού έχομεν αυτής της θείας αντιλήψεως εγκαρδιούμενoι, πρέπει και να τρέξωμεν με αδελφικήν ομόνοιαν, διά να εξομοιώσωμεν τα κατά την ξηράν έργα με τα κατά την θάλασσαν. Ολιγάριθμα και μικρά Ελληνικά πλοία αντιπαρατάττονται με πολλά και μεγάλα και αναπληρούν τον αριθμόν και το μέγεθος με την τόλμην και προθυμίαν, και θέλετε υποφέρει ολιγάριθμα ουτιδανά της Αιγύπτου ανδράποδα να φοβερίζουν τους Νικητάς των πολυαρίθμων και ανδρείων ταγμάτων του Δράμαλη;

Ανδρείοι Πελοποννήσιoι! Τρέξατε όλοι, μικροί και μεγάλοι, να εκδικηθήτε τα μέχρι τούδε παθήματά σας. Γενναίοι Στερεοελλαδίται! Όσον πολυάριθμος και αν είναι ο εχθρός ο οποίος εσκέπασε την Πατρίδα σας, τόσον ευκολώτερα θέλετε τους αφανίση τώρα, ότε oι Ανδρείοι Ναύται μας του αφαίρεσαν τας τροφάς και πολεμοφόδια, τα οποία έφερεν εις αυτόν ο Βυζαντινός στόλος, και διέλυσαν ολοτελώς το μεγάλον του σχέδιον κατά της Στερεάς Ελλάδος, χωρίς ν’ αφήσουν εις αυτόν ελπίδα θαλασσίου βοηθείας· μιμηθείτε όλοι το παράδειγμα των θαλασσινών και η εφετεινή καταστροφή του εχθρού θέλει επισφραγίσει τον πενταετή αγώνα της Ανεξαρτησίας, θέλει στερεώσει τον θρίαμβον του ΣΤΑΥΡΟΥ κατά της Ημισελήνου, θέλει καταστήσει ευτυχές και επίφθονον το Ελληνικόν Έθνος.

ΕΝ ΝΑΥΠΛlΩ ΤΗ 14 ΜΑΪΟΥ 1825

Ο Αντιπρόεδρος

ΓΚlΚΑΣ ΜΠΟΤΑΣΗΣ

Ο Γενικός Γραμματέας

Α. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ

Σημαία Ελευθερίας και Σύμβολον Τιμίου Σταυρού

Προκήρυξη Οπλαρχηγών

Φιλογενέστατοι, πρόκριτοι στρατηγοί και λοιποί ομογενείς της νήσου Ύδρας και Σπετζών.

Άρχοντες αδελφοί, ο υπέρ του κοινού συμφέροντος και της ελευθερίας απαράμιλλος ζήλος σας εξυπνεί εις καθ’ ένα τα χρέη οπού η πατρίς οφείλει εις την γενναιότητά σας· μήτε θαρρούμεν να ευρεθή καθ’ όλην την Ελλάδα άνθρωπος τοσούτον αναίσθητος ώστε να μη βλέπη τα καθημερινά και αλλεπάλληλα αποτελέσματα της ανδρείας σας, τα πτερόεντα πλοία του θεοφρουρήτου υμών στόλου, περιπλέοντα αενάως και προσεκτικώς τας νήσους και παραθαλάσσια του Αιγαίoυ πελάγους, ενώ αποκόπτουσι θαυμασίως κάθε εχθρικήν έξοδον, εγείρουσιν εις κάθε μίαν εξ αυτών την λαμπράν της ελευθερίας σημαίαν υπό το σύμβολον του Τιμίου Σταυρού, ώστε δεν δύνανται να αρνηθώσιν ότι εις τους θεοφυλάκτους στόλους σας οφείλουν αναντιρρήτως τας απαρχάς της γλυκυτάτης ελευθερίας των, η Ελλάς άπασα τέλος πάντων θεωρούσα τους αλλεπαλλήλους θριάμβους σας ετοιμάζει ανδριάντας της φιλογενείας σας και η αθανασία ετοιμάζεται να υποδεχθή τα λαμπρά σας ονόματα, ημείς φανταζόμενοι ότι θέλει είμεθα oι κάτοικοι μιας και της αυτής πατρίδος καυχώμενοι υπερχαίρομεν κατά τούτο, παρακαλούντες και αύθις ν’ αξιωθώμεν εν τάχει της αδελφικής μας αιτήσεως, μένοντες ως υποσημειούμεθα.

Τω α’ έτει της ελευθερίας.

Της φιλογενεστάτης ευγενείας oι πρόθυμοι αδελφοί

Ο Αρχιμανδρίτης Σωτήριος Χαραλάμπης, Ανδρέας Ζαήμης, Λυμπέρης Θεοχαρόπουλος, Γρηγόριος Δικαίoς, Αθανάσιος Κανακάρης, Κανέλλος Δελιγιάννης, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αόκνως ενθαρρύνων με την θείαν ελπίδα…

Αποδεικτικόν εις τον Επίσκοπον Ρωγών

1825 Αυγούστου 16, εν Μεσολογγίω

Άπαντες οι το πολιορκούμενον Μεσολόγγιον αγρύπνως διαφυλάξαντες στρατηγοί, αντιστράτηγοι και χιλίαρχοι, οι υπογεγραμμένοι, αποδεικνύομεν διά του παρόντος ότι ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ως εξ ακοής βεβαίως εμάθομεν μερικοί και μερικοί είδομεν την Θεοφιλίαν του με τα ομμάτιά μας, εστάθη εις αυτήν την πόλιν και εις την πρώτην πολιορκίαν, την επί του Ομέρ-πασά και Κιουταχή, και εις μεν την δευτέραν του Σκόνδα-πασά, γενναίος και ακαταπτόητος, συνκινδυνεύσας τοις πολεμικοίς και συναγωνισθείς τοις πολιτικοίς και αόκνως καθ’ ημέραν δεήσεις, παρακλήσεις και λιτανείας εκτελών προς Θεόν υπέρ ελευθερώσεως της Ελλάδος αμισθί. Ωσαύτως δε και εις την παρούσαν, φρικωδεστάτην πολιορκίαν του Κιουταχή εστάθη γενναίος και ακαταπτόητος, καθ’ ημέραν περιερχόμενος εις τους προμαχώνας του φρουρίου τούτου και κατά νύκτα, ενθαρρύνων με την θείαν ελπίδα άπαν το στρατόπεδον και με την δύναμιν του Tιμίoυ Σταυρού παρακλήσεις τε και λιτανείας ποιών εν πάσαις ταις εκκλησίαις ακαταπαύστους, επισκεπτόμενος και παρηγορών τους πληγωμένους αόκνως και επιμελώς και κηδεύων τους θανατωθέντας σχεδόν άπαντας με πόνον και συμπάθειαν ψυχικήν του, χωρίς να αποβλέψη εις χρηματικήν απόλαυσιν και χωρίς να απολαμβάνη εκ της ενταύθα τοπικής Διοικήσεως μηνιαίον μισθόν ή τροφήν. Εις ένδειξιν λοιπόν των πιστών εκδουλεύσεών του και του μεγάλου προς την Ελλάδα πατριωτισμού του, δεδώκαμεν το παρόν αποδεικτικόν προς την Θεοφιλίαν του.

Γεώργιος Κίτζος, Νότης Μπότζαρης, Βασίλειος Χασάπης, Γ. Βαλτινός, Λάμπρος Φωτομάρας, Φώτος Μπούμπουνας, Κώνστας Βλαχόπουλος, Σπύρος Λαμπρόπουλος, Σωτήρος Κοντζουμάνης, Σπύρος Σκυλοδήμας, Κίτζος Τζαβέλλας, Δημήτρης Μακρής, Νικολός Στορνάρης, Μήτζος Κοντογιάννης, Λάμπρος Βέικου, Ανδρέας Ίσκου, Αποστολάκης Μουσούνης, Χρίστος Φωτομάρας, Κωνσταντής Βέρρης, Κώστας Δρούνης, Γεώργης Νταλάσας.

Ελεημοσύνη…αυτή είναι φάρμακο για τα δικά μας αμαρτήματα…

αναρτήθηκε στις 2 Μαρ 2019, 8:54 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 2 Μαρ 2019, 8:55 π.μ. ]



«Παρ’ όλο που η παρθενία, η νηστεία και το να κοιμάται κανείς στο χώμα έχουν πιο δύσκολο κόπο από την ελεημοσύνη, όμως τίποτε δεν είναι τόσο δυνατό στο να σβήνει τη φωτιά των αμαρτημάτων, όσο αυτή.

Αυτή είναι ανώτερη απ’ όλα, στήνει τους εραστές της κοντά στον ίδιο το βασιλιά.

Και πολύ σωστά. Γιατί η παρθενία, η νηστεία και το να κοιμάται κανείς στο χώμα σταματάει μόνο γύρω απ’ αυτόν που την ασκεί και δεν σώνει κανέναν άλλο, η ελεημοσύνη όμως απλώνεται σε όλους και αγκαλιάζει τα μέλη του Χριστού. Άλλωστε τα κατορθώματα εκείνα που απλώνονται σε πολλούς είναι πολύ μεγαλύτερα απ’ αυτά που σταματούν γύρω από έναν.

Η ελεημοσύνη είναι η μητέρα της αγάπης, της αγάπης που χαρακτηρίζει το χριστιανισμό, που είναι μεγαλύτερη απ’ όλα τα θαύματα, με τα οποία φαίνονται οι μαθηταί του Χριστού. Αυτή είναι φάρμακο για τα δικά μας αμαρτήματα, σαπούνι για την ακαθαρσία της ψυχής μας, σκάλα στηριγμένη στον ουρανό, αυτή συνδέει το σώμα του Χριστού. Θέλετε να μάθετε πόσο μεγάλο αγαθό είναι αυτή; Στην εποχή των αποστόλων όλοι πουλούσαν τα υπάρχοντά τους και έφερναν σ’ αυτούς τα χρήματα, τα οποία και μοιράζονταν… «Όλοι είχαν μια καρδιά και μια ψυχή» και η χάρη του Θεού ήταν επάνω σε όλους αυτούς και ζούσαν με πολύ όφελος.»

«Γιατί βέβαια αυτό κυρίως σημαίνει να περιφρονείς τα χρήματα, αυτό σημαίνει να θρέψεις αληθινά το Χριστό, όταν δεν το κάνεις αυτό με αλαζονεία και εγωϊσμό, όταν δίνεις σαν να ευεργετείς τον εαυτό σου περισσότερο παρά εκείνον που τα παίρνει. Γιατί αν θεωρείς ότι δίνεις μάλλον παρά παίρνεις, μη δίνεις.
Γι’ αυτό θαυμάζουμε και τον Αβραάμ, όχι μόνον γιατί θυσίασε μοσχάρι ούτε γιατί ζύμωσε αλεύρι, αλλά γιατί με πολλή ευχαρίστηση και ταπεινοφροσύνη υποδεχόταν τους ξένους, τρέχοντας κοντά του, εξυπηρετώντας τους, αποκαλώντας τους κυρίους, νομίζοντας πως βρήκε θησαυρό απείρων αγαθών, αν κάποτε έβλεπε να πλησιάζει ξένος.

Έτσι λοιπόν γίνεται διπλή η ελεημοσύνη, όταν και δίνουμε και δίνοντας τα προσφέρουμε με προθυμία. Γιατί λέγει «Ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός». Γιατί και αν ακόμη άπειρα τάλαντα προσφέρεις με αλαζονείς και εγωϊσμό και ματαιοδοξία, έχασες τα πάντα, όπως ακριβώς εκείνος ο Φαρισαίος που πρόσφερε το ένα δέκατο από τα υπάρχοντά του, επειδή υπερηφανευόταν και φούσκωνε από υπερηφάνεια γι’ αυτό, αφού τα έχασε όλα, έτσι κατέβηκε από το ναό.»

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Συγκλονιστικό θαύμα του Ταξιάρχη Μιχαήλ Μανταμάδου

αναρτήθηκε στις 25 Φεβ 2019, 2:30 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 25 Φεβ 2019, 2:30 π.μ. ]



Ήταν ένα γλυκό Αυγουστιάτικο βραδινό. Ο εσπερινός τελείωνε όταν μια παρέα προσκυνητές, έφτανε στο Ναό μας.

– Πάτερ, την ευχή σας. Είναι ευλογημένο να διανυκτερεύσουμε εδώ απόψε και το πρωί να εκκλησιαστούμε και να κοινωνήσουμε;

Ήταν μια νεαρή γυναίκα που ρωτούσε και που με κάποιον άλλον νεαρό, βοηθούσαν ένα παλληκάρι να στέκεται όρθιο και να βαδίζει.

– Βεβαίως. Κανένα πρόβλημα. Έχουμε χώρο για όλους σας.

– Ευχαριστούμε πολύ, να είστε καλά. Μήπως εδώ μένει ο Δεσπότης;

– Όχι, όμως αύριο το πρωί θα μας επισκεφθεί.

– Αλήθεια; Ω Θεέ μου! Ανέλπιστη χαρά μας δίνετε, πάτερ μου.

– Μα τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω.

– Πάτερ μου, ο Ταξιάρχης έκανε ένα μεγάλο θαύμα στον αδελφό μου, είναι αυτός εδώ, ο Διονύσης.

Η νεαρή γυναίκα λέγοντας τις τελευταίες λέξεις στράφηκε προς το παλληκάρι που κρατούσε αγκαζέ μαζί με τον άλλο νεαρό. Με ένα τρυφερό χαμόγελο τον οδήγησε μπροστά μου, με τη βοήθεια του άλλου
νέου. Το παλληκάρι έκανε μια υπόκλιση, όσο του επέτρεπε η κατάσταση του και απλώνοντας το χέρι του πήρε το δικό μου και το ασπάστηκε με σεβασμό.

– Πάτερ, είναι ο αδελφός μου ο Διονύσης, συνέχισε η νεαρή γυναίκα, ο Ταξιάρχης στην κυριολεξία τον έσωσε, σχεδόν τον ανέστησε από νεκρό. Κατά τη νοσηλεία του αδελφού μου στο Κρατικό Νοσοκομείο
Νικαίας Αθηνών, πέρασαν απ’ αυτό και γνώρισαν τον αδελφό μου και είδαν την κρισιμότητα της κατάστασης του ο Σεβασμιότατος Μητροπολίτης σας και ο πατήρ Χρήστος, ο συνεφημέριός σας, όταν και
εκείνος είχε την περιπέτεια με την πρεσβυτέρα του στο ίδιο Νοσοκομείο. Βέβαια τότε ο αδελφός μου ήταν σε βαθύ κώμα και δεν τους γνώρισε όμως εκείνοι προσευχήθηκαν για κείνον. Καταλαβαίνετε
λοιπόν, τι ευλογία, είναι για μας, όταν στην πρώτη μας ευχαριστήριο επίσκεψη προς τον Ταξιάρχη, να παρευρίσκεται ο Σεβασμιότατος και να συμπροσεύχεται και να συνδοξολογεί τον Αρχάγγελο μαζί μας, για
τη θαυμαστή Του ενέργεια στον αδελφό μου.

Μιλώντας, έριξε μια ματιά στον Διονύση, που έδειχνε σημεία κόπωσης, λόγω του προσφάτου ατυχήματος του και απευθυνόμενη πάλι σε μένα, συνέχισε:

– Αν είναι ευλογημένο, πάτερ μου, θα ήθελα λίγο να τακτοποιήσω τα πράγματά μας και να περιποιηθώ τον αδελφό μου, γιατί ακόμη έχει ανάγκη από εμάς, και έπειτα να έλθω στο γραφείο και να σας
εξιστορήσω, μαζί με τον ξάδελφο μου, το θαυμαστό αυτό γεγονός με κάθε λεπτομέρεια.
– Μην ενοχλείστε, δεν πειράζει. Τακτοποιείστε τα πράγματά σας, ξεκουραστείτε και αύριο μετά τη θεία λειτουργία, που θα’ ναι εδώ και ο Δεσπότης μάς τα εξιστορείτε όλα με την ησυχία σας. Είμαι βέβαιος ότι
θα χαρεί πάρα πολύ να μάθει την έκβαση αυτού του γεγονότος, από πρώτο χέρι, με κάθε λεπτομέρεια.
– Να είναι ευλογημένο, πάτερ μου. Ευχαριστούμε πολύ. Αύριο με υγεία.

Είχε τελειώσει η θεία λειτουργία και καθώς πηγαίναμε στο γραφείο για καφέ, μαζί με την παρέα του Διονύση έφτασε ο Δεσπότης. Ήταν απερίγραπτη η χαρά όλης της παρέας μόλις τον αντίκρισαν. Έτρεξαν
όλοι κοντά του χαρούμενοι. Έβαλαν μετάνοια και του φίλησαν με σεβασμό το χέρι.

– Τι κάνετε Σεβασμιότατε, τον θυμάστε τον Διονύση μας;

– Μα είναι δυνατόν; Είναι το παιδί, που νοσηλευόταν στο Κρατικό, με το τροχαίο;

– Μάλιστα, μάλιστα, Σεβασμιότατε, αυτός είναι. Θαύμα, θαύμα του Ταξιάρχη!

– Δόξα σοι ο Θεός! Παιδιά μου πολύ χαίρομαι. Ξέρετε, με είχε συγκινήσει πολύ η περίπτωση του Διονύση και συχνά αναρωτιόμουν για την έκβαση της υγείας του. Και να που σήμερα τον βλέπω υγιέστατο
μπροστά μου, ας είναι δοξασμένο το όνομα του μεγάλου Θεού. Παιδιά μου, θα μου επιτρέψτε να πάω μέσα, να προσκυνήσω τον Αρχάγγελο, γιατί μόλις έφτασα και έρχομαι στο Γραφείο να τα πούμε με την
ησυχία μας και με κάθε λεπτομέρεια.

– Να΄ ναι ευλογημένο, Δέσποτα.

Ο Σεβασμιότατος, κατευθύνθηκε συγκινημένος προς τον Ναό, υμνώντας το όνομα του μεγάλου Θεού και ευχαριστώντας τον Αρχάγγελο.

Σε λίγο στο Γραφείο του Ναού, ακούγαμε όλοι κατάπληκτοι από την Ελένη και το Νίκο τα γεγονότα τα του θαύματος, να ξετυλίγονται αστραπιαία και θαυμαστά.

– Σεβασμιότατε, ονομάζομαι Ελένη και είμαι η αδελφή του Διονύση, παντρεμένη και μένω στο Ναύπλιο, Σουλίου 8.

Το απόγευμα της Κυριακής του Θωμά, 25-4-1993, χτυπά το τηλέφωνο του σπιτιού μου και πληροφορούμαι ότι ο αδελφός μου ο Διονύσης χτύπησε σε τροχαίο και βρίσκεται, στο Κρατικό Νοσοκομείο Νικαίας στην Αθήνα. Το ακουστικό έφυγε από τα χέρια μου όταν με παρότρυναν να κάνουμε όσο το δυνατόν σύντομα, γιατί ο αδελφός μου ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Ετοιμοθάνατος! «Τον προλαβαίνετε, δεν τον προλαβαίνετε», μου είπαν χαρακτηριστικά.

Φύγαμε αμέσως για την Αθήνα. Πώς αισθανόμουν στον δρόμο για την Αθήνα, δεν μπορώ να το εκφράσω, ήταν μια φοβερή εμπειρία! Ένοιωθα να βουλιάζει σιγά-σιγά ο κόσμος ολόκληρος. Αισθανόμουν ότι τα πάντα για μένα έχαναν ξαφνικά την αξία τους! Δεν μετρούσε για μένα τίποτα. Μόνο μέσα από ένα μεταξωτό ιστό αράχνης, αμυδρά, διέκρινα με τη φαντασία μου το Διονύση μας αιμόφυρτο και ετοιμοθάνατο.
Και τότε, το μόνο που ήθελα, ήταν να βρεθώ κοντά του, να τον αγκαλιάσω, να τον φιλήσω, να τον σφίξω και να του ξαναδώσω τη δύναμη και τη ζωή. Τα λεπτά μού φαινότανε ώρες και οι ώρες αιώνες. Σε
κάποια στιγμή σχεδόν λιποθύμησα, όταν μέσα στο αμάξι μύρισε, πολύ αισθητά, λιβάνι! Πάει πέθανε, σκέφτηκα και ένοιωθα να χάνω τις αισθήσεις μου.

Φτάσαμε στο Νοσοκομείο και η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο φοβερή από εκείνη της φαντασίας. Ο Διονύσης αιμόφυρτος πάνω στο κρεβάτι αναίσθητος σε αφασία. Με φώναξαν στο Γραφείο οι γιατροί και
μου είπαν επί λέξει: «Κορίτσι μου, τι να σου πούμε, το παιδί είναι ξεγραμμένο. Το μυαλό του έγινε γιαούρτι. Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα».

Ρώτησα για κάποια εγχείριση, για κάτι άλλο που θα μας έδινε κάποιες ελπίδες. «Δεν υπάρχει καμιά ελπίδα, δεν σηκώνει ούτε εγχείριση», μου είπαν και συνέχισαν: «Εμείς οι άνθρωποι δεν μπορούμε να
κάνουμε τίποτα».

Γονατιστοί όλη τη νύχτα στο προσκεφάλι του, παρακαλούσαμε το Θεό να τον λυπηθεί και να τον αναστήσει.

Το πρωί επισκέφθηκε τον αδελφό μου ο άριστος κρανιολόγος γιατρός κ. Μουρουζίνης. Τον εξέτασε πολύ ώρα και στο τέλος κουνώντας το κεφάλι του είπε:

«Είτε έτσι, είτε αλλιώς ο νεαρός είναι χαμένος, ας του κάνουμε μια επέμβαση στο κεφάλι του. Βέβαια οι πιθανότητες δεν είναι ούτε μία στις χίλιες, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα άλλο καλύτερο». Το
δεχτήκαμε. Πώς να κάναμε διαφορετικά; Ο αδελφός μου χανόταν!

Μπήκε στο χειρουργείο στις δώδεκα το μεσημέρι. Κατά το διάστημα της εγχείρισης, μας πήρε τηλέφωνο στο Νοσοκομείο ο ξάδελφος μας ο Νίκος και μας είπε πράγματα που μας ζωήρεψαν τις ελάχιστες και
υποτονικές ελπίδες μας. Άλλα καλύτερα να σας τα εξιστορήσει αυτά ο ίδιος.

Λέγοντας αυτά η Ελένη, στράφηκε στο νεαρό δίπλα της, που βοηθούσε μαζί της τον Διονύση.

– Μάλιστα Σεβασμιότατε. Λέγομαι Νίκος Καλογήρου. Είμαι 22 χρόνων και σπουδάζω μαζί με την αδελφή μου Ελένη στη Θεσσαλονίκη. Η διεύθυνση μας: …… Το τηλέφωνο μας: ……

Την Κυριακή του Θωμά 25-4-1993, η αδελφή μου και εγώ ξεκινήσαμε να επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη, απ’ την οποία είχαμε φύγει, για να περάσουμε τις διακοπές του Πάσχα κοντά στους δικούς μας. Στη Θεσσαλονίκη φτάσαμε στις 7 το απόγευμα. Αμέσως πήραμε τηλέφωνο τους δικούς μου, όπως άλλωστε συνηθίζουμε, για να ενημερώσουμε τους δικούς μας ότι φτάσαμε καλά. Συνάμα ρωτήσαμε και για
κείνους, πώς είναι και αν έχουν κανένα νεότερο από το πρωί που φύγαμε για τη Θεσσαλονίκη. Μας είπαν ότι είναι όλα μια χαρά, όπως τα ξέραμε. Κουρασμένοι από το πολύωρο ταξίδι μας, πολύ νωρίς
πήγαμε για ύπνο.

Τη νύχτα, ένα όνειρο με συγκλόνισε. Βρέθηκα μέσα σε ένα Νοσοκομείο, για μένα άγνωστο, και πάνω σε ένα κρεβάτι, ντυμένο στα μαύρα, τον ξάδελφο μου ξαπλωμένο. Τον ρωτάω τι έπαθε και εκείνος μου
δείχνει το κεφάλι του, που ήταν γεμάτο αίματα, και μου λέει ότι χτύπησε. Τότε ακούω τη φωνή του πατέρα μου να με φωνάζει: Νίκο-Νίκο! Δεν τον έβλεπα, όμως ακολούθησα τη φωνή του και βρέθηκα σε μια
μικρή Εκκλησιά, που βρισκόταν στην αυλή του Νοσοκομείου. Στο μέσον της Εκκλησίας στεκόταν ο πατέρας μου και κοιτούσε προς το μέρος μου. Στα δεξιά μου βλέπω μία εικόνα της Παναγίας με τον Χριστό
στην αγκαλιά της. Βγάζω το μαντήλι μου και την σκουπίζω, γιατί μου φάνηκε λερωμένη. Το μαντήλι λερώθηκε. Τότε βλέπω τον πατέρα μου να μου δείχνει την αριστερή πλευρά του Ναού και στο σημείο που
βρισκόταν μια άλλη εικόνα, που όμως ήταν τόσο μαύρη, που δεν φαινόταν το πρόσωπο του εικονιζόμενου αγίου. Συγχρόνως ο πατέρας μου, με προστακτικό ύφος μού έλεγε τα εξής: Πες στην Ελένη, την
ξαδέλφη σου, να την καθαρίσει. Ανήσυχος απ’ αυτά όλα το πρωί, παίρνω μια θεία μου τηλέφωνο στο Ναύπλιο να ρωτήσω. Δεν πήρα το σπίτι μου, γιατί γνώριζα ότι όλοι τους δούλευαν. Τότε μαθαίνω το
θλιβερό γεγονός. Ρώτησα για την ξαδέλφη μου, την Ελένη και μού είπε ότι είναι στο Νοσοκομείο της Νικαίας. Εκεί πήρα τηλέφωνο και αφού έμαθα λεπτομέρειες και την απελπιστική κατάσταση του Διονύση,
ρώτησα την Ελένη αν υπάρχει στο χώρο του Νοσοκομείου καμιά Εκκλησιά.

Μου απάντησε ότι δεν το γνώριζε. Τότε της είπα το όνειρο και την παρότρυνα να ψάξει και αν υπήρχε, να κοιτούσε στον αριστερό μπαίνοντας τοίχο της. Παρακάτω, Σεβασμιότατε, ας συνεχίσει εκείνη.

– Όταν άκουσα αυτά από τον ξάδελφο μου Νίκο, Σεβασμιότατε, κάποιες ελπίδες άρχισαν να αναπτερώνονται. Όταν θα βγουν σωστά τα λόγια του ξαδέλφου μου, είπα μέσα μου, τότε θα πει ότι ο Διονύσης μας θα σωθεί. Ρωτήσαμε και μάθαμε ότι υπήρχε κάτω Εκκλησία του Νοσοκομείου. Τρέξαμε με τους συγγενείς μου και ψάξαμε. Πράγματι στο αριστερό τοίχο ήταν κρεμασμένο ένα μικρό ξύλινο εικόνισμα
κατάμαυρο!!! Το ξεκρεμάσαμε αλλά δεν μπορούσαμε να δούμε τι αναπαριστούσε. Πήρα βαμβάκι και οινόπνευμα και το καθάρισα. Ω Θεέ μου! Έλαμψε ολόκληρο! Αστραποβολούσε! Όμως και πάλι δεν
μπορούσαμε να καταλάβουμε ποιον άγιο εικόνιζε. Όταν το είδε η θεία μου η μητέρα του Νίκου, σταυροκοπήθηκε και το καταφιλούσε, το είχε γνωρίσει! Ο Ταξιάρχης, ο Ταξιάρχης του Μανταμάδου!!! φώναζε.

Είχε έλθει πριν δυο χρόνια και είχε πάρει το εικόνισμα Του και τους δυο τόμους των βιβλίων Του. Να το εικόνισμα Σεβασμιότατε, είπε η Ελένη και ανοίγοντας το πουκάμισο του Διονύση το έβγαλε από τη
θήκη του και το έδωσε στον Δεσπότη μας. Εκείνος το κοίταξε για λίγο και έπειτα με πολύ σεβασμό και ευλάβεια, το ακούμπησε στα χείλη του. Ήταν ένα ξύλινο μικρό εικονισματάκι του Ταξιάρχη μας, απ’ αυτά
που έχουμε στο περίπτερο του Ναού, για τους προσκυνητές μας.

Αφού το προσκυνήσαμε όλοι μας, η Ελένη το πήρε, το έβαλε πάλι στη θέση του και συνέχισε:

– Τελείωσε η εγχείριση στον εγκέφαλο του αδελφού μου. Οι γιατροί δεν μας έδιναν περισσότερες ελπίδες απ’ ότι πριν την εγχείριση, δηλαδή μία τοις χιλίοις! «Το μυαλό του», μας έλεγαν, «είναι σα γιαούρτι και
δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα παραπάνω. ανθρωπίνως και επιστημονικώς κάναμε το καλύτερο, τώρα μόνο ένα θαύμα τον σώζει». Ζήτησα να μου επιτρέψουν να μπω στην εντατική και να του βάλω το
εικόνισμα επάνω του. Μου το επέτρεψαν. Μπήκα και του το φόρεσα.

Το πρωί, 27-4-93, μας παίρνει πάλι τηλέφωνο ο Νίκος απ’ τη Θεσσαλονίκη. Και μου λέει ότι πάλι είδε όνειρο σημαδιακό και πως πρέπει να εντείνουμε τις προσευχές μας, γιατί ο Διονύσης θα γίνει καλά!

– Ναι, Σεβασμιότατε, συνεχίζει, παίρνοντας τον λόγο ο Νίκος. Το βράδυ της 26ης προς την 27η βλέπω πάλι να βρίσκομαι στο Νοσοκομείο και να θέλουν δυο μαυροφορεμένοι άνδρες, να μας πάρουν τον
Διονύση, μέσα σε ένα μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο. Μετά από πολύ ώρα το κατόρθωσαν, αλλά το αυτοκίνητο δεν έφευγε. Κάποιος νέος, όμορφος, ξανθός, με ένα μικρό γενάκι και μέχρι τη μέση τον κατάξανθα
σγουρά κυματιστά μαλλιά, εμφανίστηκε και αφού πήρε και έβαλε τον Διονύση πάνω σε ένα κρεβάτι του Νοσοκομείου, μου είπε: «Μην ανησυχείς! Ανοίξτε του μια τρύπα εδώ», δείχνοντας το λαιμό του,
«βάλτε του την εικόνα της Παναγιάς στα χέρια του και αφήστε τον σε μένα». Το πρόσωπό του έχυνε μια γλυκεία λάμψη, που σε γαλήνευε, σε πλημμύριζε ευεξία και εμπιστοσύνη.

– Σκεφθείτε Δέσποτα πώς ένοιωσα, συνέχισε τώρα η Ελένη, όταν ενώ άκουγα αυτό από το Νίκο, έρχονται οι γιατροί, μπαίνουν βιαστικά στην εντατική και βγαίνοντας γρήγορα, έπαιρναν μαζί τους και τον
Διονύση στο χειρουργείο για τραχειοτομή!!! Μάς είπαν επί λέξει:

«Έχει χειροτερεύσει η κατάσταση του. Τώρα έχει και πνευμονία με υψηλό πυρετό. Τον πάμε αμέσως για τραχειοτομή να τον προλάβουμε, γιατί κινδυνεύει από στιγμή σε στιγμή να πνιγεί»! Μετά από την
τραχειοτομή, τον λυπήθηκε πράγματι η ψυχή μου. Δεν ζούσε. Τα μηχανήματα τον κρατούσαν φυτό!! Στο σημείο αυτό έχασα όσο θάρρος μού είχε απομείνει. Λύγισα σαν άνθρωπος και χωρίς να πω τίποτα σε
κανέναν, έφυγα στο Ναύπλιο να πάρω τα ρούχα του για το επερχόμενο μοιραίο. Απ’ εκεί έφερα μαζί μου και τα βιβλία του Ταξιάρχη, το Ιστορικό και τα θαύματά Του. Κάποιος, θαρρείς μέσα μου, με έσπρωχνε
να τα πάρω από τη θεία μου μαζί μου! Όταν επέστρεψα και είδα τον αδελφό μου ζωντανό, μετάνιωσα πικρά για την ολιγοπιστία μου. Ζήτησα ταπεινά συγγνώμη, για την αδυναμία μου αυτή και γονατιστή μέρα
και νύχτα έξω από την εντατική, διάβαζα τα θαύματά Του και παρακαλούσα για τη σωτηρία του αδελφού μου.

Όσο διάβαζα το βιβλίο με τα θαύματα, τόσο ένοιωθα κοντά μας την παρουσία του Άγιου. Οι ελπίδες πάλι δειλά-δειλά ερχότανε να πάρουν τη θέση της απογοήτευσης και απόγνωσης και σιγά-σιγά γιγάντωναν
και πολλαπλασιάζονταν. Οι ενημερώσεις των γιατρών δεν με προβλημάτιζαν πια και δεν με ενδιέφεραν πολύ, παρ’ όλο που ήτανε άσχημες! Κι αυτό γιατί τώρα γνώριζα ότι πάνω και από τους γιατρούς,
βρίσκεται ο Άγιος, κι ότι Αυτός μόνο επιμελείται τον αδελφό μου. Τα βιβλία αυτά μού έδωσαν την ηρεμία, τη δύναμη, τη δυνατή πίστη, την υπομονή, την καρτερία.

Με 40 πυρετό επί 8 ήμερες στην εντατική πάλεψε με τον θάνατο ο Διονύσης, με σύμμαχο τον Ταξιάρχη. Οκτώ ολόκληρες ημέρες έμοιαζε με νεκρό. Οι γιατροί μας έλεγαν ότι: «Δυστυχώς χάνουμε ελπίδες,
παρά κερδίζουμε»! Και την ογδόη, μεγάλε μου Άγιε Ταξιάρχη! Άνοιξε τα μάτια του!!! Από τότε και μετά, κάθε μέρα και ένα μηχάνημα απομακρυνόταν από τον αδελφό μου, μέχρι που έφυγε και το τελευταίο.

Οι γιατροί κατάπληκτοι έλεγαν: «Αυτό δεν μπορούσε να γίνει φυσιολογικά ή τουλάχιστον σε τέτοιο βαθμό και σε τόσο λίγο χρόνο! Το μυαλό του αδελφού σας ήταν πράγματι «γιαούρτι». Μόνο ένα θαύμα, στην κυριολεξία, θα μπορούσε να τα δικαιολογήσει όλα αυτά, μόνο ένα θαύμα»!!!

Στο διάστημα των 8 αυτών ημερών, που ο Διονύσης μας πάλευε με τον θάνατο, επισκεφθήκατε Σεβασμιότατε την πρεσβυτέρα του πατρός Χρήστου και γνωρίσατε τον Διονύση μας. Ο πατήρ Χρήστος σας
είχε μιλήσει για τα όνειρα του ξαδέλφου μου, την εύρεση της εικόνας και σεις θελήσατε να δείτε τον αδελφό μου και να τον ευλογήσετε. Να ξέρατε τότε, Σεβασμιότατε, τι κουράγιο και δύναμη μας δίνατε, όταν
μας είπατε ότι: «Αφού θέλησε ο Ταξιάρχης να τον πάρει υπό την προστασία Του, μη φοβάστε, είναι μεγάλη ευλογία και όλα θα πάνε καλά. Μόνο μη χάνετε την πίστη σας και να προσεύχεστε ζεστά, μέσα
από την καρδιά σας. Ο Κύριος πάντοτε ανταποκρίνεται στις θερμές μεσιτείες του Αρχαγγέλου Του». Τα λόγια Σας αυτά, Σεβασμιότατε, ήταν μια ακόμη επιβεβαίωση των θαυμάτων του Ταξιάρχη, που κάθε
μέρα διαβάζαμε και ξαναδιαβάζαμε. Η παρουσία Σας αυτή, στις δύσκολες αυτές στιγμές της ζωής μας, ήταν ευεργετική. Σας ευχαριστούμε πάρα πολύ μέσα απ΄ την καρδιά μας, για όλα.

«Παιδί μου», ψέλλισε συγκινημένος ο Δεσπότης μας, «εμείς δεν κάναμε τίποτα, ενώσαμε τις προσευχές μας, όπως είχαμε υποχρέωση, μαζί με τις δικές σας. Ο Κύριος πάντοτε δίνει ότι του ζητούνε, με
αληθινή πίστη, υπομονή και επιμονή! Και η δική σας η πίστη, η υπομονή και η επιμονή ήταν πράγματι υποδειγματική. Πας γαρ ο αιτών λαμβάνει και ο ζητών ευρίσκει και τω κρούοντι ανοιγήσεται (Ματθ. ζ’ 8)».

– Σεβασμιότατε, παρά λίγο να το ξεχάσω, είπε η Ελένη. Ο Αρχάγγελος έκαμε και δεύτερο θαύμα!

– Τι παιδί μου;

– Η Ελένη Μαϊοράνου, ήταν Πεντηκοστιανή. Λέω ήταν, γιατί τώρα δεν είναι. Ο Ταξιάρχης, με τις επεμβάσεις Του, την έκανε ορθόδοξη!!!

Ήταν αποκλειστική του αδελφού μου, μέσα στην εντατική. Σαν Πεντηκοστιανή δεν πίστευε στις εικόνες και επομένως ούτε και στην εικόνα του Ταξιάρχη, που βρήκαμε στην Εκκλησία του Νοσοκομείου.
«Μη πιστεύετε», μας έλεγε συνεχώς, «μη πιστεύετε σε θαύματα και μάλιστα θαύματα από εικόνες άγιων. Δεν γίνονται τέτοια πράγματα».

Όταν όμως έβλεπε αργότερα, την εξέλιξη της υγείας του Διονύση, κλονίστηκε και μας είπε: «Αν πράγματι γίνει καλά εντελώς ο Διονύσης, θα πάω στον Μανταμάδο, στον Ταξιάρχη, στη θαυμαστή Του εικόνα
και το δικό μου παιδί»! Το παιδί της είχε κάποια άγνωστη ασθένεια. Φύγαμε από το Νοσοκομείο και σε δυο μήνες έπρεπε να το επισκεφτούμε πάλι για αξονική εξέταση. Όταν ανεβήκαμε στην νευρολογική
χειρουργική του Νοσοκομείου, βρήκαμε την Ελένη, την αποκλειστική του Διονύση. Μόλις μας είδε έμεινε άφωνη. Κάθισε για λίγο μαρμαρωμένη, σαν να έβλεπε φαντάσματα και έπειτα έτρεξε κατεπάνω μας
και μας αγκάλιασε όλους δακρυσμένη. «Τι κάνεις, Ελένη;» τη ρωτήσαμε. Εκείνη μας παρέσυρε λίγο παράμερα και μας είπε: «Τώρα πιστεύω, τώρα πιστεύω. Είναι πιο φωτεινό και από τον ήλιο ότι εσείς
έχετε δίκαιο, οι ορθόδοξοι. Ακούστε τι έχω να σας πω: Χθες τη νύχτα είδα στο όνειρό μου, ότι βρισκόμουν σε μια γαληνεμένη θάλασσα και ήρθε και με συνάντησε κάποιος νέος, ωραίος και μελαψός και μού
λέγει: «Πήγαινε αύριο στη νευρολογική χειρουργική του Νοσοκομείου να δεις και να πιστέψεις. Σου έχω μια μεγάλη έκπληξη». Είμαι εδώ από το πρωί, γιατί πίστευα ότι αυτός που μού μίλησε στο όνειρό μου
ήταν ο Ταξιάρχης! Και να που βλέπω το Διονύση μας αναστημένο! Γιατί, για νεκρανάσταση πρόκειται. Ποτέ, μα ποτέ δεν πίστευα ότι το παιδί αυτό θα μπορούσε να γίνει καλά και μάλιστα με τέτοια διαύγεια
του νου έπειτα από τέτοια κάκωση που είχε στον εγκέφαλό του. Αυτό είναι πράγματι ένα θαύμα, ένα αληθινό θαύμα του Ταξιάρχη! Τώρα πιστεύω και μετανιώνω που τόσα χρόνια ήμουν σε τόση πλάνη!!! Με
την πρώτη ευκαιρία θα πάω να προσκυνήσω την θαυμαστή εικόνα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ και να Του ζητήσω να με συγχωρέσει».

– Ξέρετε, Σεβασμιότατε, -μίλησε για πρώτη φορά ο Διονύσης-, αν οι δικοί μου χαίρονται, τόσο πολύ, για τη θεραπεία μου, άλλο τόσο εγώ χαίρομαι για την επιστροφή στην Ορθόδοξη πίστη, της κ. Ελένης.
Είναι μια αξιαγάπητη κυρία και σωστός άνθρωπος. Είμαι πολύ ευχαριστημένος, που εξ αιτίας του ατυχήματός μου σώθηκε μια ψυχή. «Ουδέν κακόν αμιγές καλού», όπως έλεγαν οι πρόγονοι μας. Δόξα σοι ο
Θεός!

Ο Σεβασμιότατος σηκώθηκε. Πλησίασε τον Διονύση που με τη βοήθεια των δικών του είχε σηκωθεί. Τον ασπάσθηκε σταυρωτά και άφησε να ακουμπήσει το κεφάλι του νέου στον αριστερό του ώμο,
χτυπώντας χαϊδευτικά την πλάτη του. Είχαν δακρύσει και οι δυο τους και η συγκίνηση αυτή είχε απλωθεί παντού μέσα στο χώρο του Γραφείου του Ναού και μας συνεπήρε όλους. Έπειτα, δειλά-δειλά και
άχρωμα στην αρχή, ακούστηκε η φωνή του Σεβασμιότατου: «Των ουρανίων Στρατιών Αρχιστράτηγε…»                                              Τον ακολουθήσαμε όλοι συγκινημένοι…

Πέταξαν τα οστά μέσα στο δρόμο- Βεβήλωση νεκρών και μηνύσεις στο Πλωμάρι- ΦΩΤΟ ΠΟΥ ΣΟΚΑΡΟΥΝ

αναρτήθηκε στις 12 Φεβ 2019, 12:13 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 12 Φεβ 2019, 12:14 π.μ. ]

 


Γράφει ο Στρατής Τσιντωτας

Μπροστά σε ένα αποκρουστικό και συνάμα ντροπιαστικό θέαμα βρέθηκαν σήμερα κάτοικοι του Πλωμαρίου, αντικρίζοντας έξω από το χώρο του νεκροταφείου ανθρώπινα οστά πεταμένα μέσα στο δρόμο τα οποία ήταν ανακατεμένα με μπάζα.

Τι είχε συμβεί?

Ο Δήμος Λέσβου έχει αναθέσει σε εργολάβο να προχωρήσει σε κάποιες εργασίες στο χώρο του νεκροταφείου. Κατά την διάρκεια των εργασιών αυτών γκρεμίστηκε το χωνευτήρι στο οποίο βρίσκονταν μέσα εδώ και χρόνια οστά, τα οποία μαζί με τα μπάζα μεταφέρθηκαν εκτός του κοιμητηρίου, μέσα στο δρόμο ώστε στην συνέχεια να πεταχτούν.

Ο πατήρ Ευστάθιος προχώρησε σε μηνύσεις κατά παντός υπευθύνου, ζητώντας να ισχύσει και η αυτόφωρη διαδικασία, κάνοντας λόγο για βεβήλωση των νεκρών και ασέβεια προς τους Πλωμαρίτες: 

«Ενημερωθήκαμε από πολίτες πως έξω από το νεκροταφείο υπάρχουν πεταμένα ανθρώπινα οστά και νεκροκεφαλές ανακατεμένα με μπάζα. Όπως μάθαμε ο εργολάβος που έκανε της εργασίες στο χώρο, γκρέμισε το χωνευτήρι όπου υπήρχαν εδώ και δεκάδες χρόνια τα οστά αυτά και τα πέταξαν μαζί με τα μπάζα. Είναι ασέβεια και ντροπή, βεβήλωσαν νεκρούς και ανθρώπους που έχουν πολεμήσει για το Πλωμάρι και για αυτόν τον λόγο καταθέσαμε μήνυση κατά παντός υπευθύνου». δήλωσε στο LesvosPost

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΚΛΗΡΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ










Βίντεο YouTube


«Μην παραχαράσσετε την ιστορία, η Μακεδονία είναι μία»

αναρτήθηκε στις 24 Ιαν 2019, 7:32 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 24 Ιαν 2019, 8:01 π.μ. ]


Αποτέλεσμα εικόνας για μακεδονια ελληνικη

Αυτό το καιρό ένα πράγμα ενώνει όλους τους Έλληνες και αυτό δεν είναι άλλο από το «Μην παραχαράσσετε την ιστορία, η Μακεδονία είναι μία και Ελληνική».

Βίντεο YouTube




Τα Άγια Θεοφάνεια στο Πλωμάρι (ΦΩΤΟ)

αναρτήθηκε στις 6 Ιαν 2019, 3:26 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Ιαν 2019, 3:27 π.μ. ]



Με πάνδημη συμμετοχή του ευσεβούς λαού  εορτάσθηκε η Μεγάλη Δεσποτική Ἑορτή της Θείας Ἐπιφανείας στον Καθεδρικό ναό του Αγ. Νικολάου στο Πλωμάρι .

Το πρωί ο Αρχιερατικός επίτροπος Πλωμαρίου Ευστάθιος Μεταξής και ο συν εφημέριος π. Κυπριανός  τέλεσαν την Πανηγυρική Θεία Λειτουργία  στο τέλος της οποίας τέλεσαν  τον Μεγάλο Ἁγιασμό.

Στη συνέχεια σχηματίσθηκε λιτανευτική πομπή η οποία κατευθύνθηκε στο λιμάνι του Πλωμαρίου ὅπου πραγματοποιήθηκε η τελετή της  Καταδύσεως του Τιμίου Σταυρού και ο αγιασμός των υδάτων.

Νέοι βούτηξαν για να ανασύρουν τον Τίμιο Σταυρό, ενώ ο  Αρχιερατικός επίτροπος  ευχήθηκε σε ὅλους, ο βαπτισθείς Κύριος και Θεός να χαρίζει το πολύτιμο αγαθό της υγείας και να ανατείλει στην πατρίδα μας ἕνα καλύτερο αὔριο για ὅλο τον κόσμο.\






Επεφάνη η Χάρις του Θεού η Σωτήριος

αναρτήθηκε στις 5 Ιαν 2019, 11:39 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 5 Ιαν 2019, 11:39 π.μ. ]



     Τα Άγια Θεοφάνεια είναι μια από τις μεγαλύτερες εορτές της Χριστιανοσύνης. Κατ’ αυτήν εορτάζεται το μεγάλο γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου στα ιορδάνεια νάματα και η θαυμαστή και σπάνια φανέρωση της Τριαδικής Θεότητος στον κόσμο.

     Η σπουδαιότητα της μεγάλης εορτής φαίνεται από το γεγονός ότι αυτή, μετά το Πάσχα, είναι η αρχαιότερη χριστιανική εορτή. Ιστορικές μαρτυρίες αναφέρουν ότι καθιερώθηκε νωρίτερα από το 140 μ.Χ. από την ομάδα του αιρετικού Γνωστικού Βασιλείδη στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Οι Γνωστικοί εόρταζαν τη Βάπτιση του Χριστού και ταυτόχρονα την Γέννησή του στις 6 Ιανουαρίου, διότι πίστευαν πως κατά τη βάπτιση ενώθηκε ο «αιώνας» Χριστός με τον άνθρωπο Ιησού, κακοδοξία, την οποία υιοθέτησαν αργότερα και οι αιρετικοί Νεστοριανοί. Η καθιέρωσή της δεν είναι επίσης άμοιρη με την οργιαστική ειδωλολατρική εορτή του χειμερινού ηλιοστασίου των Αιγυπτίων και των Αράβων, η οποία συνέπιπτε την ίδια ημερομηνία.
      Φαίνεται πως η εορτή αυτή έτυχε μεγάλης αποδοχής τόσο από τους αιρετικούς Γνωστικούς, όσο και από πολλούς χριστιανούς, καθ’ ότι η Εκκλησία δεν είχε ως τότε καθιερώσει τέτοια εορτή. Ίσος το γεγονός αυτό οδήγησε την Εκκλησία να υιοθετήσει την εορτή αυτή και να αποτρέψει τους πιστούς να συνεορτάζουν με τους αιρετικούς Γνωστικούς. Οι πηγές μας βεβαιώνουν πως η εορτή των Θεοφανίων, κατά την οποία εορτάζονταν μαζί η Γέννηση και η Βάπτιση του Κυρίου στα τέλη του 2ου αιώνα ήταν γεγονός. Ως τα τέλη του 4ου αιώνα στη Δύση εορτάζονταν μαζί η Γέννηση και η Βάπτιση, οπότε και μεταφέρθηκε η εορτή της Γεννήσεως στις 25 Δεκεμβρίου, αντικαθιστώντας την ειδωλολατρική εορτή του «Αήττητου Ηλίου». Στην Ανατολή χωρίστηκε επί ιερού Χρυσοστόμου στις αρχές του 5ου αιώνα. Στις λεγόμενες προχαλκηδόνιες εκκλησίες (Κοπτική, Αρμενική, Νεστοριανική, κλπ), κράτησαν την  αρχαία παράδοση εορτάζοντας την 6η Ιανουαρίου τη Γέννηση και τη Βάπτιση μαζί.
      Το γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου ενέχει τεράστια θεολογική σημασία. Σύμφωνα με την βιβλική διήγηση όταν ο Χριστός έγινε τριάντα ετών και προκειμένου να βγει στο δημόσιο βίο Του πήγε στην έρημο του Ιορδάνη προκειμένου να λάβει το τυπικό βάπτισμα της μετανοίας από τον τίμιο Πρόδρομο. Στα μέρη εκείνα ο μέγας προφήτης Ιωάννης κήρυττε με αφάνταστη τόλμη και παρρησία τη μετάνοια, ώστε να υποδεχτούν οι άνθρωποι καθαρμένοι τον ερχόμενο Σωτήρα. Συνέρεαν κοντά του μεγάλα πλήθη για να ακούσουν τον διαπρύσιο και ελπιδοφόρο κήρυκα. Αυτός τους έβαζε στα νερά του Ιορδάνη, όπου εξομολογούνταν τις αμαρτίες τους. Ήταν μια καθαρά συμβολική πράξη. Όπως έτρεχε το γάργαρο νερό και καθάριζε τους σωματικούς ρύπους κατά τον ίδιο τρόπο η εξομολόγηση και μετάνοια καθάριζε την ψυχή του βαπτιζομένου.
      Ο Κύριος προκειμένου να δείξει ως άνθρωπος σεβασμό στην ανθρώπινη παράδοση δέχτηκε να λάβει το τυπικό βάπτισμα του Ιωάννη, χωρίς ουσιαστικά να το έχει ανάγκη, διότι ήταν απόλυτα αναμάρτητος, «ο πάσης επέκεινα καθαρότητος». Αυτό θα τον διευκόλυνε στο μεγάλο δημόσιο απολυτρωτικό έργο που θα άρχιζε κατόπιν. Ο Ιωάννης θεωρούνταν μεγάλος προφήτης από το λαό. Η υπόδειξη του Ιησού από αυτόν ως «Αμνού του Θεού, του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου» (Ιωάν.1:29) ήταν απαραίτητη. Η μαρτυρία του Ιωάννη για τον Χριστό στάθηκε καθοριστική, τα πλήθη πείσθηκαν και αναγνώρισαν στο πρόσωπο του Ιησού τον αναμενόμενο Μεσσία. Χάρη σε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία σχηματίσθηκε ο πρώτος πυρήνας των συνεργατών του Κυρίου.
     Εκτός από την μαρτυρία του Ιωάννη υπήρξε και ένα άλλο συγκλονιστικό και μοναδικό γεγονός. Τη στιγμή που ο Κύριος μπήκε στα νερά του Ιορδάνη άνοιξαν οι ουρανοί και παρουσιάστηκε αυτοπροσώπως ο Τριαδικός Θεός στα παραβρισκόμενα πλήθη. Ο Ενανθρωπήσας Λόγος βρίσκονταν στα ιορδάνεια νάματα, το Άγιο Πνεύμα κατέβαινε «ωσεί περιστερά» (Ματθ.3:16) και από τον ανοιγμένο ουρανό ακούστηκε η φωνή του Πατέρα «ούτος εστιν ο υιός μου ο αγαπητός, εν ω ευδόκησα» (Ματθ.3:16,17). Αυτό το συγκλονιστικό γεγονός της θεοφάνειας σημαίνει ότι το έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους είναι συλλογική απόφαση του Τριαδικού Θεού. Η φανέρωσή Του κατά την στιγμή της Βαπτίσεως του Χριστού φανερώνει την επιβεβαίωση για την ξεχωριστή επιμέλεια του Θεού για τη λύτρωση του κόσμου και την επίσημη χρίση του Χριστού ως Μεσσία και Λυτρωτή της ανθρωπότητας και ολοκλήρου της κτίσεως. Αποτέλεσμα αυτής της επιβεβαίωσης είναι η κατοπινή δυναμική πορεία του Κυρίου στον κόσμο της πτώσεως και της φθοράς και η πανηγυρική νίκη Του κατά των δυνάμεων του σκότους, η οποία θα ολοκληρωθεί με την λαμπροφόρο Ανάστασή Του! Στην ευφρόσυνη εορτή ψάλλουμε σχετικά: «Βαπτίζεται Χριστός μεθ’ ημών ο πάσης επέκεινα καθαρότητος, ενίησι τον αγιασμόν τω ύδατι και ψυχών τούτο καθάρσιον γίνεται΄ επίγειον το φαινόμενον, και υπέρ τους ουρανούς το νοούμενον…» (4ο τροπ. των Αίνων των Φώτων).
       Το γεγονός της Βαπτίσεως του Κυρίου αποτελεί φωτεινό ορόσημο στην επί γης πορεία και δράση του Σωτήρα μας, διότι «ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς» (Ματθ.4:16). Η είσοδος του Χριστού στον κόσμο διέλυσε τα πνευματικά σκοτάδια του πτωτικού παρελθόντος, διότι είναι ο Ίδιος το «φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιωάν.1:9). Κατά τα Θεοφάνια «εθεασάμεθα την δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας» (Ιωάν.1:14). Γι’ αυτό οι πιστοί ονόμασαν τη μεγάλη αυτή εορτή τα Φώτα και μάλιστα η αρχαία Εκκλησία πραγματοποιούσε την ημέρα αυτή τις βαπτίσεις των κατηχουμένων, τις οποίες ονόμαζε φωτισμούς! Ο ιερός υμνογράφος της μεγάλης εορτής μας προτρέπει: «Δεύτε λάβετε πάντες Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, Πνεύμα φόβου Θεού, του επιφανέντος Χριστού» (τροπ. Μ. Αγιασμού).
      Μια άλλη σημαντική παράμετρος της εορτής των Θεοφανίων είναι ο καθαγιασμός της φύσεως. Η κάθοδος του Χριστού στα ιορδάνεια ρείθρα σημαίνει τον καθαγιασμό του υγρού στοιχείου, που είναι η βάση της ζωής σε ολόκληρη τη δημιουργία και κατ’ επέκταση ο καθαγιασμός ολόκληρης της κτίσεως, η οποία εξαιτίας της ανθρώπινης αμαρτίας «συστενάζει και συνωδύνει άχρι του νυν» (Ρωμ.8:22). Οι καταπληκτική ασματική ακολουθία της εορτής είναι γεμάτη από ύμνους, αναγνώσματα και ευχές, που αναφέρονται στον εξαγιασμό της φύσεως με προεξάρχουσες τις υπέροχες ευχές του Μεγάλου Αγιασμού. Ο ίδιος ο Μεγάλος Αγιασμός, που μεταλαμβάνουμε την ημέρα αυτή, είναι η απελευθέρωση της υλικής δημιουργίας από τη φθορά της πτώσεως και η μετουσίωσή της στην προπτωτική κατάστασή της. Ο προφήτης Ησαϊας προείδε αυτή την θαυμαστή εσχατολογική μεταμόρφωση του υλικού κόσμου ως εξής: «Τα γαρ όροι και οι βουνοί εξαλούνται, προσδεχόμενοι υμάς εν χαρά, και πάντα τα ξύλα του αγρού επικροτήσει τοις κλάδοις. Και αντί της στοιβής αναβήσεται κυπάρισσος, και αντί της κονύζης αναβήσεται μυρσίνη. Και έσται Κυρίω εις όνομα,  και εις σημείον αιώνιον, και ουκ εκλείψει» (Ησ.55:12). Οι λαμπρές τελετές του καθαγιασμού των υδάτων, με τη ρίψη του Τιμίου Σταυρού σε αυτά, την αγία αυτή ημέρα, σημαίνουν τον αέναο εξαγιασμό της δημιουργίας, χάρη στην καθαρτική δύναμη του Χριστού, η οποία πηγάζει από τα ιορδάνεια ρείθρα. Η Ορθόδοξη ναυτική χώρα μας, η οποία ζει και μεγαλουργεί χάρη στο απλόχερο υγρό
στοιχείο που την περιβάλλει, εορτάζει με ιδιαίτερη λαμπρότητα αυτή την εορτή και συμμετέχουν οι πιστοί πάνδημα στις λαμπρές τελετές του καθαγισμού των υδάτων.
      Η μεγάλη εορτή των Θεοφανίων αποτελεί την απαρχή του επί γης απολυτρωτικού έργου του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. «Αδάμ τον φθαρέντα αναπλάττει ρείθροις Ιορδάνου και δρακόντων κεφαλάς εμφωλευόντων διαθλάττει ο Βασιλεύς των αιώνων Κύριος» (2ο τροπ. Α΄ ωδής, του κανόνα των Φώτων). Αυτό μας κάνει να σκιρτούμε από χαρά και να γεμίζουμε τις πληγωμένες καρδιές μας από ανείπωτη ελπίδα για τη λύτρωσή μας από τα πικρά δεσμά της αμαρτίας και του θανάτου. Το τυπικό βάπτισμα του Κυρίου στον Ιορδάνη αποτελεί για μας παράδειγμα για το ουσιαστικό μας βάπτισμα, το οποίο είναι «λουτρόν παλλιγγενεσίας» και θάνατος του παλαιού πτωτικού εαυτού μας και αναγέννηση της νέας εν Χριστώ υπάρξεώς μας. Δια του αγίου Βαπτίσματος «ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη, ίνα καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, του μηκέτι δουλεύειν ημάς τη αμαρτία» (Ρωμ.6:5). Στην καταπληκτική ακολουθία του Μεγάλου Αγιασμού διαβάζουμε: «Σήμερον τα των ανθρώπων πταίσματα τοις ύδασι του Ιορδάνου απαλείφονται. Σήμερον ο παράδεισος ανέωκται τοις ανθρώποις και ο ήλιος της δικαιοσύνης καταυγάζει ημίν… Σήμερον του παλαιού θρνήνου απηλλάγημεν και ως νέος Ισραήλ διασώθημεν. Σήμερον του σκότους εκλυτρούμεθα και τω φωτί της θεογνωσίας καταυγαζόμεθα. Σήμερον η αχλύς του κόσμου καθαίρεται, τη επιφανεία του Θεού ημών… Σήμερον ο Δεσπότης προς το βάπτισμα επείγεται, ίνα αναβιβάση προς ύψος το ανθρώπινον» (Ευχή Μ. Αγιασμού).
      Ο Θεός της πίστεώς μας δεν είναι ένα αφηρημένο λογικό και θεωρητικό σχήμα, γέννημα ανθρώπινης φαντασίας, αλλά ο ζωντανός Τριαδικός Θεός, ο Οποίος καταδέχτηκε να εισέλθει στον κόσμο και την ανθρώπινη ιστορία, για χάρη της δική μας απολυτρώσεως. Ως σημείο δε της αέναης παρουσίας Του και της φανέρωσής Του στον κόσμο, είναι το ανεπανάληπτο γεγονός των Θεοφανείων, το οποίο εορτάζουμε με κάθε λαμπρότητα αυτή τη μεγάλη μέρα.         

1-10 of 1229