Επικαιρότητα


Δεκαπενταύγουστος: 6 έως 15 Αυγούστου εμφανίζονται τα φιδάκια της Παναγιάς

αναρτήθηκε στις 3 Αυγ 2019, 11:21 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 3 Αυγ 2019, 11:22 π.μ. ]


  • : Χιλιάδες είναι οι πιστοί, αλλά και οι δύσπιστοι, που επιλέγουν κάθε χρόνο να επισκεφθούν το προσκύνημα της Παναγίας στην Κεφαλλονιά, για να αντικρίσουν ένα μοναδικό φαινόμενο, τα φιδάκια της Παναγίας.

Στο Ναό της κοιμήσεως της Θεοτόκου στο χωριό Μαρκόπουλο της νότιας Κεφαλονιάς, 25 χλμ από το Αργοστόλι, συμβαίνει κάθε χρόνο, από τις 6 έως τις 15 του μήνα Αυγούστου, ένα θαυμαστό γεγονός που οι κάτοικοι έχουν συνδέσει με την εικόνα της Παναγίας. Στην κατάφυτη πλαγιά όπου είναι κτισμένο το χωριό συνέβη πριν πολλά χρόνια το θαύμα που σχετίζεται με την εικόνα της Παναγίας. Φαίνεται ότι ένα δέντρο που είχε τυλιχτεί στις φλόγες έκανε τους κατοίκους να πιστέψουν πως είχε ξεσπάσει πυρκαγιά στο δάσος. Όταν όμως έφτασαν στο σημείο αντίκρισαν το θαυμαστό γεγονός. Παρόλο που το δέντρο είχε κατακαεί ως τη ρίζα του, πάνω του ήταν ακουμπισμένη η εικόνα της Παναγίας, την οποία η φωτιά δεν είχε καν αγγίξει.

Οι κάτοικοι γεμάτοι συγκίνηση, αφού προσκύνησαν την εικόνα, τη μετέφεραν στην εκκλησία του χωριού, όπου και οι υπόλοιποι είχαν την ευκαιρία να την προσκυνήσουν. Το επόμενο πρωί όμως και ενώ οι επισκέπτες πλήθαιναν, διαπιστώθηκε ότι η εικόνα έλειπε. Τελικά, μετά την κινητοποίηση των πιστών η εικόνα βρέθηκε στην αρχική της θέση. Ήταν και πάλι τοποθετημένη στη ρίζα του καμένου δέντρου. Η εικόνα της Παναγίας επανήλθε στην εκκλησία, όπου και κλειδώθηκε. Το ίδιο όμως συνέβη τρις φορές ακόμη. Η εικόνα εξαφανιζόταν και βρισκόταν και πάλι στο καμένο δέντρο. Αυτό το γεγονός έκανε τους κατοίκους να πιστέψουν πως ήταν θέλημα της Παναγίας να βρίσκεται εκεί και γι’ αυτό έκτισαν εκκλησία στο σημείο και τοποθέτησαν εκεί την εικόνα Της.

Τα φιδάκια

Αργότερα στη περιοχή κτίστηκε γυναικεία Μονή, οι μοναχές της οποίας φρόντιζαν την εικόνα. Κάποια μέρα καθώς πλησίαζαν πειρατικά πλοία και οι πειρατές κατευθύνονταν προς τη Μονή προκειμένου να την λεηλατήσουν, οι μοναχές προσευχήθηκαν στην Παναγία για να προστατέψει τις ίδιες και το μοναστήρι. Τότε συνέβη το θαύμα. Το μοναστήρι κυκλώθηκε από φίδια που έτρεψαν τους πειρατές σε φυγή. Αυτό θεωρήθηκε σημάδι από την Παναγία. Έτσι οι μοναχές και η Μονή σώθηκαν. Από τότε κάθε χρόνο εμφανίζονται φίδια, ακόμα και στο εσωτερικό της εκκλησίας ( κρέμονται ακόμα και από τις εικόνες, τις καντήλες ή τα στασίδια ), τα οποία αναχωρούν στις 15 Αυγούστου.

Αν κάποια χρονιά δεν εμφανιστούν τα φιδάκια προμηνύεται κάτι κακό για το νησί, όπως το 1940 και το 1953, οπότε το νησί επλήγη από σεισμούς. Κανείς από τους ειδικούς που έχουν εξετάσει τα φιδάκια δεν μπορεί να τα κατατάξει σε κάποιο από τα γνωστά είδη. Αυτά είναι γκρίζα, λεπτά και το μήκος τους δεν ξεπερνά το ένα μέτρο. Το δέρμα τους είναι βελούδινο και στο κεφάλι, όπως και την άκρη της γλώσσας τους, σχηματίζεται ένας μικρός σταυρός. Όπως είναι ευρύτερα γνωστό τα φιδάκια θεωρούνται θαυματουργά και ακίνδυνα, γι’ αυτό και οι πιστοί τα αγγίζουν χωρίς φόβο. Άλλωστε αποτελούν και έναν από τους κυριότερους λόγους που κάποιος επισκέπτεται το Δεκαπενταύγουστο το νησί.

Ο υπερήφανος δεν μετανοεί είναι… νούς αμεταμέλητος!

αναρτήθηκε στις 30 Ιουλ 2019, 1:34 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 30 Ιουλ 2019, 1:36 π.μ. ]


Στα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, στην Καλύβα «Γέννησις του Χριστού» με εγκράτεια και άσκηση ζούσε ο Μοναχός Ιλαρίων, σαν υποτακτικός στην Συνοδεία του Γέροντος Αρτεμίου και Παντελεήμονος Μοναχού.

Ο Μοναχός Ιλαρίων είχε ευστροφία και ετοιμότητα στο μυαλό, ήταν εγκρατής και άκρως ασκητικός, είχε πολύ μελέτη στα Πατερικά βιβλία, έκανε τον Κανόνα του ανελλιπώς και απέφευγε τις συναντήσεις και συναναστροφές με τους άλλους ερημίτες Μοναχούς.

Σιγά, σιγά και χωρίς ο ίδιος να το καταλάβει πίστεψε στην ιδέα και στο λογισμό του, ότι αυτός σαν έξυπνος και μελετηρός που ήταν, δεν είχε ανάγκη από τις συμβουλές των Πατέρων και γι’ αυτό τους απέφευγε.

Οι Πατέρες τον εκτιμούσαν για την εξυπνάδα του αυτή και τον θεωρούσαν, σαν μεγάλο εργάτη της αρετής και πραγματικά ήταν περιβόητος από όλους και φημισμένος σαν ενάρετος Μοναχός.

Εκεί κοντά, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου» έμενε και με πραγματική ασκητική ζωή, αγωνίζονταν και ο πνευματικός και εξομολόγος Παπα – Ιγνάτιος, με τους επίσης ασκητικούς αδελφούς και υποτακτικούς του, Πατέρα Νεόφυτο και Παπα – Ιγνάτιο τον νεώτερο.

Ο Πνευματικός Παπα – Ιγνάτιος παρακολουθούσε, από μακριά βέβαια, με πραγματικό πνευματικό ενδιαφέρον, τη ζωή του ερημίτη και ασκητή μοναχού Ιλαρίωνα, και μια μέρα που πήγε να τον επισκεφθεί άκουσε από έξω από το Καλύβι του να λέει ο Π. Ιλαρίων τα ρητά της αγίας Γραφής: «Τίς ό ανιστάμενός μοι, αντιστήσω μοι άμα», έλεγε και ξανάλεγε φωναχτά τα λόγια αυτά πολλές φορές.

Ο πνευματικός νόμισε πώς ο Π. Ιλαρίων μιλούσε με κανένα επισκέπτη αδελφό, ή κανένα γείτονα και γύρισε να φύγει. Τότε άκουσε πάλι τον Π. Ιλαρίωνα να λέει τα ίδια λόγια δυνατά και κτυπούσε τα πόδια του στο πάτωμα, χωρίς να παίρνει απάντηση από άλλον αδελφό. Έτσι κατάλαβε ότι κάτι το ιδιαίτερο θα συμβαίνει στον αδελφό και εξαναγκάστηκε να χτυπήσει την πόρτα του γείτονα του και αφού είπε το «Δι’ ευχών των αγίων πατέρων…» και περίμενε λίγο να ακούσει «Αμήν», αλλά αντί για απάντηση άκουσε να του λέει ο Μοναχός Ιλαρίων «όποιος κι αν είσαι έλα μέσα δεν φοβάμαι κανέναν».

Ο Πνευματικός Παπα – Ιγνάτιος τότε έσπρωξε την πόρτα και μπήκε μέσα, φαίνεται έλειπαν οι άλλοι αδελφοί και ήταν ο Π. Ιλαρίων μόνος του, και υποδέχθηκε τον πνευματικό με τα ίδια λόγια: «Τίς ό ανιστάμενός μοι αντιστήσω μοι άμα».

Ο πνευματικός κατάλαβε ότι πρόκειται για σατανική πλάνη και εωσφορική υπερηφάνεια, οπότε με επιτακτικό ύφος του είπε: «Και ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που λες τέτοια πράγματα και φοβερίζεις;»Ο Μοναχός Ιλαρίων, προφανώς υπό την επήρεια του Σατανά βρισκόμενος, με στόμφο και αγριεμένη όψη, αλλά και με πολλή αυθάδεια στον πνευματικό είπε: «Εγώ είμαι η υπερηφάνεια» και σε ερώτηση του Πνευματικού: «Τι είναι και Τι θα πει υπερηφάνεια;» ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός ή μάλλον ο δαίμονας πιεζόμενος από την αρετή και ταπείνωση του Πνευματικού, απάντησε και είπε: «Υπερηφάνεια είναι νους αμεταμέλητος» δηλαδή νους αμετανόητος και αδιόρθωτος.

Ο Πνευματικός μετά από την απόκριση αυτή του δαιμονισμένου και φαντασμένου εκείνου μοναχού, άρχισε να κλαίει, να εξορκίζει τον δαίμονα και να παρακαλεί τον Μοναχό να εξομολογηθεί, να ταπεινωθεί και να μετανοήσει.Ο ταλαίπωρος εκείνος Μοναχός Ιλαρίων, δεν δέχονταν καμία συμβουλή από τον πνευματικό, ο οποίος με πολύ πόνο στην καρδιά και λύπη αφόρητη για την φοβερή εκείνη πλάνη του αδελφού Ιλαρίωνα, είπε τα λόγια αυτά της αγίας Γραφής: «Ανήρ ασύμβουλος καθ’ εαυτού πολέμιος» (Σοφ. Σολομώντος) Αλίμονο δεν γνωρίζουν οι άνθρωποι και μάλιστα οι Μοναχοί ότι η σωτηρία γίνεται εν πολλή βουλή, δηλαδή όπως λέγει και ο άγιος Ηλίας ο Μηνιάτης «ήγουν σωτηρία γίνεται εν πολλή συμβουλή».

Όταν είπε αυτά ο Πνευματικός έφυγε βαθύτατα συγκινημένος και λυπημένος και άρχισε να κάνει θερμή προσευχή στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό να λυπηθεί το πλάσμα των χειρών Του, να συγχωρέσει τον αδελφό Ιλαρίωνα και να του χαρίσει μετάνοια και ψυχική σωτηρία.

Ύστερα από αυτό με ενέργειες του Πνευματικού Παπα – Ιγνάτιου, πήγαν τον αδελφόν αυτόν στην Ιερά Μονή Σίμωνος Πέτρα, που έχουν το χέρι της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, για να θεραπευθεί, επειδή η Αγία αυτή έχει το χάρισμα να βγάνει τα δαιμόνια.

Εκεί οι Πατέρες με πολλές παρακλήσεις και θείες Λειτουργίες και ακατάπαυστη προσευχή, βοήθησαν τον αδελφό Ιλαρίωνα, ο οποίος μετανοιωμένος και κάπως διορθωμένος κοιμήθηκε στο Μοναστήρι αυτό το 1955 σωτήριο έτος.

Η Πορεία της ψυχής

αναρτήθηκε στις 29 Ιουλ 2019, 2:33 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 29 Ιουλ 2019, 2:34 π.μ. ]


: Ἀλλά, ἐν ὅσῳ δὲν νοιώθουμε ἕναν μεσότοιχο ἀνάμεσά μας καὶ στὸν Θεό, δὲν νοιώθομε ὅτι εἴμαστε ἐξόριστοι, δὲν ὑπάρχει κἂν ἔναρξις σκέψεως γιὰ πνευματικὴ ζωή.

. Βλέπετε, ἀπὸ μίαν ἐποπτεία, ὄχι ἀπὸ μίαν ἀνάλυσι, παράστασι ἀρχίζει ἡ πνευματικὴ ζωή. Αἰσθάνομαι τοῦτο ἐδῶ, τὸ νοιώθω ὅτι εἶναι τοῖχος καὶ δὲν ξέρω τί γίνεται ἀπὸ πίσω.

. Ὅταν λοιπὸν ἡ ψυχὴ θὰ ἀντιληφθῆ τὴν ἀπόστασι, ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα σ’ αὐτὴν καὶ στὸν Θεὸ – μία ἀπόστασι ποὺ ὅσο κι ἂν φωνάξη, δὲν πρόκειται νὰ ἀκουσθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸ – τότε θὰ ἀναλογισθῆ ὅτι εἶναι πολὺ ἀφελὲς νὰ μὴν μπορῆ αὐτὴ νὰ μιλήση στὸν Θεό. Καὶ θὰ ζητήση νὰ τὸν πλησιάση, νὰ τὸν φέρη κοντά της ἢ νὰ πάη ἐκείνη κοντὰ στὸν Θεό.

. Ὅταν ἡ ψυχὴ θὰ νοιώση αὐτὸ ποὺ λέμε “ἀπερριμμένη”, ὅτι εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο – ὅταν θὰ δῆς κάτι τὸ πεταγμένο, θέλεις νὰ τὸ βάλης στὴ θέση του–, ὅταν θὰ αἰσθανθῆ ἡ ψυχή, αὐτὴ ἡ ψυχὴ ποὺ μπορεῖ νὰ τὴν κατακλύζουν οἱ ἔπαινοι, οἱ καλακεῖες, οἱ ἀρετὲς πιθανόν, ἡ ἁγνότης, ἡ καθαρότης, πνευματικὰ ἰδιώματα, ὁραματισμοὶ μεγάλοι, ἐφέσεις θεϊκές, αὐτὴ ἡ ψυχή, παρ᾽ ὅλα ταῦτα, ἂν καταλάβη τελικὰ ὅτι εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο καὶ ποὺ θὰ πρέπει νὰ βρῆ τὴν θέσι του μέσα στὴν ἱστορία καὶ μέσα στὸ κοινὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, στὸ ὁποῖο ἀνήκει, τότε μπορεῖ νὰ πῆ: “Θὰ ἀναζητήσω τὸν τόπο μου”.

. Ἑπομένως ἡ πνευματικὴ ζωὴ ἀρχίζει ἀπὸ τὴν αἴσθησι τῆς ἐξώσεως, τῆς ὑπερορίας, τοῦ ὑψώματος τὸ ὁποῖο ἔχει ἐνώπιόν της, καὶ ἀπὸ τὴν διάθεσι νὰ πάψη νὰ εἶναι κάτι τὸ πεταγμένο. Ἐφ᾽ ὅσον δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν αἴσθησι, δὲν ἀρχίζει ποτὲ τίποτε. Μπορεῖ νὰ ζῆ χριστιανικὴ ζωή, ἀλλὰ κατὰ τὸ λεγόμενον, κατὰ τὸ δοκοῦν, κατὰ τὸν λόγον, κατὰ τὴν ἀντίληψι τοῦ νοὸς μπορεῖ νὰ ζῆ χριστιανικὴ ζωή. Ἐφ᾽ ὅσον ὅμως δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ δυνατὴ αἴσθησις, δὲν βάλαμε ἀκόμη καμία ἀρχή. “Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς” δὲν βάλαμε στὴ ζωή μας. Εἴμεθα ἀκόμη πολὺ μακριά, γιὰ νὰ φθάσωμε στὸ σημεῖο νὰ βάλωμε τὸ “Εὐλογητός” τοῦ Μεσονυκτικοῦ – ὄχι τοῦ ὄρθρου-, γιὰ νὰ πᾶμε ἐν συνεχείᾳ στὴν θεία Λειτουργία, ποὺ θὰ μᾶς ἑνώση μὲ τὸν Θεὸ κατ᾽ εἰκόνα.

. Τὸ πρῶτο λοιπόν, στοιχεῖο ποὺ χρειάζεται ὡς ἐναρκτήριο εἶναι αὐτὴ ἡ αἴσθησις.

Ἔχομε τώρα τὴν τιναγμένη ψυχή, τὴν πεταγμένη ψυχὴ ποὺ εἶναι κλουβιασμένη (ἐκ τοῦ κλωβός=κλουβί) μέσα σὲ τέσσερις τοίχους καὶ δὲν βλέπει τίποτε. Αὐτὴ ἡ ψυχὴ σκέπτεται νὰ σπάση τὸν φραγμὸ αὐτό, νὰ σπάση τοὺς τοίχους, στοὺς ὁποίους ζῆ καὶ νὰ ἑνωθῆ μὲ τὸν Θεό. Πῶς θὰ πρέπει νὰ προχωρήση;

. Δὲν ὑπάρχει “πρέπει”. Δὲν ὑπάρχουν “πρέπει” στὴν χριστιανικὴ ζωή. Τὸ “πρέπει” εἶναι ἀπόρροια τοῦ νοός. Τὸ “πρέπει” τὸ βγάζω ὡς λογικὸ συμπέρασμα ἐγώ, ὅτι ἐφ᾽ ὅσον τὸ Εὐαγγέλιο λέγει ἔτσι καὶ ἀφοῦ ὁ Χριστὸς εἶπε ἐκείνη τὴν παραβολὴ καὶ ἔκανε ἐκεῖνο τὸ θαῦμα καὶ εἶπε “μακάριοι” οἱ τάδε, ἄρα πρέπει ἐγὼ αὐτὸ νὰ κάνω ἀκριβῶς.

. Τὸ “πρέπει” δὲν συγκινεῖ. Τὸ “πρέπει” σοῦ δίνει τὴν αἴσθηση τῆς σκλαβιᾶς, σὲ κάνει νὰ μὴ θέλης νὰ προχωρήσεις. Τὸ “πρέπει” δὲν ὑποκινεῖ τὸν Θεὸν οὔτε τὴν καρδιὰ οὔτε τίποτε. Τὸ “πρέπει” ἀναφέρεται μόνο στὴν ἀνθρώπινη βούλησι, στὴν ἀνθρώπινη ἔντασι, ἡ ὁποία πάντοτε ξέρομε ὅτι εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο σπάει πάρα πολὺ εὔκολα.

. Τὸ πιὸ εὔθραυστο πρᾶγμα εἶναι ἡ ἀνθρώπινη καρδιὰ μὲ ὅλες της τὶς βουλήσεις καὶ μὲ ὅλες της τὶς ἐντάσεις. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀγαπῶ, μπορεῖ νὰ σὲ μισήσω. Ἐκεῖ ποὺ σὲ μισῶ, μπορεῖ νὰ σὲ ἐρωτευτῶ. Ἐκεῖ ποὺ σὲ κατηγορῶ, μπορεῖ νὰ καταλάβω ὅτι εἶσαι ὁ ὑπ᾽ ἀριθμὸν ἄλφα ἄνθρωπος τοῦ κόσμου. Ἐκεῖ ποὺ σὲ ἀνυψώνω, σὲ στέλνω μέσα στὴν κόλαση . Ἐκεῖ ποὺ λέγω «θὰ γίνω ἅγιος», ἐκεῖ μπορεῖ ἀμέσως νὰ γίνω ἕνας σατανᾶς.

. “Πρέπει” δὲν ὑπάρχει. Δὲν μπορῶ νὰ πῶ: «Τί πρέπει νὰ κάνω τώρα;». Θὰ πρέπη ἡ ψυχὴ μόνη της νὰ προχωρήση στὴν ἐποπτεία της, στὴν αἴσθησί της.

. Προχωροῦμε ἀπὸ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔχομε μπροστά μας. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλέον διωγμένος ἀπὸ τὸν παράδεισο, ἡ ψυχὴ εἶναι ἐξωσμένη. Αὐτὸ ποὺ καταλαβαίνει, ὅταν εἶναι ἔξω, εἶναι ὁ πόνος τὸν ὁποῖον ἔχει. Μὲ πόνο θὰ γεννήσης, μὲ πόνο θὰ τρυγήσης τοὺς καρποὺς τῆς γῆς, μὲ πόνο θὰ σπείρης, ὁ,τιδήποτε θὰ κάνης, θὰ εἶναι μὲ πόνο.

. Ὁ πόνος ὅμως αὐτὸς ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς ἡδονῆς. Ἡ ὀδύνη ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἡδονή. Ἡ ἡδονὴ ἀρχίζει ἀπὸ πότε; Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ βρέθηκε ὁ ἄνθρωπος γυμνός. Θυμηθῆτε τὸν Ἀδὰμ μέσα στὸν παράδεισο. Ἔφαγε τὸν καρπό. Τὴν ὥρα ποὺ ἤδη σκέφθηκε νὰ δοκιμάση τὸν καρπό, εἶχε γυμνωθῆ. Ἡ Εὔα ἦταν ἤδη γυμνή, ἀλλὰ δὲν εἶδε τὴν γύμνωσί της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ, παρὰ μόνο ὅταν εἶχε φάει τὸν καρπό. Ἀλλὰ ἤδη ἡ γύμνωσις εἶχε γίνει. Ἀλλοιῶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φάη τὸν καρπό. Ἡ τροφὴ αὐτὴ καὶ ἡ αἴσθηση τῆς ἡδονῆς τῆς ἀπεκάλυψαν τὴν γύμνωση τὴν δική της καὶ τὴν γύμνωσι τοῦ Ἀδάμ.

. Προσέξτε, διότι ἔχει πάρα πολὺ μεγάλη σημασία ἡ πορεία τῆς ψυχῆς.

. Ἑπομένως ἀρχίζομε ἀπὸ τὸν πόνο, ὁ πόνος ἔχει ἄμεση σχέσι, ὅπως εἴπαμε, μὲ τὴν γύμνωσι. Θὰ πρέπει νὰ καταλάβη ἡ ψυχὴ ὅτι εἶναι μία γυμνὴ ψυχή, ὅτι δὲν εἶναι ἁπλῶς κάτι τὸ πεταγμένο ἀλλὰ εἶναι κάτι τὸ γυμνό. Νὰ καταλάβη πλέον ὅτι δὲν εἶναι τίποτε. Τί ἦταν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα; Ἦταν, ἂς τὸ ποῦμε ἔτσι, οἱ συμπεριπατοῦντες μὲ τὸν Θεόν, ἦταν ὁμόσκηνοι τοῦ Θεοῦ, ἦσαν σύντροφοι τοῦ Θεοῦ, συνοδοιπόροι, συνέκδημοι τοῦ Θεοῦ.

. Καὶ μέσα σὲ μία στιγμὴ ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα γίνονται ἕνα τίποτε, ἕνα ἐξουθένωμα, τέτοιοι ποὺ ἕνα φίδι νὰ μπορῆ νὰ τοὺς περιγελᾶ καὶ ἡ φύσις ἡ φθαρτή, στὴν ὁποία εἶχε δώσει ὀνόματα καὶ τὴν ἐξουσίαζε ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, νὰ μπορῆ νὰ ἐπανίσταται ἐναντίον τους. Καὶ τὸ πιὸ τρεμουλιάρικο πλάσμα μέσα στὴν ἱστορία γίνεται ὁ ἄνθρωπος!

. Εἶναι, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος ὁ γυμνὸς κάτι τὸ ἀνύπαρκτο. Εἶναι ἕνας οὐδεὶς καὶ ἔχει τὴν αἴσθηση τῆς γυμνότητος· θὰ λέγαμε τὴν αἴσθησι τῆς ἁμαρτίας του, τοῦ ὅτι εἶναι ἁμαρτωλός. Ὄχι νὰ πῆ ὅτι εἶμαι ἁμαρτωλός, ὄχι ὅτι πρέπει νὰ ἐξομολογηθῶ, πρέπει νὰ ὁμολογήσω τὴν ἁμαρτία μου, ἀλλὰ ἡ ψυχὴ νὰ ζήση τὴν ἁμαρτία της.

. Εἴδατε, ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα ἦσαν γυμνοὶ προηγουμένως. Δὲν εἶχαν αἰσθανθῆ ὅμως ποτὲ τὴν γύμνωσί τους. Ὅταν ἁμάρτησαν, εἶδαν ὅτι εἶναι γυμνοὶ καὶ ντύθηκαν. Τὸ ἔνοιωσαν, ὅτι ἦσαν γυμνοί. Ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ νὰ νοιώση ὅτι εἶναι γυμνὴ ἀπὸ ἀρετή, ἀπὸ ἁγιότητα, ἀπὸ θεότητα· ὅτι εἶναι μέσα στὴν ἁμαρτία ριγμένη, εἶναι ντυμένη μὲ τὰ φύλλα τὰ δικά της, μὲ τὰ φύλλα τῆς ἁμαρτίας.

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ (Σιμωνοπετρίτου),
«Ζωὴ ἐν πνεύματι» [Κατηχήσεις καὶ λόγοι -2]
ἐκδ. «Ὀρμύλια» 2003, σελ. 17 ἑπ.

Άθως «Το Άγιον Όρος» – Ντοκιμαντέρ

αναρτήθηκε στις 16 Ιουλ 2019, 1:38 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 16 Ιουλ 2019, 1:38 π.μ. ]



  • «Το ». Πρόκειται για ένα του μεγάλου Έλληνα σκηνοθέτη Βασίλη Μάρου, ο οποίος υπήρξε ο πρωτεργάτης του κινηματογραφικού ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα.

Σκηνοθέτης, παραγωγός, διευθυντής φωτογραφίας, και ο τελευταίος των ντοκιμενταριστών. Η επαγγελματική πορεία του Βασίλη Μάρου περιέχει πάνω απο 40 ντοκιμαντέρ, πολλά από τα οποία δεν προβλήθηκαν ποτέ στη χώρα μας, όπως το «Πάσχα στο Άγιο Όρος», «O κόσμος των εικόνων», «Τραγωδία του Αιγαίου», «H μάχη για την Ακρόπολη» ενώ ο Μάρος είχε κερδίσει 53 βραβεία.

O Βασίλης Μάρος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1929. Αρχικά σπούδασε φωτογραφία στο Μόναχο και στη συνέχεια διεύθυνση φωτογραφίας στη Ρώμη. Αργότερα, παρακολούθησε σεμινάρια τηλεόρασης στο Μιλάνο και κατόπιν στο Λονδίνο (BBC). Στα 50 χρόνια της περιπετειώδους κινηματογραφικής του διαδρομής, κατέγραψε ιστορικά γεγονότα, συνεργάστηκε με τις κινηματογραφικές εταιρίες ΝΒC και 20th Century Fox και εργάστηκε ως οπερατέρ σε μεγάλες αμερικάνικες κινηματογραφικές παραγωγές που γυρίστηκαν στην Ελλάδα («Το παιδί και το δελφίνι», «Τα κανόνια του Ναβαρόνε», «Συνέβη στην Αθήνα», «Ο Λέων της Σπάρτης») και της πρώτης έγχρωμης ελληνικής ταινίας «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες» (1955).

Παραγωγή, Φωτογραφία, Σκηνοθεσία: Βασίλης Μάρος

Αφήγηση: Δημήτρης Μυράτ
Κείμενα: Θεόφιλος Φραγκόπουλος, Κούρτ Χόφμαν
1965


Βίντεο YouTube


Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την προσευχή, και θέλεις να την ακούσει ο Θεός;

αναρτήθηκε στις 16 Ιουλ 2019, 1:32 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 16 Ιουλ 2019, 1:32 π.μ. ]


: Πολλοί μπαίνουν στην εκκλησία, λένε διάφορες προσευχές και βγαίνουν. Βγαίνουν, χωρίς να γνωρίζουν τι είπαν. Τα χείλη τους κινούνται, αλλά τ’ αυτιά τους δεν ακούνε. Εσύ ο ίδιος δεν ακούς την σου, και θέλεις να την ακούσει ο ;

“Γονάτισα”, λες. Γονάτισες, αλλά, ενώ το σώμα σου ήταν μέσα, ο νους σου πετούσε έξω. Με το στόμα έλεγες την προσευχή και με τη σκέψη λογάριαζες τόκους, έκανες συμβόλαια, πουλούσες εμπορεύματα, αγόραζες κτήματα, συναντούσες τους φίλους σου. Γιατί ο διάβολος, που είναι πονηρός και γνωρίζει ότι στον καιρό της προσευχής μεγάλα πράγματα κατορθώνουμε, τότε ακριβώς έρχεται και σπέρνει λογισμούς μέσα μας.

Να, πολλές φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν συλλογιζόμαστε· πάμε στην εκκλησία για να προσευχηθούμε, και τότε χίλιες σκέψεις περνούν από το νου μας.Έτσι χάνουμε τους καρπούς της προσευχής, φεύγοντας από το ναό με άδεια χέρια. Το ίδιο, βέβαια, γίνεται και όταν προσευχόμαστε στο σπίτι μας ή οπουδήποτε αλλού.

Κάθε φορά, λοιπόν, που, καθώς προσευχόμαστε, συνειδητοποιούμε ότι ο νους μας έχει φύγει από το Θεό κι έχει στραφεί σε βιοτικά πράγματα, ας τον φέρνουμε πίσω, αναγκάζοντάς τον να μένει σταθερά και προσεκτικά προσκολλημένος στα νοήματα της προσευχής. Ας επαναλαμβάνουμε, μάλιστα, την προσευχή από την αρχή.

  • ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Γέρων Φιλόθεος Καρακαλληνός

αναρτήθηκε στις 15 Ιουλ 2019, 2:07 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 15 Ιουλ 2019, 2:42 π.μ. ]

 «Όπως μάς λέγει, ο θείος Ιωάννης της Κλίμακος, Ιησού ονόματι, μάστιζε πολεμίους.

Αυτό το όνομα έχει πολλή δύναμη.

Απο τα παλαιότερα χρόνια και ιδιαίτερα στις ημέρες μας

– επειδή οι άνθρωποι έχουμε συνήθως θολωμένο νου

και δεν μπορούμε να συγκρατούμε πολλά λόγια –

αυτή η προσευχή είναι στα μέτρα όλων.

Μάς την έχει δώσει ο Θεός

σαν ένα μεγάλο δώρο,

να μπορούμε να τη χρησιμοποιούμε».

ΓΕΡΩΝ ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΚΑΡΑΚΑΛΛΗΝΟΣ – ΕΦΑΡΜΟΓΗ «ΒΗΜΑΤΑΡΙΣΣΑ»

Λόγος περί του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

αναρτήθηκε στις 13 Ιουλ 2019, 12:43 μ.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 13 Ιουλ 2019, 12:43 μ.μ. ]

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Λόγος περί του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου

Του Σεβ. Μητροπολίτου Μάνης Χρυσοστόμου Γ'
Ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία ἑορτάζει καὶ τιμᾶ μία μεγάλη προσωπικότητα, ἕνα ἀπὸ τοὺς μεγάλους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες καὶ Διδασκάλους τοῦ Γένους, τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη. 

Εἶναι ὁ ὅσιος τῶν χρόνων τῆς δεινῆς τουρκοκρατίας ποὺ στερέωσε τὴν Ὀρθόδοξη πίστη καὶ ἐξύψωσε τὸ φρόνημα τοῦ ὑποδούλου τότε ἔθνους. Στὸ πρόσωπό του συνδυάστηκαν σπουδαιότατα νοητικὰ χαρίσματα, βαθυτάτη θεολογικὴ σοφία καὶ πλούσια χριστιανικὴ βιοτή. 
Ὁ ἅγιος, κατὰ κόσμον Νικόλαος Καλιβούρτζης, γεννήθηκε στὴν ὡραία νῆσο Νάξο, ἀπὸ τοὺς εὐσεβεῖς γονεῖς Ἀντώνιο καὶ Ἀναστασία καὶ ἀνετράφη «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίου». Τὰ ἐγκύκλια γράμματα τὰ ἔμαθε στὴ Σχολὴ τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, στὴ γενέτειρά του, κοντὰ στὸ διακεκριμένο διδάσκαλο τοῦ Γένους ἀρχιμανδρίτη Χρύσανθο, ἀδελφὸ τοῦ Ἁγ. Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ.
Ἐκεῖ συμμαθήτευσε μὲ τοὺς μετέπειτα Πατριάρχες Κων/πόλεως Νεόφυτο Ζ’ καὶ Γρηγόριο Ε’. Τὶς γνώσεις του τὶς συμπλήρωσε στὴν περίφημη Εὐαγγελικὴ Σχολὴ τῆς Σμύρνης ὅπου φοίτησε μία πενταετία, ἔχοντας διευθυντὴ τῆς περιωνύμου ἐκείνης Σχολῆς, τὸν λόγιο ἄνδρα Ἱερόθεο Βουλισμᾶ, τὸν Ἰθακήσιο. 
Ἐκεῖ ἔλαβε πράγματι πολύπλευρη ἐκπαίδευση, ἡ ὁποία, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ θεολογικὴ ἐπιστήμη περιελάμβανε καὶ γνώσεις φιλοσοφικές, ἰατρικές, οἰκονομικές, γεωπονικές, ἀστρονομικὲς μαθαίνοντας ἀκόμη καὶ ξένες γλῶσσες. Τοῦ ἔγινε πρόταση μάλιστα νὰ ἀναλάβει τὴν διεύθυνση τῆς Σχολῆς, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἀρνήθηκε ἔχοντας κατὰ νοῦ ἄλλα ἀνώτερα ἰδανικά. 
Ἀργότερα ἀνεχώρησε γιὰ τὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἐγκατεστάθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Διονυσίου, ὅπου ἐκάρη μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Νικόδημος. 
Ὡς μοναχός, διεκρίθη γιὰ τοὺς πνευματικούς του ἀγῶνες καὶ τὴν πνευματικότητά του, γιὰ τὴν ὁλοκληρωτικὴ ἀφιέρωσή του στὸ Θεό. Γι᾿ αὐτὸν ἡ ἀφιέρωση δὲν ἦταν ἄρνηση ζωῆς. Ἦταν πράγματι, ἕνας ἄλλος τρόπος ζωῆς, «ζωῆς ἐν Κυρίῳ», ὡς γράφει ὁ Ἀπ. Παῦλος στὶς Ἐπιστολές του. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὡς μοναχὸς εἶχε πάντοτε ἄγρυπνη τὴν καρδία του, καὶ μέριμνά του πῶς δηλαδὴ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Χριστόν.
Ἦταν μία μαρτυρία τῆς «καινῆς κτίσεως», ὡς ἄλλη γρηγοροῦσα προφητικὴ συνείδηση ζῶντας τὸ ἀδιάκοπο παρὼν τοῦ Θεοῦ στὴν καθημερινὴ βιοτή. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔβλεπε καὶ τὰ συμβαίνοντα στὸ περίγυρό του, δὲν ἀδιαφοροῦσε ἀλλὰ μελετοῦσε τὰ θέματα, προσευχόταν γι᾿ αὐτά, καὶ λάμβανε θέση στηριζόμενος πάντοτε στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τὴν Ἱερὰ Παράδοση. 
Ἕνα ἀπὸ τὰ μεγάλα θέματα ποὺ ἀπησχόλησαν στὸ Ἅγιον Ὄρος τὸν Ὅσιο Νικόδημο ἦταν καὶ τὸ περίφημο «Κολλυβαδικό», ὡς ἀπεκλήθη θέμα, ὅπου καὶ πρωτοστάτησε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους δύο μεγάλους πατέρες, τοὺς ἁγίους Μακάριο Κορίνθου καὶ Ἀθανάσιο Πάριο.
Δηλαδή, μετὰ τὸ «Ἡσυχαστικὸ» ζήτημα τοῦ 14ου αἰώνα, τὸ σπουδαιότερο πνευματικὸ κίνημα στὴν Ἀθωνικὴ Πολιτεία καὶ στὸν εὑρύτερο ἑλλαδικὸ χῶρο ἦταν τὸ λεγόμενο «Κολλυβαδικὸ κίνημα», κυρίως τὸν 18ο αἰώνα.
Τὸ κίνημα αὐτὸ δὲν ἦταν ἁπλῶς μία ἔριδα περὶ τῆς ἡμέρας τελέσεως τῶν ἱερῶν μνημοσύνων, ὅπως ἐξωτερικὰ φαινόταν, οὔτε σὲ μία ρομαντικοῦ τύπου πολιτιστικὴ φιλολογία. Ἦταν ἕνα «ἀναμορφωτικὸ» κίνημα, ἀπὸ τὰ πιὸ ἀξιόλογα πνευματικὰ φαινόμενα μέσα στοὺς κόλπους τῆς Ὀρθοδοξίας.
Σηματοδότησε τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴ βίωση τῆς ὀρθόδοξης πνευματικῆς ζωῆς, ὅπως τὴν παρέδωσαν οἱ μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὴ οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου. Εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸ ὅτι τὸ σπουδαιότερο ἔργο ποὺ ἔδωσε αὐτὴ ἡ Κολλυβαδικὴ κίνηση, εἶναι τὸ συνθετικὸ σύγγραμμα ὑπὸ τὸν τίτλο «Φιλοκαλία», (σήμερα ἔχει μεταφραστεῖ σὲ πολλὲς εὐρωπαϊκὲς γλῶσσες), τὸ ὁποῖο πραγματικὰ ἐκφράζει αὐτὸν τὸν ἁγιοπνευματικὸ πλοῦτο τὸν ὁποῖο προσέφεραν οἱ πρωτεργάτες τοῦ κινήματος. 
Εἰδικότερα, ὁ ἅγιος Νικόδημος καὶ οἱ ἄλλοι «Κολλυβάδες» μοναχοί, ἔνθερμοι ὑποστηρικτὲς τῶν ὅρων καὶ κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, ὑπερασπίζονταν τὴν Κυριακή, ὡς ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς χαρᾶς, ὡς τὴν κατ᾿ ἐξοχὴν ἡμέρα τοῦ Ἀναστάντος Κυρίου.
Διετύπωσαν καὶ τὴν διδασκαλία γιὰ τὴ συνεχῆ καὶ ὄχι κατ᾿ ἀραιὰ διαστήματα Θεία μετάληψη, θέμα σπουδαιότατο γιὰ ἕνα πιστὸ καὶ συνειδητὸ χριστιανὸ τὸ ὁποῖο ὑποστήριξε ὁ ἅγιος καὶ ἔγραψε καὶ εἰδικὴ μελέτη γιὰ αὐτὸ τὸ θέμα ὑπὸ τὸν χαρακτηριστικὸν τίτλον «Περὶ συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως». Ἡ λύση βέβαια καὶ στὰ δύο θέματα δόθηκε ἀπὸ τὸ σεπτὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο. 
Ὡστόσο μὲ ἀφορμὴ τὸ «κολλυβαδικὸ» ζήτημα, ὁ Ἅγιος Νικόδημος, μὲ τὴν εὑρυτάτη παιδεία του καὶ τὸν ὁσιακὸ βίο του ἀγωνίστηκε ὄχι μόνο γιὰ τὴν διαφύλαξη τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἀλλὰ συνετέλεσε τὰ μέγιστα καὶ γιὰ τὴν ἀνανέωση -ὑπὸ τὴν ὀρθὴ ἔννοια τοῦ ὅρου- τῶν ἀρχαίων ἱερῶν θεσμῶν καὶ ἁγίων παραδόσεων.
Πνευματικὰ καὶ λατρευτικὰ θέματα ποὺ εἶχαν ξεχασθεῖ, ἦλθαν καὶ πάλι στὸ πνευματικὸ προσκήνιο καὶ στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πιστῶν Χριστιανῶν. Οἱ Κολλυβάδες, γνήσιοι Φιλοκαλικοὶ Πατέρες, μίλησαν γιὰ τὸ βάθος ποὺ κρύβεται στὴν ὀρθόδοξη λειτουργικὴ ζωή, καὶ καθοδήγησαν οὐσιαστικὰ καὶ δυναμικὰ τὸν εὐσεβῆ λαὸ τοῦ Θεοῦ μὲ τὶς ἀγρυπνίες, μὲ τὶς νηστεῖες, μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς τοὺς ἁγίους, μὲ τὴ μελέτη τῶν ὠφελίμων βιβλίων.
Εἶναι πασίδηλο ὅτι ἡ ὁσιακὴ μορφὴ τοῦ Ἁγίου ἀναδύεται ζωηρῶς ἀπὸ τὸ πλουσιότατο συγγραφικό του ἔργο. Γενεὲς καὶ γενεὲς ὀρθοδόξων ἐτράφησαν ἐκ τῶν μελιρρύτων συγγραμμάτων του καὶ εὑρῆκαν στὶς σελίδες αὐτὲς μοναδικὸ ὁδηγὸ ὀρθοδόξου πίστεως καὶ βιοτῆς. Ὑπῆρξε καὶ ἀνεδείχθη ἄριστος ἑρμηνευτικὸς συγγραφεύς, πατρολόγος, ἁγιολόγος καὶ ὑμνογράφος.
Ἀξίζει νὰ ἀναφέρουμε μερικοὺς τίτλους ἔργων του: «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν» (1782), «Περὶ τῆς συνεχοῦς μεταλήψεως τῶν ἀχράντων τοῦ Χριστοῦ Μυστηρίων» (1783), ὁ «Εὐεργετινὸς» (1784), «Ἐξομολογητάριον» (1794), «Βιβλίον καλούμενον Ἀόρατος πόλεμος» (1796), «Νέον Μαρτυρολόγιον» (1799), «Πηδάλιον» (1800), «Συμβουλευτικὸν ἐγχειρίδιον περὶ φυλακῆς τῶν πέντε αἰσθήσεων» (1801), «Νέον ἐκλόγιον» (1803).
Πλὴν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐτυπώθησαν ζῶντος τοῦ ἁγ. Νικοδήμου, ἐξεδόθησαν μετὰ τὴν κοίμησή του καὶ ἄλλα πονήματά του, μεταξὺ τῶν ὁποίων «Συναξαριστὴς τῶν Δώδεκα μηνῶν» (1819), «Ἑρμηνεία εἰς τὰς ιδ’ ἐπιστολὰς τοῦ Παύλου» (1819), «Ἑρμηνεία εἰς τοὺς ψαλμοὺς» κ.ἄ. 
Τὰ συγγράμματα τοῦ Νικοδήμου ὑπερβαίνουν τὰ ἑκατὸν καὶ αὐτὸ δηλώνει τὴν ὅλη δυναμικὴ τῆς γραφίδος τοῦ ἁγίου. Θὰ λέγαμε ὅτι αὐτὰ τὰ ἔργα του ἀποτελοῦν μιὰ ὁλόκληρη βιβλιοθήκη.
Τυγχάνει ἐξόχως σπουδαία ἡ γνώμη τοῦ λογίου μοναχοῦ Θεοκλήτου τοῦ Διονυσιάτου ὁ ὁποῖος ἔγραφε: «... ὁ Ὅσιος Νικόδημος, ἐκτὸς τῆς πολυμεροῦς συγγραφικῆς του ἀποδόσεως, ὑπῆρξε κατ᾿ ἐξοχὴν φορεὺς τῆς Ἀνατολικῆς μυστικῆς Θεολογίας, συνδυάσας ἐν ἐκπληκτικῇ ἑνότητι, τὸν Διδάσκαλον τοῦ γένους μὲ τὸν Ἀθωνίτην Ἡσυχαστήν, τὸν γονιμώτατον ἐκκλησιαστικὸν συγγραφέα, μὲ τὸν βιοῦντα τὴν «θεωρίαν τοῦ Ἀκτίστου φωτὸς» τοῦ Παλαμᾶ καὶ τῶν Ἡσυχαστῶν τοῦ 14ου αἰῶνος, μὲ τὴν πλησμονὴν τοῦ θείου ἔρωτος καὶ τὰς «μυστικὰς « ἀκτινοβολίας του». 
Στὶς 14 Ἰουλίου 1809 παρέδωσε τὸ πνεῦμα του σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν. Τάφηκε ἔξω ἀπὸ τὸ κελλὶ τῶν Σκουρταίων στὶς Καρυὲς τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Ἡ Ἐκκλησία μας ἐπάξια τὸ 1955 τὸν κατέταξε στὶς δέλτους τοῦ Ἁγιολογίου της καὶ ἑορτάζει τὴ μνήμη του στὶς 14 Ἰουλίου, ἡμερομηνία τῆς κοιμήσεώς του μάλιστα δὲ ὅλως ἰδιαιτέρως, πανδήμως στὴν γενέτειρά του, τὴν νῆσο Νάξο, ὅπου καὶ ὁ ὁμώνυμος ὡραῖος ναός. 
Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ὑπῆρξε πράγματι κορυφαῖος διδάχος τῆς ὀρθόδόξης πνευματικότητος. Καὶ αὐτὸ τὸ σημεῖο εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο τὸ ὁποῖο ὀφείλουμε νὰ κρατήσουμε. Αὐτὸ χρειαζόμεθα σήμερα στοὺς τόσο ὑλόφρονες καιρούς μας. Νὰ εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς ὀρθόδοξης πνευματικότητος. Νὰ φέρουμε τοὺς καρποὺς τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θεῖο θέλημα, μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετὲς στὴν ζωή μας. 
Ὀρθόδοξη πνευματικότητα σημαίνει σύνθεση δόγματος καὶ ἤθους, θεωρίας καὶ πράξεως. Θεμελιώνεται στὴ βιβλικὴ καὶ πατερικὴ θεολογία καὶ βιώνεται στὰ Ἱερὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας. Σ᾿ ὅλα τὰ Ἱερὰ Μυστήρια. Ἡ Ὀρθόδοξος πνευματικότης ὁρίζεται ὡς ἡ ἀληθινή, βαθειὰ καὶ γνήσια «ἐν Χριστῷ ζωή». Μιὰ ζωὴ ποὺ γίνεται διαρκῶς πλουσιότερη σὲ ἁγιότητα καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον. Μιὰ ζωὴ ποὺ χαρακτηρίζεται ἀπὸ ἕνα ἀδιάκοπο ἀγῶνα γιὰ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό . 
Γι᾿ αὐτὸ ἀγωνίστηκε ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης καὶ ὡς δῶρο τῆς ἁγίας του βιοτῆς εἶχε τελικὰ τὴν θεογνωσία, τὴν ὁποία μακάρι ν᾿ ἀποκτήσουμε ὅλοι μας.
Ἀπολυτίκιον, Ἦχος γ’
Σοφίας χάριτι, πάτερ, κοσμούμενος,
Σάλπιγξ θεόφθογγος, ὤφθης τοῦ Πνεύματος,
καὶ ἀρετῶν ὑφηγητής, Νικόδημε θεηγόρε·
πᾶσι γὰρ παρέθηκας, σωτηρίας διδάγματα,
βίου καθαρότητος, διεκφαίνων τὴν ἔλλαμψιν,
τῷ πλουσίῳ τῶν ἐνθέων του λόγων, δι᾿ ὧν φῶς
τῷ κόσμῳ ἔλαμψας.
Ιερά Μητρόπολις Μάνης

Οταν μας λένε ότι δεν υπάρχει Θεός, τι να απάνταμε;

αναρτήθηκε στις 27 Ιουν 2019, 3:21 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 27 Ιουν 2019, 3:21 π.μ. ]




  • iΌλο και πιο πολλοί άνθρωποι θεωρούν τον ως μια φαντασίωση των Χριστιανών, τι απαντά ο Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς;

Ένας συνάδελφός σου σού επαναλαμβάνει συνεχώς: “ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ!” Καί αισθάνεσαι σά νά σέ χτυπά μέ μαστίγιο. Κι εσύ αγωνιάς γιά τήν ψυχή του καί τή ζωή του. Καί καλά σκέφτεσαι.

Αν δεν υπάρχει ο Ζών κι ο Παντοδύναμος Θεός κι αν δεν είναι ισχυρότερος από το θάνατο, τότε ο θάνατος είναι ο μοναδικός κυρίαρχος.

Και η κάθε ζωντανή ύπαρξη δεν είναι παρά ένα κλωτσοσκούφι τού θανάτου. Ένα ποντικάκι στο στόμα της γάτας.

Μία φορά, αντικρούοντας τον, τού είπες: “Ο υπάρχει. Για σένα δεν υπάρχει”. Και δεν έσφαλες. Γιατί εκείνοι πού αποκόπτονται από τον Αιώνιο και Ζωοδότη Κύριο εδώ στην Γή, αποκόπτονται από τη ζωή την πραγματική. Και έτσι ούτε εδώ, ούτε στην άλλη ζωή θα γευθούν το μεγαλείο του Θεού και της πλάσης Του. Και καλύτερα να μην είχαμε γεννηθεί, παρά να είμαστε αποκομμένοι από τον Θεό.

Αν ήμουν στη θέση σου, θα του έλεγα τα εξής:

– Κάνεις λάθος, φίλε μου! Ορθότερο θα ήταν, αν έλεγες: «Εγώ δεν έχω Θεό». Διότι το βλέπεις, ότι υπάρχουν τόσοι άνθρωποι γύρω σου, που έχουν Θεό και γι” αυτό διακηρύττουν ότι υπάρχει Θεός. Λοιπόν, μη λες: «Δεν υπάρχει Θεός»! Περιορίσου να λες: «Εγώ δεν έχω Θεό»!

– Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν τον άρρωστο, που λέει ότι δεν υπάρχει πουθενά υγεία!

– Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον τυφλό που λέει: «Δεν υπάρχει φως στον κόσμο». Όμως φως υπάρχει. Και είναι διάχυτο παντού. Αυτός ο δυστυχής δεν έχει το φως του.

Και θα μιλούσε σωστά αν έλεγε: «Εγώ δεν έχω μάτια και δεν βλέπω φως».

– Κάνεις λάθος! Μιλάς σαν το ζητιάνο, που λέει: «Δεν υπάρχει χρυσάφι στη γη». Μα χρυσάφι υπάρχει! Και επάνω στη γη! Και μέσα στη γη! Αυτός δεν έχει χρυσάφι! Το σωστό θα ήταν να έλεγε: «Εγώ δεν έχω χρυσό»!

– Κάνεις λάθος! Μοιάζεις με τον παλιάνθρωπο που λέει: «Δεν υπάρχει καλοσύνη στον κόσμο». Ενώ θα έπρεπε να πει: «Εγώ δεν έχω ίχνος καλοσύνης μέσα μου».

Αυτό να του πεις κι εσύ: Συνάδελφε, κάνεις λάθος! Λάθος διακηρύττεις ότι δεν υπάρχει Θεός! Γιατί, όταν κάτι δεν το έχεις εσύ και δεν το γνωρίζεις εσύ, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πουθενά κι ότι δεν το έχει κανείς!

Ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να μιλάς εκ μέρους όλου του κόσμου;

Ποιος σου έδωσε την άδεια να διακηρύττεις, ότι την δική σου αρρώστια την έχουν όλοι; Ότι όλοι έχουν την δική σου πλάνη;

Φωνάζεις ότι δεν υπάρχει Θεός! Το διακηρύττεις σε όλον τον κόσμο! Πολεμάς την αλήθεια!

Εκείνοι που δεν θέλουν να ζουν με τον Θεό είναι ελάχιστοι. Αλλά και γι” αυτούς ο Θεός υπάρχει! Τους περιμένει. Μέχρι την τελευταία πνοή σ” αυτή τη γη!

Και μόνο αν δεν φροντίσουν να μετανοήσουν, έστω στην τελευταία τους στιγμή, μόνο τότε ο Θεός στην άλλη ζωή θα πάψει να υπάρχει γι” αυτούς. Και θα τους διαγράψει από το βιβλίο της ζωής.

Γι” αυτό πες του, σε παρακαλώ φίλε μου.

Για το καλό της ψυχής σου. Για τα επουράνια αγαθά. Για τα δάκρυα που έχυσε ο Χριστός και τις πληγές πού δέχθηκε για όλους μας. Άλλαξε μυαλό! Μετανόησε! Διορθώσου! Και γύρισε στην Εκκλησία μας!

Το μεγαλείο ψυχής του ιερέα που έχασε τον επτάχρονο γιο του από το φονικό «έθιμο» των βεγγαλικών

αναρτήθηκε στις 6 Ιουν 2019, 1:00 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 6 Ιουν 2019, 1:01 π.μ. ]


  • ιερέας

Είχε πει το «Δεύτε λάβετε φως», το χαιρόταν. Θυμόταν που πάλευε μικρός να πάρει πρώτος τη φλόγα. Τώρα παπάς, ξέρει πως δεν είναι αυτό το φως, άλλο φως έχουμε ανάγκη να πάρουμε, τώρα το ξέρει, αλλά συνεχίζει να χαμογελά με το πάθος των μικρών παιδιών που θέλουν να είναι πάντα πρώτοι. Κι ύστερα γέμισε φώτα η Εκκλησία. «Πάμε, Χρηστάκο» είπε στον γιο του που ήταν δίπλα του. Χαιρόταν ο Χρηστάκος, μπορεί κάπως να λέγανε για τον παπά πατέρα του τα πρωτάκια από το δημοτικό, αλλά σήμερα… σήμερα ήταν άλλο. Φορούσε τη χρυσή στολή με τα κόκκινα και του πήγαινε.

Αυτός, που ούτε στιγμή δεν μπορούσε να μείνει ήσυχος, σήμερα καθόταν δίπλα στον πατέρα του περήφανος. Τον κοίταζε ο πατέρας του: Μωρέ, σαν να ψήλωσε ο μπόμπιρας! «Πάμε, Χρηστάκο, πάρε το εξαπτέρυγο». Βγήκαν έξω στο προαύλιο όπου ήταν η εξέδρα, ήταν λίγο πριν από τις 12. Ο παπα-Διονύσης τη φοβόταν αυτή τη στιγμή. Τα τελευταία χρόνια στη Δροσιά, την ώρα που έλεγε «Χριστός Ανέστη», γινόταν πόλεμος, ναυτικές φωτοβολίδες, όπλα. Προσπάθησε κάποια στιγμή να τους πει να σταματήσουν, «δεν είναι αυτό η Ανάσταση» τους έλεγε. Το ίδιο έλεγαν και οι επίτροποι, αλλά τι να κάνουν; Μια φορά τόλμησε ένας να το πει στον αστυνόμο. «Μην τα βάζεις με τα έθιμα» του είπε. Πού να απευθυνθείς;

«Διαγενομένου του Σαββάτου», διάβασε ο παπα-Διονύσης, «και ουδενί ουδέν είπον. Εφοβούντο γαρ», Τελείωσε το ευαγγέλιο. Εψαλε το πρώτο «Χριστός Ανέστη», άναψε ο πόλεμος. Κρότοι και φώτα παντού. Ο κόσμος φοβήθηκε. Ο Χρηστάκος σήκωσε τα μάτια του και κοίταξε τον πατέρα του. Ετοιμος ήταν να πει: «Τέλος! Αν δεν σταματήσετε, δεν θα κάνουμε Ανάσταση σήμερα». Την ώρα εκείνη ο Κ., γείτονας, 25 χρονών παιδί, είχε πάρει ένα πιστόλι ναυτικό κι έριξε. Η φωτοβολίδα χτύπησε σε ένα δέντρο, γυρνάει και χτυπάει τον Χρηστάκο στο πρόσωπο. Πάγωσε ο παπα-Διονύσης… «Παιδί μου», είπε, «παιδί μου!» Αυτό ήταν το «Χριστός Ανέστη» που άκουσαν στη Δροσιά εκείνη την Ανάσταση.

Ετρεξαν το παιδί στο νοσοκομείο, στην εντατική. Πέντε μέρες ο παπα-Διονύσης κρατούσε το χεράκι, όπως το κρατούσε πάντα όταν αρρώσταινε, και παρακαλούσε για ένα θαύμα, να σωθεί το παιδί, ο Χρήστος, ο Χρηστάκος του. Οι φίλοι του έλεγαν: «Να τον κρεμάσουμε τον φονιά, σκότωσε το παιδί!» Τους είπε να σωπάσουν.

«Αφήστε τον, σας παρακαλώ, δεν θέλω ούτε να διωχθεί, εμείς φταίμε που τόσα χρόνια το ανεχτήκαμε και κοροϊδεύαμε τον Χριστό με τα βεγγαλικά και δεν προσπαθήσαμε να τους σταματήσουμε. Εμείς φταίμε. Ας τιμωρηθεί το παιδί με την αγάπη μας. Τι θα έκανε ο Χριστός στη θέση μας; Αυτό να ρωτάτε». Τέσσερα μερόνυχτα παρακαλούσε. Την τέταρτη νύχτα δεν ξέρουμε τι έγινε, ήταν στην εκκλησία, στο Ιερό, τον είδαν το πρωί κίτρινο αλλά γαληνεμένο. Λίγο πριν από τις 11 ήρθαν από το νοσοκομείο. «Δυστυχώς κάναμε ό,τι μπορούσαμε» είπαν. Ο παπα-Διονύσης κοίταξε τον ουρανό κι ένα δάκρυ κύλησε από τα μάτια του στο χώμα.

Η άλλη μέρα, η αναστάσιμη, ήταν για τη Δροσιά μεγάλη Παρασκευή. Ασπρο το φέρετρο. Κι ο παπα-Διονύσης, χλομός, δίπλα να του κρατάει το χεράκι, όπως έκανε πέντε μέρες τώρα στην εντατική. Τον κρατούσε και περνούσε μπροστά του όλη η μικρούλα ζωή του Χρηστάκου. Η εγκυμοσύνη, «μην κουνιέσαι, θα τα κάνω όλα εγώ», η ώρα της γέννησης, η χαρά μόλις ήρθε κι όλα πήγανε καλά. Θυμήθηκε την ώρα που έβγαζαν τον γιο του από την αίθουσα τοκετού κι άνοιξε τα ματάκια του και τον κοίταξε: «Γεια σου, Χρηστάκο». Θυμήθηκε τα πρώτα ξενύχτια, αυτός σηκωνόταν με το πιο μικρό του κλάμα, και μετά δεν μπορούσε να κοιμηθεί, τον έπιανε λιγάκι ο ύπνος στον όρθρο, εκεί κοντά στην Αγία Τράπεζα. Θυμήθηκε την πρώτη μέρα στο δημοτικό πριν από λίγους μήνες. Είχε πάρει μια τσάντα μεγαλύτερη από το μπόι του και πήγαινε με το κεφάλι ψηλά, περήφανος, κρατώντας το χέρι του.

Οταν τέλειωσαν τα της κηδείας, τον πίεσαν να κάνει μήνυση. Αυτός και πάλι αρνήθηκε. Την άλλη μέρα πήγε στον Κορυδαλλό. Τον έψαξε. Αυτόν που τον έλεγαν φονιά. Μόλις είδε τα μάτια, δάκρυσε και του έπιασε το χέρι. Κλαίγανε και οι δύο. «Σώπα», του είπε, «αυτός που δίνει τη ζωή γνωρίζει». Και τον συγχώρεσε.

ΥΓ. Πρόκειται για μια αφήγηση ενός πραγματικού περιστατικού που συνέβη το Πάσχα του 2011. Νεκρός ήταν ο Χρήστος Σούτζιος, επτά χρονών, γιος του εφημέριου Διονυσίου Σιούτζιου στο χωριό Δροσιά της Εύβοιας.

Το δάκρυ στο Αγιο Ποτήριο
Μια Κυριακή του Ιουνίου ήταν το μνημόσυνο. Στο «σα εκ των σων» κοίταξε τον σταυρό στην Αγία Τράπεζα. Δεν ήταν ο Χριστός αυτός, ο Χρηστάκος του ήταν, ο Χρηστάκος που τον κοίταζε. Δάκρυσε ο πατέρας. Οταν ξανακοίταξε τον σταυρό, είδε στο πρόσωπο του Χριστού το παλικάρι που ήταν ακόμα στη φυλακή που τον είχαν για φονιά του γιου του. Οταν ξανασήκωσε τα μάτια, είδε το πρόσωπο του Χριστού να δακρύζει και το δάκρυ να πέφτει στο Αγιο Ποτήρι.

Κείνη τη μέρα κοινώνησε όλη την πίκρα του κόσμου. Κείνη τη μέρα κοινώνησε ‘ολη τη χαρά της Ανάστασης που υπερβαίνει το χρόνο και αγγίζει τις καρδιές των ανθρώπων που μπορούν ακόμα να αγαπήσουν. «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς» άκουσε στην καρδιά του… «Δεύτε».

Η αρετή της ταπεινοφροσύνης

αναρτήθηκε στις 4 Ιουν 2019, 1:04 π.μ. από το χρήστη Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Πλωμαρίου   [ ενημερώθηκε 4 Ιουν 2019, 1:04 π.μ. ]




 «Εκείνο το οποίο πρέπει να κρατάς σφιχτά στην ψυχή σου για να μη σου φύγει και χαθείς, είναι η ταπεινοφροσύνη, δηλ. η συναίσθηση της αναξιότητας, χωρίς την οποία δεν ενοικεί στην ψυχή η χάρη του Θεού.

Όταν φύγει η ταπεινοφροσύνη από την ψυχή, μαζί θα φύγει και η χάρη του Θεού και θα μείνει η ψυχή έρημη, γυμνή και φουσκωμένη με το δυσώδη καπνό της οίησης και της υψηλοφροσύνης».

«Όταν ο άνθρωπος που κατέχεται από την αμαρτία και τα πάθη επιθυμήσει να ελευθερωθεί από αυτά και θελήσει να εισέλθει στην ευαγγελική ζωή, θα συναντήσει μεγάλη δυσκολία, ίδια με εκείνη που συναντάει κάποιος που θέλει να περάσει από μία πόρτα στην οποία δε χωράει το σώμα του. Συνηθισμένος αυτός να περπατάει την ευρύχωρη οδό, δηλ. την ακανόνιστη και αχαλίνωτη, δυσκολεύεται πολύ να βάλει τον εαυτό του στην κανονική οδό του Ευαγγελίου, όπως δυσκολεύεται και το βόδι που πρώτη φορά μπαίνει υπό το ζυγό για να οργώσει τη γη.

Προηγουμένως τα διανοήματά του δεν είχαν κανένα δεσμό, αεροβατούσαν στα ψέματα, στις πλάνες και στα πονηρά, οι επιθυμίες του δεν είχαν κανένα χαλινό, διευθύνονταν και προσηλώνονταν στη ματαιότητα και τη φθορά. Η εξωτερική του ενέργεια και διαγωγή ήταν ανάλογη με την ακαταστασία και την κακία του έσω ανθρώπου. Γι’ αυτό, όταν θελήσει να αλλοιωθεί και κατά τον έσω και κατά τον έξω άνθρωπο και να εισέλθει στην ευθεία οδό, δοκιμάζει μεγάλη δυσκολία. Και η δυσκολία αυτή είναι ανάλογη με την αμαρτία που είχε, αλλά και με το χρόνο όπου δούλευε σ’ αυτή»

Ο π. Ευσέβιος προέτρεπε τα πνευματικά του τέκνα να μην καταδικάζουν το συνάνθρωπό τους, γιατί δε γνωρίζουν τη μετάνοιά του. Διηγόταν μάλιστα και το ακόλουθο περιστατικό, που συνέβη στο μοναστήρι του Μεγάλου Σπηλαίου, όπου εμόνασε οχτώ χρόνια:

«Ήταν ένας απρόσεκτος μοναχός, γνωστός για την κακή διαγωγή του. Ξαφνικά μία ημέρα χτύπησε την καμπάνα της μονής και μάζεψε όλους τους αδελφούς και τους είπε: «Αδελφοί και πατέρες, εγώ σε λίγο πεθαίνω και θέλω να εξομολογηθώ ενώπιον όλων τα αμαρτήματά μου». Μετά τη συγκινητική αυτή πράξη πέθανε εν μετανοία».

«Όταν η ψυχή εννοήσει ότι ο Χριστός είναι το μοναδικό της αγαθό και προσκολληθεί σ’ Αυτόν, όπως το παιδί προσκολλάται στη μητέρα που το θηλάζει με αδιατάρακτο δεσμό που στηρίζεται στον πόθο και την αγάπη, τότε αισθάνεται την υπερφυσική χαρά και ευφροσύνη, την οποία από κανένα άλλο πράγμα του κόσμου τούτου δεν είναι δυνατό να δοκιμάσει. Την ευφροσύνη αυτή τη γνωρίζουν μόνο εκείνοι που έχουν τη σχετική πείρα.

Η ψυχή που γνωρίζει το Χριστό και έχει κυριευθεί από την αγάπη Του, ενθουσιάζεται και παίρνει δυνάμεις. Όλα τα λοιπά τα θεωρεί σκύβαλα και ανάξια. Καταφρονεί ακόμη και αυτή τη ζωή. Τίποτε άλλο δε θεωρεί ευχάριστο και άξιο ιδιαίτερης προσοχής. Κάθε ενθύμησή της και επιθυμία της, και κάθε πόθος της είναι στραμμένα στο Νυμφίο της, στον οποίο βρίσκει την αληθινή τέρψη και ανάπαυση.

Γνωρίζει τότε ο χριστιανός, ότι κατέχοντας το Χριστό, κατέχει το παν, γιατί μόνο στο Χριστό συγκεντρώνονται τα πάντα».

1-10 of 1247